του Κεφ.113, καταχωρεί τη σχετική γνωστοποίηση στο μητρώο επιβαρύνσεων, κατόπιν πληρωμής δικαιώματος που τυχόν έχει καθοριστεί. Με τον ίδιο τρόπο που θα καταχωρούσε και ένα δικαστικό διάταγμα διορισμού διαχειριστή. Το άρθρο 97 § 1 του Κεφ. 113, όπως άλλωστε προκύπτει από τη διατύπωσή του, δεν παρέχει στον Έφορο Εταιρειών την εξουσία να απορρίπτει τις γνωστοποιήσεις διορισμού διαχειριστή και παραλήπτη. Ούτε βεβαίως η παράλειψή του να προβεί στην καταχώριση αναιρεί το ουσιαστικό γεγονός ότι ο πιστωτής, εν προκειμένω, διόρισε παραλήπτη και διαχειριστή, και ο διορισμός αυτός είναι καταρχήν δεσμευτικός αναμεταξύ των συμβεβλημένων. Η καταχώριση γνωστοποίησης του διορισμού του και στο μητρώο της εταιρείας,
113, συνιστά διαδικασία προβλεπόμενη από τον νόμο, για την τυπική ολοκλήρωση (perfection) της πράξης του διορισμού, που της προσδίδει την αναγκαία δημοσιότητα και κατ' επέκταση εκτελεστότητα έναντι τρίτων. Δεν μπορεί να παρακαμφθεί η νόμιμη προϋπόθεση της εγγραφής του διορισμένου διαχειριστή και παραλήπτη στο μητρώο επιβαρύνσεων της εταιρείας. Δεν αποκλείεται νομικά ο διορισμός διαχειριστή και παραλήπτη με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης μετά από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης· όπως ακριβώς μπορεί να συμβεί και πριν από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης[1]. Μια τέτοια δυνατότητα δεν συναντάται μόνον σε υφιστάμενη νομολογία, όπως, μεταξύ άλλων, στη Re Northern Garage [1946] Ch 188 ή στην Potters Oil Ltd (No 2), Re sub nom Re Potters Oils Ltd [1986] 1 All ER 890, και αλλού[2], αλλά προβλέπεται ως εφικτή και από το ίδιο το Μέρος VI του Κεφ.113, ώστε να περιττεύει η περαιτέρω ανάλυση. Η ίδια η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, συνηθέστερα, συνιστά εκείνη το γεγονός που αποκρυσταλλώνει την κυμαινόμενη επιβάρυνση. Εάν υπάρχει κυμαινόμενη επιβάρυνση επί όλης της περιουσίας μιας εταιρείας, θα ήταν ένα ερώτημα, πρακτικής κυρίως φύσης, προς τι η διαδικασία της εκκαθάρισης[3]. Εν πάση περιπτώσει, ο διορισμός παραλήπτη και διαχειριστή από τον πιστωτή μετά και από τον διορισμό και εκκαθαριστή από το Δικαστήριο, ενώ είναι εφικτός, δεν μπορεί να εμποδίζει το νόμιμο έργο του εκκαθαριστή ή τη διαδικασία της εκκαθάρισης από το Δικαστήριο. Ο παραλήπτης και διαχειριστής που διορίζεται από τον πιστωτή, εκ των πραγμάτων, περιορίζεται· δεν μπορεί να ενεργεί και ως εκπρόσωπος της υπό εκκαθάριση εταιρείας ή άλλων πιστωτών (ο ρόλος αυτός παύει με την εκκαθάριση ή ουδέποτε ενεργοποιείται εάν προηγήθηκε η εκκαθάριση, εκτός εάν εξουσιοδοτηθεί από τον εκκαθαριστή), αλλά μόνον ως εκπρόσωπος του συγκεκριμένου πιστωτή που τον διόρισε· ή δεν μπορεί να ασκεί επιχειρήσεις και να συμβάλλεται για την εταιρεία (που τελεί υπό εκκαθάριση), κ.λπ.[4]. Κατά τα λοιπά, δεν απαγορεύεται στον διορισμένο παραλήπτη και διαχειριστή - μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας διορισμού του - να διαπιστώσει (realisation) και να παραλάβει την εξασφαλισμένη περιουσία, εκ μέρους του πιστωτή που εκπροσωπεί (που μπορεί να είναι το σύνολο της περιουσίας κατά τον χρόνο της εκκαθάρισης). Αυτή η εξουσία του διαχειριστή και παραλήπτη δεν επηρεάζεται από την εκκαθάριση[5]. Η εκκαθάριση, γενικά, δεν έχει κάνει με τις εξασφαλίσεις, όπως ούτε και με την κυμαινόμενη - και πλέον πάγια - επιβάρυνση[6]. Ο εκκαθαριστής, όπως δεν μπορεί καταρχήν να εμποδίσει τον ενυπόθηκο πιστωτή να κάνει χρήση της εξασφάλισής του και για τον σκοπό αυτό να παραλάβει την υποθηκευμένη περιουσία, δεν μπορεί να εμποδίσει και τον διορισμένο από τον πιστωτή παραλήπτη και διαχειριστή της υπό εξασφάλιση περιουσίας να την παραλάβει και να την διαχειριστεί[7]. Ασχέτως των δικών του εργασιών εκκαθάρισης και πώς αυτές θα περατωθούν. Μπορεί να υπάρξουν στην πράξη δυσκολίες στο έργο της διαπίστωσης της περιουσίας που εμπίπτει στην εξασφάλιση. Ο εκκαθαριστής δεν μπορεί, πάντως, να μπαίνει στη διαδικασία να αμφισβητεί τον διορισμό του διαχειριστή και παραλήπτη από συγκεκριμένο πιστωτή, που γίνεται για το συμφέρον του εν λόγω πιστωτή και από τη δική του εμπορική οπτική, με επίκληση της διαδικασίας της εκκαθάρισης, ή ότι και ο διορισμός του ενδεχομένως να δημιουργήσει αχρείαστα έξοδα, ενώ το έργο της διαπίστωσης της περιουσίας της εταιρείας μπορεί να γίνει από τον ίδιο[8], κ.λπ.. Όπως φαίνεται από την υφιστάμενη μαρτυρία, είχαν αποσταλεί γνωστοποιήσεις για τον διορισμό του Αιτητή
113, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, εν γνώσει του πιστωτή ότι είχαν εκδοθεί διατάγματα εκκαθάρισης, και με αυτό το δεδομένο. Οι γνωστοποιήσεις παραλήφθηκαν από τον Έφορο Εταιρειών την 17.07.
113, η εφαρμογή του οποίου δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Ο Αιτητής ασφαλώς και μπορεί να εγείρει αγωγή, για να ζητήσει οποιεσδήποτε θεραπείες, στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων. Αίτηση, όμως, με βάση το άρθρο 337 § 1 του Κεφ.113, νομιμοποιείται να καταχωρίσει μόνον εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία του διορισμού του και κινείται σε επίπεδο άσκησης εταιρικών καθηκόντων. Χωρίς δυνατότητα χρήσης του άρθρου 337 § 1 του Κεφ.113 πριν από την τελειοποίηση του διορισμού του διαχειριστή, δεν εκτίθεται άλλη διάταξη στη νομική βάση της αίτησης, που να δίδει στο Δικαστήριο της εταιρικής δικαιοδοσίας την εξουσία να επιβάλει στον Έφορο Εταιρειών να αποδεχθεί τη γνωστοποίηση διορισμού του Αιτητή. Όσον αφορά τη νομιμότητα του συμβατικού διορισμού και την αναγνώριση που ζητά ο Αιτητής με αυτή την αίτηση (και όχι με αγωγή), δεν αμφισβητήθηκε από τον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος δεν εμφανίζεται στη διαδικασία, ούτε ζητείται από οποιονδήποτε επηρεάζεται από τον διορισμό αυτό να αναγνωρίσει το αντίθετο, ότι δηλαδή ο διορισμός αυτός (που συμβατικά τουλάχιστον φαίνεται να έγινε) είναι άκυρος και ότι ο Αιτητής δεν έχει καμία εξουσία, ώστε να πρέπει ο Αιτητής να μπει σε σχετική διαδικασία απόδειξης. Όπως προαναφέρθηκε, ο Δικαστήριο δεν επικυρώνει τον διορισμό του παραλήπτη και διαχειριστή που γίνεται με βάση ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης και δεν μπορεί να ζητείται τέτοια επικύρωση, εμμέσως, στο πλαίσιο αίτησης με βάση το άρθρο 337 § 1 του Κεφ. 113, ακόμα κι αν το Δικαστήριο, πριν να δώσει οδηγίες, ελέγχει εάν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου σε σχέση με τον διορισμό του αιτούντος, ως θέμα νομιμοποίησης που συναρτάται με το παραδεκτό της αίτησης για οδηγίες, όχι ως θέμα ουσίας. Εάν ο Αιτητής, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διορισμού του, χρειάζεται οδηγίες με βάση το άρθρο 337 § 1 του Κεφ. 113, σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του, ή άλλες θεραπείες, τότε μπορεί να λάβει τα ανάλογα διαβήματα· χωρίς κατ' ανάγκη να συνενώσει στη διαδικασία όλα αυτά τα πρόσωπα που κατέστησε Καθ' ων η αίτηση με αυτή την αίτησή του. Εάν βεβαίως υπάρχουν γνήσιες ουσιαστικές αμφισβητήσεις σε σχέση με τις ενέργειες του πιστωτή που απολήγουν στον διορισμό του, ως διαφαίνονται επί του παρόντος να υπάρχουν και να ανατρέχουν βαθιά στα γεγονότα (όχι τόσο τα όσα αναφέρθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με το κύρος των συμφωνιών λόγω έλλειψης ανταλλάγματος), ενδεχομένως το Δικαστήριο να μην προχωρούσε με οδηγίες καθηκόντων ή διαγνώσεις με βάση το άρθρο 337 § 1 του Κεφ. 113, πριν από την επίλυσή τους. Καταλληλότερο ένδικο βοήθημα για την επίλυση τέτοιων διαφορών που καθορίζουν αστικά δικαιώματα θα ήταν η αγωγή, ώστε να μπορέσει να παρουσιαστεί και να αξιολογηθεί πλήρως η σχετική μαρτυρία που έχει να κάνει με τα συμβατικά δικαιώματα. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, σε αυτό το στάδιο, δεν μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε από τα διατάγματα που ζητά ο Αιτητής με την αίτησή του. Έχοντας διαπιστώσει αυτό, παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε εκ των λοιπών λόγων για τους οποίους ενίστανται οι Καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα, ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 έως 6 και 8 έως 17, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Re Henry Pound, Son & Hutchins
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.