← Κύπρος

ΑΝΘΟΥΛΛΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ) ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3109/2018, 30/6/2022

ΑΝΘΟΥΛΛΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ) ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3109/2018, 30/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3109/2018 Μεταξύ: ΑΝΘΟΥΛΛΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ, εκ Λεμεσού, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα την 21/7/2016 Γεώργιου Φωτίου Αθανασίου. Ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση και

  1. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ) ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Λεμεσού
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση εναγόμενων ημερομηνίας 8/9/2021 για απόρριψη και/ή παραμερισμο της αγωγής Ημερομηνία: 30 Ιουνίου, 2022 Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κα Λ. Χ'Ξενοφώντος για A.G. Erotocritou LLC Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χ. Θεοδότου για κα Σ. Κωνσταντίνου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπό κρίση αίτηση, η οποία στηρίζεται στην Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην οποία η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση, ζητούν την απόρριψη και/ή τον παραμερισμό της αγωγής και/ή τη διαγραφή της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας γιατί δεν στοιχειοθετείται καλή βάση αγωγής, γιατί τα θέματα και/ή οι αξιώσεις καλύπτονται από δεδικασμένο και γιατί το δικαίωμα της ενάγουσας έχει παραγραφεί και/ή υπήρξε καθυστέρηση. Η ενάγουσα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα, αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2, το ποσό των €182.500,00 ως την αξία της αίθουσας δεξιώσεων που ο αποβιώσαντας ανήγειρε με δικά του έξοδα στο ακίνητο της εναγόμενης 1 το οποίο ενοικιάζε δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ενοκιάσης. Διαζευκτικά, ζητά απόφαση εναντίον τους για το ποσό των €4.880,00 τον μήνα, ήτοι το 61% του ενοικίου που εισπράττουν από τους ενοικιαστές του ακινήτου και/ή ποσοστό 61% του ενοικίου από οποποιδήποτε μελλοντικό ενοικιαστή για περίοδο 5 ετών. Η αξίωση της ενάγουσας, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στηρίζεται στην αρχή της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τα οποία είναι κοινά και παραδεχτά έχουν ως εξής: Ο Γεώργιος Φωτίου Αθανασίου απεβιώσε στις 21/7/2016 και η ενάγουσα, η οποία είναι αδελφή του, είναι η διαχειρίσρια της περιουσίας και εγείρει την παρούσα αγωγή υπό αυτή της την ιδιότητα. Η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου το οποίο αρχικά δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 11/7/1987 το ενοικίασε στον αποβιώσαντα ενώ ακολούθησαν και άλλες συμφωνίες μεταξύ τους με το ίδιο αντικείμενο με τελευταία την συμφωνία ημερομηνίας 1/8/
  3. Διαρκούσης της ενοικίασης του πιο πάνω ακινήτου, περί το 1999, ο αποβιώσαντας, ανήγειρε με δικά του έξοδα εντός του ενοικιαζομένου ακινήτου αίθουσα δεξιώσεων την οποία υπενοικιάζε σε άλλο πρόσωπο. Η υπενοικιάση του ακινήτου ήταν επιτρεπτή σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ενοικιάσης που είχε υπογράψει με την εναγόμενη
  4. Επειδή ο αποβιώσαντας όφειλε στην ενάγουσα 1 ενοίκια, η ενάγουσα 1 κίνησε την αγωγή 144/2010 στο Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον του, στα πλαίσια της οποίας, σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της και εναντίον του για το ποσό των €53.061,00 ως οφειλομένα ενοικία καθώς και διάταγμα ανάκτησης του ακινήτου. Η απόφαση έφερε αναστολή εκτέλεσης μέχρι 28.12.2010 οπότε και η ενάγουσα 1 ανάκτησε την κατοχή του ακινήτου. Τα πιο κάτω, αποτελούν δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας τις οποίες επαναλαμβάνει και με την ένορκη δήλωσης της που υποστηρίζει την ένσταση της στην αίτηση των εναγομένων 1 και
  5. Ο εναγόμενος 2, που είναι ο γιός της εναγόμενης 1, ενεργούσε μαζί με την εναγόμενη 1 και παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος της και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την διαχείριση του πιο πάνω ακινήτου. Η εναγόμενη 1 συγκατατέθηκε στη ανέγερση της αίθουσας εντός του ενοικιαζόμενου, αναγνώρισε ότι η αίθουσα δεξιώσεων άνηκε στον αποβιώσαντα, ότι θα αυξανόταν η αξία του κτήματος της και ότι θα αποκόμιζε όφελος από την ανέγερση της. Ο αποβιώσαντας, δυνάμει του όρου της συμφωνίας ενοίκασης που είχε με την εναγόμενη 1, ο οποίος του επέτρεπε την υπενοικιάση του ακινήτου, υπενοικιάζε την αίθουσα δεξιώσεων σε άλλο πρόσωπο από τον Απρίλιο του 2006 έναντι του μηνιαίου ενοικιού των €5.980,00 και πλήρωνε στην εναγόμενη το ποσό των €2.307,00 μηνιαίως, υπολογίζοντας ως ποσοστό πληρωμής από το ποσό των €5.890,00 που λάμβανε ότι το 39% αντιστοιχούσε στην αξία της γης και το 61% στην αίθουσα δεξιώσεων. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο αποβιώσας με την παράδοση της κατοχής του ενοικιαζόμενου στην εναγόμενη 1 δεν είχε σκοπό να της δώσει την αίθουσα χαριστικά χωρίς να αξιώσει αποζημιώσεις και πως μετά την ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου, ο εναγόμενος 2 ως εκπρόσωπος της εναγόμενης 1, ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τον αποβιώσαντα και άλλα πρόσωπα και με το δικηγόρο του αποβιώσαντα και τον προέτρεπε να βρει άλλο ενοικιαστή με την προοπτική να ενοικιάζουν το ακίνητο, εφόσον αναγνώριζαν τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και η εναγόμενη 1, ότι η αίθουσα δεξιώσεων που βρίσκεται στο ακίνητο άνηκε αποκλειστικά στον αποβιώσαντα. Περαιτέρω, είναι ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο αποβιώσαντας έκανε προσπάθειες εξεύρεσης ενοικιαστή και παρουσιάσε στους εναγόμενους 1 και 2 αρκετούς ενδιαφερόμενους χωρίς αποτέλεσμα Υποστηρίζει η ενάγουσα, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονταν ότι η αίθουσα κτίστηκε με έξοδα του αποβιώσαντα και πως του ανήκει και για αυτό θεωρούσαν ως δίκαιη λύση και δεσμεύονταν πως εάν ενοικιαστεί ξανά, θα μοιράζονταν το ενοίκιο αφού πρώτα εξοφληθεί το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του αποβιώσαντα. Οι εναγόμενοι, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, τον Σεπτέμβριο του 2017 ενοικίασαν το ακίνητο με την αίθουσα δεξιώσεων και εισπράττουν ως ενοίκιο το ποσό των €8,000,00 τον μήνα, η αξία της οποίας σήμερα, σύμφωνα με εκτίμηση που έχει ετοιμαστεί, ανέρχεται στο ποσό των €182.500,00 το οποίο αξιώνει, όπως ήδη ελέχθη, στη βάση της αρχής της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η εναγόμενη 1 με την ένορκη δήλωση της, η οποία υποστηρίζει την αίτηση των εναγομένων, αφού αναφέρεται στα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και την έκθεση απαίτηση της ενάγουσας ισχυρίζεται πως, «είναι φανερό ότι δεν δικογραφείται καμία βάση αγωγής που να μπορούσε έστω δυνητικά να θεμελιώσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της Αίθουσας Δεξιώσεων. Υποστηρίζει επίσης η εναγόμενη 1, «ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται και κωλύεται από το να προωθεί την Αγωγή, αφού τα θέματα που αφορούν την ενοικίαση του Ακινήτου έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την έκδοση της Απόφασης», και ότι «η Ενάγουσα εμποδίζεται από του να εγείρει και/ή να προωθεί την όποια απαίτηση εναντίον εμού και/ή του Εναγόμενου 2 στη βάση της αρχής της ολιγωρίας (laches) και στη βάση των αρχών της επιείκειας, αφού καθυστέρησε υπερβολικά και αδικαιολόγητα να διεκδικήσει τα όποια συμβατικά και/ή άλλα δικαιώματα εκ μέρους του Αποβιώσαντα.». Η ενάγουσα με την γραπτή ένσταση της προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  6. Δεν πληρούνται και/ή δεν υπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και/ή της νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και/ή δεν στηρίζεται στην Δ.19 Κ. 26 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αφορά στη διαγραφή δικογράφου και/ή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και τυχόν χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων θα καταργούσε το έννομο συμφέρον και/ή τη νόμιμη αξίωση της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση.
  8. Η παρούσα αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή μη τεκμηριωμένη και δεν επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης και/ή αποσκοπεί στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.
  9. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα αλλά αποσκοπεί στην παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας και στη κατάχρηση της ενώ, υποβληθεί με αδικαιολόγητη καθυστέρηση για την οποία ουδεμία εξήγηση δίδεται από τους Ενόρκως Δηλούντες.
  10. Η Έκθεση Απαίτησης είναι σαφής και συγκεκριμένη τόσο όσον αφορά την παράθεση γεγονότων τα οποία είναι ουσιώδη όσο και ότι, το αποτέλεσμα αυτών των γεγονότων ήταν η πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Φωτίου Αθανασίου.
  11. Η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει λογική αιτία αγωγής, συντάχθηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τους κανόνες και τις αρχές της ορθής δικογράφησης.
  12. Η Έκθεση Απαίτησης δεν στερείται αδιαμφησβήτητα Νομικού ερείσματος και/ή δεν είναι ανυπόστατη.
  13. Η αναφορά των γεγονότων από την Χρυστάλλα Παναγιώτου (Χατζηβασιλείου) Κυριάκου στην Ένορκη της Δήλωση ημερομηνίας 08/09/2021 και από τον Κυριάκο Παναγιώτου Κυριάκου στην Ένορκη του Δήλωση ημερομηνίας 08/09/2021, δεν αποδεικνύουν ότι η Έκθεση Απαίτησης είναι σκανδαλώδης και/ή επιπόλαιη και/ή ενοχλητική και/ή καταπιεστική και/ή ότι τείνει να περιπλέξει και/ή καθυστερήσει και/ή επηρεάσει και/ή δυσχεράνει την εκδίκαση της αγωγής και/ή δεν καταδεικνύουν οποιοδήποτε λόγο και/ή «καλό λόγο» για τον οποίο θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτημάτων τους.
  14. Οι Αιτητές παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή από το οποίο να προκύπτει ότι επηρεάζονται δυσμενώς από το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας Έκθεσης Απαίτησης.
  15. Επιτυχία της αίτησης συνιστά παραβίαση του δικαιώματος της Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση να προσφύγει στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 30.1 του Συντάγματος.
  16. Το δικαίωμα της διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Φωτίου Αθανασίου να προσφύγει στο Δικαστήριο δεν έχει παραγραφεί.
  17. Δεν υφίσταται δεδικασμένο, η αγωγή 144/10 του Ε.Δ. Λεμεσού καθότι αυτή αφορούσε διαφορετικό επίδικο θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσιάσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, το περιεχόμενων των οποίων έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο και έχει ληφθεί υπόψη. Ο πρώτος λόγος της ένστασης της ενάγουσας αφορά στο νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η αίτηση των εναγομένων στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση αφού στην νομική της βάση δεν περιλαμβάνεται η Δ.19 Κ. 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση των εναγόμενων βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.27 Θ 1 -
  18. Η Δ.19 Θ.26, αφορά διαγραφή μέρους και όχι ολόκληρου δικογράφου και έτσι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα αίτηση. Αντιθέτως εφαρμογή έχει η Δ.27 Θ.3 που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή αν διαπιστώσει ότι με την έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής, ως είναι και το αίτημα των εναγομένων 1 και 2 στην παρούσα. Τα πιο πάνω απαντούν στον δεύτερο λόγος της ένστασης και για αυτό απορρίπτεται. Ο δεύτερος λόγος ένστασης της ενάγουσας αναφέρεται μεταξύ άλλων και σε καθυστέρηση υποβολής της αίτησης εκ μέρους των εναγομένων. Όσον αφορά το χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος, στη σελ. 575 του Annual Practice

(1958), αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα, αν είναι δυνατό πριν την υπεράσπιση αλλά όχι πριν την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Mepa Manag. Ltd κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ 772, 780. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κάπως καθυστερημένα μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Έχοντας όμως υπόψη ότι η αγωγή βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των οδηγιών, κρίνω ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην καταχώρηση της δεν θα πρέπει να επενεργήσει αρνητικά στην κρίση του δικαστηρίου σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το αίτημα των εναγομένων είναι δικαιολογημένο. Δηλαδή, η αίτηση δεν μπορεί απλά και μόνο να απορριφθεί για αυτό τον λόγο εάν κατά τα άλλα κριθεί ότι το αίτημα των εναγομένων ευσταθεί. Η Δ.27 Θ.3 προβλέπει ότι, «
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.». Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της διαγραφής δικογράφου ως μη απροκάλυπτων αγώγιμο δικαίωμα, χρήσιμη είναι η αναφορά στην υπόθεση In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, οι αρχές τις οποίας υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ν. Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 ΑΑΔ 1338. Στην υπόθεση In Re Pelmako το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ. 19 θ. 26 και της Δ. 27 θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παράβαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Αν με βάση αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο κριθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατο τότε διατάσσεται η διαγραφή του. Η διαπίστωση ως προς το κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου. Τόσο η Αγγλική όσον και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή και έγινε αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Pearce ν Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782, στην οποία λέχθηκαν τα ακολουθα: «The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see e.g. Lawrence v. Lord Norreys
(1980)15 App Cas. 210 at 214, (1886 - 90) All ER 858 at 863) and should not be extended to become a trial of contentions matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney
(1965)2 All E.R. 871,
(1965)2 WLR 1238).» Ακόμη και στην περίπτωση όπου η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, λόγω παράλειψης αναφοράς σε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει χωρίς άλλο την αγωγή αλλά μπορεί να δώσει άδεια τροποποίησης του δικογράφου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)στην σελ. 575: «And where the statement of claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 575, αναφέρεται ότι η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής όσο αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 μπορούν να αποτελέσουν περίπτωσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου υπάρχει δεδικασμένο (βλ. Annual Practice
(1958)στην σελ. 575). Στην Αγγλική απόφαση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.» Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119, στη σελ.1121 αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής ως προς την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.27 Θ.3. : «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελίδα 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση του δραστικού μέτρου απόρριψης αγωγής, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά ν. Εθνικής Τράπεζας (ανωτέρω) ως ακολούθως: « Προκύπτει από την εξέταση της Νομολογίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη Αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: · Πράγματι το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν περιέχει έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία Αγωγής, και · Η Αγωγή δεν μπορεί να δικασθεί ύστερα από τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα ήταν κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά.» Ως προς το τι συνιστά εύλογη αιτία αγωγής σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Drummond - Jackson -v- British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094,1101 όπου λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των ισχυρισμών αυτών δείχνει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί. Η αρχή του δεδικασμένου: Ο κανόνας του δεδικασμένου συμβάλλει στην αποφυγή καταχώρισης πολλών αγωγών και εδραιώνει την τελεσιδικία των διαφορών. Ο κανόνας του δεδικασμένου όχι μόνο καλύπτει τα θέματα που έχουν εγερθεί και εκδικαστεί αλλά έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπιν λογικής έρευνας στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Α. Χαραλάμπους ν. Μ. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας. Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί. Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 58, στην οποία η εφεσείουσα αρχικά καταχώρισε αγωγή για αποζημιώσεις για τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της σε τροχαίο ατύχημα. Μετά την έκδοση απόφασης για £1.900, καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον του ίδιου εφεσίβλητου ζητώντας αποζημιώσεις για τα τραύματα που είχε υποστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις Arnold v. Natwest Bank Plc [1991] 2 AC 93 και στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής που είχε τους ίδιους διαδίκους και ταυτόσημη βάση αγωγής με την προηγούμενη, προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου.» Αρχίζοντας από το ζήτημα του δεδικασμένου, το οποίο όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω δύναται να εξεταστεί δυνάμει της Δ.27 Θ.3, θεωρώ πως εδώ πρόκειται για καθαρή περίπτωση η οποία καλύπτεται από την πιο πάνω αρχή και εξηγώ. Αρχικά υπάρχει ταυτοσημία διαδίκων έστω και εάν η παρούσα αγωγή κινήθηκε από την διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα. Η αγωγή η οποία προηγήθηκε της παρούσας, ως είναι παραδεκτό, αφορούσε την τελευταία συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου που συνομολογήθηκε την 1/8/2007 μεταξύ εναγόμενης 1 και του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 1Α στην αίτηση). Στα πλαίσια της αγωγής 144/2010 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο 2 Α στην αίτηση) και αφού προηγήθηκε ο τερματισμός της πιο πάνω συμφωνίας με επιστολή της εναγόμενης 1 (ενάγουσα στην πιο πάνω αγωγή) ημερομηνίας 24/9/2009 (Τεκμήριο 3 στην αίτηση), συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους του αποβιώσαντα η οποία συνίστατο στην μη καταβολή των ενοικιών, η εναγομενη 1, ως ενάγουσα στην αγωγή 144/2010, αξίωνε εναντίον του αποβιώσαντα το ποσό των οφειλόμενων ενοικιών και διάταγμα ανάκτησης της κατοχής του ενοικιαζομένου ακινήτου. Απόφαση στην πιο πάνω αγωγή όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω εκδόθηκε εκ συμφώνου την 28/5/2010 (Τεκμήριο 2 Β στην αίτηση). Τόσο κατά την έγερση της αγωγής 144/2010 όσο και κατά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η αίθουσα εκδηλώσεων βρισκόταν εντός του ενοικιαζομένου ακινήτου και ήταν εις γνώση τους. Στην εν λόγω συμφωνία, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνετο όρος ότι σε περίπτωση που έγιναν ή θα γίνουν από τον ενοικιαστή, δηλαδή τον αποβιώσαντα, προσθήκες μετατροπές κτλ. στο ενοικιαζόμενο ακίνητο οι οποίες θα ήταν αρεστές στην ιδιοκτήτρια του, δηλαδή στην εναγόμενη 1, τότε με την παράδοση του ακινήτου αυτές θα παρέμεναν στο ενοικιαζόμενο προς όφελος της και ο ενοικιαστής (ο αποβιώσαντας) δεν θα έχει απαίτηση για την δαπάνη που υπέστει και/ή αποζημώσεις. Συνεπώς, είναι ξεκάθαρο πως ζήτηματα σε σχέση με τον πιο πάνω όρο, την ερμηνεία του σε συνάρτηση με το υποστατικο που ανήγειρε ο αποβιώσαντας και ό,τι ουσιαστικά περιλαμβάνει η παρούσα αγωγή, ήταν ζητήματα τα οποία θα έπρεπε να είχαν εγερθεί στην προηγούμενη διαδικασία. Βρίσκω λοιπόν ότι όλα όσα περιλαμβάνονται στην παρούσα είναι στενά συνυφασμένα με την πρώτη διαδικασία και τα οποία οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει στα πλαίσια της αγωγής 144/2010. Πρόκειται, κατά την άποψη μου, για ξεκάθαρα ζητήματα που θα έπρεπε να εγερθούν από τον αποβιώσαντα, είτε μέσω της υπεράσπισης του είτε με την καταχώρηση ανταπαίτησης στα πλασία της πιο πάνω αγωγής ώστε να αποφασιστούν. Από την άλλη όμως, εφόσον όλα τα στοιχεία ήταν εις γνώση του αποβιώσαντα κατά την χρόνο έγερσης από την εναγόμενη 1 της πιο πάνω αγωγής εναντιον του, υπάρχει και το ενδεχόμενο, ενόψει του συμβατικού όρου που αναφέρεται πιο πάνω, ο αποβιώσας να είχε αποφασίσει να μην τα εγείρει καθόλου στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής γνωρίζοντας την πιο πάνω συμβατική του δέσμευση. Τούτο που υπέχει σημασίας, εξετάζοντας το ζήτημα του δεδικασμένου, είναι ότι θα μπορούσαν όλα τα ζητήματα που εγείρει η ενάγουσα με την παρούσα διαδικασία εναντίον των εναγομένων 1 και 2, να τα είχε εγείρει εναντίον τους ο ενάγοντας στην Αγωγή αρ. 144/2010 και δεν τα ήγειρε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την επιτυχή επίκληση του κανόνα του δεδικασμένου στην παρούσα υπόθεση. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, η οποία διαγράφει και την πορεία της αίτησης των εναγομένων προχωρώ να εξετάσω και το θέμα της αποκάλυψης εύλογης αιτίας αγωγής. Όπως ήδη αναφέρθηκε η αξιώση της ενάγουσας στηρίζεται στην αρχής της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού και για αυτό παραθέτω την νομολογία που αφορά την εν λόγω αρχή. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, όπως έχει νομολογηθεί δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής (βλ. Minerva Finance Invetsment Ltd ν. Γεωργίου Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) 2173 εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλ. Παναγιώτης Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 (Β) 1077). Το άρθρο 70 του Κεφ. 149 προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση έξω και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο 70 ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution). Όπως ερμηνεύτηκε το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 στην απόφαση Ismini Kyriakou Hjiloizi and others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11, απαιτείται η απόδειξη τεσσάρων προϋποθέσεων για θεμελίωση του δικαιώματος, ήτοι η πράξη πρέπει να γίνει νόμιμα για άλλο πρόσωπο, να γίνει από άτομο που δεν έχει πρόθεση να πράξει χαριστικά και, το άτομο προς όφελος του οποίου έγινε η πράξη πρέπει να αποκομίσει όφελος. Για τη φύση και το εύρος της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού σχετικές είναι και οι υποθέσεις Σπ.Πολυκάρπου, ν. 1.Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 324, Π.Ιωάννου ν. A.Χαραλάμπους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 507, Ν.Θεοχαρίδης ν. Ι.Ιωάννου κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ.1311, ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.ά. και Δ.Κακαβού, Πολιτική Εφεση 278/2010 ημερομηνίας 15.10.2015, Μελ.Αλκιβιάδη δια του πατρός και κηδεμόνος αυτής ΄Αλκη Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd, Πολιτική Εφεση 310/11 ημερομηνίας 21.3.
  1. Στην Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδη (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εξωσυμβατική θεραπεία. Στην κρινόμενη περίπτωση, οι σχέσεις του αποβιώσαντα και εναγόμενης 1 διέποντο από διάφορες συμφωνίες ενοικιάσης που είχαν υπογράψει μεταξύ τους αναφορικά με την ενοικιάση του επίδικου υποστατικού με τελευταία την συμφωνία ημερομηνίας 1/8/
  2. Ζητήματα σε σχέση με οικοδομές κτλ. που ο αποβιώσαντας ανήγειρε ή θα ανέγειρε εντός του ενοικιαζομένου ακινήτου καλύπτονται από την μεταξύ τους συμφωνία, σχετική αναφορά ως προς το ζήτημα αυτό έγινε πιο πάνω και συνεπώς ενόψει της συμβατικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ τους δεν δύναται η επίκλιση του αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της ενάγουσας για την στηρίξη των αιτούμενων αξιώσεων της εναντίον των εναγομενων 1 και
  3. Ακόμα η ενάγουσα εμποδίζεται να επικαλείται ιδιοκτησιακά δικαιώματα του αποβιώσαντα στην αίθουσα δεξιώσεων. Τέτοιο δικαιώμα του αποβιώσαντα στο κτίσμα δεν μπορεί να επικαλείται εφόσον δυνάμει του άρθρου 22 του περί Ακίνητης Ιδιοκησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 η εναγόμενη 1 είναι ο κύριος της γης και άρα ο ιδιοκτήτης της οικοδομής που βρίσκεται επί της γης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν διατηρώ καμία αμφιβολία ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για εφαρμογή των προνοιών της Δ.27,Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πρόκειται κατά την κρίση μου για ξεκάθαρη περίπτωση όπου στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης δεν αποκαλύπτεται καμία αιτία αγωγής σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες που ζητά η ενάγουσα και καλύπεται από δεδικασμένο. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και συνεπακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται δυνάμει της Δ.27 Θ.
  4. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και τα έξοδα της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον της ενάγουσας - καθ' ης Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν για έγκριση στο Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.