← Κύπρος

ΗΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ν. NIKODEA CO LTD που εμπορεύεται με την επωνυμία 24Η.COM.CY κ.α., Αγωγή αρ. 2032/2014, 15/7/2022

ΗΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ ν. NIKODEA CO LTD που εμπορεύεται με την επωνυμία 24Η.COM.CY κ.α., Αγωγή αρ. 2032/2014, 15/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2032/2014 ΗΛΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ Ενάγων v.

  1. NIKODEA CO LTD που εμπορεύεται με την επωνυμία 24Η.COM.CY
  2. ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  3. K K RADIO LTD που εμπορεύεται με την επωνυμία RUSSIAN WAVE
  4. ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ε. Μιχαηλίδης για Α.Γ. Παφίτης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Ρ. Μαππουρίδης με Λ. Μαππουρίδου (κα) για Ρίκκος Μαππουρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 3 και 4: Χρ. Αντωνίου (κα) για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Η εκδοχή του Ενάγοντος Ο Ενάγων, που ασχολείται με υπηρεσίες προώθησης και προβολής εταιρειών (marketing and promotion), από το 2006 μέχρι τα τέλη του 2012, εργάζονταν ως Γενικός Διευθυντής στην Εναγόμενη 3, εταιρεία που διατηρεί ραδιοσταθμό τοπικής εμβέλειας στη Λεμεσό. Από τα τέλη του 2012 μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου του 2014, εργάζονταν ως Διευθυντής Επιχειρησιακής Ανάπτυξης στην Εναγόμενη
  5. Τα καθήκοντά του ήταν, ανάμεσα σε άλλα, η προώθηση, προβολή και διαφήμιση της Εναγόμενης 3 στον χώρο του ραδιοφώνου, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η σχέση του με την Εναγόμενη 3 ήταν τέτοια, που τον ώθησε να εγγυηθεί και δανειακές υποχρεώσεις της Εναγόμενης
  6. Ο Ενάγων ήταν, όπως αναφέρει, σε όλο τον ουσιώδη χρόνο, ευρύτατα γνωστός και ευυπόληπτος πολίτης, που έχαιρε εκτίμησης και σεβασμού για το ακέραιο του χαρακτήρα του, το ήθος και τον επαγγελματισμό του στον χώρο του ραδιοφώνου και ευρύτερα στο επιχειρηματικό κοινό. Ένας εκ των ιδιοκτητών και διευθυντών της Εναγόμενης 3, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν και ο Εναγόμενος
  7. Επήλθε ρήξη στην εργασιακή σχέση του Ενάγοντος με την Εναγόμενη 3, μετά την απόλυση του Ενάγοντος. Απασχόλησε και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, με αίτηση που καταχωρίστηκε από τον Ενάγοντα την 27.03.
  8. Ο Ενάγων καταγγέλθηκε από την Εναγόμενη 3 στην Αστυνομία ότι οικειοποιήθηκε παράνομα έναν φορητό υπολογιστή της εταιρείας. Την 08.04.2014, ο Εναγόμενος 2, δημοσιογράφος που συνεργάζεται με την Εναγόμενη 1, εταιρεία που κατέχει και διαχειρίζεται την ιστοσελίδα ενημέρωσης 24H.com.cy, κατά τη θέση του Ενάγοντος με την συνέργεια των Εναγόμενων 3 και 4, αρθρογράφησε και η Εναγόμενη 1 δημοσίευσε στην ιστοσελίδα αυτή άρθρο με τίτλο «Το ραδιόφωνο "Russian Wave" της Λεμεσού καταγγέλλει κλοπή από πρώην υπάλληλο του», με χρήση έντονων γραμμάτων, και με το εξής περιεχόμενο: «Για την υπόθεση μιλά στο 24Η ο εκ των ιδιοκτητών του σταθμού Φάνης Παντελίδης. Ο Ηλίας Αντωνιάδης, για περίοδο οκτώ χρόνων, εργάζονταν στο Εμπορικό Τμήμα του ρωσικού ραδιοσταθμού "Russian Wave" που βρίσκεται στη Λεμεσό στη θέση του Διευθυντή Marketing. O κ. Αντωνιάδης πριν από ένα περίπου μήνα απολύθηκε από την εταιρεία και όπως καταγγέλλει στο 24Η ο Φάνης Παντελίδης, ένας από τους ιδιοκτήτες του ρωσικού ραδιοσταθμού, "έκλεψε την εταιρεία παίρνοντας μαζί του τη βάση δεδομένων των πελατών του σταθμού". Συγκεκριμένα, ο κ. Παντελίδης ανέφερε στο 24Η ότι "o κ. Αντωνιάδης φεύγοντας από την εταιρεία έκλεψε ηλεκτρονικό υπολογιστή του ραδιοσταθμού, ο οποίος περιείχε το αρχείο πελατών, προσφορές, τιμολόγια, κ.α.". Σαν να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με τον Φάνη Παντελίδη, ο πρώην υπάλληλος της εταιρείας του με αθέμιτες διαδικασίες και πλαστογραφίες αποτάθηκε στην ΑΤΗΚ και μεταβίβασε τον αριθμό του τηλεφώνου που είχε στην εταιρεία πριν απολυθεί, στο πρόσωπο του. Το γεγονός καταγγέλθηκε στην Αστυνομία, η οποία σήμερα προχώρησε στη σύλληψη του Ηλία Αντωνιάδη.» Ο Ενάγων θεωρεί ότι το δημοσίευμα αυτό, που είναι ψευδές και συγγράφθηκε και δημοσιεύθηκε με αδιαφορία ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του και για το πρόσωπο του Ενάγοντος, του αποδίδει διάπραξη ποινικού αδικήματος, ανηθικότητα, ανεντιμότητα, αντιδεοντολογική και ανάρμοστη συμπεριφορά στον εργασιακό χώρο, εκδικητικότητα και έλλειψη σεβασμού και συναισθημάτων προς την κοινωνία και τους συνεργάτες του, και είναι δυσφημιστικό. Έγινε, όπως υποστηρίζει, με σκοπό την πρόκληση σε αυτόν επαγγελματικής ή οικονομικής ζημιάς ή απώλειας ή βλάβης, για να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψή του στον χώρο του ραδιοφώνου, και με τρόπο ώστε να προκαλέσει την προσοχή και αυξημένη αναγνωσιμότητα. Ο Ενάγων πιστεύει πως, ως αποτέλεσμα του δημοσιεύματος στην ιστοσελίδα, μειώθηκε και υποβιβάστηκε το πρόσωπο και ο χαρακτήρας του, επηρεάστηκε δυσμενώς η φήμη του, ενώ ήταν ένας νεαρός και επιτυχημένος επαγγελματίας στον κλάδο, εκτέθηκε σε μίσος, γενική περιφρόνηση και χλεύη, και σε αποστροφή από συναδέλφους, συνεργάτες, πελάτες, συμπολίτες και φίλους του. Προκλήθηκε σε αυτόν θλίψη, δυστυχία, αγωνία και αμηχανία, όπως και στην οικογένεια και στο στενό του περιβάλλον. Το πλήγμα φάνηκε στις προσπάθειές του να εξεύρει νέα εργασία και συνεργάτες στον χώρο του ραδιοφώνου. Αξιώνει γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να δημοσιεύουν δυσφημιστικά κείμενα για τον Ενάγοντα στο μέλλον. Η εκδοχή των Εναγόμενων Οι Εναγόμενοι 1 και 2, σε κοινή τους υπεράσπιση, δεν αρνούνται ότι δημοσιεύθηκε το ως άνω κείμενο, με το περιεχόμενο που παρέθεσε ο Ενάγων. Ισχυρίζονται, όμως, πως το άρθρο συνιστά είδηση που γράφθηκε στη βάση πληροφοριών που έλαβαν από την Αστυνομία και περιέχει αληθή γεγονότα, γιατί, όντως, υπήρξε καταγγελία ως προς την οποία η Αστυνομία προέβη σε διερεύνηση. Έπειτα, οποιοδήποτε σχόλιο περιέχεται στο δημοσίευμα, είναι έντιμο σχόλιο, που αποσκοπεί στην απλή ενημέρωση του κοινού επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Το δημοσίευμα επικεντρώνεται στην καταγγελία του κύριου Παντελίδη και δεν αναφέρει εάν πρόκειται για αληθή ή αναληθή καταγγελία. Το πραγματικό γεγονός είναι η ίδια η καταγγελία και πηγή πληροφόρησης είναι η Αστυνομία. Δεν υπήρξε συγκατάθεση ή παρότρυνση από τους Εναγόμενους 3 και
  9. Δεν πρόκειται για δυσφημιστικό δημοσίευμα και οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος είναι υπερβολικοί, δεν υπέστη ζημιά και δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις. Σημειώνουν ότι το δημοσίευμα δεν αναρτήθηκε σε περίοπτο χώρο, ακολουθήθηκε η ίδια δομή όπως σε όλα τα δημοσιεύματα, και τα έντονα γράμματα χρησιμοποιήθηκαν για να ξεχωρίζουν τα λεγόμενα του κύριου Παντελίδη από τα γραφόμενα του δημοσιογράφου. Οι Εναγόμενοι 3 και 4, στο δικό τους κοινό δικόγραφο, αναφέρουν πως, όντως, ο Ενάγων, κατά ή περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2014, έπαψε να εργάζεται στην Εναγόμενη 3 και καταχωρίστηκε αίτηση για επίλυση εργασιακής διαφοράς και όντως εκείνη την περίοδο τον είχαν καταγγείλει στην Αστυνομία ότι οικειοποιήθηκε έναν φορητό υπολογιστή που ανήκε στην εταιρεία και περιείχε δεδομένα σημαντικά για την εταιρεία, όπως το αρχείο πελατών, προσφορές, τιμολόγια, αλληλογραφία με πελάτες, κ.λπ.. Μετά τη σύλληψη του Ενάγοντος και τις σχετικές έρευνες, ανευρέθηκε ο υπολογιστής. Δεν αρνούνται ότι υπήρξε το δημοσίευμα, αλλά ισχυρίζονται πως δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με αυτό οι Εναγόμενοι 3 και
  10. Εν πάση περιπτώσει, είναι η δικογραφημένη θέση τους πως το δημοσίευμα περιέχει αληθή γεγονότα και οποιοδήποτε σχόλιο είναι έντιμο σχόλιο που αποσκοπεί στην ενημέρωση του κοινού για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Σε σχέση με τον τηλεφωνικό αριθμό, με ψευδείς παραστάσεις προς την ΑΤΗΚ και χωρίς ενημέρωση της Εναγόμενης 3, ο Ενάγων είχε μεταβιβάσει τον αριθμό στο πρόσωπό του ή σε νομικό πρόσωπο συνδεόμενο με αυτόν και έπρεπε να γίνουν ενέργειες από τους Εναγόμενους 3 και 4 για την επανεγγραφή του στο όνομα της εταιρείας. Οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν θεωρούν ότι ο Ενάγων υπέστη δυσφήμιση και ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις. Ο Ενάγων, με απαντητικά δικόγραφα, αρνείται τις υπερασπίσεις των Εναγόμενων, ισχυρίζεται κακοπιστία τους, με τον τρόπο που εξήγησε στην Έκθεση Απαίτησής του, και επαναλαμβάνει τη δική του εκδοχή. Επίδικα θέματα Νοουμένου ότι δεν αμφισβητούνται η συγγραφή από τον Εναγόμενο 2 και η δημοσίευση του κειμένου που συνιστά το επίδικο δημοσίευμα στη σελίδα 24Η.com.cy, που κατέχει και διαχειρίζεται η Εναγόμενη 1, και ότι αυτό αναφέρεται στον Ενάγοντα (identification), θα πρέπει να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο καταρχάς εάν σε αυτό το δημοσίευμα έχουν οποιαδήποτε εμπλοκή και οι Εναγόμενοι 3 και 4 (που οι ίδιοι αρνούνται). Έπειτα, εάν το περιεχόμενό του είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα ή όχι, με την έννοια του άρθρου 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  11. Εάν διαπιστωθεί ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, θα πρέπει να εξεταστεί εάν ισχύει και επαρκεί οποιαδήποτε εκ των ειδικών υπερασπίσεων που προβάλλουν οι Εναγόμενοι, στο πλαίσιο εξέτασης των οποίων υπάρχουν περαιτέρω πραγματικά ζητήματα προς επίλυση, όπως εάν είναι αλήθεια το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ή εάν υπήρξε κακή πίστη κατά τον χρόνο της δημοσίευσης. Επίδικη είναι και η ζημιά του Ενάγοντος. Διαδικασία Προς υποστήριξη της υπόθεσής του, μαρτυρία έδωσε ο Ενάγων (17.11.2021 και 25.11.2021). Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν προσκόμισαν μαρτυρία. Από πλευράς Εναγόμενων 3 και 4, μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος 4 (14.01.2022). Η συνολική διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν περίπου 5 ώρες και 20 λεπτά. Κατατέθηκε περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, δόθηκε χρόνος που ζήτησαν οι συνήγοροι των διαδίκων για να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Την 08.03.2022, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι βρίσκεται ενώπιον του, ακόμα κι αν δεν παρατίθεται εδώ ή δεν γίνεται αναφορά σε όλη τη λεπτομέρειά του. Είναι βολικό, για τη δομή αυτής της απόφασης, να εκτεθούν πρώτα οι νομικές πτυχές, και στη συνέχεια η μαρτυρία, η αξιολόγησή της, και η εξέταση της υπόθεσης. Νομικές πτυχές Σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κεφ. 148, δυσφήμιση είναι η δημοσίευση, από οποιοδήποτε πρόσωπο, με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημοσιεύματος το οποίο αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση, ή τη θέση του ή ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη, ή ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς της πρόνοιας αυτής, «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε, η οποία, εάν τελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη πράξη σε αυτήν. Στην Κυπριακή έννομη τάξη είναι και νομοθετημένο πως η ευθύνη που υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο τον λόγο ότι προβαίνει σε αυτήν υπό μορφή επανάληψης (repetition) ή φημολογίας (hearsay) ή αναφέρει έγκαιρα ή μεταγενέστερα την πηγή στην οποία στηρίζεται η δήλωση που έγινε ή, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθινή ή επειδή δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτήν ή να δημοσιεύσει αυτήν για τον ενάγοντα και ότι αφορούσε αυτόν ή, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του ενάγοντος. Το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημίωσης. Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς, δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα φυλάκιση, σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του, ή αποδίδουν σε αυτόν μεταδοτική ή μολυσματική νόσο, μοιχεία ή ασέλγεια. Δυσφήμιση διαπράττεται και εάν ακόμα το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως· αρκεί εάν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο. Δεν αρκεί ένα κείμενο να είναι δυσφημιστικό, ως ερμηνεύεται, αλλά θα πρέπει επίσης να δημοσιευθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 148, πρόσωπο δημοσιεύει δυσφημιστικό δημοσίευμα εάν προκαλεί τέτοια χρήση του εντύπου, γραπτού, ζωγραφιάς, ομοιώματος, χειρονομιών, λόγων ή άλλων ήχων ή άλλων μέσων, με τα οποία μεταδίδεται το δυσφημιστικό δημοσίευμα, είτε με έκθεση, ανάγνωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδοση, κοινοποίηση, διανομή, επίδειξη, έκφραση, εκφώνηση ή άλλως πως, ώστε το δυσφημιστικό νόημα αυτού να περιέρχεται ή να ενδέχεται να περιέλθει σε γνώση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή αυτού που δυσφημίζεται από αυτό ή του συζύγου ή της συζύγου αυτού που δημοσίευσε τη δυσφημιστική δήλωση κατά τη διάρκεια του γάμου. Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, κοινοποίηση με ανοικτή επιστολή ή ταχυδρομικό δελτάριο, ανεξάρτητα εάν αποστέλλεται προς αυτόν που δυσφημίζεται ή προς άλλον, συνιστά δημοσίευση. Μπορεί να είναι δυσφημιστικό ένα δημοσίευμα, αλλά να μην υπάρξει καταδίκη για το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και να μην επιδικαστούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, εάν αποδειχθεί κάποια από τις υπερασπίσεις που προβλέπονται στον νόμο ή εφαρμόζονται στη νομολογία. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κεφ.148, σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές (true). Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντος, η υπεράσπιση της αλήθειας δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μίας κατηγορίας, εάν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείχθηκε ως αληθές δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντος, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών. Δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια κάθε μίας λέξης που χρησιμοποιεί[1], αλλά του ουσιωδώς αληθές του δημοσιεύματος. Η ουσία της υπεράσπισης είναι να μην επιτρέπει στον ενάγοντα να αποζημιώνεται για το πλήγμα σε έναν χαρακτήρα που είτε δεν κατέχει είτε δεν εξέφρασε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Η απόδειξη της αλήθειας παρεμβάλλεται ως αντικειμενικό γεγονός που δείχνει ότι ο ενάγων δεν δικαιούται στην άψογη φήμη που ισχυρίζεται πως έχει πληγεί από το δημοσίευμα. Το βάρος απόδειξης της αλήθειας που έχει ο εναγόμενος νοείται πως κινείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όσο πιο βαριά είναι η κατηγορία εναντίον του ενάγοντος, τόσο αυξάνεται και το βάρος απόδειξης της αλήθειας, αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν αναμένεται από τον εναγόμενο να αποδεικνύει την αλήθεια, στο πλαίσιο υπεράσπισης σε απαίτηση για δυσφήμιση σε δημοσίευμα που φέρει τον ενάγοντα ως ύποπτο ποινικού αδικήματος, με τον τρόπο που ο δημόσιος κατήγορος πρέπει να αποδείξει τη διάπραξη του ιδίου ποινικού αδικήματος στην ποινική δίκη[2]. Όταν ο εναγόμενος επαναλαμβάνει κάτι που ειπώθηκε από άλλον, δεν αρκεί να αποδείξει ότι αυτό όντως ειπώθηκε από τον άλλο, για να διαφύγει της ευθύνης για δυσφήμιση, αλλά θα πρέπει να αποδείξει και ότι το αντικείμενο του λόγου του άλλου, που επανέλαβε, ήταν ουσιωδώς αληθές[3]. Κάθε επαναδημοσίευση λιβέλου συνιστά νέο λίβελο και ο συγγραφέας του καθενός που προβάλλει την υπεράσπιση της αλήθειας θα πρέπει να αναφέρεται στα γεγονότα που περιέχονται στην αρχική δημοσίευση[4]. Έτσι, όταν το δημοσίευμα είναι πως «ο Α είπε πως ο Β έκλεψε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή», η ερμηνεία που δίδεται στο δημοσίευμα είναι «ο Β έκλεψε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή»[5]. Οι λεπτομέρειες αλήθειας θα πρέπει να δικογραφούνται από τον εναγόμενο που χρησιμοποιεί την υπεράσπιση αυτή. Το Δικαστήριο εστιάζει στον πυρήνα του δυσφημιστικού ισχυρισμού, για να διαπιστώσει εάν μπορεί να επαρκέσει η υπεράσπιση της αλήθειας, και τυχόν ανακρίβειες, υπερβολές του δημοσιογραφικού ύφους ή η ατημέλητη δημοσιογραφία (sloppy journalism) ή ασυνειδησία μένουν στην άκρη[6]. Αποτελεί ειδική υπεράσπιση και το ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν έντιμο σχόλιο (honest opinion) για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, ως κωδικοποιείται η υπεράσπιση του κοινοδικαίου στο εγχώριο δίκαιο, δηλαδή και με την προϋπόθεση το σχόλιο να είναι επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος[7]. Σε αντίθεση με την υπεράσπιση της αλήθειας, που εφαρμόζεται και σε δηλώσεις γεγονότων και σε δηλώσεις που συνιστούν γνώμη, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου εφαρμόζεται σε δυσφημιστικές δηλώσεις που συνιστούν γνώμη με κάποια πραγματική βάση, επί της οποίας το έντιμο άτομο θα μπορούσε να εκφράσει γνώμη. Όταν το δημοσίευμα περιέχει και γεγονότα και γνώμη, συνήθως δικογραφούνται και οι δύο υπερασπίσεις. Στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν ενδιαφέρει τόσο η αλήθεια. Όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα συνίσταται εν μέρει στον ισχυρισμό γεγονότων και εν μέρει στην έκφραση γνώμης, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν καταρρίπτεται για μόνο τον λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε ισχυρισμού γεγονότος, εάν η έκφραση γνώμης αποτελεί έντιμο σχόλιο, αφού ληφθούν υπόψη αυτά τα οποία ισχυρίζονται ή αναφέρονται στο δυσφημιστικό δημοσίευμα τα οποία αποδεικνύονται. Η δίκαιη και ακριβής αναφορά μιας δήλωσης υπό προνομιούχα περίσταση μπορεί επίσης να περιληφθεί σε αυτή την υπεράσπιση, ακόμα κι αν η δήλωση είναι ανακριβής. Εάν κάποιος εκφράσει γνώμη αναφορικά μια επίσημη καταγγελία στις Αρχές ή αναφορικά με την οποία διεξάγεται δίκη, ακόμα κι αν το περιεχόμενο της καταγγελίας καθαυτό είναι ανακριβές ή αναληθές, εάν η δική του γνώμη εκφράστηκε δίκαια και με ακρίβεια, εξαιρείται από τον κανόνα ότι η γνώμη θα πρέπει να βασίζεται πάντοτε σε γεγονότα που αληθεύουν[8]. Δεν υπάρχει κάποιος εξαντλητικός κατάλογος για το τι συνιστά θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή τι δεν συνιστά, ενώ κριτήρια ή παράγοντες που έτυχαν ήδη χρήσης στην ευρύτερη νομολογία μπορούν να τυγχάνουν επίκλησης. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο γραφείο μιας εισαγγελίας αναφορικά με τον χειρισμό θεμάτων όπως λόγου χάριν οι ευάλωτοι ύποπτοι, μπορεί να θεωρηθεί θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος[9], όπως ακόμα και η ικανότητα ενός προσώπου να ασχολείται με τη διοίκηση ενός φιλανθρωπικού οργανισμού[10], άρα πρόκειται για μια καταρχάς ευρεία έννοια ή κατηγορία. Ενώ τα γεγονότα που έπονται της δημοσίευσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της υπεράσπισης της αλήθειας, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί η εντιμότητα με την οποία εκφράστηκε η γνώμη. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν επιτυγχάνει εάν ο ενάγων αποδείξει ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα με την έννοια του άρθρου 21, δηλαδή ότι έγινε με κακή πίστη (malice), που εξειδικεύεται στο ότι ο εναγόμενος δεν διατηρούσε όντως τη γνώμη που εξέφρασε[11]. Ενώ στην υπεράσπιση της αλήθειας δεν ενδιαφέρει η νοητική κατάσταση του εναγόμενου, στην υπεράσπιση του έντιμου σχολίου είναι σημαντική. Ο Ενάγων θα πρέπει να απαντά στην υπεράσπιση αυτή, δικογραφώντας τις λεπτομέρειες επί των οποίων βασίζεται για να επικαλεστεί κακή πίστη. Ενώ μπορούν να εντοπιστούν παλαιές αυθεντίες που υποστηρίζουν πως η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή χρησιμοποιείται διαφορετικά όταν η δήλωση συνιστά κατηγορία για διαφθορά ή ανεντιμότητα[12], πλέον δεν υπάρχει ούτε μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία κάποια διαφοροποίηση στην αντιμετώπιση[13]. Ειδικές νομοθετημένες υπερασπίσεις αποτελούν και το ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος ήταν προνομιούχα (in a privileged occasion) δυνάμει του άρθρου 20 (απόλυτα προνομιούχα) και του άρθρου 21 (υπό επιφύλαξη προνομιούχα) και ότι η δυσφήμιση έγινε χωρίς πρόθεση δυνάμει του άρθρου
  12. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλόπιστα, εάν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να το δημοσιεύσει και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία και το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον. Νοουμένου πάντοτε ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκώς υπό τις περιστάσεις. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι μομφή που προσάπτεται από κάποιο κατά της συμπεριφοράς άλλου, ως προς οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το οποίο ο πρώτος έχει εξουσία, συμβατικά ή άλλως πώς, επί του άλλου, ή ως προς τον χαρακτήρα του άλλου στο μέτρο που εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι καταγγελία ή κατηγορία από πρόσωπο εναντίον άλλου σε σχέση με τη συμπεριφορά του σε οποιοδήποτε θέμα ή σε σχέση με τον χαρακτήρα του, στο μέτρο που εκδηλώνεται στη συμπεριφορά αυτή, η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει εξουσία συμβατικά ή άλλως πως επί του άλλου προσώπου σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα, ή η οποία έγινε σε πρόσωπο που έχει με νόμο εξουσία να διερευνά τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα ή να δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφορά αυτή ή θέμα͘. Εάν επίσης το δημοσίευμα δημοσιεύεται για την προστασία των δικαιωμάτων ή των συμφερόντων του προσώπου που το δημοσιεύει ή προσώπου προς το οποίο γίνονταν η δημοσίευση ή κάποιου τρίτου για τον οποίο ενδιαφέρεται το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση. Εάν επίσης το δημοσίευμα είναι ακριβοδίκαιη και ακριβής αναφορά αυτών που έχουν λεχθεί, πραχθεί ή δημοσιευθεί σε οποιοδήποτε νομοθετικό σώμα. Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται πως έγινε καλόπιστα εάν το δημοσίευμα ήταν αναληθές και αυτός δεν πίστευε αυτό ως αληθές ή προέβη στη δημοσίευση χωρίς να καταβάλει εύλογη φροντίδα για την εξακρίβωση του αληθούς ή αναληθούς ή ενήργησε με σκοπό βλάβης του προσώπου που δυσφημείται σε βαθμό αντικειμενικά μεγαλύτερο ή σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία του ιδιωτικού δικαιώματος ή συμφέροντος σε σχέση με το οποίο αξιώνει προνόμιο. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος, εάν η δημοσίευση θα μπορούσε να θεωρηθεί προνομιούχα και εγερθεί η υπεράσπιση του προνομίου, το βάρος της απόδειξης ότι η δημοσίευση δεν έγινε καλόπιστα φέρει ο ενάγων. Εάν η δήλωση που φέρεται ως δυσφημιστική αποτέλεσε την ακριβή και ανεξάρτητη αναφορά διαφοράς ή διαμάχης στην οποία συμμετείχε ο ενάγων (στο πλαίσιο reportage), το Δικαστήριο, καθορίζοντας κατά πόσο ήταν εύλογο για τον εναγόμενο να πιστεύει πως η δημοσίευση εξυπηρετεί το δημόσιο ενδιαφέρον, δεν αναζητά εάν ο εναγόμενος προέβη και σε διαβήματα επαλήθευσης των κατηγοριών[14]. Αυτή η περισσότερο δημοσιογραφική «υπεράσπιση του ρεπορτάζ» (γνωστότερη ως «υπεράσπιση Reynolds»[15]) αν και ιστορικά δεν ταυτίζεται απόλυτα με τις νομοθετημένες υπερασπίσεις ή και δεν συνιστά ακριβώς «προνόμιο», για διάφορους λόγους, στην Κυπριακή έννομη τάξη προσεγγίζεται περισσότερο υπό την υπεράσπιση του ειδικού προνομίου υπό επιφύλαξη καλοπιστίας, αν και συμπλέκει στοιχεία και των λοιπών υπερασπίσεων[16]. Το House of Lords, με τούτη την υπεράσπιση, που σταδιακά διασαφήνισε, θέλησε να ενθαρρύνει την εμπέδωση της δημοσιογραφικής ελευθερίας ή ελευθεροτυπίας, παράλληλα περιορίζοντας τις αγωγές κατά των ΜΜΕ για δυσφήμιση, ή ακόμα και να προσεγγίσει τη δυσφήμιση εκσυγχρονιστικά ως περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης των ΜΜΕ, παρά αποκλειστικά ως αυθύπαρκτο αστικό αδίκημα. Οι περιστάσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία. Υποθέτοντας σε κάθε περίπτωση ότι μια δήλωση είναι δυσφημιστική και πραγματικά αναληθής, παρόλο που καλόπιστα πιστεύεται ότι είναι αληθής, θα πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός σε σχέση με τις περιστάσεις. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης που έχει ληφθεί από τον κυβερνητικό τύπο ή δημόσια ομιλία δημόσιου προσώπου ή επίσημη διαδικασία και άλλο η δημοσίευση δήλωσης πολιτικού αντιπάλου, επιχειρηματικού ανταγωνιστή, πρώην υπαλλήλου, κ.λπ.. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης για την οποία έχει δοθεί στον δυσφημισθέντα η ευκαιρία να ανατρέψει και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς να έχει δοθεί κάποια εφικτή ευκαιρία στον δυσφημισθέντα. Άλλο είναι η δημοσίευση δήλωσης μετά από προηγούμενη επαλήθευση και άλλο η δημοσίευση δήλωσης χωρίς προηγούμενη επαλήθευση, ενώ η φύση της δήλωσης το απαιτεί. Αυτοί που συμμετέχουν στη δημόσια ζωή θα πρέπει να αναμένουν και να δέχονται ότι η δημόσια συμπεριφορά τους θα είναι αντικείμενο εξονυχιστικού ελέγχου και οξείας κριτικής. Δεν θα αναμένουν βεβαίως οι πράξεις τους να είναι το αντικείμενο ψευδών και δυσφημιστικών δηλώσεων, εκτός εάν οι συνθήκες της δημοσίευσης απαιτούν, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, το πρόσωπο που δημοσιεύει τη δήλωση να περιβληθεί με τέτοια ασυλία, με δεδομένη την απουσία κακοπιστίας. Με την «υπεράσπιση Reynolds» αναγνωρίζεται η ελαστικότητα του δικαίου που αναγνωρίζει το ότι οι δημοσιογράφοι δεν έχουν άνεση χρόνου και στην αμεσότητα της στιγμής μπορεί να μην υπάρχει τόσο καλή ορατότητα όσον αφορά τα γεγονότα και η συχνή απροθυμία τους να αποκαλύψουν τις πηγές τους δεν θα πρέπει να λειτουργεί εις βάρος τους. Διατελώντας τους ρόλους του «λαγωνικού» και του «φύλακα», οι δημοσιογράφοι παίζουν ένα σπουδαίο κοινωνικό ρόλο και το Δικαστήριο, για την προστασία της ελευθερίας της δημοσιογραφικής έκφρασης, θα πρέπει να είναι φειδωλό ως προς το να αποφασίζει ότι μια δημοσίευση δεν ήταν προς το δημόσιο συμφέρον, συνεπώς, το κοινό δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει, ιδίως όταν οι πληροφορίες είναι πολιτικού περιεχομένου. Είναι ένα σύνολο περιστάσεων ή παραγόντων που συνθέτουν την εκάστοτε εικόνα. Κατά πόσο το δημοσίευμα ως προς τη γενική του κατεύθυνση και θεματολογία, και όχι μεμονωμένες δηλώσεις, εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου ενδιαφέροντος. Κατά πόσον η συμπερίληψη της δυσφημιστικής δήλωσης ήταν λογικά αναγκαία και δικαιολογημένη, πάλι με γνώμονα τον δημόσιο σκοπό στον οποίο πρέπει να ενσωματώνεται. Το γεγονός ότι μια ιστορία και η δημοσίευσή της είναι προς το δημόσιο συμφέρον δεν δίνει το δικαίωμα στον δημοσιογράφο να τη διανθίσει με δηλώσεις που δεν εξυπηρετούν τον δημόσιο σκοπό. Επειδή όμως το Δικαστήριο έχει άνεση χρόνου και καλύτερη ορατότητα από τον δημοσιογράφο, η δικαστική κρίση δεν θα πρέπει να είναι τόσο σχολαστική ως προς το ποιες δηλώσεις εξυπηρετούν με ακρίβεια το γενικό μήνυμα. Κατά πόσον τα διαβήματα που έγιναν για τη συλλογή, επαλήθευση και δημοσίευση των πληροφοριών ήταν υπεύθυνα και δίκαια (responsible journalism). Για τη διακρίβωση του τελευταίου, η σοβαρότητα της κατηγορίας (όσο πιο σοβαρή είναι η κατηγορία, τόσο περισσότερο παραπληροφορείται το κοινό και βλάπτεται το πρόσωπο, εάν η δήλωση είναι αναληθής), η φύση των πληροφοριών και η έκταση στην οποία το υποκείμενο-θέμα ενδιαφέρουν το κοινό, η πηγή των πληροφοριών, τα βήματα που έγιναν για επαλήθευση των πληροφοριών, η κατάσταση των πληροφοριών (μερικές φορές υπήρξαν ήδη το αντικείμενο κάποιας έρευνας), ο επείγων χαρακτήρας του θέματος (πολλές φορές η είδηση είναι κάτι το οποίο φθείρεται), η αναζήτηση σχολίου από τον ενάγοντα ο οποίος μπορεί να έχει διαφορετικές πληροφορίες (αν και δεν είναι πάντοτε αναγκαίο η δημοσιευμένη ιστορία να περιέχει την ουσία των ισχυρισμών της πλευράς του ενάγοντος), ο τόνος της δημοσίευσης που μπορεί να πολλαπλασιάσει τα ερωτήματα ή να αναδείξει την ανάγκη έρευνας, η χρονική στιγμή, η μη υιοθέτηση των δηλώσεων ως πραγματικά γεγονότα είναι μερικοί από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Η ελευθερία της έκφρασης, που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 19 §§ 1, 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα)»), όπως και στο άρθρο 10 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), είναι θεμελιώδης σε ένα πολίτευμα δημοκρατικό· συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνική εξέλιξη αλλά και την προσωπική ανάπτυξη κάθε ανθρώπου[17]. Ορίζει πως έκαστος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον έκφρασης, και το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση από οποιαδήποτε δημόσια αρχή και ανεξαρτήτως συνόρων. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται μόνον για γνώμες ή ιδέες που είναι αρεστές ή ευνοϊκές ή που δεν ενοχλούν κανέναν, αλλά και σε αυτές που μπορεί να προκαλέσουν ενόχληση· αυτό απαιτεί καταρχάς ο πλουραλισμός, η ανοχή και το ανοικτό πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν υφίσταται η δημοκρατική κοινωνία[18]. Η ελευθερία της έκφρασης υπόκειται σε περιορισμούς, που προβλέπονται στο άρθρο 19 § 3 του Συντάγματος και στο άρθρο 10 § 2 της ΕΣΔΑ, οι οποίοι θα πρέπει να τίθενται δια νόμου (lawfulness), να εξυπηρετούν κάποιον από τους προβλεπόμενους περιορισμούς (legitimacy), και να είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία (necessity), δηλαδή να εξυπηρετούν μία κοινωνική ανάγκη που πιέζει για την εφαρμογή τους (pressing social need). Οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και η αναγκαιότητά τους να αποδεικνύεται πειστικά[19]. Μέσα από τη νομολογία του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ανέδειξε τη θετική υποχρέωση που έχει κάθε Κράτος να προστατεύει την άσκηση αυτού του δικαιώματος, μεταξύ άλλων, εγκαθιδρύοντας αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας των δημοσιογράφων, αλλά και όσων συγγράφουν δημόσια, με σκοπό τη δημιουργία περιβάλλοντος συμμετοχής όλων των ενδιαφερόμενων σε δημόσιο διάλογο, επιτρέποντάς τους να εκφράσουν τις απόψεις και τις ιδέες τους χωρίς φόβο, έστω και εάν αυτές εναντιώνονται στις κρατικές Αρχές ή σε μεγάλο ή στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης, ή ακόμα και εάν προκαλούν ή εκνευρίζουν[20]. Το φάσμα που καλύπτει η ελευθερία της έκφρασης είναι αρκετά ευρύ, και καλύπτει τόσο το περιεχόμενο όσο και τον τρόπο της έκφρασης. Η μεθοδολογία της εξισορρόπησης ή στάθμισης είναι αυτή που εφαρμόζεται εφόσον ενεργοποιείται πράγματι και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ[21]. Στην Axel Springer v. Germany [GC] (αρ. 39954/08, ημερ.07.02.2012), υποδείχθηκε πως, για να εμπίπτει η υπόληψη του ατόμου (reputation) στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, στις υποθέσεις δυσφήμισης, θα πρέπει να υπάρχει ένα επίπεδο σοβαρότητας (threshold of seriousness), και η δυσφήμιση να γίνεται με τρόπο που, όντως, επηρεάζει την απόλαυση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Η απώλεια της φήμης, ως αποτέλεσμα των πράξεων του ίδιου του φορέα του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (π.χ. διάπραξη ποινικού αδικήματος), συνηθέστερα, δεν δικαιολογεί την επίκληση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ[22]. Στις υποθέσεις που αφορούν σε δημοσιεύματα στον Τύπο, οι οποίες διαχρονικά απασχόλησαν το δίκαιο της δυσφήμισης, η αρχή είναι πως, αν και ο Τύπος δεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένα όρια, όσον αφορά ειδικότερα την προστασία της φήμης και των δικαιωμάτων των άλλων, το καθήκον του είναι να δώσει - με τρόπο σύμφωνο με τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του - πληροφορίες και ιδέες για όλα τα θέματα του δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο Τύπος δεν έχει μόνον το καθήκον να μεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, αλλά και το κοινό επίσης έχει το δικαίωμα να τις λαμβάνει. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Τύπος δεν θα μπορούσε να διαδραματίσει τον ζωτικό του ρόλο ως «δημόσιος φύλακας» ("watchdog")[23]. Το καθήκον της μετάδοσης πληροφοριών περιλαμβάνει υποχρεωτικά καθήκοντα και ευθύνες ως όρια που ο ίδιος ο Τύπος πρέπει να επιβάλλει στον εαυτό του αυθόρμητα. Σε περίπτωση μετάδοσης πληροφοριών ή δημοσίευσης φωτογραφιών που δείχνουν πτυχές της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ατόμου, τα κριτήρια που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι η συμβολή του δημοσιεύματος σε μια συζήτηση δημοσίου ενδιαφέροντος, ο βαθμός της φήμης του θιγόμενου ατόμου, το αντικείμενο του δημοσιεύματος, η προηγούμενη συμπεριφορά του ενδιαφερόμενου ατόμου, το περιεχόμενο, η μορφή και οι συνέπειες της δημοσίευσης, και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η δημοσίευση. Το δημόσιο ενδιαφέρον στη νομολογία του ΕΔΔΑ αναφέρεται συνήθως σε ζητήματα που επηρεάζουν το κοινό σε βαθμό που μπορεί να το ενδιαφέρει, που προσελκύει την προσοχή του ή που το αφορά σε σημαντικό βαθμό, ιδίως επειδή επηρεάζει την ευημερία των πολιτών ή την κοινωνική ζωή τους. Αφορά επίσης ζητήματα που μπορούν να προκαλέσουν διαφωνίες, σε σχέση με ένα σημαντικό κοινωνικό ζήτημα, ή περιλαμβάνει ένα πρόβλημα για το οποίο το κοινό θα ενδιαφέρονταν να ενημερωθεί[24]. Δημοσιεύματα που στοχεύουν αποκλειστικά σε ικανοποίηση της περιέργειας ενός συγκεκριμένου κοινού σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου δεν μπορεί θεωρείται ότι συμβάλλει σε οποιαδήποτε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος για την κοινωνία, ακόμα κι αν ο ενδιαφερόμενος είναι γνωστός. Ο βαθμός στον οποίον ένα άτομο έχει δημόσιο προφίλ ή είναι γνωστός επηρεάζει την προστασία που μπορεί να παρέχεται στην ιδιωτική του ζωή. Εάν ο ρόλος ή τα καθήκοντα του ενδιαφερομένου και η φύση των δραστηριοτήτων του αποτελούν το αντικείμενο της δημοσίευσης, συνιστά επίσης κριτήριο που αξιολογείται. Το δικαίωμα ενημέρωσης του κοινού μπορεί να επεκταθεί, σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις, σε πτυχές της ιδιωτικής ζωής των δημόσιων προσώπων, ιδιαίτερα όσον αφορά τους πολιτικούς. Η εφαρμογή αυτού του συλλογισμού επεκτείνεται, πέρα ​​από τα πολιτικά πρόσωπα, σε οποιοδήποτε άτομο θα μπορούσε να είναι θεωρείται δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο που, μέσω των πράξεων του ή ακόμη και της θέσης του, έχει μπει στον δημόσιο χώρο. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ένα άτομο είναι το αντικείμενο ποινικής έρευνας, για ένα πολύ σοβαρό αδίκημα, δεν δικαιολογεί από μόνο του τη μεταχείριση του ατόμου αυτού με τον ίδιο τρόπο όπως ένα δημόσιο πρόσωπο που εκτίθεται εθελοντικά στη δημοσιότητα. Η θυματοποίηση του ατόμου από διάφορες καταστάσεις ενδεχομένως να δικαιολογεί την έμφαση στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και περισσότερη εγκράτεια όσον αφορά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ[25]. Ενώ η προηγούμενη συμπεριφορά του θιγόμενου (π.χ. εάν ο ίδιος έχει εκτεθεί οικειοθελώς στη δημοσιότητα) μπορεί να επηρεάζει τη στάθμιση, το απλό γεγονός της συνεργασίας του με τον Τύπο στο παρελθόν δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως επιχείρημα για να στερήσει από τον ενδιαφερόμενο κάθε προστασία της ιδιωτικής του ζωής. Η υποτιθέμενη ή πραγματική προηγούμενη ανοχή ή άλλη ενέργεια ενός ατόμου σε σχέση με δημοσιεύσεις που αφορούν την ιδιωτική του ζωή, επίσης, δεν στερεί απαραίτητα από τον ενδιαφερόμενο το δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή. Στις υποθέσεις δυσφήμισης, η σύνδεση μεταξύ της επίμαχης δήλωσης και του ατόμου που διεκδικεί προστασία, θα πρέπει να είναι αντικειμενική. Δεν αρκεί δηλαδή το πώς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εκλαμβάνει το περιεχόμενο του δημοσιεύματος. Πρέπει να υπάρχει κάτι που να κάνει και τον απλό αναγνώστη ή ακροατή, αντίστοιχα, να καταλάβει ότι η δήλωση που έγινε δημόσια καθρεφτίζει άμεσα τον ενάγοντα ή ότι αυτός είναι που υπόκειται στην κριτική[26]. Ως προς το επίπεδο σοβαρότητας, που αναφέρθηκε προηγουμένως, τα δημοσιεύματα θα πρέπει να έχουν τόσο προσβλητικό χαρακτήρα που να έχουν αναπόφευκτη άμεση επίδραση στη ζωή του ενάγοντος[27]. Σημαντική είναι και η διάκριση ως προς το εάν το δημοσίευμα αφορά σε γεγονότα ή σε αξιολογική εκτίμηση. Τα γεγονότα μπορούν εύκολα να αποδειχθούν, η αλήθεια των αξιολογικών εκτιμήσεων όχι[28]. Για τους δημοσιογράφους, χρειάζονται ειδικοί λόγοι για την απαλλαγή από την υποχρέωση επαλήθευσης των δηλώσεων αναφορικά με γεγονότα, που είναι δυσφημιστικές για τον ιδιώτη. Κατά πόσον υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, εξαρτάται και από τη φύση και τον βαθμό της δυσφήμισης και την έκταση στην οποίαν ο δημοσιογράφος θα μπορούσε να εμπιστευτεί ως αξιόπιστες τις πηγές του. Ορισμένες φορές, η διάκριση ως προς το εάν ένα δημοσίευμα συνιστά δήλωση γεγονότος ή αξιολογική εκτίμηση, δεν είναι τόσο απλή, ενώ, σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται ερμηνευτική προσπάθεια, η οποία να λαμβάνει υπόψη και τις περιστάσεις υπό τις οποίες γίνεται το δημοσίευμα. Συνηθέστερα, οι ισχυρισμοί για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος συνιστούν αξιολογικές εκτιμήσεις και όχι δηλώσεις γεγονότων[29]. Στην Thorgeir Thorgeirson v. Iceland (αρ.13788/88, ημερ.25.06.1992), που οι δηλώσεις του προσφεύγοντος σε σχέση με την αστυνομική βία στηρίζονταν σε ιστορίες και φήμες άλλων, το θέμα ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος, και η εναπόθεση βάρους στον προσφεύγοντα να αποδείξει την αλήθεια των δηλώσεών του, σε έκταση εάν αληθεύουν ή όχι οι ιστορίες και οι φήμες των άλλων, δεν ήταν εύλογη, ενώ ενδεχομένως να μην ήταν και δυνατόν να επιτευχθεί ένας τέτοιος στόχος. Η αναγκαιότητα να συνδέεται μία αξιολογική εκτίμηση με ένα πραγματικό υπόβαθρο διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Για παράδειγμα, υπήρξε περίπτωση όπου οι προσφεύγοντες δεν είχαν πραγματικό υπόβαθρο για τους ισχυρισμούς τους περί ποινικά επιλήψιμης συμπεριφοράς του ενάγοντος, και κρίθηκε πως δεν παραβιάστηκε το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης[30]. Η απαίτηση για επαρκή πραγματική βάση εκτιμάται και έναντι άλλων σχετικών παραμέτρων, στο πλαίσιο της αναλογικότητας. Έτσι, μπορεί να είναι λιγότερο σημαντική, όταν οι επίμαχες δηλώσεις γίνονται κατά τη διάρκεια μιας ζωντανής πολιτικής συζήτησης, όπου εκλεγμένοι αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι θα πρέπει να απολαμβάνουν ευρεία ελευθερία, να επικρίνουν τις ενέργειες των Αρχών, ακόμη και όταν οι δηλώσεις που γίνονται ενδέχεται να στερούνται σαφούς βάσης. Στην πρόσφατη Drousiotis v. Cyprus (αρ. 42315/2015, ημερ.05.07.2022), αναφέρθηκαν εκ νέου οι προαναφερόμενες αρχές. Μαρτυρία Η μαρτυρία του Ενάγοντος Ο Ενάγων υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής του που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α.[31] Σε αυτήν, ο Ενάγων αναφέρει τα γεγονότα όπως και στο δικόγραφό του. Όπως λέει, η επιστολή απόλυσής του από την Εναγόμενη 3 έχει ημερομηνία 12.02.2014 και ό,τι επακολούθησε, με την καταγγελία του στην Αστυνομία, δεν είχε να κάνει με την απόλυσή του, αλλά με το γεγονός ότι επιδόθηκε στην Εναγόμενη 3 η αίτησή του για επίλυση της εργασιακής διαφοράς, οπότε και την 08.04.2014 ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία για την εναντίον του καταγγελία από την Εναγόμενη
  13. Η χρονική στιγμή, κατά τη θέση του, όπως και η χρονική στιγμή του δημοσιεύματος, δείχνουν με τρόπο προφανή την εκδικητικότητα των Εναγόμενων 3 και
  14. Αλήθεια δεν υφίσταται σε όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα. Πέραν του ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν όντως δικός του, εφόσον είχε αποκοπεί από τον μισθό του, ποινική υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του βάσει της καταγγελίας της Εναγόμενης 3 είχε ανασταλεί λόγω έλλειψης μαρτυρικού υλικού. Ουδέποτε αποτάθηκε στην ΑΤΗΚ με ψευδείς παραστάσεις. Το 2007, είχε συμφωνήσει με τον αρχικό μέτοχο της Εναγόμενης 3 να αποκτούσε ο Ενάγων νέο αριθμό τηλεφώνου που θα τον χρησιμοποιούσε για τις προσωπικές και επαγγελματικές του ανάγκες και τον λογαριασμό θα πλήρωνε η εταιρεία για σκοπούς Φ.Π.Α.., οπότε και έπαψε να χρησιμοποιεί τον αριθμό που είχε προηγουμένως. Περί τον Δεκέμβριο του 2013, ίδρυσε νέα εταιρεία, παροχής υπηρεσιών καθαρισμού ενδυμάτων, που δεν έχει σχέση με το ραδιόφωνο, και εφόσον δεν είχε άλλο αριθμό τηλεφώνου, μετέφερε τον υφιστάμενο στη νέα του εταιρεία. Η μεταφορά είχε γίνει με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 4 και ουδέποτε του είχε ζητηθεί να μεταφέρει τον αριθμό στην Εναγόμενη 3, παρά μόνον μετά την απόλυσή του, οπότε και είχε παραδώσει άμεσα την κάρτα του τηλεφώνου στην Εναγόμενη 3, παρόλο που περιείχε προσωπικά του δεδομένα. Ουδέποτε καταγγέλθηκε στην Αστυνομία για αθέμιτες διαδικασίες και πλαστογραφίες. Η Εναγόμενη 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε μεγάλο πεδίο αναγνωστών, επισκέπτες πέραν των 100.000,00 μηνιαίως. Ο Ενάγων, όπως αναφέρει, έκανε επίμονες και εντατικές προσπάθειες, μετά το δημοσίευμα, να βρει εργασία στον χώρο του ραδιοφώνου, χωρίς θετική κατάληξη. Έτσι, τον Μάιο του 2015, αναγκάστηκε να ιδρύσει τον δικό του ραδιοφωνικό σταθμό, εφόσον ήταν η μόνη επιλογή που είχε για να συνεχίσει να δραστηριοποιείται στον κλάδο αυτό. Μέχρι τότε, ήταν άνεργος. Ακόμα και μετά από την ίδρυση του δικού του σταθμού, είχε εισπράξει κατά καιρούς αρκετές αρνητικές απαντήσεις σε προτάσεις συνεργασίας, που πιστεύει πως δεν θα εισέπραττε εάν δεν υπήρχε το δημοσίευμα, και βρισκόταν σε οικονομικά δυσμενέστερη θέση. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξέδωσε απόφαση υπέρ του Ενάγοντος, κατόπιν ακρόασης. Μέχρι σήμερα, οι Εναγόμενοι δεν έχουν απολογηθεί ούτε τον έχουν αποζημιώσει. Ο Ενάγων προσκόμισε έγγραφα από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Εναγόμενη 3 (Τεκμήριο 1). Με βάση το Τεκμήριο 1, ο Ενάγων διετέλεσε και διευθυντής της Εναγόμενης 3 από το 2008 μέχρι το
  15. Υπό αυτή την ιδιότητά του φαίνεται να εγγυήθηκε και δανειακές υποχρεώσεις της Εναγόμενης 3 (Τεκμήριο 2). Προσκόμισε, επίσης, την επιστολή απόλυσής του ημερομηνίας 12.02.2014 (Τεκμήριο 3). Στο Τεκμήριο 3, γίνεται γενική και αόριστη αναφορά στη διαγωγή του Ενάγοντος και σε μη ικανοποιητική εκτέλεση της εργασίας του, και ο Ενάγων καλείται να παραδώσει να κλειδιά του σταθμού και την κάρτα SIM για τον αριθμό που ανήκει στην εταιρεία. Αναφέρονταν ότι θα ακολουθούσε εσωτερικός έλεγχος μέσα σε 15 ημέρες, πριν από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Ο Ενάγων προσκομίζει και την ένορκη δήλωση επίδοσης της αίτησης για επίλυση της εργασιακής διαφοράς (Τεκμήριο 4), που καταχωρίστηκε την 27.03.2014, με βάση την οποία η επίδοση έγινε στην Εναγόμενη 3, σε πρόσωπο που την παρέλαβε στο εγγεγραμμένο γραφείο της, την Παρασκευή 04.04.2014 (η 07.04.2014 είναι η ημερομηνία υπογραφής της ένορκης δήλωσης επίδοσης). Προσκομίστηκε, επίσης, αντίγραφο του επίδικου δημοσιεύματος (Τεκμήριο 5), ημερομηνίας 08.04.2014, 14:57, στο οποίο αναγράφονται με τονισμένη γραφή ορισμένες φράσεις στο κείμενο, ως εξής: «Για την υπόθεση μιλά στο 24Η ο εκ των ιδιοκτητών του σταθμού Φάνης Παντελίδης. Ο Ηλίας Αντωνιάδης, για περίοδο οκτώ χρόνων, εργάζονταν στο Εμπορικό Τμήμα του ρωσικού ραδιοσταθμού "Russian Wave" που βρίσκεται στη Λεμεσό στη θέση του Διευθυντή Marketing. O κ. Αντωνιάδης πριν από ένα περίπου μήνα απολύθηκε από την εταιρεία και όπως καταγγέλλει στο 24Η ο Φάνης Παντελίδης, ένας από τους ιδιοκτήτες του ρωσικού ραδιοσταθμού, "έκλεψε την εταιρεία παίρνοντας μαζί του τη βάση δεδομένων των πελατών του σταθμού". Συγκεκριμένα, ο κ. Παντελίδης ανέφερε στο 24Η ότι "o κ. Αντωνιάδης φεύγοντας από την εταιρεία έκλεψε ηλεκτρονικό υπολογιστή του ραδιοσταθμού, ο οποίος περιείχε το αρχείο πελατών, προσφορές, τιμολόγια, κ.α.". Σαν να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με τον Φάνη Παντελίδη, ο πρώην υπάλληλος της εταιρείας του με αθέμιτες διαδικασίες και πλαστογραφίες αποτάθηκε στην ΑΤΗΚ και μεταβίβασε τον αριθμό του τηλεφώνου που είχε στην εταιρεία πριν απολυθεί, στο πρόσωπο του. Το γεγονός καταγγέλθηκε στην Αστυνομία, η οποία σήμερα προχώρησε στη σύλληψη του Ηλία Αντωνιάδη.» Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε από τον Ενάγοντα και η επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 22.01.2018 προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για αναστολή της εναντίον του ποινικής δίωξης για την κατηγορία της κλοπής ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή (Τεκμήριο 6). Οι δικηγόροι του Ενάγοντος είχαν αναφέρει στην επιστολή τους ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είχε αγοραστεί το έτος 2013 και η αξία του είχε αποκοπεί από την μισθοδοσία του Ενάγοντος, και ότι η καταγγελία του Ενάγοντος είχε γίνει ως μοχλός πίεσης σε σχέση με αστικές αξιώσεις της εταιρείας. Με επιστολή του ημερομηνίας 23.02.2018, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κοινοποίησε την απόφασή του για αναστολή της ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 7). Ο Ενάγων προσκόμισε έντυπο αναφορικά με την ιστοσελίδα 24Η.com.cy στο οποίο αναγράφονται πληροφορίες, ότι η ιστοσελίδα ιδρύθηκε την 2012, έχει περισσότερους από 100.000,00 επισκέπτες μηνιαίως, περιέχει μοναδικές αποκαλύψεις, αποκλειστικές συνεντεύξεις, παρεμβατικά άρθρα και άποψη, παρέχει live web-tv, και 24ωρη ροή ειδήσεων (Τεκμήριο 8). Προσκόμισε και δέσμη επιστολών στο πλαίσιο της εργασίας του στην Εναγόμενη 3 (Τεκμήριο 9α-ε). Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Ενάγων αναφέρθηκε, προφορικά, μεταξύ άλλων, στη σύλληψή του μετά την καταγγελία της Εναγόμενης 3 στην Αστυνομία, που αισθάνθηκε ότι τον εξέθεσε στους γείτονές του, στη συμμετοχή του στην ιδέα ίδρυσης του Ρωσικού ραδιοφώνου και στους λόγους που το θεωρούσε μέρος της ζωής του, και στο ότι έχουν δημιουργήσει ένα δυνατό σύστημα αποθήκευσης δεδομένων, με αποτέλεσμα όλα τα δεδομένα που καθημερινά δημιουργούνται και υπήρχαν στην εταιρεία να αποθηκεύονταν αυτομάτως στο σύστημα, χωρίς κανείς να μπορεί να επέμβει σε αυτό. Όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα, κατά τη γνώμη του, είναι ψεύδη, και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα που υπήρχε στο ραδιόφωνο. Όσον αφορά την πλαστογραφία που αναφέρεται σε αυτό, ουδεμία φορά πλαστογράφησε και όλα γίνονταν με την συγκατάθεση των κύριων μετόχων της εταιρείας. Στα οκτώ χρόνια που βρίσκονταν στο ραδιόφωνο, όπως είπε, δεν δημιούργησε οποιοδήποτε πρόβλημα, δεν είχε πρόβλημα επικοινωνίας με οποιουσδήποτε συνεργάτες, μέτοχους ή υπάλληλους της εταιρείας. Και σε κάθε αρχή, όπως επισήμανε, για μια νέα εταιρεία, υπάρχουν δυσκολίες. Ο ίδιος, όμως, κατάφερε, όπως ανέφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, να δημιουργήσει μια δυνατή εικόνα για το μοναδικό ρωσικό ραδιόφωνο που υπήρχε στην Κύπρο. Η προσθήκη του νέου διευθυντή, του κύριου Παντελίδη, είχε γίνει τον τελευταίο χρόνο πριν από την απόλυσή του. Χωρίς ο κύριος Παντελίδης να γνωρίζει τη λειτουργία ενός ραδιοφώνου, άρχισε τη διαδικασία δημιουργίας μιας άσχημης εικόνας προς τον Ενάγοντα, με αποτέλεσμα, μετά από έναν χρόνο, την απόλυσή του. Όσον αφορά την ηλεκτρονική εφημερίδα 24Η.com.cy, για τον λόγο ότι είναι μέρος των ΜΜΕ, όπου υπάγονται όλοι οι εμπλεκόμενοι σε αυτή τη διαδικασία, δεν το θεωρεί, όπως είπε, επαγγελματικά σωστό να κάνει αναφορές σε οποιοδήποτε άτομο χωρίς την διερεύνηση και τεκμηρίωση των γεγονότων. Στα 17 χρόνια που ασχολείται με τα ΜΜΕ, όπως ανέφερε, οτιδήποτε λαμβάνουν καθημερινά, είτε μέσω μηνυμάτων στο ραδιόφωνο είτε από email ή τηλέφωνα, οφείλουν να το διερευνήσουν, να το τεκμηριώσουν, και μετά να το δημοσιεύσουν στα ΜΜΕ. Τα όσα αναφέρθηκαν στο δημοσίευμα δεν αντικατοπτρίζουν το άτομό του, εξήγησε, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στους γονείς του, αλλά περισσότερο στην επαγγελματική του καριέρα. Μετά την απόλυση του, τον Φεβρουάριο του 2014, και για περίοδο σχεδόν ενάμισι χρόνου, σε οποιεσδήποτε επαφές είχε κάνει για να αποκατασταθεί επαγγελματικά, η αναφορά των συνεργατών του ήταν το προηγούμενο που έχει δημιουργηθεί. Μεταγενέστερα, μετά που όλες οι πόρτες ήταν κλειστές για την επαγγελματική του καριέρα, αποφάσισε να δημιουργήσει και πάλι το δικό του ραδιόφωνο, αφού πίστευε ότι είναι ο τομέας στον οποίο θα ήθελε να συνεχίσει. Δημιουργώντας το νέο του ραδιόφωνο, και πάλι, άρχισε τις επαφές με συνεργάτες εταιρείες, για σύναψη συνεργασιών. Στις αρχικές συναντήσεις, η εικόνα που λάμβανε, όπως περιέγραψε, ήταν ότι τους έπαιρναν τηλέφωνο από την Εναγόμενη 3 για διευθέτηση συνάντησης, διευθετούνταν η συνάντηση, και όταν άρχιζαν να μιλούν για συνεργασία, έκαναν αναφορά για το άτομο το δικό του και τα γεγονότα. Πέρασε ακόμα μια περίοδος ενός χρόνου για να αρχίσει δειλά-δειλά επαγγελματικά να δημιουργεί και πάλι την καλή εικόνα και το καλό αποτέλεσμα. Αναφέρθηκε, ο Ενάγων, στον πόνο και την αδικία που ένιωσε για τα ψευδή γεγονότα που αναφέρονταν από τον κύριο Παντελίδη και την παρουσίαση των γεγονότων στην 24Η.com.cy. Ο Ενάγων αντεξετάστηκε από τους συνήγορους των Εναγόμενων. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως, από το 2008 μέχρι το 2012, ήταν και μέτοχος της εταιρείας. Με την ένταξη νέων μετόχων στο ραδιόφωνο, ήταν μέρος της συμφωνίας η αλλαγή των καθηκόντων του. Με την ένταξη του νέου διευθυντή στην εταιρεία, του Εναγόμενου 4, θέλησε να ασκεί έλεγχο του τμήματος, οπότε ο Ενάγων έλαβε μιαν άλλη θέση, τα καθήκοντα της οποίας, όμως, κατά την εκτίμησή του, ήταν πιο σοβαρά. Αναφορικά με το Τεκμήριο 2, του υποβλήθηκε πως δεν υπήρχε λόγος να το καταθέσει και το έπραξε για λόγους εντυπωσιασμού, αφού, ούτως ή άλλως, ουδέποτε πλήρωσε χρέη της Εναγόμενης
  16. Ο Ενάγων απάντησε ότι το κατέθεσε για να εξηγήσει τη σχέση και τον δεσμό που είχε με την Εναγόμενη 3, και, σε κάθε περίπτωση, βίωσε τον φόβο μήπως χρειαστεί να κινδυνεύσει η προσωπική περιουσία του. Δεν δέχθηκε την υποβολή πως, ακόμα κι αν στο Τεκμήριο 3 δεν αναγράφονταν οι λόγοι απόλυσής του, τους ήξερε. Εξήγησε πως την αίτηση για επίλυση της εργασιακής διαφοράς την καταχώρισε γιατί δεν του είχε καταβληθεί οποιαδήποτε αποζημίωση σε εύλογο χρόνο, παρόλο που ο ίδιος είχε δώσει χρονικό περιθώριο. Ούτε και τις υποβολές δέχθηκε ότι η καταγγελία στην Αστυνομία είχε γίνει την 19.03.2014 και δεν αφορούσε τη συσκευή του ηλεκτρονικού υπολογιστή, αλλά το περιεχόμενό του, και ότι η σύλληψή του έγινε την 04.04.
  17. Ανέφερε πως, όπως ήταν η ενημέρωση της Αστυνομίας, η καταγγελία εναντίον του είχε γίνει την 08.04.2014, ημερομηνία κατά την οποία συνελήφθη, έγινε έρευνα στο σπίτι του, κατασχέθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, ελέγχθηκε, και δεν βρέθηκε κανένα δεδομένο που να αφορά στην εταιρεία. Ο υπολογιστής, όπως είπε, αγοράστηκε το 2013, άξιζε περίπου €500,
  18. Όταν ερωτήθηκε, εφόσον ήταν δικός του, γιατί τελικά τον παρέδωσε στην Εναγόμενη 3, είπε πως ήταν μια πράξη που έκανε οικειοθελώς, ασχέτως εάν η αξία του είχε αποκοπεί από τον μισθό του. Όσον αφορά τη βάση δεδομένων, ανέφερε πως δεν μπορούσε ο καθένας να λαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία ήθελε από αυτήν μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή που χρησιμοποιούσε στην εργασία του. Ο ίδιος, όπως είπε, δεν γνωρίζει τον ΙΤ ή πόσοι ΙΤ πέρασαν από την εταιρεία, ούτε έχει ειδικές τεχνικές γνώσεις για τον σέρβερ. Όταν κλήθηκε να παραδώσει την κάρτα SIM, ακόμα ήταν στην Εναγόμενη
  19. Ως προς τον τρόπο που λειτουργούσαν μέσα στην εταιρεία, έκαναν τακτικά συναντήσεις. Ουδέποτε δίδονταν γραπτώς οδηγίες για το πώς να κάνουν τα διάφορα βήματα, ιδίως κατά τη θητεία του Εναγόμενου 4, αλλά ο ίδιος ενημέρωσε ότι θα μεταβίβαζε τον αριθμό του τηλεφώνου, γιατί το τηλέφωνο εκείνο του ανήκε. Η εταιρεία στην οποία μεταβιβάστηκε ο αριθμός ήταν εταιρεία καθαρισμού ρούχων, δεν είχε σχέση με το αντικείμενο της Εναγόμενης 3 ή με τη διαφήμιση. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι δεν έγινε καταγγελία στην Αστυνομία για την κάρτα επειδή την παρέδωσε, αλλά ο μάρτυρας υπέδειξε πως στο δημοσίευμα λέει άλλα, ότι καταγγέλθηκε για πλαστογραφία, που θεωρείται ένα πολύ σοβαρό αδίκημα. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η μεταβίβαση έγινε αθέμιτα επειδή παρουσίασε στην ΑΤΗΚ παλιά έρευνα του εφόρου εταιρειών, όπου ήταν ο ίδιος διευθυντής και μέτοχος, ιδιότητα που, όμως, δεν είχε στην πραγματικότητα. Ο μάρτυρας απάντησε πως η ΑΤΗΚ έκανε τη διαδικασία και ο ίδιος προσκόμισε ό,τι ζήτησε, δεν μπορεί να γνωρίζει, όμως, τι έκανε η ΑΤΗΚ. Η επαναμεταβίβαση, όπως είπε, δεν έγινε επειδή καταγγέλθηκε η διαδικασία μεταβίβασης, αλλά γιατί αυτό ζητήθηκε με την επιστολή απόλυσής του. Όταν του υποβλήθηκε πως στο δημοσίευμα δεν του καταλογίζεται κλοπή αλλά γίνεται αναφορά σε εναντίον του καταγγελία, εξήγησε πως όταν ένας δημοσιογράφος έχει ένα παράπονο ή μια πληροφορία ή είδηση, οφείλει να διερευνήσει, ενδεχομένως από το ΚΥΠΕ, που είναι η πιο ασφαλής σελίδα που όλοι οι οργανισμοί δίνουν τις πληροφορίες τους, κατά πόσον είναι ορθή η πληροφορία, και μετά να τη διοχετεύσουν στα ΜΜΕ. Στη σελίδα 24Η.com.cy, όπως εξήγησε, αναφέρθηκε το όνομά του, αλλά και ότι έκλεψε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έπρεπε, όπως υπέδειξε, οι Εναγόμενοι 1 και 2, να περιμένουν, ή να αναφερθούν γενικά, εάν έκριναν ότι έπρεπε να δημοσιεύσουν άμεσα τέτοια είδηση. Ο Ενάγων, επίσης, δεν δέχθηκε την υποβολή ότι ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε μαζί του, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να δώσει απόψεις. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως η καταγγελία δεν αποτελεί έγκλημα, αλλά πληροφορείται το κοινό για ενδεχόμενο διάπραξης εγκλήματος, και ο Ενάγων υπέδειξε πως τέτοια πληροφόρηση δεν γίνεται ονομαστικά. Ο ίδιος δεν προέβη σε καταγγελία των Εναγόμενων 3 και 4 για κακόβουλη δίωξη. Του υποβλήθηκε ότι χρησιμοποιήθηκε, στο δημοσίευμα, έντονη γραφή για να ξεχωρίσουν οι αναφορές του Εναγόμενου 4, και ο Ενάγων διαφώνησε, αναφέροντας πως, γι' αυτές τις περιπτώσεις, δεν γίνεται χρήση έντονων γραμμάτων, και η χρήση τους ήταν γιατί υπήρχε η πρόθεση να δοθεί έμφαση. Όσον αφορά τη ζημιά του, κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο των Εναγόμενων 3 και 4 πιέστηκε να πει συγκεκριμένα ονόματα συνεργατών ή ατόμων από τους οποίους είχε την αντιμετώπιση που ανέφερε, για να καταδείξει τη ζημιά του. Ο μάρτυρας απάντησε κάπως γενικά. Όταν του υποβλήθηκε πως η οικονομική ζημιά ήταν λόγω της απόλυσής του και όχι λόγω του δημοσιεύματος, ανέφερε πως ήταν συνδυασμός των δύο. Όταν ερωτήθηκε για το πού βρήκε κεφάλαιο, το 2015, να ανοίξει νέο ραδιόφωνο, ο μάρτυρας εξήγησε πως αυτά είναι δεδομένα που δεν αφορούν στη διαδικασία. Ότι το δημοσίευμα έγινε με εμπλοκή των Εναγόμενων 3 και 4, όπως είπε, το λέει ο ίδιος ο δημοσιογράφος. Στο δημοσίευμα δεν λέει ότι έλαβε πληροφορίες από την Αστυνομία. Ούτε η Αστυνομία βγάζει προς τα έξω ποιος καταγγέλθηκε, ονομαστικά, την ίδια ημέρα που συνελήφθη, μέσα σε δύο ώρες. Ο Ενάγων απέρριψε την υποβολή ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 έλαβαν γνώση του δημοσιεύματος μόνον δια της δημοσίευσής του. Μόλις δημοσιεύθηκε το άρθρο, όπως ανέφερε, είχε άπειρα τηλεφωνήματα. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 4 Ο Εναγόμενος 4 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής του που κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του και σημειώθηκε ως Έγγραφο Β.[32] Σε αυτήν, ο Εναγόμενος 4, διευθυντής της Εναγόμενης 3, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων απολύθηκε λόγω παραπτωμάτων και ανάρμοστης συμπεριφοράς, που κλόνισε την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. Η καταγγελία στην Αστυνομία έγινε, όπως είπε, την 19.03.2014, από τον ίδιο, και η σύλληψη του Ενάγοντος έγινε την 04.04.
  20. Ενώ ο Ενάγων εργάζονταν στην Εναγόμενη 3, παράνομα και με ψευδείς παραστάσεις προς την ΑΤΗΚ, χωρίς να ενημερώσει, μεταβίβασε τον αριθμό τηλεφώνου ιδιοκτησίας της εταιρείας σε άλλην εταιρεία, συνδεόμενη με αυτόν. Κατόπιν παραστάσεων προς την ΑΤΗΚ, ο αριθμός μεταβιβάστηκε πίσω στην Εναγόμενη
  21. Το γεγονός αυτό αναφέρθηκε επίσης στην Αστυνομία, όταν έγινε η καταγγελία για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο Εναγόμενος 4 ανέφερε πως δεν είχαν εμπλοκή με το δημοσίευμα ο ίδιος ή η εταιρεία του, δεν γνωρίζουν καν τον δημοσιογράφο που το έγραψε. Λίγο μετά από τη σύλληψη του Ενάγοντος, ο δημοσιογράφος του τηλεφώνησε στον προσωπικό του αριθμό, που δεν γνωρίζει πώς βρήκε, του ανέφερε πως πληροφορήθηκε για τη σύλληψη του Ενάγοντος κατόπιν καταγγελίας του στην Αστυνομία, και ήθελε να επιβεβαιώσει τις πληροφορίες που είχε. Σε εκείνη την επικοινωνία, ανέφερε όσα ήξερε πως ήταν αλήθεια, ότι δηλαδή έγινε η καταγγελία του στην Αστυνομία επειδή πήρε μαζί του ηλεκτρονικό υπολογιστή της εταιρείας που περιείχε σημαντικά δεδομένα και ότι παράνομα μεταβίβασε τον αριθμό τηλεφώνου. Πρόκειται για πραγματικά γεγονότα και ο Ενάγων, κατά τη θέση του Εναγόμενου 4, δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις. Πρόσθετα, ο Εναγόμενος 4 ανέφερε προφορικά ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είχε αγοραστεί για το τμήμα Marketing του σταθμού και ήταν στο γραφείο του Ενάγοντος, και όταν χρειάζονταν να τον πάρει μαζί του, τον έπαιρνε. Προσκόμισε τιμολόγιο αγοράς του στο όνομα της εταιρείας (Τεκμήριο 10). Ως προς τη θέση του Ενάγοντος ότι η Εναγόμενη 3 διαθέτει σύστημα από το οποίο δεν μπορεί να μεταφέρει κάποιος δεδομένα, ο Εναγόμενος 4 ανέφερε πως τα δεδομένα τα πελατών, των τιμολογήσεων, και διάφορα άλλα που αφορούσαν τις εργασίες της εταιρείας, ήταν φυλαγμένα σε folder στον υπολογιστή του καθενός, από κάθε τμήμα, στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγων τα είχε στον δικό του. Ο Ενάγων παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο, ο Εναγόμενος 4 είχε ειδοποιηθεί να παρουσιαστεί ως μάρτυρας κάποιες φορές, το έπραξε μερικές, η υπόθεση αναβάλλονταν, και κάποια στιγμή είχαν σταματήσει να τον ειδοποιούν. Για τη σύλληψη του Ενάγοντος, πληροφορήθηκε όταν τον πήρε τηλέφωνο ο δημοσιογράφος. Του είπε το όνομά του, που δεν θυμάμαι καν, και πως ήθελε να εξακριβώσει κάποιες πληροφορίες που είχε από την Αστυνομία. Του ανέφερε πως είχε συλληφθεί ο Ενάγων λόγω της καταγγελίας που είχε κάνει πριν από δύο εβδομάδες. Είχε αναφέρει ότι εργάζονταν σε κάποιαν εφημερίδα, αλλά δεν κατάλαβε, ούτε γνώριζε την ύπαρξη της εφημερίδας αυτής. Πιθανόν να τηλεφώνησε στα γραφεία του ραδιοσταθμού και να του έδωσαν το τηλέφωνο επικοινωνίας. Δεν γνώριζε, όπως είπε, ότι θα δημοσιεύονταν οτιδήποτε, του ζήτησε απλώς να επιβεβαιώσει τα στοιχεία που είχε πάρει από την Αστυνομία, και απλώς του ανέφερε τα γεγονότα. Ο ίδιος είχε δει το επίδικο δημοσίευμα μετά από μέρες. Δεν υπήρχε κάποιο όφελος στους Εναγόμενους 3 και 4, όπως εξήγησε, να δημοσιευθεί κάτι τέτοιο. Θα ήταν και ζημιά να μάθαιναν οι πελάτες ότι θα υπήρχε διαρροή δεδομένων, προσφορών κ.λπ.. Εάν ο σκοπός των Εναγόμενων 3 και 4 ήταν να εκθέσουν τον Ενάγοντα, θα μπορούσαν να το κάνουν και με δικά τους μέσα, έχουν και οι ίδιοι ραδιοσταθμό. Γνωρίζει πως ο Ενάγων, μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία, αγόρασε με μετρητά - δεν ξέρει αν ήταν δικά του ή κάποιου επενδυτή, αλλά ήταν μεγάλο ποσό - άλλον ραδιοσταθμό και προχώρησε σε ίδρυση καινούργιου ραδιοσταθμού, στοχεύοντας, όπως είπε με ενόχληση, και το πελατολόγιο της Εναγόμενης 3 και το ακροατήριο της. Μετά την αποχώρησή του από την Εναγόμενη 3, προχώρησε άμεσα σε διαπραγματεύσεις για την αγορά, που μερικούς μήνες μετά έγινε. Επειδή ο ίδιος ραδιοσταθμός που απέκτησε, όπως είπε, είχε προταθεί και στην Εναγόμενη 3 - σε εκείνους η πρόταση ήταν για €500.000 -, γνωρίζει πως στον Ενάγοντα προτάθηκε για €350.000, μόνον η άδεια, χωρίς τον εξοπλισμό που αποκτήθηκε μετά, τα γραφεία και ό,τι άλλο χρειάζεται για να ξεκινήσει εργασίες ένας ραδιοσταθμός από την αδράνεια. Από τα έγγραφα που έδωσε η ΑΤΗΚ, όταν κατάλαβε την αλλαγή στον αριθμό και πήγε να μεταβιβάσει, διαπίστωσε πως ο Ενάγων είχε παρουσιάσει έγγραφα που τον έδειχναν ως διευθυντή, που όμως ήταν παλιά, του 2008, και με αυτό τον τρόπο είχε μεταβιβάσει τον αριθμό που γνώριζαν όλοι οι πελάτες της Εναγόμενης 3 σε μια εταιρεία δικών του συμφερόντων, λίγο πριν να σταματήσουν τη συνεργασία τους. Ο μάρτυρας προσκόμισε επιστολή της ΑΤΗΚ, ημερομηνίας 23.06.2015 (Τεκμήριο 12), στην οποίαν αναφέρεται ότι ο αριθμός μεταβιβάστηκε από την εταιρεία της Εναγόμενης 3 σε άλλην εταιρεία με αίτημα του Ενάγοντος ημερομηνίας 21.01.2014, που υλοποιήθηκε την 27.01.2014, και ο ίδιος αριθμός επανήλθε στην Εναγόμενη 3 την 21.02.
  22. Προσκόμισε, επίσης, επιστολή από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού ημερομηνίας 07.12.2015 (Τεκμήριο 13), στην οποίαν αναφέρεται πως η καταγγελία του Ενάγοντος έγινε την 19.03.
  23. Δυνάμει αυτής, εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης, και ο Ενάγων συνελήφθη την 04.04.
  24. Της σύλληψης ακολούθησε έρευνα στην οικία του, κατά την οποία ο Ενάγων παρέδωσε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αναφέροντας πως τον είχε πληρώσει με χρήματα που αφαιρέθηκαν από τον μισθό του, πράγμα που δεν τεκμηρίωσε. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής παραδόθηκε στον καταγγέλλοντα. Σχηματίστηκε ποινικός φάκελος και διαβιβάστηκε για ποινική δίωξη. Ο Εναγόμενος 4 αντεξετάστηκε. Δόθηκε πρώτα δικαίωμα αντεξέτασής του στην πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2, για τυχόν δυσμενή προς αυτούς μαρτυρία, δικαίωμα που ασκήθηκε. Έπειτα, ο Εναγόμενος 4 αντεξετάστηκε και από τον συνήγορο του Ενάγοντος επί όλης της μαρτυρίας του. Κατά την αντεξέτασή του από την πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2, υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως ήταν ο ίδιος που τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 2 και τον ενημέρωσε για την καταγγελία του. Σημειώνεται πως η υποβολή αυτής της θέσης είναι εκτός της γραμμής δικογράφησης των Εναγόμενων 1 και 2, που είναι ότι έλαβαν πληροφόρηση μόνον από την Αστυνομία. Ο Εναγόμενος 4 την αρνήθηκε, εξηγώντας πως δεν γνώριζε καν πως είχε συλληφθεί ο Ενάγων. Το μόνο που του είχε πει ο αστυνομικός ήταν ότι θα καλούσε τον Ενάγοντα για μαρτυρία. Ότι εκδόθηκε ένταλμα και συνελήφθη, το έμαθε από τον δημοσιογράφο. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος 4 ανέφερε, για την υπόθεση εργατικών διαφορών, πως λόγω του ότι το βάρος απόδειξης ήταν πάνω τους, το Δικαστήριο, αν και βρήκε τον Ενάγοντα αναξιόπιστο, του επιδίκασε τη νόμιμη του αποζημίωση, την οποία ήταν ούτως ή άλλως διατεθειμένοι να του πληρώσουν. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η απόλυσή του αποφασίστηκε πως ήταν παράνομη αφού δεν είχε αποδειχθεί η διάπραξη των αδικημάτων ή των παραπτωμάτων που του καταλόγισε η Εναγόμενη 3, και ο μάρτυρας επανέλαβε πως η απόφαση εκδόθηκε με αυτό τον τρόπο γιατί το βάρος απόδειξης ήταν πάνω τους και επειδή είχαν αποστείλει επιστολή στον Ενάγοντα με τον τρόπο που την έστειλαν. Η καταγγελία του Ενάγοντος στην Αστυνομία ήταν την 19.03.2014 και η κλοπή πρέπει να έγινε, όπως ανέφερε, μεταξύ της απόλυσης του Ενάγοντος και της 19.03.
  25. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής βρίσκονταν στο γραφείο του Ενάγοντος και το πρόσεξαν πως έλειπε, όπως και τα αρχεία. Μετά την απόλυσή του, είχε πάει στα γραφεία της Εναγόμενης 3 για να πάρει τα κλειδιά. Την κάρτα SIM δεν την είχε επιστρέψει και πήγε ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 στην ΑΤΗΚ. Σε μια από τις επισκέψεις του στον σταθμό, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, θα είχε πάρει μαζί του και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος, όταν πλέον παραδόθηκε στην Εναγόμενη, ήταν εντελώς άδειος, δεν είχε καν το πρόγραμμα των Windows. Ο Ενάγων είχε κλειδί που δεν παρέδωσε, και μπορούσε να επισκέπτεται τον σταθμό κάθε στιγμή, οπότε και να πάρει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που βρέθηκε στο σπίτι του από την Αστυνομία. Παρά την απόλυσή του, συνέχιζε να μεταβαίνει και στον σταθμό αλλά και να παρουσιάζεται ως υπάλληλος της Εναγόμενης 3, και στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών παρουσίασαν πως είχε πάει και σε εστιατόριο και υπέγραψε για λογαριασμό €200,
  26. Πήγαινε και στο γυμναστήριο με την ιδιότητα του υπαλλήλου της Εναγόμενης
  27. Στην Αστυνομία καταγγέλθηκε μόνον η κλοπή του υπολογιστή γιατί ο Ενάγων επέμενε να μην τον επιστρέψει. Τα υπόλοιπα τα διευθέτησαν στην πορεία. Ο μάρτυρας ανέφερε πως ο ίδιος αντιλήφθηκε την κλοπή μετά από την απόλυση του Ενάγοντος, αλλά δεν θυμάται ακριβή ημερομηνία, από τότε που το αντιλήφθηκε πέρασαν δύο ή τρεις μέρες περίπου μέχρι να γίνει η καταγγελία, στον ραδιοσταθμό εκείνη την εποχή δούλευε μία κοπέλα και δεν τον επισκέπτονταν ο ίδιος. Ο υπολογιστής που κλάπηκε περιείχε πολύ σημαντικές πληροφορίες που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία του σταθμού. Δεν επηρέασε τη μετάδοση του σήματος, επηρέασε σοβαρά, όμως, λόγω των ευαίσθητων πληροφοριών, όταν γύρεψαν πληροφορίες για προσφορά και τότε ανακάλυψε η κοπέλα στον σταθμό ότι έλειπε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Τον υπολογιστή τον χρησιμοποιούσε μόνον ο Ενάγων, όταν δούλευε εκεί, δεν υπήρχαν πουθενά τα δεδομένα. Δηλαδή, και δικός του να ήταν ο υπολογιστής, τα στοιχεία που ήταν μέσα ήταν περιουσία της εταιρείας. Το μόνο που ήταν στον σέρβερ ήταν τα emails. Η καταγγελία ήταν για τον υπολογιστή με στοιχεία των πελατών, τιμολογίων, προσφορών, κ.λπ.. Εάν τα στοιχεία αυτά υπήρχαν και αλλού, προφανώς θα τα είχε σβήσει πριν να πάρει τον υπολογιστή στο σπίτι του. Δεν βρίσκει λόγο, όπως ανέφερε, να επιστρέψει κάποιος τον υπολογιστή χωρίς πληροφορίες και πρόγραμμα. Εκδικητικά έσβησε όλα τα αρχεία, όπως και εκδικητικά έκανε την καταγγελία στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Όσον αφορά την ποινική υπόθεση, αυτό που καταλαβαίνει ο Εναγόμενος 4, είναι πως η υπόθεση έχει αποσυρθεί ή κάπως έτσι από τον Γενικό Εισαγγελέα, αλλά όχι από έλλειψη στοιχείων, εφόσον ο ίδιος ήταν διαθέσιμος μάρτυρας, υπήρχε το τιμολόγιο αγοράς του υπολογιστή και η μαρτυρία ότι βρέθηκε στο σπίτι του. Δεν αθωώθηκε ο Ενάγων επί της ουσίας. Την υποβολή ότι το τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα της Εναγόμενης 3 για σκοπούς επιστροφής Φ.Π.Α., ο Εναγόμενος 4 την αρνήθηκε, λέγοντας πως αγοράστηκε με λεφτά της εταιρείας, για την εταιρεία, και δεν έχουν αποκοπεί οποτεδήποτε χρήματα από τον μισθό του Ενάγοντος γι' αυτόν. Η Αστυνομία επέστρεψε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή γιατί τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν ότι ανήκε στην Εναγόμενη
  28. Ο Ενάγων απευθύνθηκε στην ΑΤΗΚ την 21.01.2014, δηλαδή πριν από την απόλυσή του, ενώ ήξερε ότι η σχέση τους είχε διαταραχθεί, και ζήτησε το εταιρικό τηλέφωνο που κρατούσε να μεταβιβαστεί σε εταιρεία δικών του συμφερόντων, παριστάνοντας τον διευθυντή. Όταν ο Ενάγων απολύθηκε και ο Εναγόμενος 4 του ζήτησε να επιστρέψει το τηλέφωνο, δεν το επέστρεφε, και μετά από μερικές ημέρες πήγε ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 στην ΑΤΗΚ για να ζητήσει αντικατάσταση της κάρτας, οπότε και η ΑΤΗΚ του παρέθεσε τα χαρτιά που χρησιμοποίησε ο Ενάγων, τους πήρε και ο ίδιος τα χαρτιά που αποδείκνυαν ότι διευθυντής ήταν ο ίδιος και όχι ο Ενάγων, το γεγονός αυτό το κατάγγειλε επίσης στην Αστυνομία, σε προηγούμενη καταγγελία, που δεν αξιοποιήθηκε ανάλογα. Μετά, όπως ανέφερε ο Εναγόμενος 4, ο Ενάγων πήγε και στη ΜΤΝ και ζήτησε ίδιο αριθμό, που να αρχίζει από 96 αντί από
  29. Η κατάθεση που έδωσε ο Ενάγων δεν ήταν αρκετή για να μην εκδώσει ένταλμα σύλληψης η Αστυνομία για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το περιστατικό με την κάρτα, εκείνη την περίοδο, δεν γνωρίζει γιατί δεν προχώρησε, δεν ήθελε ίσως η ΑΤΗΚ να εκθέσει τον υπάλληλο που είδε το πιστοποιητικό του 2008 και δεν του ζήτησε πρόσφατο. Όταν ο Εναγόμενος απολύθηκε, ο Εναγόμενος 4 γνώριζε για την κάρτα. Στην επιστολή απόλυσης έβαλε γενικά το θέμα της ανάρμοστης συμπεριφοράς. Δεν είχε τη συγκατάθεσή του για τη μεταβίβαση του αριθμού. Ήταν κλονισμένη η σχέση. Η ΑΤΗΚ, με το να πει κάποιος προφορικά ότι είναι διευθυντής, δεν κάνει μεταβίβαση, ο Ενάγων χρησιμοποίησε άλλο μέσο, αυτό που είδε ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 στην ΑΤΗΚ ήταν το πιστοποιητικό του 2008 που τον έδειχνε ως διευθυντή. Δεν θυμάται τις ακριβείς ερωτήσεις του δημοσιογράφου, αλλά από το άρθρο θυμάται πως η πληροφόρηση που είχε ήταν από την καταγγελία του. Το μόνο λάθος, όπως λέει ο Εναγόμενος 4, είναι η φωτογραφία του ραδιοσταθμού. Εάν τη δημοσίευση έκαναν οι Εναγόμενοι 3 και 4, θα έδιναν μια πρόσφατη φωτογραφία ή μια φωτογραφία του Ενάγοντος. Ερωτώμενος, ο μάρτυρας, πώς μίλησε με έναν δημοσιογράφο που δεν γνώριζε προσωπικά και ένιωσε άνετα να δώσει τις πληροφορίες χωρίς να γνωρίζει καν αν είναι δημοσιογράφος, ο Εναγόμενος 4 ανέφερε πως του είχε πει ότι ο Ενάγων συνελήφθη, τον εξέπληξε, δεν μπορεί να πει ότι δεν τον χαροποίησε, ήξερε τα στοιχεία της καταγγελίας του, τον πήρε για να τα επιβεβαιώσει. Δεν θυμάται να κατάλαβε κιόλας αν ήταν έντυπο ή ραδιόφωνο, του είπε ότι είναι δημοσιογράφος, του είπε ότι συνελήφθη ο Ενάγων, ήξερε το θέμα, του είπε πράγματα που είχε ήδη στην κατάθεσή του. Δεν τον ρώτησε γιατί χρειάζεται τη δική σου επιβεβαίωση. Όπως ανέφερε ο Εναγόμενος 4, δεν υπήρχε λόγος να εκθέσουν περισσότερο τον Ενάγοντα από όσο εκτέθηκε από το γεγονός ότι συνελήφθη, γιατί να δημοσιεύσουν κάτι τέτοιο σε μια τέτοια ηλεκτρονική εφημερίδα και όχι σε μια πιο μεγάλη και γιατί όχι με δικά τους μέσα, γιατί όχι κάπου που διαβάζουν Ρώσοι που είναι στα συμφέροντά του. Για τον αριθμό του τηλεφώνου, το ανέφερε στην Αστυνομία και στις δύο περιπτώσεις. Ο δημοσιογράφος ήξερε και για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και για την κάρτα. Δεν ξαναμίλησαν με τον δημοσιογράφο. Την πληροφορία για την αγορά του νέου ραδιοσταθμού του Ενάγοντος την γνωρίζει διότι είχε προταθεί και στην Εναγόμενη 3, γνωρίζει τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, είδε τα έγγραφα που ετοιμάστηκαν. Μετά την απόλυσή του, ο Ενάγων, διαπραγματεύονταν τον σταθμό που διαπραγματεύονταν και η Εναγόμενη 3, δεν ιδρύθηκε από τον Ενάγοντα, ήταν ιδρυμένος με άλλους μετόχους, που πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα και μεταβίβασαν τις μετοχές τους. Δεν υπήρξε απολογία γιατί, για το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, δεν είναι υπαίτιοι ή υποκινητές οι Εναγόμενοι 3 και 4, απλώς έγινε καταγγελία στην Αστυνομία για ό,τι έκανε ο Ενάγων. Είναι ο Ενάγων, όπως αναφέρει, που θα μπορούσε να απολογηθεί στους Εναγόμενους 3 και
  30. Αξιολόγηση της μαρτυρίας και Εξέταση της υπόθεσης Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[33], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[34]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Αρκετά από τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Δηλαδή, ότι ο Ενάγων απολύθηκε από την Εναγόμενη 3, στην οποίαν εργάζονταν για χρόνια και με την οποίαν είχε ιδιαίτερη σχέση (Τεκμήρια 1, 2), με επιστολή της Εναγόμενης 3 ημερομηνίας 12.02.2014 (Τεκμήριο 3), ότι καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τον Εναγόμενο 4 για κλοπή ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή από την εταιρεία (Τεκμήριο 13), ο οποίος αγοράστηκε από την εταιρεία (Τεκμήριο 10), καταγγελία δυνάμει της οποίας ο Ενάγων συνελήφθη και στη συνέχεια ασκήθηκε και ποινική δίωξη εναντίον του (Τεκμήριο 13), που όμως αναστάλθηκε. Εάν η απόλυσή του ήταν παράνομη ή όχι, όπως αναφέρθηκε και κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Ως προς τις επιμέρους διαφοροποιήσεις στις εκδοχές κάθε πλευράς, ορισμένες έχουν τη σημασία τους, άλλες όχι. Λόγου χάριν, για τον ισχυρισμό ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ανήκει κατ' ιδιοκτησία στον Ενάγοντα, γιατί η αξία του αφαιρέθηκε από τον μισθό του, αλλά ο Ενάγων τον επέστρεψε οικειοθελώς ως πράξη καλής θέλησης, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει μια τέτοια εκδοχή, ότι η αξία του ηλεκτρονικού υπολογιστή είχε αφαιρεθεί από τον μισθό του Ενάγοντος. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 13, η αδυναμία του Ενάγοντος να αποδείξει αυτό τον ισχυρισμό του ήταν και ο λόγος που κινήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του. Παράλληλα, το Τεκμήριο 10, που προσκόμισε ο Εναγόμενος 4, δείχνει ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής αγοράστηκε από την Εναγόμενη
  31. Η μαρτυρία του Ενάγοντος ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής του ανήκε δεν είναι αποδεκτή. Αντίστοιχα, η μαρτυρία του Εναγόμενου 4 ότι η κλοπή αφορά στα δεδομένα του ηλεκτρονικού υπολογιστή και όχι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, δεν υποστηρίζεται από το Τεκμήριο
  32. Εάν ο Ενάγων ήθελε να κλέψει τα δεδομένα ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, θα μπορούσε να το πράξει χωρίς να απομακρύνει τη συσκευή από το κτίριο και χωρίς να το αντιληφθούν οι Εναγόμενοι 3 και
  33. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 ανέφερε πως ο Ενάγων δεν ελέγχονταν ως προς την πρόσβασή του στον σταθμό. Προφανώς, λόγω της σχέσης του με την Εναγόμενη
  34. Λόγω της ίδιας σχέσης που ο Ενάγων δεν ανέμενε να αντιμετωπιστεί και στη συνέχεια να απολυθεί ως οποιοσδήποτε υπάλληλος της εταιρείας αυτής. Ότι ο Ενάγων είναι με διάφορους τρόπους πληγωμένος από το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα στην Εναγόμενη 3, το έδειξε στο Δικαστήριο, σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του. Εξάλλου, η μαρτυρία του Εναγόμενου 4 ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που αγόρασε η Εναγόμενη 3, σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, περιείχε δεδομένα της εταιρείας, που δεν υπήρχαν οπουδήποτε αλλού, είναι γενική και αόριστη, και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, ως μαρτυρία που να υποστηρίζει την αλήθεια του γεγονότος ότι ο Ενάγων έκλεψε δεδομένα της Εναγόμενης 3 που περιέχονταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που εκείνος είχε κρατήσει φεύγοντας από την εταιρεία. Τα όσα ανέφερε, επίσης, ο Ενάγων, σε σχέση με τη μεταβίβαση, σε εταιρεία συμφερόντων του που ίδρυσε περί τον Δεκέμβριο του 2013, περίπου δύο μήνες πριν από την απόλυσή του, τηλεφωνικού αριθμού που ανήκε στην Εναγόμενη 3, δεν ήταν τόσο πιστευτά. Από το Τεκμήριο 12, προκύπτει πως ο Ενάγων, την 21.01.2014, ζήτησε μεταβίβαση του εταιρικού αριθμού. Την 21.01.2014, λίγες ημέρες μετά την ίδρυση της νέας εταιρείας του Ενάγοντος και λίγες ημέρες πριν από την απόλυσή του από την Εναγόμενη 3, δεν είχε κάποιαν ιδιότητα, να ζητά ο ίδιος από την ΑΤΗΚ μεταβίβαση εταιρικού αριθμού, χωρίς γραπτή εξουσιοδότηση από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας της Εναγόμενης
  35. Εάν ήθελε να μεταβιβαστεί ο εταιρικός αριθμός στον ίδιο ή σε πρόσωπο που θα υποδείκνυε, για όλους τους λόγους που εξήγησε (και αναφορικά με τους οποίους εάν έχει δίκαιο ή όχι είναι άλλο θέμα), θα μπορούσε να το ζητήσει από την εταιρεία ή να εξουσιοδοτηθεί από την εταιρεία να το πράξει ο ίδιος εκ μέρους της. Δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντος ότι, επειδή ο εταιρικός αριθμός ουσιαστικά του ανήκε, μπορούσε να τον μεταβιβάσει οποτεδήποτε ήθελε, χωρίς οποιαδήποτε σχετική υπόδειξη από μέρους του στην ΑΤΗΚ, για τη σχέση του με την εταιρεία, για να επιτευχθεί μεταβίβαση, ή ότι αρκούσε προφορική συγκατάθεση ή και ότι τέτοια υπήρξε. Αντίστοιχα, σε σχέση με το θέμα αυτό, είναι αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου 4, που συνάδει με την υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία, ότι ο Ενάγων μεταβίβασε τον εταιρικό αριθμό τηλεφώνου σε εταιρεία δικών του συμφερόντων, δείχνοντας στην ΑΤΗΚ ότι είχε δικαίωμα να το πράξει, ενώ την 21.01.2014, δεν είχε ιδιότητα που να του επιτρέπει να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Τα υπόλοιπα που ανέφερε και ο Εναγόμενος 4, σε σχέση με τις προσπάθειες του Ενάγοντος να εξασφαλίσει και στη συνέχεια παρόμοιο αριθμό τηλεφώνου με αυτόν της Εναγόμενης 3, δεν έχουν σχέση με την υπόθεση. Η ποινική υπόθεση που είχε καταχωριστεί εναντίον του Ενάγοντος (στη βάση κάποιας μαρτυρίας) δεν φαίνεται, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, να αναστάλθηκε λόγω απουσίας μαρτυρίας. Η σχετική μαρτυρία του Ενάγοντος δεν είναι αποδεκτή. Προφανώς, οι διαφορές μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγόμενων 3 και 4 είναι βαθύτερες και ουσιαστικότερες. Αρχίζουν αρκετό καιρό πριν από την απόλυση του Ενάγοντος, ως ένα βαθμό μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο μέσα από τις μαρτυρίες του Ενάγοντος και του Εναγόμενου 4, δεν ενσωματώνονται στην επιστολή απόλυσης του Ενάγοντος, δεν θα απασχολούσαν την Αστυνομία, και οπωσδήποτε δεν θα επιλυθούν και στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Η εκδοχή του Ενάγοντος ότι η καταγγελία του στην Αστυνομία ήταν το επακόλουθο της επίδοσης αίτησης που είχε καταχωρίσει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών για αποζημίωση δεν υποστηρίζεται από τη λοιπή μαρτυρία. Το Τεκμήριο 13, δηλαδή η επιστολή της Αστυνομίας που αναφέρει τον χρόνο της καταγγελίας και της σύλληψης του Ενάγοντος, δεν αμφισβητήθηκε, κατ' επέκταση και οι δηλώσεις γεγονότων που περιέχονται σε αυτό το έγγραφο, ότι ο Ενάγων καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τον Εναγόμενο 4, εκ μέρους της εταιρείας της Εναγόμενης 3, την 19.03.2014, εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης, το οποίο εκτελέστηκε την 04.04.
  36. Το δημοσίευμα έγινε την 08.04.2014, αρκετές ημέρες μετά από την καταγγελία του Ενάγοντος στην Αστυνομία. Άρα, η καταγγελία του Ενάγοντος στην Αστυνομία δεν έχει σχέση με την από μέρους του Ενάγοντος καταχώριση αίτησης για επίλυση εργασιακής διαφοράς. Η μαρτυρία του Ενάγοντος σε σχέση με αυτό το γεγονός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 έχουν έντονη αρνητική διάθεση έναντι στον Ενάγοντα, δεν το έκρυψε καθόλου ο Εναγόμενος 4, όπως και ότι θεώρησαν την αίτησή του καταχρηστική· πεποίθηση του Εναγόμενου 4 που εδράζεται στο ότι, κατά τον ίδιο, ο Ενάγων έβλαψε πράγματι την Εναγόμενη 3, και δεν θα έπρεπε να διεκδικεί και αποζημιώσεις για την απόλυσή του. Η αίτηση του Ενάγοντος στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ήταν βεβαίως δικαιωματική, η επιστολή που είχε δοθεί στον Ενάγοντα δεν αναφέρονταν σε συγκεκριμένη συμπεριφορά του Ενάγοντος, ο οποίος καταχώρισε την αίτησή του για να τύχει αποζημίωσης που θα καθόριζε το αρμόδιο δικαστήριο. Ο Εναγόμενος 4 είπε ευθαρσώς και με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο ότι μίλησε με κάποιον δημοσιογράφο σε σχέση με την καταγγελία του Ενάγοντος στην Αστυνομία μετά από τη σύλληψη του Ενάγοντος, κατόπιν πρωτοβουλίας του δημοσιογράφου, οπότε και τότε έμαθε ότι συνελήφθη ο Ενάγων. Ευλόγως, όταν ένας πολίτης προβαίνει σε καταγγελία στην Αστυνομία, δεν γνωρίζει ούτε εάν το Δικαστήριο θα εκδώσει ένταλμα σύλληψης, ούτε, σε περίπτωση έκδοσής του, πότε θα εντοπιστεί το υπό σύλληψη άτομο και θα εκτελεστεί το ένταλμα. Ασφαλώς, θα αναμένονταν να είχε αντιληφθεί, ο Εναγόμενος 4, ότι, για να τον ρωτά ένας δημοσιογράφος σε σχέση με τα γεγονότα, θα δημοσιογραφήσει, και ότι δεν το πράττει από προσωπική περιέργεια. Το μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου 4 ότι δεν ήξερε πως ο Εναγόμενος 2 θα δημοσιογραφήσει, ενώ του ανέφερε πως είναι δημοσιογράφος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη μαρτυρία. Ο Εναγόμενος 4, παρά την έκδηλη ενόχλησή του από τη συμπεριφορά του Ενάγοντος, για τις ανταγωνιστικές κινήσεις του Ενάγοντος - ως τουλάχιστον τις εκλάμβανε - έναντι στην Εναγόμενη 3, θα μπορούσε ενδεχομένως να ήταν πιο εγκρατής στην πληροφόρηση που έδωσε στον Εναγόμενο 2, εφόσον γνώριζε ότι ο συνομιλητής του είναι δημοσιογράφος και εφόσον μπορούσε, ευλόγως, να καταλάβει ότι ο Εναγόμενος 2 τον ρωτά δημοσιογραφικά, για να δημοσιογραφήσει. Δεν ήταν. Όπως ούτε και ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτά που ενόχλησαν τον Εναγόμενο 4 σε σχέση με τη συμπεριφορά του Ενάγοντος ο Εναγόμενος 4 απλώς τα λέει και θέλει να τα πει· δηλαδή, είναι πέραν από προφανής η επιθυμία του να τα πει σε όλους, σε οποιονδήποτε. Χωρίς να μπει στη διαδικασία να σκεφτεί ότι πρέπει να προστατεύσει τον Ενάγοντα ή ότι ο Ενάγων αξίζει οποιασδήποτε προστασίας. Το πράττει με γνήσια πεποίθηση ότι ο Ενάγων διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία καταγγέλθηκε. Όσον αφορά τη σχέση των Εναγόμενων 3 και 4 με το δημοσίευμα, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι ο Εναγόμενος 4 επικοινώνησε ο ίδιος με τον Εναγόμενο 2 για να του καταγγείλει τον Ενάγοντα ή με σκοπό οι Εναγόμενοι 1 και 2 να γράψουν εναντίον του Ενάγοντος. Εξάλλου, δεν έχει ενώπιον του τέτοια μαρτυρία. Και ο Ενάγων κατέληξε σε έναν τέτοιο συνειρμό εκ του περιεχομένου του δημοσιεύματος, και συνδέοντας χρονικά τη σύλληψή του με το δημοσίευμα. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2, που πληροφορήθηκε για τη σύλληψη του Ενάγοντος και ότι αυτή είχε γίνει κατόπιν καταγγελίας των Εναγόμενων 3 και 4, πριν να δημοσιογραφήσει, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 4, για να μάθει τι ακριβώς έγινε, και ο Εναγόμενος 4 δεν απέφυγε τη συνομιλία μαζί του, δεν καθιστά τον Εναγόμενο 4 ή και δι' αυτού την Εναγόμενη 3, ή και οποιονδήποτε άλλον πληροφοριοδότη του δημοσιογράφου, συνεργό σε δυσφήμιση δια του δημοσιεύματος. Ο Ενάγων δεν ενάγει τους Εναγόμενους 3 και 4 για οποιαδήποτε άλλη δυσφήμιση ή πράξη, αλλά για συνέργεια σε δυσφήμιση για του συγκεκριμένου δημοσιεύματος. Αυτός που συνέγραψε το άρθρο είναι αναμφίβολα ο Εναγόμενος 2, και αυτό δημοσιεύθηκε στην Εναγόμενη
  37. Πληροφορίες, ο δημοσιογράφος, μπορεί να λάβει από οπουδήποτε. Δεν είναι δυνατόν όλοι οι πληροφοριοδότες του δημοσιογράφου να κινδυνεύουν με αγωγές δυσφήμισης, κάθε φορά που ο δημοσιογράφος αρθρογραφεί με τρόπο που θίγει. Ο Ενάγων βεβαίως εξέφρασε με τη μαρτυρία του διάφορα άλλα παράπονα για ενέργειες των Εναγόμενων 3 και 4 εναντίον του, για συναντήσεις με υποψήφιους συνεργάτες, στις οποίες έκαναν δυσμενή αναφορά στο πρόσωπο του Ενάγοντος, για μια ενορχηστρωμένη τέλος πάντων προσπάθεια των Εναγόμενων 3 και 4 να μην ορθοποδήσει ξανά ο Ενάγων στον χώρο της ραδιοφωνίας, τουλάχιστον. Δεν αποδείχθηκε, όμως, πως και το επίδικο δημοσίευμα ήταν μέρος μιας τέτοιας προσπάθειας των Εναγόμενων 3 και
  38. Δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνέγραψαν ή εξώθησαν ή παρότρυναν τους Εναγόμενους 1 και 2 να συγγράψουν και να δημοσιεύσουν το επίδικο δημοσίευμα, επειδή έλαβαν την αίτηση του Ενάγοντος την 04.04.2014, για να τον τιμωρήσουν. Σε τελική ανάλυση, ακόμα κι αν οι Εναγόμενοι 3 και 4 θεωρούσαν καταχρηστική την αίτηση του Ενάγοντος στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, δεν έχει τέτοια δυναμική μια τέτοια αίτηση, που είναι ένα συνηθισμένο διάβημα μετά από απόλυση και δη με βαθύτερες διαφωνίες, να ωθεί σε δημόσια έκθεση του Ενάγοντος. Ερείδεται στη λογική των πραγμάτων και ήταν πειστικός ο λόγος του Εναγόμενου 4 ότι, εάν οι Εναγόμενοι 3 και 4 ήθελαν και επιδίωκαν να εκθέσουν δημόσια τον Ενάγοντα, πέραν του ότι τον κατήγγειλαν στην Αστυνομία και εκείνος τελικά συνελήφθη, αφενός θα το έπρατταν κατά τον χρόνο της καταγγελίας του στην Αστυνομία ή και προηγουμένως, όταν διαπίστωσαν λόγους για τους οποίους αποφάσισαν την απόλυση του Ενάγοντος, αφετέρου θα επέλεγαν ένα πιο γνωστό και διαδεδομένο μέσο ενημέρωσης ή τέτοιο που να επηρεάζει τα συμφέροντα του Ενάγοντος ή και θα χρησιμοποιούσαν και το δικό τους ραδιόφωνο. Κατατοπιστικός ήταν ο λόγος του Εναγόμενου 4 πως ήταν και για την Εναγόμενη 3 βλαπτικό να δημοσιευθεί ό,τι συνέβη με τον Ενάγοντα και πως χάθηκαν δεδομένα πελατών, που δεν διασφαλίστηκαν κατάλληλα. Όντως, ένας τρίτος αναγνώστης του επίδικου δημοσιεύματος, θα μπορούσε να κάνει με ευκολία και αυτές τις σκέψεις, σε σχέση με την Εναγόμενη 3, και είναι μια εξίσου σοβαρή συνθήκη η μη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συνεπώς, δεν είναι αποδεκτή η σχετική μαρτυρία του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος 4 επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 για να συγγράψει άρθρο επειδή η Εναγόμενη 3 έλαβε αίτηση του Ενάγοντος για επίλυση εργασιακής διαφοράς. Αντίστοιχα, είναι αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου 4 πως μαζί του επικοινώνησε ο Εναγόμενος 2, τον οποίον ο ίδιος δεν γνώριζε, μετά από τη σύλληψη του Ενάγοντος που πληροφορήθηκε από αλλού, για να λάβει περαιτέρω πληροφορίες, και ότι ο ίδιος έδωσε τις πληροφορίες που γνώριζε. Δεν αποδείχθηκε κάποια άλλη υφιστάμενη σχέση των Εναγόμενων 3 και 4 με τους Εναγόμενους 1 και
  39. Σημειώνεται παρενθετικά πως οι Εναγόμενοι 1 και 2, παρά το ότι στην Έκθεση Υπεράσπισής τους, επίσης, ισχυρίζονται το ίδιο, και πληροφόρησή τους από την Αστυνομία, κατά τη διάρκεια της δίκης επιχείρησαν αρχικά να απασχολήσουν το Δικαστήριο με το ενδεχόμενο ειδοποίησης συνεναγομένων κατά το στάδιο της ακρόασης, αφετέρου να υποβάλουν πως ήταν ο Εναγόμενος 4 που επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2 για να του πει να δημοσιεύσει. Δεν προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία και οι υποβολές (που δεν έχουν και δικογραφική κάλυψη), νοείται, δεν συνιστούν μαρτυρία. Έπειτα, από την χρονική σειρά των δεδομένων, όπως προκύπτει από την έγγραφη μαρτυρία, φαίνεται στο Δικαστήριο πως ο Εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε (από οπουδήποτε κι αν πληροφορήθηκε) για τη σύλληψη του Ενάγοντος που έγινε την 04.04.2014, και ότι εκείνη ήταν κατόπιν καταγγελίας των Εναγόμενων 3 και 4, θεώρησε ότι αυτό είναι θέμα προς δημοσιοποίηση, και επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 4 για να μάθει περισσότερα. Εάν επικοινωνούσε με τον Ενάγοντα για τον ίδιο σκοπό, δεν θα σήμαινε ότι και ο Ενάγων είναι συνεργός στο δημοσίευμα ή ότι γι' αυτό δεν μπορεί να ενάγει. Το δημοσίευμα δεν μπορεί να ιδωθεί ως αποτέλεσμα της καταγγελίας του Ενάγοντος στην Αστυνομία από τους Εναγόμενους 3 και 4, και δι' αυτής της οδού να επιχειρηθεί εμπλοκή των Εναγόμενων 3 και 4 σε αυτό. Αυτή η διαπίστωση, της μη εμπλοκής των Εναγόμενων 3 και 4 στη συγγραφή και δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος απλώς επειδή ο Εναγόμενος 2, ως δημοσιογράφος, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 4 για να λάβει πληροφορίες που δεν ήταν η γενεσιουργός αιτία του δημοσιεύματος, οδηγεί ήδη στην κατάληξη της υπόθεσης αναφορικά με τους Εναγόμενους 3 και
  40. Το ότι βεβαίως διαπιστώνεται από το Δικαστήριο πως γενεσιουργός αιτία του δημοσιεύματος, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, δεν είναι οι πληροφορίες του Εναγόμενου 4, εκ μέρους της Εναγόμενης 3, στον Εναγόμενο 2, έχει τη σημασία του στη συνέχεια. Επί του δημοσιεύματος, σε σχέση με το περιεχόμενο του οποίου είναι και η αγωγή, όπως λέχθηκε, συγγράφθηκε από τον Εναγόμενο 2 και δημοσιεύθηκε στην Εναγόμενη
  41. Αναφέρεται ονομαστικά στον Ενάγοντα. Ασχέτως εάν αναφέρεται σε καταγγελία που έγινε από τον κύριο Παντελίδη ή μεταφέρει λεγόμενά του, που κατά το άρθρο 17 § 2 του Κεφ.148 δεν έχει σημασία ως προς την ευθύνη, περιέχει και μάλιστα τονίζει τις φράσεις: (ο κύριος Αντωνιάδης) «έκλεψε την εταιρεία παίρνοντας μαζί του τη βάση δεδομένων των πελατών του σταθμού», «ο κ. Αντωνιάδης φεύγοντας από την εταιρεία έκλεψε ηλεκτρονικό υπολογιστή του ραδιοσταθμού, ο οποίος περιείχε το αρχείο πελατών, προσφορές, τιμολόγια κ.α.», «με αθέμιτες διαδικασίες και πλαστογραφίες αποτάθηκε στην ΑΤΗΚ και μεταβίβασε τον αριθμό του τηλεφώνου που είχε στην εταιρεία πριν απολυθεί, στο πρόσωπό του». Σημειώνεται πως, εφόσον για τα λεγόμενα του κύριου Παντελίδη χρησιμοποιήθηκαν εισαγωγικά, δεν χρειάζονταν και ο πρόσθετος τονισμός στις πράξεις, ενώ η αναφορά σε «αθέμιτες διαδικασίες . .» δεν συνιστά ακριβή μεταφορά λόγου του κύριου Παντελίδη, εφόσον δεν χρησιμοποιούνται και εκεί εισαγωγικά. Το δημοσίευμα αποδίδει στον Ενάγοντα συμπεριφορά αξιόποινη ή ανάρμοστη, η οποία, επίσης, εκ φύσεως, έχει την τάση να επιφέρει βλάβη στην υπόληψη του Ενάγοντος και στο επάγγελμά του, και είναι ικανή να προκαλέσει αποστροφή στο πρόσωπό του. Δεν υπάρχει ερμηνεία που θα μπορούσε να δώσει μια διαφορετική ανάγνωση. Οποιοσδήποτε στη θέση του Ενάγοντος, ούτε με υπερβολική ανάλυση ούτε με υπερβολική υποψία, θα είχε θιχτεί[35]. Είναι ένα δημοσίευμα δυσφημιστικό με την έννοια του άρθρου 17 του Κεφ.
  42. Μένει, να εξεταστούν οι υπερασπίσεις των Εναγόμενων 1 και
  43. Υπενθυμίζεται πως οι υπερασπίσεις των Εναγόμενων 1 και 2 είναι πως το κείμενο περιέχει αληθή γεγονότα για τα οποία ελήφθη πληροφόρηση από την Αστυνομία και εστιάζει στην καταγγελία (υπεράσπιση της αλήθειας), και ότι οποιοδήποτε σχόλιο περιέχεται είναι έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος (υπεράσπιση του έντιμου σχολίου). Εμμέσως, δικογραφούν, στην παράγραφο 16, τον σκοπό ενημέρωσης του κοινού από το δημοσιογραφικό μέσο, που παραπέμπει στην υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη. Ότι ο Εναγόμενος 2 δεν επινόησε το θέμα για το οποίο συνέγραψε, είναι πρόδηλο. Όντως, απολύθηκε ο Ενάγων από την εργασία του, όντως καταγγέλθηκε από τον εργοδότη του στην Αστυνομία. Αλλά το περιεχόμενο του δημοσιεύματος δεν φαίνεται να ερείδεται σε πληροφορίες της Αστυνομίας ούτε να μεταφέρει το περιεχόμενό τους. Δεν γίνεται οπουδήποτε αναφορά πως σύμφωνα με την καταγγελία της Εναγόμενης 3 στην Αστυνομία, ισχύει κάτι. Με αφορμή την πληροφόρηση που ελήφθη γενικά - ίσως από την Αστυνομία - κάνει λόγο για καταγγελία στην 24Η πως ο Ενάγων «έκλεψε την εταιρεία παίρνοντας μαζί του τη βάση δεδομένων των πελατών του σταθμού». Ουδέποτε διαπιστώθηκε, όμως, πως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που ο Ενάγων πήρε μαζί του περιείχε τη βάση δεδομένων των πελατών του σταθμού. Η αναφορά σε κλοπή της εταιρείας και της βάσης δεδομένων των πελατών του σταθμού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Προφανώς, σε αντίθεση με ό,τι διερευνήθηκε τελικά από την Αστυνομία και για το οποίο κινήθηκε και ποινική δίωξη, που ήταν η κλοπή εντός ηλεκτρονικού υπολογιστή ιδιοκτησίας της εταιρείας, ήταν και το παράπονο του Εναγόμενου 4 ότι το θέμα δεν ήταν η συσκευή του ηλεκτρονικού υπολογιστή αλλά το περιεχόμενό του. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 μετέφεραν αυτά τα λεγόμενα του Εναγόμενου 4, που, όμως, με τα επί του παρόντος δεδομένα, δεν έχουν αποδειχθεί ως αληθή. Ο τρόπος διατύπωσης ήταν απόλυτος. Ότι ο Ενάγων βασικά έκλεψε το πελατολόγιο της Εναγόμενης
  44. Λέει, το δημοσίευμα, υπό μορφή μεταφοράς των λεγομένων του κύριου Παντελίδη, ότι «ο κ. Αντωνιάδης φεύγοντας από την εταιρεία έκλεψε ηλεκτρονικό υπολογιστή του ραδιοσταθμού, ο οποίος περιείχε το αρχείο πελατών, προσφορές, τιμολόγια κ.α.». Παρόλο που ο κύριος Παντελίδης και στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του δεδομένα, για να μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ότι η αναφορά πως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής περιείχε το αρχείο πελατών, προσφορές, τιμολόγια, κ.α. ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Δεν έχει δεδομένα πως, ακόμα κι αν ο ηλεκτρονικός υπολογιστής που ο Ενάγων πήρε μαζί του όταν έφυγε (επειδή ο ίδιος είχε τη θέση ότι του ανήκει) περιείχε αυτά τα δεδομένα, με την απομάκρυνσή του, κλάπηκαν και αυτά, γιατί αφαιρέθηκαν από την ιδιοκτησία της Εναγόμενης 3, που δεν τα είχε αποθηκευμένα οπουδήποτε αλλού και διαθέσιμα. Το δημοσίευμα αναφέρει πως ο Ενάγων «με αθέμιτες διαδικασίες και πλαστογραφίες αποτάθηκε στην ΑΤΗΚ και μεταβίβασε τον αριθμό του τηλεφώνου που είχε στην εταιρεία πριν απολυθεί, στο πρόσωπό του». Δεν προκύπτει, όμως, από οπουδήποτε ότι ο Ενάγων πλαστογράφησε οποιοδήποτε έγγραφο. Η πλαστογραφία, θα συμφωνήσω με τον Ενάγοντα, είναι σοβαρό αδίκημα. Ακόμα κι αν ο Ενάγων επιπόλαια παρέστησε τον διευθυντή της Εναγόμενης 3, χωρίς πράγματι να είναι, για να επιτύχει μεταβίβαση του κινητού στο πρόσωπό του (σε εταιρεία συμφερόντων του), προσκομίζοντας προς αυτό ένα παλαιότερο έγγραφο αξιωματούχων από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών, όπως είναι η εκδοχή του Εναγόμενου 4, που βρίσκει έρεισμα και στο Τεκμήριο 12, η αναφορά σε «πλαστογραφίες», σε πολλές, προσδίδει στον Ενάγοντα μιαν επίμονη μεθοδευμένη σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά, που στιγματίζει τον Ενάγοντα ως έναν πλαστογράφο. Επί του συνόλου, το δημοσίευμα δεν λέει πως οι διαφορές μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγόμενης 3, μετά την αλλαγή της διεύθυνσης της Εναγόμενης 3, οδήγησαν στην απόλυση του Ενάγοντος, αλλά και σε καταγγελία του Ενάγοντος στην Αστυνομία, σύμφωνα με την οποία τα τάδε. Δεν περιέχει μιαν ισόρροπη αναφορά στα γεγονότα, ώστε η εκτίμηση να είναι πως πρόκειται για ένα δημοσίευμα που καταγράφει την αλήθεια. Πρόκειται για ένα δημοσίευμα που μεταφέρει, ανέλεγκτα, τις έντονες πεποιθήσεις και τον χειμαρρώδη λόγο του Εναγόμενου 4 για τα γεγονότα και τον Ενάγοντα. Τα αναφέρει ως καταγγελίες του Εναγόμενου 4 προς την 24Η, που ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 διαψεύδει. Αποκλίνει ουσιωδώς από την αλήθεια, ακόμα κι αν ορισμένες επιμέρους αναφορές βρίσκουν ερείσματα στην αλήθεια. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί αυτή την υπεράσπιση, υπό τις περιστάσεις, στη λογική ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να παραπονείται για τη δημοσιοποίηση, εάν εκείνη συνιστά το πιθανό αποτέλεσμα των δικών του πράξεων. Ο Ενάγων δεν έπραξε αυτά που του καταλογίζει το δημοσίευμα, δια του λόγου του κύριου Παντελίδη, ακόμα κι αν μπορεί ορισμένες πράξεις του να θίγουν την Εναγόμενη 3 σε άλλο επίπεδο. Υπάρχει δυσαναλογία ανάμεσα σε αυτά που αποδεδειγμένα έγιναν και αυτά που αρθρογραφούνται, σε βαθμό που δεν αφήνει περιθώριο επιτυχίας της υπεράσπισης της αλήθειας. Μορφή σχολίου, στο δημοσίευμα, θα μπορούσε να λάβει η αναφορά «Σαν να μην έφτανε αυτό», που συνεχίζει, με βάση πλέον στα λεγόμενα του κύριου Παντελίδη, ότι «ο πρώην υπάλληλος της εταιρείας του με αθέμιτες διαδικασίες και πλαστογραφίες αποτάθηκε στην ΑΤΗΚ και μεταβίβασε τον αριθμό του τηλεφώνου που είχε στην εταιρεία πριν απολυθεί, στο πρόσωπο του». Το θέμα που σχολιάζεται, όμως, δηλαδή η καταγγελία ενός ιδιώτη από τον πρώην εργοδότη του στην Αστυνομία, μετά την απόλυσή του, για κλοπή, δεν παρουσιάστηκε ως θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος, για να ενημερωθεί το ευρύ κοινό για την πιθανή διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος, που ενδιαφέρει την κοινωνία. Παρουσιάστηκε ως κάτι άμεσα επίκαιρο, ενώ γίνεται και αναφορά πως ο Εναγόμενος 4 «καταγγέλλει στην 24H», χωρίς οποτεδήποτε (τουλάχιστον δεν έχει αποδειχθεί) ότι ο Εναγόμενος 4 προέβη σε καταγγελία του Ενάγοντος στην Εναγόμενη
  45. Ο Εναγόμενος 4 κατήγγειλε στην Αστυνομία, εκ μέρους της Εναγόμενης 3, την 19.03.2014, αρκετές ημέρες πριν από το δημοσίευμα. Δεν ήταν νέο, είδηση η καταγγελία του Ενάγοντος στην Αστυνομία. Το δημοσίευμα προσπαθεί να αναδείξει το θέμα ως μια σκανδαλώδη είδηση, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο, ως δέκτης της καταγγελίας, έχει και η 24Η. Και αφορά στον κύριο Ηλία Αντωνιάδη, καταγγελλόμενο στην εφημερίδα από τον κύριο Παντελίδη. Ο Ενάγων, όμως, δεν είναι ένα δημόσιο πρόσωπο. Η δημοφιλία του στον επιχειρηματικό κόσμο, που ο ίδιος ανέφερε, ή το ότι εργάζονταν σε έναν τοπικό ραδιοσταθμό, δεν τον καθιστά δημόσιο πρόσωπο, ώστε οι πράξεις του να ενδιαφέρουν το ευρύτερο κοινό. Ότι και ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 4 κινούνται στον χώρο της ραδιοφωνίας, δεν καθιστά τη μεταξύ τους ιδιωτική διαφορά, ακόμα κι αν μπορεί να απασχολήσει και ποινικά, είδηση δημοσίου ενδιαφέροντος. Εξάλλου, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαν, σύμφωνα με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, ενεργό ρόλο στη ραδιοφωνία με τη μορφή της άμεσης επικοινωνίας με το κοινό. Ξαφνικά, λοιπόν, χωρίς το θέμα να αφορά σε φρέσκα είδηση σχετικά με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, και χωρίς να μεταφέρονται καταγγελίες που έγιναν στην Αστυνομία, προκύπτει η δημοσίευση ότι ο Εναγόμενος 4 καταγγέλλει (στην εφημερίδα) τον Ενάγοντα για κλοπή της εταιρείας και του πελατολογίου και «σαν να μην έφτανε αυτό», ο Ενάγων διέπραξε και πλαστογραφίες, με στόχο, και πάλι, το πελατολόγιο της Εναγόμενης
  46. Ουδέποτε κατέστη κατανοητή στο Δικαστήριο τούτη η έμφαση στο πελατολόγιο της Εναγόμενης 3, που υποτίθεται αποτέλεσε και το πεδίο όλων των διαφορών και εντάσεων μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου
  47. Ο επιχειρηματικός κόσμος είναι δεδομένος. Μπορεί, ανά πάσα στιγμή, ένας ανταγωνιστικός ραδιοσταθμός να τον προσεγγίσει με προσφορές, χωρίς κατ' ανάγκη να έχει γνώση συγκεκριμένων δεδομένων άλλων εταιρειών, τα οποία να πρέπει να κλέψει για να γνωρίζει. Εάν ο Ενάγων εργάζονταν τόσα χρόνια στην Εναγόμενη 3, σε υπεύθυνη θέση, χρειάζονταν να κλέψει δεδομένα της Εναγόμενης 3 για να τα γνωρίζει; Το «σαν να μην έφτανε αυτό», πέραν του ότι δεν έχει πλήρως αληθή βάση (δεν διαπράχθηκαν πλαστογραφίες από τον Ενάγοντα), δεν εκφράζεται με ακρίβεια και ιδίως με δικαιοσύνη. Ως προσθήκη στο κείμενο, στο οποίο παρατίθενται καταγγελίες του Εναγόμενου 4, περιέχει κυνισμό και στάση αποδοχής από τον δημοσιογράφο των λεγομένων του Εναγόμενου 4 ή και διάθεσή του να τα ενισχύσει, για να αναδείξει το κάκιστο της συμπεριφοράς του Ενάγοντος, και θέμα προς ανάγνωση. «Δεν έφτανε αυτό» (δηλαδή η κλοπή της βάσης δεδομένων των πελατών, που όμως δεν δόθηκαν επαρκείς ενδείξεις πως αληθεύει), όπως λέει ο κύριος Παντελίδης, υπήρξαν και πλαστογραφίες (που επίσης, δεν δόθηκαν ενδείξεις πως αληθεύει τέτοια βάση). Εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 βασίζονταν σε καταγγελίες που έγιναν στην Αστυνομία, και όχι σε καταγγελία του Εναγόμενου 4 στην 24Η, που και ο ίδιος ο Εναγόμενος 4 διέψευσε χωρίς αντίθετη μαρτυρία, θα ίσχυε πως δεν είναι δυνατόν οποτεδήποτε γίνεται αναφορά από τα ΜΜΕ σε καταγγελία στην Αστυνομία ή σε αστυνομική έρευνα, να αναμένεται από τον δημοσιογράφο να αποδεικνύει και την αλήθεια των καταγγελθέντων αδικημάτων και να υπεισέρχεται στον ρόλο των ανακριτικών αρχών ή του Δικαστηρίου, υπό την απειλή δυσφήμισης εάν δεν το πράττει. Και τότε, όμως, θα αναμένονταν από τον δημοσιογράφο, εφόσον αποφασίζει να ενημερώσει το κοινό για μια καταγγελία, να το πράξει υπεύθυνα. Ακόμα κι αν η πρόθεση των Εναγόμενων 1 και 2 δεν χρειάζεται να αποδειχθεί για να προσδιοριστεί η φύση του δημοσιεύματος ως δυσφημιστικού ή όχι[36], καθίσταται σχετική και απολύτως αναγκαία η μαρτυρία από πλευράς του Ενάγοντος, όταν χρησιμοποιούνται ορισμένες υπερασπίσεις από τους Εναγόμενους 1 και 2, όπως του έντιμου σχολίου ή του προνομίου υπό επιφύλαξη, και όταν ο Ενάγων ισχυρίζεται εξ αρχής κακή πίστη ή και για σκοπούς αποζημιώσεων[37]. Παρόλο που δεν δικογραφείται επαρκώς η δημοσιογραφική υπεράσπιση Reynold ή η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, που έχει να κάνει με την ελευθερία της έκφρασης των δημοσιογράφων και το καθήκον τους να ενημερώνουν το κοινό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε τέτοια υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 και 2, γιατί, σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2, έχει πειστεί και από την μαρτυρία του Ενάγοντος, και από το ίδιο το δημοσίευμα, ότι υπήρξε κακή πίστη των Εναγόμενων 1 και
  48. Φέρονται ως δέκτες καταγγελίας, χωρίς να είναι, ενώ με βάση την αποδεκτή μαρτυρία είναι ο Εναγόμενος 2 που επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 4, μετά που πληροφορήθηκε για τη σύλληψη του Ενάγοντος. Αναφέρονται, στον τίτλο του δημοσιεύματος, σε ενεστώτα, ως να πρόκειται για τρέχουσα καταγγελία, δημιουργώντας την εντύπωση πως υπάρχει είδηση και θέμα σοβαρό. Φέρονται ως να λαμβάνουν συνέντευξη από τον Εναγόμενο 4 για ήδη υφιστάμενο σοβαρό θέμα «για την υπόθεση μιλά στο 24Η ο εκ των ιδιοκτητών του σταθμού Φάνης Παντελίδης». Αναφέρονται στον Ενάγοντα ονομαστικά χωρίς να χρειάζεται, εφόσον ο Ενάγων δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Τον εκθέτουν στη δημοσιότητα χωρίς οποιαδήποτε προσοχή αναφορικά με το τεκμήριο αθωότητάς του, το δεδομένο ότι εκκρεμεί διερεύνηση, την δική του εκδοχή ως προς τα πράγματα· δεν έλειπε ο χρόνος για να εξασφαλιστεί η εκδοχή του Ενάγοντος και να παρουσιαστεί ισορροπημένα το θέμα, εάν ο δημοσιογράφος έκρινε, με τα δικά του δημοσιογραφικά κριτήρια, ότι πρόκειται για θέμα για το οποίο θα πρέπει να ενημερώσει το ευρύτερο κοινό· δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε πρακτική δυσκολία επικοινωνίας του Εναγόμενου 2 με τον Ενάγοντα. Το δημοσίευμα αναφέρεται ως να' ταν αδιαμφισβήτητο δεδομένο ότι ο Ενάγων έκλεψε το πελατολόγιο της Εναγόμενης 3 και «σαν να μην έφτανε αυτό» πλαστογράφησε για να οικειοποιηθεί και τον τηλεφωνικό της αριθμό, κατ' επέκταση την ίδια. Άρα, εκπέμπει, στον μέσο αναγνώστη, πως τον πρώην διευθυντή Marketing στον ρωσικό ραδιοσταθμό της Εναγόμενης 3 (ως είναι η περιγραφή του δίδεται), ουδείς θα πρέπει να τον εμπιστεύεται ως συνεργάτη, γιατί τον δίδει ο εκ των ιδιοκτητών του ραδιοσταθμού, στην 24Η, ως έναν αδίστακτο άνθρωπο που εγκληματεί, και που (παρεμπιπτόντως) καταγγέλθηκε και στην Αστυνομία και συνελήφθη. Οι αναφορές στην καταγγελία στην Αστυνομία και στη σύλληψη του Ενάγοντος γίνονται περισσότερο υποστηρικτικά του περιεχομένου πως αυτό συνέβη, ο Ενάγων έκλεψε και πλαστογράφησε, γι' αυτό καταγγέλθηκε στην Αστυνομία και συνελήφθη, παρά ως να' ταν εκείνες το θέμα δημοσίευσης και ο δημοσιογράφος να διατηρεί στάση ουδετερότητας, πράττοντας απλώς το καθήκον του. Οι αναφορές είναι χωρίς την παραμικρή επιφύλαξη ή προσοχή ως προς την αλήθεια των οποιωνδήποτε δηλώσεων του κύριου Παντελίδη ή στο ότι αυτές ήταν προδήλως - όπως ήταν και ενώπιον του Δικαστηρίου - φορτισμένες, λόγω της γνωστής στον δημοσιογράφο ιδιωτικής διαφοράς αναμεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγόμενης 3 (ενώ ήταν τόσα χρόνια, ο Ενάγων, σε διευθυντική θέση σε αυτή την ιδιωτική εραιρεία, απολύθηκε, ως απλός υπάλληλος). Τονίζουν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, αχρείαστα πράξεις του Ενάγοντος, που συνιστούν σοβαρά ποινικά αδικήματα, χωρίς να υπάρχει επαρκής πραγματική βάση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία, για να αντικρούσουν τη μαρτυρία αυτή του Ενάγοντος, και ό,τι προκύπτει συμπερασματικά από το δημοσίευμα και ό,τι τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση με την κακή πίστη που αποδίδει ο Ενάγων στους Εναγόμενους 1 και
  49. Ο τρόπος με τον οποίον οι Εναγόμενοι 1 και 2 συνέγραψαν και δημοσίευσαν το επίδικο δημοσίευμα δεν ήταν ενδεικτικός ανεξάρτητης και υπεύθυνης δημοσιογραφίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο καταλήγει, έχοντας να εξισορροπήσει από τη μια το δικαίωμα των Εναγόμενων 1 και 2 στην ελευθεροτυπία, και το δικαίωμα του Ενάγοντος στην ιδιωτική και επαγγελματική του ζωή από το οποίο απορρέει και η προστασία της φήμης του, ότι θα πρέπει να προστατεύσει τον Ενάγοντα, και να καταδικάσει τους Εναγόμενους 1 και 2 για τη δυσφήμισή του, αυτήν που υπέστη δια του δημοσιεύματος ημερομηνίας 08.04.2014 στην ιστοσελίδα 24Η. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι ένοχοι για τη δυσφήμιση του Ενάγοντος, μέσω του δημοσιεύματος ημερομηνίας 08.04.2014 στην ιστοσελίδα 24Η, και ότι θα πρέπει να εξεταστεί η επιδίκαση αποζημιώσεων. Οι Εναγόμενοι 3 και 4, με βάση τη μαρτυρία, δεν έχουν συνεργήσει στη συγγραφή ή δημοσίευση του δημοσιεύματος αυτού, που ήταν υπό τον έλεγχο και την ευθύνη των Εναγόμενων 1 και 2, και, εφόσον δεν υπάρχει κάποια άλλη βάση αγωγής εναντίον τους για να εξεταστεί, δεν μπορεί να επιτύχει η αγωγή του Ενάγοντος εναντίον των Εναγόμενων 3 και
  50. Το ότι δεν επιτυγχάνει η εναντίον των Εναγόμενων 3 και 4 αγωγή για δυσφήμιση δια του συγκεκριμένου δημοσιεύματος, δεν θα πρέπει να συσχετίζεται, από τον Ενάγοντα, με οποιαδήποτε άλλη διαφορά αναμεταξύ τους, που όπως λέχθηκε εκφεύγει από το πλαίσιο των επιδίκων θεμάτων, της συγκεκριμένης δυσφήμισης δια του δημοσιεύματος. Η αρχή που διέπει τον υπολογισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα, όπως και στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, δεν παύει να είναι η αποκατάσταση[38]. Με βάση αυτήν, οι (συνήθεις) αποζημιώσεις που επιδικάζονται θα πρέπει να είναι εκείνο το ποσό το οποίο θα θέσει τον Ενάγοντα στην θέση στην οποία θα βρίσκονταν εάν δεν διαπράττονταν το αδίκημα. Το ποσό που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο, μέσα στο πλαίσιο του κοινωνικά αποδεκτού[39]. Έχει αναγνωριστεί προ ετών η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν[40], που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο· αντανάκλαση που δεν φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί· εκφράζει, προφανώς, και τις πραγματικότητες της σύγχρονης ζωής[41], μα ταυτόχρονα λαμβάνεται υπόψη, ως εξισορροπητικός παράγων, η αγοραστική αξία του χρήματος στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον[42], της οικονομικής κρίσης που επέφερε η πανδημία. Οι αποζημιώσεις παραμένουν το μέσο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και αντιμετώπισης των δυσχερειών που επιφέρει η βλάβη στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση· όπως και το χρήμα, ευλόγως, παραμένει ένα φύσει ατελές μέσο για να επιφέρει την πλήρη αποκατάσταση. Πολλές φορές, όταν το πλήγμα είναι βαθύτατα ηθικό, κανένα ποσό χρημάτων δεν μπορεί να το επουλώσει. Πολλές φορές, αρκεί μια ειλικρινής απολογία. Ως τέτοιο, ατελές μέσο, τα χρήματα, δεν θα πρέπει να ωθεί σε μίαν ανέλεγκτη πορεία αύξησης των αποζημιώσεων[43]. Για την επιδίκαση αποζημιώσεων για δυσφήμιση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πέραν από τις λοιπές πραγματικές περιστάσεις (π.χ. τη θέση του Ενάγοντος στην κοινωνία, την έκταση και τη μορφή του δημοσιεύματος, την πρότερη συμπεριφορά, την μετέπειτα συμπεριφορά ή την τυχόν απολογία, κ.λπ.)[44], τα σχετικά πραγματικά στοιχεία που τίθενται ενώπιον του και αφορούν την οικονομική κατάσταση του ατόμου που φέρεται να δυσφημεί τον Ενάγοντα, τα έξοδα που έχει να αντιμετωπίσει, τυχόν άλλες διαθέσιμες θεραπείες, αλλά και την αρνητική επίδραση (chilling effect) που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια εξέλιξη ευρύτερα στην άσκηση του δικαιώματος. Σε σχέση με το τελευταίο, θα πρέπει να λεχθεί πως η επιδίκαση αποζημιώσεων για δυσφήμιση στο διαδίκτυο, από ιστοσελίδες που σκοπούν στην ενημέρωση μέσω διαδικτύου, δεν θα ήταν επιθυμητό να επενεργήσει και με οποιονδήποτε τρόπο αρνητικά στο δικαίωμα των Εναγόμενων 1 και 2, κατ' επέκταση και οποιουδήποτε δημοσιογράφου του διαδικτύου, να δημοσιογραφεί στο διαδίκτυο, ειδικότερα όσον αφορά ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος· γνωρίζοντας, βεβαίως, πως ο δημόσιος λόγος είναι μεν ελεύθερος, αλλά, ως δημόσιος, και δη με διευρυμένες τις δυνατότητες δημοσιότητας μέσω του διαδικτύου, θα πρέπει να είναι και υπεύθυνος, ιδίως όταν καταπιάνεται με ιδιώτες. Η ελευθερία της έκφρασης, ακόμα και εάν περιλαμβάνει τον δριμύ ή και προσβλητικό λόγο, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως έχει εξηγηθεί και μέσα από την νομολογία του ΕΔΔΑ, δεν προσεγγίζεται εξ αρχής ως αυτοτελές, αυθύπαρκτο ή ανεξάρτητο «δικαίωμα προσβολής των άλλων». Ενόψει του ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων σε κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστός, η υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με τα ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό, χωρίς όμως να δεσμεύει. Ο συνήγορος του Ενάγοντος δεν προβαίνει σε συγκεκριμένη εισήγηση, ωστόσο καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την ηλικία του Ενάγοντος κατά τον επίδικο χρόνο (35 ετών), τον τρόπο και τον βαθμό της δημοσίευσης, μέσω διαδικτύου σε ιστοσελίδα με αδιαμφισβήτητα 100.000,00 επισκέπτες, τη ζημιά που προκάλεσε στην επαγγελματική υπόληψη και σταδιοδρομία του Ενάγοντος, την απουσία απολογίας. Ως προς τη ζημιά του Ενάγοντος στην επαγγελματική υπόληψη και σταδιοδρομία, που έχει αμφισβητηθεί, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ενάγων δεν προσκόμισε επαρκή μαρτυρία. Αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε επαγγελματικό επηρεασμό του. Οι απαντήσεις του, όταν είχε ερωτηθεί για συγκεκριμένα παραδείγματα, ήταν με προφανή δυσκολία, με ασάφεια και με διάθεση αποφυγής αναφοράς λεπτομερειών. Σύντομα, όπως δεν αμφισβητήθηκε, κατάφερε να ανοίξει τον δικό του ραδιοσταθμό. Δεν προσκόμισε κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι μέχρι τότε ήταν άνεργος και είχε οικονομικές δυσκολίες. Εξάλλου, αναφέρθηκε πως διαθέτει και άλλη εταιρεία, που ίδρυσε τον Δεκέμβριο του 2013, με άλλο αντικείμενο. Ο Ενάγων ο ίδιος φρόντισε να δείξει στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, πως είναι ένας ικανός επαγγελματίας στον χώρο της ραδιοφωνίας, και πως με τη δυναμική του, τις φιλοδοξίες του, τις μεθόδους του, και την εμπειρία του, μπορεί να ξεπερνά τις δυσκολίες. Να συμβάλλει στην καθιέρωση, στην Κύπρο, του ρωσικού ραδιοφώνου, αντιμετωπίζοντας τις αρχικές δυσκολίες. Να πρέπει να εγκαταλείψει αυτό που έχτισε και ο ίδιος, για να κάνει μια νέα αρχή, να την καταφέρνει. Αρκεί, όταν αισθάνεται αδικημένος, ο Ενάγων, να μην αποφασίζει να πράττει μόνος του τις ενέργειες που θα τον δικαιώσουν· υπάρχουν νόμιμες διαδικασίες για ορισμένες διεκδικήσεις, που μπορεί να βοηθούν στο να αποφεύγονται παρεξηγήσεις, που να καταλήγουν να απασχολούν και την Αστυνομία και εν τέλει να αποτελούν αφορμές για δημοσιογραφία επί τέτοιων θεμάτων. Έχοντας υπόψη την Εκδόσεις «Αρκτινός Λτδ» ν. Αγγελίδη, Πολιτική Έφεση 315/2013, ημερ.03.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D449, την Κυριάκου ν. Λουκαΐδη, Πολιτική Έφεση 103/2014, ημερ.18.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:A450, τις Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Καντουνάς, Καντουνάς ν. Ο Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτικές Εφέσεις 320/2014 και 328/2014 ημερ.24.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:A268, την Νεοκλέους ν. Θεοδότου, Πολιτική Έφεση 40/2014, ημερ.08.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D243, και την Κουλίας ν. Θεμιστοκλέους, Πολιτική Έφεση 79/2013, ημερ.16.02.2022, ECLI:CY:AD:2022:A66, και ένα πλαίσιο €5.000,00 - €20.000,00, προσαρμοσμένο όμως στις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, που την διαφοροποιούν ουσιωδώς· τη θέση του Ενάγοντος, ιδιώτη που όμως εκτίθεται κοινωνικά και έχει πείρα στον χώρο του ραδιοφώνου, και τα ευλόγως αναμενόμενα επίπεδα αντοχής και ανοχής του στη δημοσιότητα· το περιεχόμενο του δημοσιεύματος σε συνάρτηση και με τρόπο που λειτούργησε και ο Ενάγων σε σχέση με τις διαφορές του με την Εναγόμενη 3, και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό το δημοσίευμα έγινε και λειτούργησε δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα· τον τρόπο με τον οποίον έγινε το δημοσίευμα και τη θεματική του· γνωρίζοντας ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 λειτούργησαν στο διαδίκτυο και τον τρόπο λειτουργίας του διαδικτύου· ότι δεν υπάρχει μαρτυρία πως επιδιώχθηκε από τον Ενάγοντα επανόρθωση και δεν υπήρξε· την απουσία απολογίας των Εναγόμενων 1 και 2 μέχρι και σήμερα· έχοντας υπόψη όλα όσα έχουν προαναφερθεί σε αυτή την απόφαση, και όσα ισχύουν σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων σε τέτοιου είδους υποθέσεις, κρίνω πως ένα ποσό ύψους €10.000,00, που περιλαμβάνει επαύξηση που δικαιολογεί το εύρημα ότι ο τρόπος με τον οποίον δημοσιοποιήθηκε το θέμα ήταν αλόγιστος και με αδιαφορία για την αλήθεια[45], θα ήταν επαρκής αποζημίωση, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, για την αποκατάσταση της φήμης του Ενάγοντος και ταυτόχρονα την τιμωρία των Εναγόμενων 1 και
  51. Λαμβάνεται υπόψη ότι σε αυτό το ποσό θα προστεθεί ο νόμιμος τόκος και τα έξοδα της διαδικασίας. Όσον αφορά τις αξιώσεις του Ενάγοντος για απαγορευτικά διατάγματα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι θα πρέπει να απαγορεύσει στους Εναγόμενους 1 και 2 οτιδήποτε για το μέλλον, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν τάση ή ροπή στο να συγγράφουν και να δημοσιεύουν κείμενα εναντίον του Ενάγοντος, και ότι ο Ενάγων διατρέχει οποιαδήποτε τέτοια απειλή ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί ίδιας φύσης αστικό αδίκημα στο μέλλον από τους Εναγόμενους 1 και
  52. Το επίδικο δημοσίευμα φαίνεται πως ήταν μεμονωμένο. Ένα μεμονωμένο και αρκετά ατυχές περιστατικό, που, από μόνον του, και ως εκ της κατάληξής του, λειτουργεί επαρκώς αποτρεπτικά, για τη μη επανάληψη άλλου αστικού αδικήματος δυσφήμισης στο μέλλον. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €10.000,00 πλέον νόμιμος τόκος, πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή του Ενάγοντος εναντίον των Εναγόμενων 3 και 4 απορρίπτεται, με έξοδα, ακολουθώντας τον ίδιο κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, υπέρ των Εναγόμενων 3 και 4 και εναντίον του Ενάγοντος, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Edwards v. Bell

(1824)1 Bing 403, 409, Morrison v. Harmer
(1837)3 Bing NC 759,
  1. [2] Chase v. News Group Newspapers Ltd [2002] All ER (D) 20 (Dec) [3] Shah v. Standard Chartered Bank Ltd [1999] QB 241, Lewis v. Daily Telegraph Ltd [1964] AC 234, Lord Devlin. [4] Rubber Improvement Ltd v. Daily Telegraph Ltd, Rubber Improvement Ltd v. Associated Newspapers Ltd [1964] AC 234, 283-284, Lewis v. Daily Telegraph Ltd, Lewis v. Associated Newspapers Ltd [1963] 2 All ER 151, 173, HL, Lord Devlin. [5] Curistan v. Times Newspapers Ltd [2008] EWCA Civ 432, [81], Lachaux v. Independent print Ltd, Lachaux v. Evening Standard Ltd [2015] EWHC 620 (QB), [42]. [6] Turcu v. News Group Newspapers Ltd [2005] EWHC 799 (QB), Sutherland v. Stopes [1925] AC 47, HL. [7] Εγγύτερα προς τη Reynolds v. Times Newspapers Ltd [2001] 2 AC 127, αλλά χωρίς να την αποδίδει στο σύνολό της. [8] Brent Walker Group plc v. Time Out Ltd [1991] 2 QB 33, Grech v. Odhams Press Ltd [1958] 2 QB
  2. [9] Economou v. de Freitas [2016] EWHC 1853 (QB). [10] Serafin v. Malkiewicz [2017] EWHC 2992 (QB) και έπειτα [2019] EWCA Civ 852 αλλά και [2020] UKSC
  3. [11] Cheng v. Tse Wai Chun
(2000)10 BHRC 525, 530, Branson v. Bower [2002] QB 737, Horrocks v. Lowe [1975] AC 135. [12] Campbell v. Spottiswoode
(1863)3 B & S 769, 777, Hunt v. Star Newspaper Co Ltd [1908] 2 KB 309, 320, CA, Fletcher-Moulton LJ, υιοθετώντας το dictum του Lord Atkinson στη Dakhyl v. Labouchere [1908] 2 KB 325n, 329n, HL, έπειτα στην Homing Pigeon Publishing Co Ltd v. Racing Pigeon Publishing Co Ltd
(1913)29 TLR 389, και Joynt v. Cycle Trade Publishing Co [1904] 2 KB 292, CA. [13] Branson v. Bower [2002] QB
  1. [14] l-Fagih v. HH Saudi Research and Marketing (UK) Ltd [2001] EWCA Civ 1634, Roberts v. Gable [2007] EWCA Civ
  2. [15] Reynolds v. Times Newspapers Ltd [2001] 2 AC 127, Jameel (Mohammed) v. Wall Street Journal Sprl [2006] UKHL 44, [2007] 1 AC 359, και Flood v. Times Newspapers Ltd [2012] UKSC
  3. [16] Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863, Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Καψός
(2009)1 ΑΑΔ 1175, και Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Thamira Food Manufacturers Ltd, Πολ. Εφ. 69/07, ημερ. 18.10.
  1. [17] Handyside v. the United Kingdom (αρ.5493/72 ημερ.07.12.1976) §
  2. [18] Βλ. και Observer and Guardian v. the United Kingdom (αρ. 13585/88, ημερ. 26.11.1991) §
  3. [19] Βλ. και Stoll v. Switzerland [GC] (αρ. 69698/01, ημερ.10.12.2007) § 101, Morice v. France [GC] (αρ. 29369/10, ημερ.23.04.2015) § 124, Pentikäinen v. Finland [GC] (αρ. 11882/10, ημερ. 20.10.2015) §
  4. [20] Dink v. Turkey (αρ. 2668/07, 6102/08, 30079/08, ημερ. 14.09.2010) § 137, Khadija Ismayilova v. Azerbaijan (αρ.65286/13, 57270/14, ημερ.10.01.2019). [21] Βλ. και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 ΑΑΔ 856, Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Αλωνεύτη
(2002)1 ΑΑΔ 1863, Κυριάκου ν. Λουκαΐδη, Πολιτική Έφεση 103/2014, ημερ.18.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:A450, Εκδόσεις «Αρκτίνος Λτδ» ν. Αγγελίδης, Πολιτική Έφεση 315/2013, ημερ.03.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:D
  1. [22] Βλ. και Hachette Filipacchi Associés v. France (αρ.71111/01, ημερ.14.06.2007) § 43, MGN Limited v. the United Kingdom (αρ.39401/04, ημερ. 18.01.2011) §
  2. [23] Βλ. Couderc and Hachette Filipacchi Associés v. France [GC] (αρ.40454/07, ημερ.10.11.2015) §§ 83-93, Bladet Tromsø and Stensaas v. Norway [GC] (αρ.21980/93, ημερ.20.05.1999) §§ 59, 62, Pedersen and Baadsgaard v. Denmark [GC] (αρ.49017/99, ημερ.17.12.2004) § 71, Von Hannover v. Germany (no. 2) [GC] (αρ.40660/08, 60641/08, ημερ.07.02.2012) §
  3. [24] Βλ. και Satakunnan Markkinapörssi Oy and Satamedia Oy v. Finland [GC] (αρ.931/13, ημερ.27.06.2017) §
  4. [25] Fressoz and Roire v. France [GC] (αρ.29183/95, ημερ.21.01.1999) § 50, Egeland and Hanseid v. Norway (αρ.34438/04, ημερ.16.04.1999) § 62, Kurier Zeitungsverlag und Druckerei GmbH v. Austria (αρ.3401/07, ημερ. 17.01.2012). [26] Βλ. και Reznik v. Russia (αρ.4977/05, ημερ.04.04.2013), Margulev v. Russia (αρ. 15449/09, ημερ.08.01.2020) §
  5. Βλ. και Μεσαρίτη ν. Λαζαρίδη, Πολιτική Έφεση 470/2011, ημερ.14.05.2018, ECLI:CY:AD:2018:A226, Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη
(2011)1 ΑΑΔ
  1. [27] Toranzo Gomez v. Spain (αρ.26922/14, ημερ. 20.11.2018) § 51, Karakó v. Hungary (αρ.39311/05, ημερ.28.04.2009) § 23, Polanco Torres and Movilla Polanco v. Spain (34147/06, ημερ.21.09.2010) § 40, Yarushkevych v. Ukraine (Δεκ.) (αρ.38320/05, ημερ.31.05.2016) §
  2. [28] McVicar v. the United Kingdom (αρ.46311/99, ημερ.07.02.2002) § 83, Lingens v. Austria (αρ.9815/82, ημερ.08.07.1986) § 46, OOO Izdatelskiy Tsentr Kvartirnyy Ryad v. Russia (αρ.37948/05, ημερ.18.09.2017) § 44, Reichman v. France (αρ.50147/11, ημερ.12.07.2016) § 72, Paturel v. France (αρ.54968/00, ημερ.22.03.2006) § 35, Lindon, Otchakovsky-Laurens and July v. France [GC] (αρ.21279/02, 36448/02, ημερ.22.10.2007) § 55, De Carolis and France Télévisions v. France (αρ.23313/10, ημερ.21.01.2016) §
  3. [29] Paturel v. France (ανωτέρω) § 37, Lopes Gomes da Silva v. Portugal (αρ.37698/97, ημερ.28.09.2020), Hrico v. Slovakia (αρ.48418/99, ημερ.16.09.2003). [30] Barata Monteiro da Costa Nogueira and Patrício Pereira v. Portugal (αρ.4035/08, ημερ.11.04.2011), §
  4. [31] Άρθρο 25 περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  5. [32] Άρθρο 25 περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  6. [33] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [34] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [35] Ιωαννίδης ν. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 369/2014, ημερ.24.05.2022, ECLI:CY:AD:2022:A
  2. [36] E Hulton & Co v. Jones [1910] AC 20, HL. [37] Jones v. E Hulton & Co [1909] 2 KB 444, 479, CA (Farwell LJ). [38] Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65 [39] Paraskevopoulos v. Georghiou
(1970)1 CLR 116 [40] Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 C.L.R. 789 [41] Lankutis v. Νικόλα [2002] 1 Α.Α.Δ. 1128 [42] Christodoulides v. Kyprianou
(1968)1 C.L.R. 130, Karavallis v. Economides
(1970)1 C.L.R.
  1. [43] Μαυροπετρή v. Λουκά [1995] 1 Α.Α.Δ.
  2. [44] Βλ. ενδεικτικά και την πιο πρόσφατη Κυριάκου ν. Λουκαΐδη, Πολιτική Έφεση 103/2014, ημερ.18.12.2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  3. [45] Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367, Νεοκλέους ν. Θεοδότου, Πολιτική Έφεση 40/2014, ημερ.08.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D243. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.