← Κύπρος

ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΣΤΕΛΛΑ ΗΡΑΚΛΗ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ κ.α., Αγωγή αρ. 3765/2013, 19/7/2022

ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΣΤΕΛΛΑ ΗΡΑΚΛΗ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ κ.α., Αγωγή αρ. 3765/2013, 19/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A150 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3765/2013 ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ενάγουσα v.

  1. ΣΤΕΛΛΑ ΗΡΑΚΛΗ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
  2. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ δια του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Π. Καΐκης για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1: Σ. Τόκα (κα) για Αντώνης Τόκας & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: Δ. Κουρουσίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικογραφημένες θέσεις Η εκδοχή της Ενάγουσας Η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια ακινήτου στην Πάχνα, της Επαρχίας Λεμεσού, που περιγράφει στην αγωγή της, και εδώ αναφέρεται ως το τεμάχιο
  3. Το τεμάχιο 365 συνορεύει με ακίνητο που ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία και συνιστά ένα αδιέξοδο μέρος δημόσιου δρόμου, που η Ενάγουσα περιγράφει στην αγωγή της, και εδώ αναφέρεται ως το τεμάχιο 336 ή το αδιέξοδο. Το αδιέξοδο συνορεύει επίσης με τεμάχιο της Εναγόμενης 1, που περιγράφεται στην αγωγή της Ενάγουσας, και εδώ αναφέρεται ως το τεμάχιο
  4. Η Ενάγουσα υπέβαλε αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού για να της παραχωρηθεί το αδιέξοδο, για οικιστικούς σκοπούς. Παλαιότερα, όπως λέει, το αδιέξοδο ήταν μέρος του ακινήτου της. Με τη δημιουργία του οδικού δικτύου της περιοχής, κατά τη γνώμη της, δεν υπήρχε πλέον ανάγκη χρήσης, και αυτό χρησιμοποιείται στην πράξη για την πρόσβαση σε τεμάχιο που ενοποιήθηκε με το αδιέξοδο και για πρόσβαση στο ακίνητο της Ενάγουσας. Οι απόψεις του Έπαρχου Λεμεσού σε σχέση με την παραχώρηση ήταν θετικές. Ωστόσο, το Κτηματολόγιο ζήτησε και τις απόψεις της Εναγόμενης 1, η οποία υπέβαλε ένσταση. Το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού δεν είχε ένσταση στην παραχώρηση, υπό προϋποθέσεις που περιλάμβαναν τη συγκατάθεση των επηρεαζόμενων. Εν τέλει, το αίτημά της απορρίφθηκε, με απόφαση ημερομηνίας 20.03.2012, επειδή επηρεάζονται τα δικαιώματα της Εναγόμενης
  5. Η Ενάγουσα διαφωνεί με αυτή την απόφαση, θεωρεί ότι δικαιούται το αδιέξοδο, ότι δεν έπρεπε να ερωτηθεί η Εναγόμενη 1 γιατί δεν επηρεάζεται και ότι οι πράξεις και η απόφαση του αρμόδιου οργάνου ήταν λανθασμένες. Η αξία του αδιεξόδου είναι €2.400,00 και είναι, όπως λέει, έτοιμη να το πληρώσει, για να της παραχωρηθεί το αδιέξοδο. Εξαιτίας των πράξεων ή παραλείψεων των Εναγόμενων, όπως ισχυρίζεται, υπέστη ζημιά γιατί δεν μπορεί να αξιοποιήσει το ακίνητό της για οικιστικούς σκοπούς, ενώ εμπίπτει στην Οικιστική Πολεοδομική Ζώνη Η1· ζημιά που υπολογίζει ότι ανέρχεται σε €10.000,
  6. Θεωρεί ότι η απόφαση δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και ζητά από αυτό το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι δικαιούται σε εγγραφή του κρατικού αδιεξόδου, διάταγμα που να διατάσσει την παραχώρηση και αποζημιώσεις. Η εκδοχή των Εναγόμενων Η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 1 είναι πως η Ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε λογικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, αλλά μία διαφορά με την Αρχή που έλαβε μία απόφαση που δεν την ικανοποίησε. Όσον αφορά τα γεγονότα, παραδέχεται ότι η ίδια είναι ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 132 και ότι υφίσταται ένα κρατικό αδιέξοδο, αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως προς τη χρησιμότητα του αδιεξόδου, καθότι αυτό ανέκαθεν χρησιμοποιούνταν από τους ιδιοκτήτες του τεμαχίου 132, ως μια από τις προσβάσεις σε αυτό, αλλά κυρίως για τη λειτουργικότητα της κατοικίας που υπάρχει στο τεμάχιο 132, όπου και διαμένουν, το παράθυρο της οποίας ανοίγει προς το αδιέξοδο, και το οποίο δεν μπορεί να καταργηθεί γιατί εξασφαλίζει στην οικία τον αναγκαίο φωτισμό και αερισμό. Όντως, ζητήθηκαν οι απόψεις της, ορθά κατά τη γνώμη της, και η ίδια υπέβαλε ένσταση, λόγω του δυσμενού επηρεασμού της, αλλά, σε κάθε περίπτωση, την απόφαση έλαβε το αρμόδιο όργανο, και η ίδια, ασκώντας το δικαίωμά της να ακουστεί, δεν μπορεί να θεωρείται ότι προκάλεσε ζημιά στην Ενάγουσα. Εκθέτει πως η Ενάγουσα, εδώ και αρκετά χρόνια, παράνομα και αυθαίρετα επεμβαίνει εντός του αδιεξόδου, εμποδίζοντας την Εναγόμενη 1 να το χρησιμοποιεί για να έχει πρόσβαση στο ακίνητό της. Αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας και ζητά την απόρριψη της αγωγής της. Η Κυπριακή Δημοκρατία, με τη δική της υπεράσπιση, εγείρει επίσης θέμα πως δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, ούτε δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού να ελέγξει τη νομιμότητα ή ορθότητα της απόφασης της εκτελεστικής εξουσίας με αγωγή. Ως προς τα γεγονότα, παραδέχεται ότι η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 365, η Εναγόμενη 1 του τεμαχίου 132 και η ίδια του τεμαχίου 336 που είναι το αδιέξοδο, το οποίο συνοδεύει με αμφότερα τα τεμάχια 365 και
  7. Αρνείται όσα αναφέρει η Ενάγουσα για τη χρήση του. Όντως, η Ενάγουσα, την 07.12.2007, υπέβαλε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού την αίτηση ΑΔΧ336/2007 για να της παραχωρηθεί μέρος του δημόσιου δρόμου (το αδιέξοδο) που συνορεύει με την οικία της, σύμφωνα με τον Κανονισμό 13 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμό του 1989-2005 (ΚΔΠ 173/89). Η αίτηση εξετάστηκε επιτόπου από λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού την 05.12.2008, στην παρουσία της Ενάγουσας και του Κοινοτάρχη Πάχνας, ζητήθηκαν οι απόψεις των αρμοδίων τμημάτων, έγινε η εκτίμηση της αγοραίας αξίας και ακολούθως η αίτηση προωθήθηκε προς την αρμόδια Υπουργική Επιτροπή για λήψη απόφασης, με εισήγηση την απόρριψη της αίτησης γιατί δεν καλύπτονταν οι πρόνοιες του Κανονισμού 13 της ΚΔΠ 173/
  8. Κατά την επιτόπια εξέταση ζητήθηκε από την Ενάγουσα να προσκομίσει δήλωση της Εναγόμενης 1 ότι δεν φέρει ένσταση για την παραχώρηση του ζητούμενου μέρους του αδιεξόδου, η Ενάγουσα δήλωσε πως η Εναγόμενη 1 δεν έδιδε τη συγκατάθεσή της, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός, με επιστολή του ημερομηνίας 08.07.2010, ζήτησε από την Εναγόμενη 1 να δηλώσει κατά πόσο συμφωνεί, και η Εναγόμενη 1, δια του δικηγόρου της, με επιστολή ημερομηνίας 27.07.2010, απάντησε πως ενίσταται στην παραχώρηση. Η Εναγόμενη 2 αρνείται τους περί του αντιθέτου ή επιπλέον ισχυρισμούς της Ενάγουσας, εκθέτοντας πως η Ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα, αλλά η διαχείριση, παραχώρηση και εν γένει διάθεση κρατικής γης είναι διακριτική εξουσία που ασκείται από το Υπουργικό Συμβούλιο και δεν ελέγχεται δικαστικώς η διαδικασία που ακολούθησε για να αποφασίσει, και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποδώσει τις θεραπείες που ζητά η Ενάγουσα, η αγωγή της οποίας θα πρέπει να απορριφθεί. Η Ενάγουσα, με απαντητικά δικόγραφα, αρνήθηκε τις υπερασπίσεις των Εναγόμενων 1 και 2 και επέμεινε στη δική της εκδοχή. Διαδικασία Ο βασικός κορμός των γεγονότων της διαφοράς αυτής δεν αμφισβητείται, οι ιδιοκτησίες των ακινήτων, η αίτηση που καταχώρησε η Ενάγουσας για παραχώρηση του κρατικού αδιεξόδου, η διαδικασία που ακολουθήθηκε που περιλαμβάνει την αναζήτηση απόψεων και η ένσταση της Εναγόμενης 1, η απόφαση που ελήφθη, η εκτιμημένη αξία του αδιεξόδου. Τα παραδεκτά γεγονότα, με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, αποτυπώνονται σε κοινή δήλωση παραδεκτών γεγονότων που έγινε την 08.11.2021 (Έγγραφο Α). Παραμένει βεβαίως επίδικο εάν η Ενάγουσα έχει, όπως επιμένει, ουσιαστικό αστικό δικαίωμα στο κρατικό αδιέξοδο, επειδή συνορεύει με το τεμάχιό της και έχει την χρήση που ισχυρίζεται, το οποίο της στερούν αδικαιολόγητα οι Εναγόμενες 1 και 2, βάσει του οποίου να δικαιούται τις θεραπείες που ζητά, και γενικότερα θεραπείες δια της πολιτικής δικαιοδοσίας. Αν και η βασική πτυχή της διαφοράς, όπως είναι κατανοητό, είναι νομική, η Ενάγουσα, ως προς τα επιμέρους πραγματικά ζητήματα που ήθελε να διερευνηθούν, προσκόμισε μαρτυρία γεγονότων από τον σύζυγό της, κύριο Νίκο Αντωνίου (ΜΕ1), που αντεξετάστηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης 1, αντεξέταση που υιοθετήθηκε και από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2, και μαρτυρία από την κυρία Φανίτα Αγαθαγγέλου (ΜΕ2), υπεύθυνη του κλάδου διαχείρισης κρατικών γαιών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, που αντεξετάστηκε περιορισμένα μόνον από τη συνήγορο της Εναγόμενης
  9. Τηρήθηκαν πρακτικά της διαδικασίας, που περιλαμβάνουν το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας. Κατατέθηκε έγγραφη μαρτυρία, στην οποία θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Η πλευρά της Ενάγουσας ζήτησε κατ' επανάληψη αναβολή της ακρόασης, για να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία, κάτι που εν τέλει δεν κατέστη κατορθωτό. Η ακροαματική διαδικασία, περιλαμβανομένων των διαδικασιών αναβολής της δίκης, διήρκησε περίπου 3 ώρες. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, δια κείμενων αγορεύσεων. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Μαρτυρία ΜΕ1 Ο ΜΕ1, σε γραπτή δήλωση που κατέθεσε για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του[1] (Έγγραφο Β), ανέφερε πως το αδιέξοδο χρησιμοποιούνταν από τον πατέρα της συζύγου του, ιδιοκτήτη του τεμαχίου 131, για να εισέρχεται σε αυτό, καθότι ήταν περίκλειστο. Από το 1970 και μετά, όλα τα γειτονικά τεμάχια έχουν πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο. Στην απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για παραχώρηση δεν εξηγήθηκε ποια ακριβώς δικαιώματα της Εναγόμενης 1 επηρεάζονται. Μεταγενέστερα ενημερώθηκαν πως ο επηρεασμός που ισχυρίζεται η Εναγόμενη 1 είναι ένα παράθυρο που υποτίθεται ανοίγει στο αδιέξοδο. Ο ΜΕ1 πιστεύει πως δεν έγινε επιτόπια έρευνα και δεν υπάρχει τέτοιος επηρεασμός και ότι η απόφαση ήταν λανθασμένη. Προσκόμισε τον τίτλο ιδιοκτησίας που έχει η Ενάγουσα επί του τεμαχίου 365 (Τεκμήριο 1) και αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 επί του τεμαχίου 132 (Τεκμήριο 2). Στο Τεκμήριο 2 φαίνεται, επί του κτηματικού σχεδίου που περιλήφθηκε στο πιστοποιητικό εγγραφής, το επίδικο αδιέξοδο. Προσκόμισε και πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας επί του τεμαχίου της Ενάγουσας (Τεκμήριο 3α) στο οποίο υπάρχει χειρόγραφη σημείωση πως «ο δρόμος που εφάπτεται στο πιο πάνω ακίνητο και φαίνεται με κίτρινο χρώμα στο επισυνημμένο σχέδιο, υφίσταται από το 1942, μετά από πιστοποίηση της χωρητικής Αρχής στις 21.03.1973 (φακ. Α2050/72)» και αντίγραφο του επίσημου κτηματικού σχεδίου της περιοχής σε κλίμακα 1:1250 (Τεκμήριο 3β) όπου φαίνεται το αδιέξοδο και ο τρόπος επαφής του με τα τεμάχια της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
  10. Ενώπιον του Δικαστηρίου, τέθηκε και η επιστολή ημερομηνίας 08.07.2010 που εστάλη από το Κτηματολόγιο στην Εναγόμενη 1 για τυχόν ένστασή της (Τεκμήριο 4), η απάντηση της Εναγόμενης 1 δια των δικηγόρων της, ημερομηνίας 27.07.2010 (Τεκμήριο 5), όπου γίνεται γενική αναφορά σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων της χωρίς περαιτέρω ανάλυση, και η επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 19.04.2012 (Τεκμήριο 6) δια της οποίας η Ενάγουσα ενημερώθηκε για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να απορρίψει την αίτησή της, για τον λόγο ότι δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 13 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμών του 1989-2005, επειδή επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων και ιδιαίτερα της Εναγόμενης 1, που υπέβαλε ένσταση. Κατατέθηκαν, επίσης, επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 15.11.2010 προς τον Έπαρχο Λεμεσού (Τεκμήριο 7), δια της οποίας αναφέρθηκε πως γίνονται κατασκευαστικές εργασίες εντός του αδιεξόδου, πιθανόν από την Εναγόμενη 1, που ζητά να εξεταστούν, και επιστολή του Κτηματολογίου προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 02.12.2010 (Τεκμήριο 8), με την οποία την ενημερώνουν, μεταξύ άλλων, πως δεν έχει αποκτήσει κάποιο δικαίωμα επί του αδιεξόδου και θα πρέπει να αποφύγει οποιεσδήποτε εργασίες επί αυτού. Κατατέθηκαν και φωτογραφίες του χώρου (Τεκμήριο 9). Ο ΜΕ1 υπέδειξε, επί του Τεκμηρίου 9, το αδιέξοδο, αναφέροντας πως, όταν η σύζυγός του υπέβαλε την αίτηση για παραχώρηση, δεν υπήρχε παράθυρο στην οικία της, αλλά η Εναγόμενη 1 το άνοιξε μεταγενέστερα. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 ανέφερε πως δεν υπήρχε άλλος ιδιοκτήτης παρακείμενου ακινήτου που να χρησιμοποιεί το αδιέξοδο. Ούτε η Εναγόμενη 1 το χρησιμοποιούσε, κατά τη θέση του, γιατί είχε άλλη δίοδο, που μπαίνει με το αυτοκίνητό της μέσα στο κτήμα. Ερωτώμενος αν απαγορεύεται να μπαίνει και από αλλού, αν θέλει, ο μάρτυρας απάντησε πως τώρα δεν μπορεί, γιατί έκτισε και τοίχο δύο μέτρα (που υπέδειξε κατά την επανεξέτασή του επί του Τεκμηρίου 9). Ο ίδιος, επίσης, έβαλε καγκελόπορτα. Το τεμάχιο της Ενάγουσας, εκτός από το αδιέξοδο, δεν έχει και άλλη πρόσβαση, όπως ανέφερε ο ΜΕ
  11. Υπάρχει ο κύριος δρόμος. Όταν έγινε η αίτηση, δεν ζητήθηκε η συγκατάθεση της Εναγόμενης 1 προηγουμένως. Μέσω του Κτηματολογίου έμαθαν ότι η Εναγόμενη 1 είχε ένσταση. Το σπίτι της Ενάγουσας κτίστηκε το
  12. Η συνήγορος της Εναγόμενης 1 επέβαλε στον μάρτυρα πως το σπίτι της Εναγόμενης 1, όμως, είναι από το 1878 εκεί, χτισμένο με πέτρα. Δεν αρνήθηκε ότι είναι ένα παλιό σπίτι ή ότι οι τοίχοι του ήταν πλατιοί. Δεν δέχθηκε όμως την υποβολή ότι το παράθυρο υπήρχε ανέκαθεν και ότι δεν μπορούσε να ανοιχτεί σε σπίτι με πέτρινους τοίχους πλάτους πάνω από μισό μέτρο, επιμένοντας, ο μάρτυρας, στην εκδοχή πως δεν υπήρχε παράθυρο πριν από το 2010, ή πριν από το 2008, πρόσθεσε. Ανέφερε πως το 2008 έβγαλε και τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  13. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 9 την πρώτη φωτογραφία. Λέχθηκε σε αυτόν πως σε εκείνη τη φωτογραφία, δεν φαίνεται όλος ο τοίχος. Δεν το αρνήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, η εκδοχή του μάρτυρα ήταν πως από το αδιέξοδο η Εναγόμενη 1 δεν πέρασε ποτέ της. Είναι ένα μονοπάτι, όπως είπε, που δεν χωρεί αυτοκίνητο. Αλλά και με τα πόδια, εάν ήθελε να περνά, δεν θα έχτιζε τοίχο. Επανέλαβε, ο μάρτυρας, πως το αδιέξοδο αυτό παλαιότερα ήταν πέρασμα για να περνά ο περίκλειστος ιδιοκτήτης, και έπειτα έγινε ο δημόσιος δρόμος. Κατά την αντεξέταση, από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2, ο μάρτυρας πρόσθετε πως η σημερινή αξία του αδιεξόδου δεν γνωρίζει ποια είναι. ΜΕ2 Η ΜΕ2, κατά την κυρίως εξέτασή της, κατέθεσε την αίτηση για διάθεση κρατικής γης, που είχε καταχωρίσει η Ενάγουσα μαζί με το επίσημο κτηματικό σχέδιο (Τεκμήριο 10). Μετά την αίτηση, στάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 27.05.2009 στον Έπαρχο, στην Πολεοδομία και στο Κοινοτικό Συμβούλιο Πάχνας (Τεκμήριο 11). Σύμφωνα με τη διαδικασία, όπως είπε, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση, ζητούνται οι απόψεις από τα αρμόδια τμήματα αναφορικά με αυτήν, αφού προηγηθεί η επιτόπια εξέταση. Έγινε επιτόπια έρευνα στην παρουσία του Κοινοτάρχη και της Ενάγουσας και ετοιμάστηκε έκθεση που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
  14. Ετοιμάστηκε και ένα σχεδιάγραμμα που περιλαμβάνεται επίσης στο Τεκμήριο
  15. Στην έκθεση που ετοιμάστηκε για τον σκοπό αυτό σημειώνεται, στο πεδίο των επεμβάσεων η τοποθέτηση καγκελόπορτας και η χρησιμοποίηση του χώρου ως μέρος αυλής από το 1970 περίπου. Στο πεδίο των πληροφοριών, αναφέρεται πως σκοπός της Ενάγουσας είναι η παραχώρηση μέρους της κρατικής γης (δρόμος, αδιέξοδο) για να μπορέσει να αξιοποιήσει οικιστικά το τεμάχιό της, ότι η Εναγόμενη 1 δεν δίδει την έγγραφη συγκατάθεσή της, και ότι, με βάση έρευνα στα μητρώα, το αδιέξοδο αποτελούσε αρχικά μέρος του τεμαχίου 133 που γράφθηκε δυνάμει κατοχής εφόσον χρησιμοποιούνταν ως αδιέξοδο για 30 και πλέον χρόνια. Χρησίμευε για τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου 131 για να μπορεί να εισέρχεται στο κτήμα του. Τα τεμάχια 131, 134 και 133 αποκτήθηκαν από τον πατέρα της Ενάγουσας και συγχωνεύθηκαν και έτσι αποτέλεσαν έναν ενιαίο τίτλο, το τεμάχιο 365, με αποτέλεσμα το αδιέξοδο να μείνει ως έχει. Κατά την επιτόπια έρευνα, παρόντες ήταν, όπως ανέφερε η ΜΕ2, ο Κοινοτάρχης και η Ενάγουσα. Δεν γνωρίζει, η ΜΕ2, αν η επιτόπια εξέταση ήταν και στην παρουσία του γειτνιάζοντος τεμαχίου, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1, αλλά, όπως είπε, δεν είναι αναγκαίο να είναι παρούσα η Εναγόμενη 1, ζητείται στην πορεία η άποψή της, χωρίς να αποκλείεται ή να επιβάλλεται. Όπως γνωρίζει, επικοινωνούν με τους αιτητές και τους καλούν να βρεθούν στο κτήμα, δεν ειδοποιούν τους γείτονες, που όμως μπορούν να είναι παρόντες, χωρίς να είναι υποχρεωτικό. Στον φάκελο, υπάρχει δήλωση που ετοιμάστηκε χειρόγραφα για να δοθεί στην Εναγόμενη 1 για τη συγκατάθεσή της, όμως φαίνεται πως δεν στάλθηκε. Δεν αποκλείει να της δόθηκε επί τόπου και μετά να της ζητήθηκε συγκατάθεση και με επιστολή. Με επιστολή του δικηγόρου της, η Εναγόμενη 1, είπε ότι είχε ένσταση γιατί επηρεάζονται τα συμφέροντά της. Σε κάθε περίπτωση που γίνεται αίτηση για παραχώρηση δρόμου που εφάπτεται σε άλλο τεμάχιο, όπως εξήγησε η ΜΕ2, τεκμαίρεται ότι υπάρχει ο επηρεασμός, όπως και αν εξετάζεται αίτηση για κατάργηση ή παραχώρηση, ζητείται η συγκατάθεση. Πολλές φορές υπάρχει συμφωνία και γίνεται η παραχώρηση. Ωστόσο, όταν το επηρεαζόμενο πρόσωπο δεν δέχεται, απλώς δεν δέχεται. Δεν εξετάζουν περαιτέρω. Αποφασίζει το Υπουργικό Συμβούλιο. Η ΜΕ2 κατέθεσε την έκθεση που συνόδευσε την παραπομπή της υπόθεσης στο Υπουργικό Συμβούλιο (Τεκμήριο 12), με την εισήγηση του Κτηματολογίου να είναι η απόρριψη της αίτησης, γιατί δεν πληρούνταν οι πρόνοιες του Κανονισμού 13 της ΚΠΔ 173/1989, λόγω της ύπαρξης επηρεαζόμενου προσώπου. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, παρόλο που κάλεσε ο ίδιος την ΜΕ2, επέμεινε να την ρωτά πώς επηρεάζεται η Εναγόμενη 1 και η ΜΕ2 απάντησε εκ νέου ότι εφόσον εφάπτεται στον δημόσιο δρόμο, του οποίου ζητείται η παραχώρηση, θεωρείται πως επηρεάζεται και χρειάζεται η συγκατάθεσή της. Η αίτηση δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στη βάση του Κανονισμού 3 γιατί εκείνος, όπως είπε η μάρτυρας, αναφέρεται σε παραχώρηση μικρών τεμαχίων ή μέρος τεμαχίων και συγκεκριμένα ο Κανονισμός 3 εξηγεί σε ποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις εφαρμόζεται. Το μέρος που αιτήθηκε η Ενάγουσα, σημείωσε, δεν είναι τεμάχιο ανεξάρτητο, είναι μέρος δρόμου. Όσον αφορά το παράθυρο, που ισχυρίζεται η Εναγόμενη 1, δεν φαίνεται κάτι σχετικό από τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η μάρτυρας. Κατά την σύντομη αντεξέτασή της, η μάρτυρας ανέφερε πως από την πρακτική που εφαρμόζεται, δεν μπαίνουν στη διαδικασία να ερευνήσουν οι ίδιοι επί της ουσίας επηρεασμό, θεωρούν ότι από τη στιγμή που εφάπτεται και του στερείται η πρόσβαση, είναι επηρεαζόμενο, και χρειάζεται η συγκατάθεση. Το ότι δεν αναφέρεται κάτι για παράθυρο, δεν μπορεί η ίδια να ξέρει εάν υπάρχει ή εάν δεν υπάρχει. Νομικές πτυχές και εξέταση Η διάθεση κρατικής γης εμπίπτει στην εκτελεστική εξουσία που ασκείται, με βάση το άρθρο 54(ε) του Συντάγματος, από το Υπουργικό Συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου. Το άρθρο 8 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224 ορίζει πως κάθε δημόσιος δρόμος και μέρος της παραλίας το οποίο δεν τελεί υπό ιδιωτική κυριότητα κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω νόμου περιέρχεται στη Δημοκρατία για χρήση από το κοινό. Το άρθρο 9 του Κεφ. 224 ορίζει πως κανένας τίτλος επί ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αποκτάται από οποιοδήποτε πρόσωπο με εχθρική κατοχή κατά της Δημοκρατίας ή εγγεγραμμένου κυρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Κεφ. 224, ως διαμορφώθηκε μέχρι σήμερα, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, έχει δηλαδή τη δυνητική εξουσία, υπό τέτοιους όρους, περιορισμούς, προϋποθέσεις και κριτήρια τα οποία ήθελε καθοριστεί με Κανονισμούς[2], όπως είναι οι Κανονισμοί που θεσπίστηκαν δια της ΚΠΔ 173/1989, να παραχωρήσει, να εκμισθώσει, να ανταλλάξει ή με άλλον τρόπο να αποξενώσει ιδιοκτησία της Δημοκρατίας, εκτός από δημόσιο δρόμο ή παραλία. Μπορεί να ανταλλάξει ή να αποξενώσει μέρος οποιουδήποτε δημόσιου δρόμου, εάν ικανοποιηθεί ότι άλλος επαρκής δημόσιος δρόμος έχει παραχωρηθεί προς αντικατάστασή του ή ότι η ανταλλαγή ή η αποξένωση θα βελτιώσει τον δημόσιο αυτό δρόμο. Το εδάφιο

(1)(β) συνιστά εξαιρετική διατύπωση στο εδάφιο 1(α). Οι πράξεις διάθεσης που αποφασίζει το Υπουργικό Συμβούλιο ελέγχονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ανεξάρτητα από την εξουσία διάθεσης που έχει το Υπουργικό Συμβούλιο, δεν παραχωρεί και ούτε προβαίνει σε αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας ή που έχει περιέλθει στη Δημοκρατία για οικιστικούς σκοπούς, εκτός μόνον για περιπτώσεις στέγασης προσώπων που θεωρούνται δικαιούχοι με βάση τις διατάξεις του περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα Νόμου 46(Ι)/2005, και των κληρονόμων των δικαιούχων που απεβίωσαν κατά ή μετά την 7η Απριλίου 2006 προκειμένου περί οικιστικής μονάδας σε Κυβερνητικό Οικισμό και μετά την 20η Ιουλίου 1974 προκειμένου περί οικιστικής μονάδας σε Συνοικισμό Αυτοστέγασης ή των άλλων συγγενικών προσώπων που διαβιούσαν ή συγκατοικούσαν στην ίδια οικιστική μονάδα με τους εν λόγω αποβιώσαντες, και σύμφωνα με τέτοιους όρους, περιορισμούς, προϋποθέσεις και κριτήρια για το σκοπό αυτό, με Κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται. Προκύπτει, αφενός, ότι μόνο μέρος δημόσιου δρόμου και μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί να διατεθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο· εξαίρεση που υπάρχει σε γενικό απαγορευτικό κανόνα. Αφετέρου, η κατ' εξαίρεση διάθεση μέρους του δημόσιου δρόμου μπορεί να γίνει μόνον με ανταλλαγή ή αποξένωση, και εφόσον είτε το προς διάθεση μέρος αντικαθίσταται επαρκώς με άλλον δημόσιο δρόμο είτε η ανταλλαγή ή αποξένωση βελτιώνει τον υφιστάμενο δημόσιο δρόμο. Εξάλλου, η εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου, που του δίδει ο νόμος, δεν μπορεί να ασκηθεί για οικιστικούς σκοπούς, εκτός μόνον για τη στέγαση δικαιούχων. Οι Κανονισμοί που περιέχονται στην ΚΠΔ 173/1989 θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο για τους σκοπούς του άρθρου 18 του Κεφ.224 και δεν ερμηνεύονται ανεξάρτητα από το άρθρο 18 του Κεφ.224 ή αυτοτελώς. Οι Κανονισμοί προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ως «διάθεση» σημαίνει παραχώρηση, μίσθωση, ανταλλαγή ή αποξένωση με οποιοδήποτε τρόπο ακίνητης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει την παροχή διόδου από αυτήν και τη χορήγηση άδειας χρήσης της. Όταν ο λόγος είναι για τεμάχιο ή μέρος τεμαχίου ακίνητης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας περιορισμένης έκτασης, μπορεί να παραχωρηθεί με βάση τον Κανονισμό 3 επί πληρωμή ή να ανταλλαχθεί με άλλην ιδιοκτησία εάν περικλείεται ολόκληρο από άλλο τεμάχιο του οποίου ιδιοκτήτης είναι ο αιτητής, ή περικλείεται ολόκληρο από δυο ή περισσότερα τεμάχια των οποίων ιδιοκτήτης είναι το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή ο αιτητής, ή εισέρχεται ως σφήνα (δίκην σφηνός) στο τεμάχιο του αιτητή, ή πάνω σε ολόκληρο το τεμάχιο ή σε μέρος αυτού υπάρχει, λόγω καλή τη πίστει λάθους, κτισμένη οικοδομή ή μέρος αυτής που χρησιμοποιείται ως κατοικία. Εκεί όπου με βάση τον βασικό νόμο επιτρέπεται η διάθεση για οικιστικούς σκοπούς, προβλέπει ο Κανονισμός 7. Προβλέπει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Υπουργικό Συμβούλιο, όπου κρίνει τούτο αναγκαίο για τη στέγαση άπορων οικογενειών ή οικογενειών οι οποίες θα εγκατασταθούν σε περιοχές πληγείσες λόγω της Τουρκικής εισβολής, μπορεί να επιτρέψει τη διάθεση ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας κατάλληλης για οικιστικούς σκοπούς υπό όρους, τους οποίους το ίδιο θα καθορίζει ανάλογα με την περίπτωση. Εκτός από τις περιπτώσεις χορήγησης άδειας χρήσης, σε κάθε άλλη περίπτωση διάθεσης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας για οικιστικούς σκοπούς, θα υπογράφεται σχετική γραπτή συμφωνία μεταξύ του αιτητή και της Δημοκρατίας η οποία, μεταξύ άλλων θα καθορίζει την αξία της ιδιοκτησίας και τον τρόπο πληρωμής. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 11, ανταλλαγή ακίνητης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας με ιδιωτική ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να γίνεται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εκτός αν γίνεται για σκοπούς ευθυγράμμισης και αναπροσαρμογής συνόρων ενός ή περισσότερων όμορων τεμαχίων γης ή για βελτίωση του οδικού δικτύου. Ο Κανονισμός 13 εφαρμόζεται μόνον όπου ο βασικός νόμος επιτρέπει, κατ' εξαίρεση, την διάθεση μέρους δημόσιου δρόμου. Προβλέπει, όπως και ο βασικός νόμος, πως η ανταλλαγή ή αποξένωση με οποιοδήποτε τρόπο, μέρους δημόσιου δρόμου, επιτρέπεται μόνον σε περίπτωση κατά την οποία είχε παραχωρηθεί άλλος επαρκής δημόσιος δρόμος σε αντικατάσταση τούτου ή η εν λόγω ανταλλαγή ή αποξένωση θα βελτιώσει τον δρόμο, και νοουμένου ότι δεν επηρεάζονται οποιαδήποτε δικαιώματα τρίτων. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 14, οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ της Δημοκρατίας και του αιτητή για τη διάθεση ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας με βάση τους Κανονισμούς υπογράφεται από τον Υπουργό Εσωτερικών εκ μέρους της Δημοκρατίας και από τον αιτητή. Η διάθεση γης που ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή δημόσιας περιουσίας, σε ιδιώτη, με ανταλλαγή ή άδεια χρήσης ή άλλως πώς, όπως είναι αυτονόητο, θα πρέπει να γίνεται με την ανάλογη αυστηρότητα και διαφάνεια. Το ότι απολήγει να κινείται σε σφαίρα ιδιωτικού δικαίου η εκάστοτε πράξη διάθεσης, υπογράφεται δηλαδή συμφωνία μεταξύ του Υπουργού Εσωτερικών, εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, και του αιτητή, και τα μέρη συμβάλλονται - με πιθανότητα πάντοτε να προκύπτουν διαφορές και στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων - δεν σημαίνει πως η απορριπτική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου επί αιτήματος διάθεσης κρατικής γης αποκλείεται να αναθεωρείται δικαστικά ως εκτελεστή διοικητική πράξη έναντι στον επηρεαζόμενο, όπως είναι η θέση του δικηγόρου της Ενάγουσας, με παραπομπή σε νομολογία[3]. Σχετική εξάλλου υπήρξε και η Σέργη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3 ΑΑΔ
  1. Ακόμα, όμως, και εκεί που δεν αναθεωρείται δικαστικά η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ως εκτελεστή διοικητική πράξη, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαναγκάσει δικαστικά τη διάθεση κρατικής γης με ιδιωτικό δίκαιο, χωρίς να υπάρχει δικαίωμα ιδιωτικού δικαίου. Όπως δεν μπορεί γενικότερα να εξαναγκαστεί οποιονδήποτε να συμβληθεί και να διαθέσει σε άλλον πράγμα που αναμφίβολα του ανήκει, επειδή απλώς ο ενδιαφερόμενος το «θέλει», για να αναπτύξει ή να επεκτείνει τη δική του περιουσία. Όσον αφορά τη διαδικασία παραχώρησης που είχε ακολουθήσει η Ενάγουσα με βάση το άρθρο 18 του Κεφ.224, δεν ανέφερε, σε οποιοδήποτε σημείο, ότι είναι δικαιούχος κρατικής βοήθειας για τη στέγασής της, παρόλο που αιτήθηκε για οικιστικούς σκοπούς. Ούτε φαίνεται, για το μέρος του δημόσιου δρόμου που αιτήθηκε να της παραχωρηθεί (το αδιέξοδο) κατ' εξαίρεση, να υπήρχε επαρκής αντικατάσταση ή ότι τα δεδομένα ήταν πως η διάθεσή του σε αυτήν θα βελτίωνε το υφιστάμενο οδικό δίκτυο. Εξάλλου, πρόκειται για μέρος δημόσιου δρόμου που εξυπηρετεί και το εφαπτόμενο τεμάχιο της Εναγόμενης 1, είτε η Εναγόμενη 1 (αφήνεται από την Ενάγουσα να) χρησιμοποιεί τον δρόμο είτε όχι. Ως δημόσιος δρόμος, το αδιέξοδο, μπορεί ευλόγως να χρησιμοποιείται και από το κοινό. Δεν υπάρχει κάποια προφανής κρατική παρανομία έναντι στην Ενάγουσα που, με οποιονδήποτε τρόπο, συνυφαίνεται με υφιστάμενο δικαίωμα της Ενάγουσας, για να ενεργοποιεί τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα δεν θεμελίωσε την απαίτησή της ούτε σε εμπράγματο δικαίωμα στο μέρος του δημόσιου δρόμου που συνιστά το αδιέξοδο, το οποίο, αναμφίβολα, συνιστά γη που ανήκει στην Εναγόμενη
  2. Δεν διεκδικεί μέρος του τίτλου της Εναγόμενης 2 βάσει δικαιώματος, παρόλες τις γενικές αναφορές της, που βρίσκουν μεν κάποια ερείσματα και στη μαρτυρία, αλλά όχι επαρκή, ότι αρχικά το αδιέξοδο ήταν μέρος του δικού της ακινήτου, κ.λπ.. Το ότι αρχικά ήταν μέρος του δικού της ακινήτου ή ότι η ίδια το χρησιμοποιεί περισσότερο ή εν τοις πράγμασι αποκλειστικά, δεν δημιουργεί και δικαίωμά της στο ακίνητο. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για το Δικαστήριο, να προσεγγίσει τη διαφορά της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 2 από κάποιαν οδό ιδιωτικού δικαίου. Όσον αφορά το παράπονο της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 1, η Εναγόμενη 1, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, πρόβαλε ένσταση επί της αίτησης της Ενάγουσας για παραχώρηση επειδή της είχε ζητηθεί η θέση της στο πλαίσιο της διαδικασίας. Παρόλο που στην επιστολή της προς το Κτηματολόγιο, δια των δικηγόρων της, δεν ανέπτυξε τους λόγους ένστασής της, και αυτή η γενικότητα φαίνεται να διατήρησε και επί χρόνια ολόκληρα την περιέργεια και την υποψία στην Ενάγουσα και στον ΜΕ1, ότι συμβαίνει κάτι ύποπτο, ό,τι είναι αντιληπτό είναι, όπως άλλωστε ανέφερε και η ΜΕ2, πως απλώς το ακίνητο της Εναγόμενης 1 εφάπτεται στο μέρος του δημόσιου δρόμου που ζήτησε η Ενάγουσα να της παραχωρηθεί. Η Εναγόμενη 1 δεν επιθυμεί να αποστερηθεί υφιστάμενου δικαιώματός της να χρησιμοποιεί τον δημόσιο δρόμο (είτε τον χρησιμοποιεί επί του παρόντος, είτε όχι). Δεν φαίνεται πως εσκεμμένα ή παράνομα, η Εναγόμενη 1, παρακώλυσε τη διαδικασία ή έβλαψε την Ενάγουσα, ώστε να δημιουργείται δικαίωμα της Ενάγουσας έναντι στην Εναγόμενη 1· η Ενάγουσα δεν απώλεσε κάτι που είχε ή θα είχε εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς της Εναγόμενης
  3. Δόθηκε, κατά την ακροαματική διαδικασία, έμφαση, από την Ενάγουσα, στο παράθυρο. Εάν υπήρχε πάντοτε παράθυρο ή όχι στον τοίχο της οικίας της Εναγόμενης 1 που βρίσκεται στο επίδικο αδιέξοδο, πότε ανοίχθηκε, με την υπόνοια (γιατί γεγονός δεν στοιχειοθετήθηκε) να είναι ότι η Εναγόμενη 1 διάνοιξε το παράθυρο επίτηδες, για να επιδείξει στις Αρχές ανύπαρκτο - κατά την Ενάγουσα - επηρεασμό της. Ακριβώς, η δυσκολία της Ενάγουσας ήταν και είναι να αντιληφθεί ότι, ενώ η ίδια βλέπει μια βάση ουσιαστικού δικαιώματός της στο αδιέξοδο (λ.χ. ανήκε παλιά στο ακίνητό της, το χρησιμοποιεί από πάντα, δεν το χρησιμοποιεί άλλος, δεν χρειάζεται σε κάποιον άλλο γιατί πλέον υπάρχει δημόσιος δρόμος, κ.λπ.), δεν υπάρχει σε νομικό επίπεδο. Ο τρόπος θεώρησης και ενεργειών της Ενάγουσας ταυτόχρονα ερμηνεύεται από την Εναγόμενη 1 ως παρέμβαση της Ενάγουσας σε κάτι που δικαιούται ήδη και η Εναγόμενη
  4. Η Εναγόμενη 1 δεν λαμβάνει σεβασμό στο δικό της δικαίωμα χρήσης του δημόσιου δρόμου, του τμήματος που συνιστά το αδιέξοδο, όταν η Ενάγουσα βάζει καγκελόπορτα (και ο ΜΕ1 λέει στο Δικαστήριο «ας μου ζητήσει να της ανοίξω να περάσει») ή το οικειοποιείται άλλως πώς. Εξ ου και το Τεκμήριο
  5. Η αδυναμία ή απροθυμία της Ενάγουσας ουσιαστικά να διαπραγματευτεί με την Εναγόμενη 1 όρους υπό τους οποίους η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε να παράσχει στην Ενάγουσα συγκατάθεση (εάν θα μπορούσε κατά τα λοιπά να υπάρχει παραχώρηση), δεν βρίσκει θεραπεία δια της αγωγής της αυτής. Το Δικαστήριο δεν έχει κάποιον λόγο να αποστερήσει από την Εναγόμενη 1 την πρόσβασή της στο εφαπτόμενο με το τεμάχιό της δημόσιο αδιέξοδο, να μειώσει το υφιστάμενο επίπεδο δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1, για να επωφεληθεί η Ενάγουσα, απλώς επειδή η Ενάγουσα «θέλει» να αναπτύξει την περιουσία της, και το να μην την αναπτύξει, ενώ βρίσκεται σε συγκεκριμένη πολεοδομική ζώνη, το βιώνει ως ζημιά. Ούτε έναντι στην Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα, έθεσε κάποιο δικαίωμα ιδιωτικού δικαίου. Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Ούτε και απλώς ως αναγνωριστική αγωγή, με τον τρόπο που καταλήγει στην αγόρευσή του ο συνήγορος της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο δεν έχει επαρκή βάση για να αναγνωρίσει εμπράγματο δικαίωμα της Ενάγουσας επί του μέρους του δημοσίου δρόμου που συνιστά το αδιέξοδο. Νοείται πως δεν είναι έργο του Δικαστηρίου, ακόμα και μέσω αναγνωριστικών αγωγών, να καθοδηγεί την εκτελεστική εξουσία για το πώς θα ασκεί το δικό της έργο. Κατάληξη Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 απορρίπτεται, με έξοδα - ακολουθώντας τον κανόνα που ισχύει σε σχέση με τα έξοδα και την συνέπειά τους ως προς το αποτέλεσμα της αγωγής - υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 25 περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ.
  6. [2] Βλ. και ΚΔΠ 577/
  7. [3] Ζέμπασιης ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(2010)3 ΑΑΔ 442, Tekkis v. Republic
(1982)3 CLR 680, C. Kontos Estates Ltd v. Δημοκρατία
(1991)4 ΑΑΔ 2473. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.