ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΗΡΑΚΛΗ κ.α., Αρ. Γεν. Αιτ.: 609/2010, 9/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αιτ.: 609/2010 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτητών και
- ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΗΡΑΚΛΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- ΚΛΕΑΝΘΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΤΣΙΑΤΤΑΛΟΥ
- ΕΦΗΣ ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Καθ' ων η αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12/4/2021 για παραμερισμό του Διατάγματος Εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 21.12.2010, της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 22.2.2010 και της Αίτησης Έρευνας ημερομηνίας 12.4.2021 Ημερομηνία: 9 Ιουνίου, 2022 Για την Καθ' ης η αίτηση 4-Αιτήτρια: κα Κυριακίδου για κ. Ρ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα A. Τσαγγαρίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Το δικαστήριο την 21.12.2010 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο παραχώρησε άδεια εγγραφής για σκοπούς εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.2.2010 που εκδόθηκε υπέρ των καθ' ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση και εναντίον της αιτήτριας και ακόμη δύο προσώπων (καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην κυρίως αίτηση). Η καθ΄ης η αίτηση 4 - αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση ζητά διατάγματα με τα οποία να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται το «διάταγμα της Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.2.2010», το διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 21.12.2010 και η αίτηση «μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας 7.7.2020». Η αίτηση της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ιδίας με την οποία εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό των πιο πάνω «διαταγμάτων και της αίτησης έρευνας». Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν γραπτή ένσταση στην αίτηση, και η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εξουσιοδοτημένου υπάλληλου τους. Στην προκειμένη περίπτωση η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν άσκησε το δικαίωμα αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.
- θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη επανάληψης του. Για σκοπούς συντομίας θα γίνει αναφορά στα σημαντικότερα σημεία της μαρτυρίας κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει εξεταστεί και ληφθεί υπόψη οτιδήποτε έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Κρίνω, παρά το γεγονός ότι έχουν επισημανθεί και τονιστεί αρκετά κατά την ακρόαση της αίτησης, τα οποία τονίζω ότι έχουν ληφθεί υπόψη, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και γεγονότα στα οποία θα επικεντρωθεί το δικαστήριο Αρχικά επισημαίνω πως το αίτημα για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.2.2010 που η αιτήτρια αναφέρει στην αίτηση της ως «Διάταγμα Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 22.2.2010» δεν δύναται να εξεταστεί καθότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας αίτησης και διαδικασίας. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος της ένστασης των καθ' ων η αίτηση ευσταθεί. Το άρθρο 52
(4)
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου έχει ως ακολούθως: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/2008 ημερ. 11.4.2012 αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση.». Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, είναι διαδικαστικής μορφής διαδικασία. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52.2 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52.4 του Νόμου 22/85. Στην προκειμένη περίπτωση, το αντικείμενο της αίτησης ήταν μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή. Εφόσον η διαιτητική απόφαση δεν είχε εφεσιβληθεί εντός της ταχθείσας εκ του νόμου προθεσμίας αυτή κατέστη τελική και δεσμευτική. Επομένως δεν δικαιολογείται η προσβολή της για λόγους ουσίας της διαφοράς, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα, νομιμότητα ή δεσμευτικότητα της συμφωνίας που αφορά η διαιτητική απόφαση ή οτιδήποτε άλλο που υπερβαίνει τα αυστηρά και περιορισμένα όρια και πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Συνεπώς ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 22.2.2010 δεν νομιμοποιείται να ζητά η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της και το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει αυτό το αίτημα. Προχωρώ να εξετάσω τώρα τον λόγο ένστασης που στρέφεται κατά του νομικού υπόβαθρου της αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση, με τον πέμπτο λόγο της ένστασης τους, θίγουν το ζήτημα και αναφέρουν ότι η αίτηση είναι αντικανονική και στηρίζεται σε λάθος δικονομικό υπόβαθρο. Η δυνατότητα παραμερισμού και ή ακύρωσης διατάγματος εγγραφής διαιτητικής απόφασης και το οποίο εξεδόθη ερήμην, όπως είναι η περίπτωση μας, παρέχεται από τη Δ.48 Θ.11 (η οποία σημειώνω ότι δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της παρούσας Αίτησης) και ασκείται σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία εναγόμενου, δυνάμει των Δ.26 Θ.14 και Δ. 17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Όπως αναφέρθηκε σχετικά από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ηλία ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας
(2009)1 Α.Α.Δ. 365: «Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι το μέρος του θ.11 [Δ.48] στο οποίο δώσαμε έμφαση, παρείχε εξουσία στο πρωτόδικο δικαστήριο για να εξετάσει κατά πόσο το διάταγμα ημερ. 4/7/05 με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή της απόφασης ημερ. 13/1/04 (που αφορά τον εφεσείοντα) θα έπρεπε να παραμεριστεί ή όχι. Έμμεσα ο θ.11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή, όπως προβλέπεται από τη Δ.17, θ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, σε ότι αφορά την υπό κρίση αίτηση και την νομική βάση αυτής κρίνεται ότι είναι ελλιπής, αφού σε αυτή δεν περιλαμβάνεται η Δ.48 θ.11, η οποία είναι και η μόνη κατάλληλη διαταγή για να στηρίξει αίτημα για παραμερισμό του επίδικου διατάγματος. Υπό τις περιστάσεις το ερώτημα που τίθεται και η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί αφορά την τύχη της υπό κρίση αίτησης, αφού αυτή δεν συμμορφώνεται με την Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 970: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
- It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
- Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων .». Η πιο πάνω απόφαση ακολουθήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743 και Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493). Στην υπόθεση Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393 μετά την απόρριψη έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 13(ε) των Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Κανονισμών του 1996 έως 1998 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν επαναφορά της έφεσης. Από πλευράς των εφεσιβλήτων 1, 3 και 4 καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία προβάλλονταν, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή διαδικαστική διάταξη. Σύμφωνα με το Εφετείο καμία από τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν είχε εφαρμογή. Επικαλούμενο την σχετική Νομολογία (Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965, Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743) το Εφετείο ανέφερε ότι μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι άσχετη, τότε, η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη κρίθηκε πως αποτελούσε επαρκή λόγο για απόρριψή της. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743, που πιο πάνω μνημονεύεται, κατά την διάρκεια της ακρόασης της έφεσης ζητήθηκε από τον συνήγορο του εφεσείοντος η τροποποίηση των λόγων έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.1 και 2, έτσι που να συμπεριληφθεί έβδομος λόγος έφεσης. Η εφεσίβλητη εταιρεία έχει προβάλει ένσταση στη σχετική αίτηση ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι οι αναφερόμενοι στην αίτηση θεσμοί δεν μπορούσαν να στηρίξουν το αίτημα. Ήταν η θέση της εφεσίβλητης ότι η εμβέλεια της Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηριζόταν η αίτηση περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων που αφορούν σε πολιτικές διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων. Η ορθή Κανονιστική Διάταξη ήταν εκείνη της Δ.35 θ.4, πλην όμως δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ. 64. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης». Η σημασία της συμπερίληψης του ορθού νομικού βάθρου σε ενδιάμεση αίτηση τονίσθηκε από το Εφετείο και στην μεταγενέστερη υπόθεση Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγων, αφότου ξεκίνησε η δίκη, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. Ο ενάγων παρέλειψε να καταχωρήσει τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και κανείς εκ των διαδίκων δεν αποτάθηκε για επαναορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, αίτημα, το οποίο, σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες, θα ακολουθούσε της καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων. Η εναγόμενη, τότε, αποτάθηκε για απόρριψη της αγωγής. Η αίτησή της βασιζόταν, κατ' ουσία, (α) στα γεγονότα, τα οποία φαίνονταν από τον φάκελο της υπόθεσης και (β) στο θεσμικό βάθρο που καθοριζόταν στην ίδια την αίτηση και το οποίο αποτελείτο, μεταξύ άλλων, από διάφορες θεσμικές διατάξεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και απέρριψε την αγωγή. Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ένας από τους λόγους στους οποίους το Εφετείο βάσισε την απόφασή του ήταν ότι με αναφορά σε ό,τι επί του σημείου τούτου αποφασίσθηκε στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και άλλων, που πιο πάνω αναφέρεται, καμία εκ των θεσμικών διατάξεων στις οποίες θεμελιώθηκε η αίτηση δεν παρείχαν έρεισμα στο αίτημα της εναγόμενης. Η παράλειψη συμπερίληψης στην νομική βάση ενδιάμεσης αίτησης του ορθού διαδικαστικού κανονισμού ή άρθρου Νόμου δεν συνιστά σύμφωνα με την Νομολογία παράλειψη συμμόρφωσης προς τους Θεσμούς και, επομένως, παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σχετική είναι η υπόθεση Bank for Foreign Trade of Russian Federation «Vneshtorgbank» v. ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1 ΑΑΔ
- Στην πιο πάνω υπόθεση κατά την 1.7.97 η εφεσείουσα / εναγομένη 2 στην αγωγή που είχε καταχωρήσει η εφεσίβλητη καταχώρησε αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη συνεπεία της αδικαιολόγητης, όπως ισχυριζόταν, έκδοσης προσωρινού διατάγματος εναντίον της. Στις 21.5.98 η εφεσείουσα ζήτησε την τροποποίηση της αίτησης ημερομηνίας 1.7.97 ώστε αυτή να έχει ως έρεισμα και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Ο συνήγορος της εφεσείουσας υποστήριξε πως η αιτούμενη Θεραπεία μπορούσε να χορηγηθεί με βάση τη Διαταγή
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Εφετείο συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση. Στις σελίδες 1732-1733 λέχθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η ερμηνεία που δόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη Διαταγή 64 είναι ορθή. Η Διαταγή 64 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. Στην περίπτωση της εφεσείουσας είναι αυτό ακριβώς που συμβαίνει. Η αίτηση της 1/7/1997 συμμορφώνεται πλήρως προς τους θεσμούς. Εκείνο που επιζητείται με την αίτηση της 21/5/1998 είναι η τροποποίηση της με την παρεμβολή πρόσθετης νομικής βάσης. Τέτοια όμως παρεμβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεραπεύει οποιαδήποτε παρατυπία που προκλήθηκε λόγω μη συμμόρφωσης της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό. Με άλλα λόγια, τυχόν προσθήκη του άρθρου 9 δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη συμμόρφωση της αίτησης προς οποιοδήποτε θεσμό που παραβιάστηκε συνεπεία της μη αναφοράς του εξ υπαρχής». Επίσης, στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298 λέχθηκε ότι η Διάταξη 64 δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Συνεπώς, η παράλειψη της αιτήτριας στην υπό κρίση περίπτωση να συμπεριλάβει την Δ. 48 Θ.11 στην νομική βάση της αίτησης της, δημιουργεί ελλιπές δικαιοδοτικό υπόβαθρο που δεν θα επέτρεπε την ικανοποίηση του αιτήματος και για αυτό τον λόγο καταλήγω ότι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, κρίνω πως είναι ορθό για σκοπούς πληρότητας, όπως ασχοληθώ και με την ουσία της αίτησης. Έχω μελετήσει με προσοχή την ένορκη δήλωση της αιτήτριας ώστε να μπορέσω να κατανοήσω το παράπονο της. Ισχυρισμοί που στρέφονται και αφορούν την επίδοση της ειδοποίησης της διαιτησίας και της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης σε άλλα πρόσωπα, στους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3, οι οποίοι δεν έχουν υποβάλει κάποιο αίτημα και δεν είναι αιτητές στην παρούσα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Το παράπονο της ίδιας, που μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και διαδικασίας, είναι αυτό που καταγράφεται στην παρ. 7 της ένορκης της δήλωσης. Σύμφωνα με την παρ. 7 της ένορκης της δήλωσης «.... η Αίτηση για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης, η οποία οδήγησε στο Διάταγμα Εγγραφής ημερομηνίας, 21.12.10, ουδέποτε μου επιδόθηκε προσωπικά, αλλά επιδόθηκε στην θυγατέρα μου, ΧΧΧΧΧΧΧ, η οποία δεν διαμένει μονίμως μαζί μας, αφού επισκέπτεται κάποιες φορές, τον ετεροθαλή αδελφό του παππού της, στην Αγγλία, και για την οποίαν Αίτησην Εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης δεν ενθυμούμαι, ειλικρινώς, εάν μου εδόθηκε τούτη από τη θυγατέρα μου, και δεν παρέστηκα στο Δικαστήριο» Περαιτέρω στην παρ. 8 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει: «Εξ άλλου, το πιο πάνω γεγονός, αν έλαβε χώραν, συνέβη προς δωδεκαετίας.» Από το περιεχόμενο του φάκελου της υπόθεσης, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, προκύπτει πράγματι ότι η αίτηση για την εγγραφή της επιδόθηκε στην ενήλικη κόρη της αιτήτριας με την οποία συγκατοικεί. Η επίδοση της αίτησης έλαβε χώρα στις 25/11/2010 ενώ η αίτηση ήταν ορισμένη την 21/12/2010. Η καθ' ης η αίτηση 4, ως επίσης και οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν εμφανίστηκαν στην διαδικασία και στις 21/12/2010 το δικαστήριο αφού βεβαιώθηκε για την ύπαρξη επίδοσης και για όλα τα προαπαιτούμενα προχώρησε και εξέδωσε επίδικο το διάταγμα. Για να επιτύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο αιτητής πρέπει πρωτίστως να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλούς λόγους ένστασης και να δικαιολογήσει τους λόγους μη εμφάνισης του κατά τη διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Δηλαδή αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι αν συντρέχουν λόγοι που θα δικαιολογούσαν, εκ πρώτης όψεως, τη μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Επαναλαμβάνω πως αυτά που η αιτήτρια αναφέρει σε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση 1,2 και 3 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο και συνεπώς προχωρώ να εξετάσω μόνο το ζήτημα που αφορά την επίδοση της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στην ίδια. Ο τρόπος επίδοσης εγγράφων σε φυσικά πρόσωπα καθορίζεται από τη Δ.5 θ.2
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "2
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but, if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left: (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; (
- ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; (iii) with his master in the case of a servant living with his master". Αρχικά σε ότι αφορά το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε η αίτηση για την καθ' ης η αίτηση 4 πρόκειται για την ενήλικη θυγατέρα της και συνεπώς είναι μέλος της οικογένειας της. Η επίδοση έγινε στην διεύθυνση διαμονής της αιτήτριας στην οποία κατά τον χρόνο της επίδοσης, και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, διέμενε και η θυγατέρα της. Το ότι η θυγατέρα της δεν διέμενε μόνιμα εκεί γιατί επισκεπτόταν στο εξωτερικό συγγενικά της πρόσωπα θεωρώ πως δεν ενδιαφέρει. Για τους σκοπούς του Νόμου και προς ικανοποίηση της πιο πάνω δικονομικής πρόνοιας η επίδοση θεωρείται ότι έγινε ορθά. Η αιτήτρια δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση πως δεν έλαβε γνώση της αίτησης αναφέρει πως, «δεν ενθυμούμαι, ειλικρινώς, εάν μου εδόθηκε τούτη από τη θυγατέρα μου, και δεν παρέστηκα στο Δικαστήριο» Από την στιγμή που η αίτηση ορθά έχει επιδοθεί στην αιτήτρια δημιουργείται τεκμήριο ότι η αιτήτρια έλαβε γνώση της αίτησης και δεν μπορεί η πιο πάνω αόριστη θέση της να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα απλά και μόνο επειδή πέρασε χρόνος και η ίδια δεν μπορεί να θυμάται. Επομένως, δεν τίθεται θέμα κακής επίδοσης της αίτησης η οποία να δημιουργεί υποχρέωση παραμερισμού και ακύρωσης του επίδικου Διατάγματος. Συνεπώς και με βάση τα πιο πάνω, εφόσον η αίτηση ορθά επιδόθηκε στην αιτήτρια κρίνω πως η μη εμφάνισης της στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης οφείλεται είτε σε παράληψη της είτε σε επιλογή της ιδίας και δεν μπορεί αυτό να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 716 λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Σχετική είναι και η υπό θεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (πιο πάνω). Ο ρόλος του Δικαστηρίου στη διαδικασία εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης περιορίζεται αυστηρά στην διαπίστωση των προϋποθέσεων για εγγραφή και καταχώρηση της απόφασης στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου, ώστε να μπορεί να εκτελεστεί. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων που αφορούν την επίδοση της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης της ίδιας της αιτήτριας, η αιτήτρια έλαβε μέρος στη διαδικασία ενώπιον του διαιτητή όπου εμφανίστηκε και παραδέχτηκε το χρέος της. Στην προκειμένη δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να συνηγορεί υπέρ του αιτήματος και αφού έχω λάβει υπόψη την πιο πάνω νομολογία και όλα τα ενώπιον μου στοιχεία καταλήγω για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πως η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς, αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) K. Κουνίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο