Ορφανού κ.α. ν. Athan κ.α., Αρ. Αγωγής: 2410/2019, 1/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X.M. Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2410/2019 Μεταξύ:
- [ ] Ορφανού, από τη Λεμεσό
- [ ] Ορφανού, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- [ ] Athan, εκ Λεμεσού
- Voufano Properties Ltd, εκ Λεμεσού
- [ ] Ζακακιώτη, εκ Λεμεσού Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου ημερομηνίας 21/01/2020 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Αγωγής: 2410/2019 Μεταξύ:
- [ ] Ορφανού, από τη Λεμεσό
- [ ] Ορφανού, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- [ ] Athan, εκ Λεμεσού
- Voufano Properties Ltd, εκ Λεμεσού
- [ ] Ζακακιώτη, εκ Λεμεσού
- [ ] Habboul, εκ Λεμεσού Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 9/12/2021 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 01/06/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Αντιγόνη Γεωργίου Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4: κ. Αχιλλέας Λεωνίδου για κκ. Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σια Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή παραπέμφθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λεμεσού-Πάφου, Τμήμα Λεμεσού δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 15/10/2019 στα πλαίσια της αίτησης Ε157/
- Δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν περισσότερες λεπτομέρειες της διαδικασίας που ακολούθησε και των δικονομικών μέτρων που έλαβαν χώρα μετά την ανάληψη δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο. Εν ολίγοις με αίτηση ημερομηνίας 8/02/2021 οι Ενάγοντες/Αιτητές αιτούνται συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως η αιτούμενη θεραπεία στην αγωγή, καθότι ισχυρίζονται ότι αυτοί στερούνται υπεράσπισης. Σύμφωνα με τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα/Αιτητή 1 που στηρίζουν την αίτηση ημερομηνίας 8/02/2021, οι Ενάγοντες/Αιτητές με την συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 19/10/2017 συμφώνησαν ως Ιδιοκτήτες κατά ¼ μερίδιο έκαστος μαζί με τον Ιδιοκτήτη του υπόλοιπου ½ να ενοικιάσουν στον Εναγόμενο 1 το ισόγειο υποστατικό που βρίσκεται στην οδό [ ], Τ.Κ. [ ], Λεμεσός, το οποίο ανεγέρθηκε σε μέρος του τεμαχίου αρ. [ ], αρ. εγγραφής [ ], Φ/Σχ. [ ] («το υποστατικό») για 1 χρόνο από 1/01/2018 μέχρι 31/12/2018 με παροχή δικαιώματος στον Εναγόμενο 1 για ανανέωση για 3 επιπρόσθετες δωδεκάμηνες περιόδους με τους ίδιους όρους. Το μηνιαίο ενοίκιο συμφωνήθηκε στο ποσό των €500-. Εν συνεχεία, περί τον Οκτώβριο του 2018 οι Ενάγοντες/Αιτητές 1 και 2 κατέστησαν Ιδιοκτήτες ολόκληρου του υποστατικού ένεκα μεταβίβασης από τον άλλο συνιδιοκτήτη και θείο τους. Η κατ' ισχυρισμό ενέργεια του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 που οδήγησε στον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης ήταν η υπογραφή από αυτόν στις 16/05/2019 συμφωνίας πώλησης της επιχείρησης του γκαράζ στον Εναγόμενο 3 για ποσό €10,000- και η εκχώρηση της χρήσης του υποστατικού ως γκαράζ και υπενοικίασή του σε αυτόν με παράδοση της φυσικής του κατοχής, χωρίς την συγκατάθεση των Εναγόντων/Αιτητών. Η συμφωνία πώλησης και υπενοικίασης έγινε με συμβαλλόμενο μέρος την Εναγόμενη 2, διευθύντρια της οποίας είναι η σύζυγος του Εναγόμενου
- Εξαιτίας αυτού και παρά τις προσπάθειες άρσης της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1, οι Ενάγοντες/Αιτητές με επιστολή της δικηγόρου τους, ημερομηνίας 7/06/2019 που επιδόθηκε στον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1 τερμάτισαν την συμφωνία ενοικίασης και ζήτησαν παράδοση κενής και ελεύθερης της κατοχής του υποστατικού, αλλά και όλα τα μέχρι τότε οφειλόμενα ενοίκια. Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1 στις 25/06/2019 τον ενημέρωσε ότι η συμφωνία πώλησης της επιχείρησης και η υπενοικίαση ακυρώθηκε στις 21/06/2019 παραδίδοντας αντίγραφο της ισχυριζόμενης συμφωνίας που ακυρώθηκε και υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος έχει την κατοχή του υποστατικού και αν οι Ενάγοντες/Αιτητές επιθυμούσαν την παράδοσή του θα έπρεπε να τον αποζημιώσουν, καθότι όπως υποστήριζε, δεν επήλθε τερματισμός της συμφωνίας ενοικίασης του υποστατικού. Ο Ενάγοντας/Αιτητής 1 προβάλλει στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 8/02/2021 ότι ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 εξακολούθησε να υπενοικιάζει παράνομα το υποστατικό στους Εναγόμενους 2 και 3 και δεν παρέδιδε την κατοχή του στους Ενάγοντες/Αιτητές, κάτι που έπραξε στις 4/12/2020 χωρίς να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα/Αιτητή 1, οι Ενάγοντες/Αιτητές απέστειλαν αναφορικά με τα οφειλόμενα ενοίκια επιστολή μέσω της δικηγόρου τους στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση 4 κατά ή περί την 17/12/2019, η οποία είναι η εγγυήτρια των υποχρεώσεων του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 αναφορικά με τα οφειλόμενα υπό αυτού ενοίκια και άλλων υποχρεώσεών του σύμφωνα με την συμφωνία ενοικίασης, χωρίς όμως καμία ανταπόκριση. Όπως προκύπτει από το πρακτικό ημερομηνίας 11/12/2020 παραδόθηκε κενή και ελεύθερη η κατοχή του υποστατικού από τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1 στους Ενάγοντες/Αιτητές στις 4/12/2020 και η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αποσύρθηκε εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 άνευ βλάβης δικαιωμάτων και χωρίς έξοδα. Στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 8/02/2021 καταχωρήθηκε ένσταση από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 στην οποία προβάλλονται διάφοροι λόγοι για τους οποίους αυτή πρέπει να απορριφθεί. Δεν κρίνεται απαραίτητο να γίνει αναφορά σε αυτούς, αλλά μόνο στα όσα ουσιωδώς υποστηρίζονται στην ένορκη δήλωση του κ. [ ] Athan, Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 που την στηρίζει. Αρχικά ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες από τον Ιούνιο του 2019 σταμάτησαν να αποδέχονται την καταβολή ενοικίων από αυτόν και πως η πολύμηνη προσπάθεια διευθέτησης και παράδοσης των κλειδιών οφείλεται αποκλειστικά στην συμπεριφορά τους και συνεχίζουν να αξιώνουν ενοίκια κακόπιστα. Ισχυρίζεται δε, ότι μετά που τον προσέγγισε ο Εναγόμενος 3 για να του υπενοικιάσει το υποστατικό για να γίνει περίπτερο, περί τον Μάϊο του 2019 έγινε συνάντηση με τον Ενάγοντα 1 και τον Εναγόμενο 3 και συμφωνήθηκε η υπενοικίαση του υποστατικού και η πώληση της επιχείρησης. Μετά δε από την συμφωνία αυτή γινόταν επικοινωνία δια γραπτών μηνυμάτων μεταξύ αυτού και του Ενάγοντα 1 για την πορεία της συμφωνίας και όπως αναφέρει ετοιμάστηκε σχετική γραπτή συμφωνία, η οποία και υπεγράφη στις 16/05/2019, ενώ ο Ενάγοντας 1 έθεσε όρο όπως το ποσό των ενοικίων θα του καταβαλλόταν προκαταβολικά. Επισυνάπτει σχετικά μηνύματα της εφαρμογής WhatsApp ως τεκμήριο για να καταδείξει την γνώση του Ενάγοντα 1 για την συμφωνία υπενοικίασης. Όπως αναφέρει, από τον Ιούνιο του 2019 ο Ενάγοντας 1 προκαλούσε θέματα και ήθελε να τερματιστεί κάθε συμφωνία με τον Εναγόμενο 3, αλλά αυτό δεν ήταν εφικτό καθότι είχαν γίνει ήδη έξοδα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 1 ότι δεν καταβλήθηκε το ενοίκιο του Ιουνίου του 2019 αναφέρει ότι προσπάθησε να του το καταβάλει όμως δεν λάμβανε απάντηση, κάτι που τον ανάγκασε να προβεί σε τραπεζική κατάθεση του ενοικίου αυτού για να διαπιστώσει ότι αυτό δεν έγινε κατορθωτό, επειδή ο Ενάγοντας 1 έδωσε εντολή στην Τράπεζα να μην δέχεται καταθέσεις από αυτόν. Παραθέτει ως τεκμήρια σχετικά μηνύματα συνομιλίας WhatsApp και την σχετική τραπεζική απόδειξη κατάθεσης. Τα μηνύματα, όπως υποστηρίζει, καταδεικνύουν την προσπάθειά του να συναντήσει τον Ενάγοντα 1 για να του δώσει το ενοίκιο, καλώντας τον τηλεφωνικά επανειλημμένα. Στις 11/06/2019, όπως αναφέρει, ενώ ο Ενάγοντας 1 αποδέχθηκε να συναντηθούν, στο τέλος κάτι τέτοιο δεν έγινε, επειδή τελικά δεν δέχθηκε. Όπως υποστηρίζει ο Εναγόμενος 1, ο Ενάγοντας 1 ήταν γνώστης της συμφωνίας υπενοικίασης και επειδή άλλαξε γνώμη για αυτή, ακύρωσε την συμφωνία υπενοικίασης, ότι αυτός ήταν ο μόνος κάτοχος του υποστατικού, ενώ υποστηρίζει ότι ουδέποτε πίεσε ο ίδιος ή ο Εναγόμενος 3 τον Ενάγοντα 1 για να την αποδεχθεί. Ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικίασης του υποστατικού από τους Εναγόμενους/Αιτητές, όπως αναφέρει, είναι παράνομος και άκυρος. Όπως υποστηρίζει, η συμφωνία υπενοικίασης ακυρώθηκε στις 21/05/2021 και ενώ ο ίδιος ήταν πρόθυμος να δώσει την κατοχή του ακινήτου, όμως είχε ανταπαίτηση για τα έξοδα που έκανε ύψους €2,000-, ποσό που αρνείται ο Ενάγοντας 1 και δεν αποδεχόταν να λάβει οποιοδήποτε ποσό ενοικίου. Ο Εναγόμενος 1 επιμένει ότι ακόμη και μετά που παρέλαβε επιστολή από τον Ενάγοντα 1, στις 5/07/2019 έστειλε γραπτό μήνυμα στον Ενάγοντα 1 αναφέροντάς του ότι του έστελνε χρήματα τα οποία αυτός δεν αποδεχόταν και τον παρακαλούσε να του δώσει τα χρήματα που σπατάλησε για την ανακαίνιση του υποστατικού και αυτός να του παραδώσει την κατοχή του. Προβάλει δε τον ισχυρισμό ότι είχαν υπογράψει και νέα συμφωνία ενοικίασης, ώστε το υποστατικό να χρησιμοποιηθεί ως περίπτερο μεταγενέστερα, την οποία ο Ενάγοντας 1 παρακράτησε παράνομα, χωρίς να έχει ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αντίγραφο, για να προωθεί την παρούσα αγωγή, παραθέτοντας και σχετικά μηνύματα που απέστελλε επί τούτου στον Ενάγοντα 1, χωρίς αυτός να του απαντά. Τα ενοίκια δεν τα παραλάμβανε ο Ενάγοντας 1, παρά το ότι ο Εναγόμενος 1 τον καλούσε να τα παραλάβει μέσω μηνυμάτων τα οποία παραθέτει αναφέροντάς τους ότι ο δικηγόρος του τα έχει σε λογαριασμό προς καταβολή, ισχυριζόμενος ότι τα μηνύματα αυτά δεν απαντήθηκαν. Όπως αναφέρει ο Ενάγοντας 1, την παραλαβή των κλειδιών του υποστατικού την προωθούσε μέσω μηνυμάτων στον Ενάγοντα 1 μέχρι τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2019 χωρίς ανταπόκριση, παραθέτοντάς τα ως τεκμήριο, μέχρι που εκδόθηκε το διάταγμα παράδοσης της κατοχής από το δικαστήριο. Η καθυστέρηση στην παράδοση οφείλετο στην προσπάθεια συμβιβασμού των οφειλόμενων ενοικίων τα οποία προσπαθούσε να δώσει στον Ενάγοντα 1 και αυτός δεν αποδεχόταν, αλλά ούτε και απαντούσε στα μηνύματά του, δημιουργώντας έτσι περισσότερες οφειλές, ενώ αυτός δεν χρησιμοποιούσε το υποστατικό. Τα ισχυριζόμενα έξοδα που έκανε στο υποστατικό ο Εναγόμενος 1 τα παραθέτει ως σχετικό τεκμήριο. Ως εκ τούτου κρίνει ότι έχει καλή υπεράσπιση, αλλά και ανταπαίτηση και η αίτηση για συνοπτική απόφαση ημ. 8/02/2021 πρέπει να απορριφθεί. Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 9/12/2021 οι Ενάγοντες/Αιτητές αιτούνται άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης προς περαιτέρω υποστήριξη της Αιτήσεως ημερομηνίας 8/02/2021 και/ή προς απάντηση συγκεκριμένων ισχυρισμών που εγείρονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 που συνοδεύει την ένστασή των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί μεταξύ άλλων και η Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας («Θ.Π.Δ.»). Η υπό κρίση αίτηση περιλάμβανε και αίτημα για αντεξέταση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 αναφορικά με την γλώσσα στην οποία ορκίστηκε στην ένορκη του δήλωση και την αντίληψή του για αυτή, αιτητικό το οποίο αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/05/
- Συνεπώς τα όσα υποστηρίζονται αναφορικά με το αίτημα για αντεξέταση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται ότι στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου/Καθ' ων η Αίτηση 1 προβάλλονται ισχυρισμοί, οι οποίοι χρήζουν απάντησης και επεξήγησης για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, καθότι ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 προβάλλει τα γεγονότα στρεβλωμένα και τα τεκμήρια που παραθέτει είναι αποσπασματικά για να δημιουργήσει μια διαφορετική και παραπλανητική εικόνα των γεγονότων και να τεκμηριώσει την στάση του. Ο Ενάγοντας/Αιτητής 1 παραθέτει ως Τεκμήριο 1 την προτεινόμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία και θα αποτελέσει το αντικείμενο της κρίσης του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση στην υπό κρίση αίτηση που καταχώρησε η πλευρά των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 προβάλλονται, πέραν των γενικών ισχυρισμών περί παρατυπίας και αντικανονικότητας, ισχυρισμοί ότι αυτή δεν αποκαλύπτει καλό λόγο ή εξαιρετική περίσταση που να την θεμελιώνει και ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους οι Ενάγοντες/Αιτητές θέλουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν σε γνώση τους όταν καταχωρούσαν την αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 8/02/2021 και πως με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να συμπληρώσουν κενά και αδυναμίες της. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα όσα επιχειρεί να εισάξει δια της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών δεν αφορά σε γεγονότα τα οποία χρήζουν διευκρίνισης και δεν κάνει αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των παραγράφων της ένορκης του δήλωσης τα οποία χρήζουν διευκρίνισης και γιατί. Περαιτέρω, με αυτή γίνεται αναφορά στους λόγους ένστασης όπως παρατέθηκαν ανωτέρω και προβάλλεται ο ισχυρισμός περί προσπάθειας να πληγεί η αξιοπιστία του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 και να ενισχυθεί αυτή του Ενάγοντα/Αιτητή
- Τα μέρη παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις τις οποίες και μελέτησε μετά της δέουσας προσοχής, όμως δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτές. Το νομικό υπόβαθρο για την παροχή της αιτούμενης θεραπείας αποτελεί η Δ.48 Θ4
(2), ήτοι η προϋπόθεση ύπαρξης «καλού λόγου». Η Δ.48, θ.4
(2)μετά την τροποποίησή της με την Κ.Δ.Π. 5/99, ημερ. 23/12/99 προβλέπει τα εξής: «
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Το ζήτημα της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρόθεση και σκοπός δε της Δ.48, θ.4
(2)είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των απαραίτητων δεδομένων για να υποστηριχθούν οι θέσεις των διαδίκων. Άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν είναι δυνατόν να παρασχεθεί όταν πρόκειται να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί, αλλά τέτοια άδεια μπορεί να δοθεί για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του μια πλήρη εικόνα των γεγονότων. Η φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας ενόψει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης στην οποία ζητείται άδεια να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει βαρύνουσα σημασία. Προς τον σκοπό άντλησης καθοδήγησης σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ 979, όπου αποφασίστηκε ότι για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των καθ΄ ων η αίτηση. Σχετική είναι και η απόφαση στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ 195, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Το Δικαστήριο τούτο θεωρεί ενόψει των αρχών της νομολογίας αναφορικά με την αναγκαιότητα θεμελίωσης καλού λόγου ότι θα παραχωρήσει την αιτούμενη άδεια αν και εφόσον διαπιστώσει ότι τα όσα επιχειρούνται να εισαχθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αναγκαία, ώστε τα γεγονότα να παρουσιαστούν ολοκληρωμένα και σφαιρικά που να υποβοηθήσουν στην επιτέλεση του ρόλου του Δικαστηρίου. Στην απόφασή του ο πρώην πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, Έντιμος Δικαστής κ. Σ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε στην Αγωγή αρ. 8869/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, απόφαση ημερ. 28.2.07, ανέφερε τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269, λέχθηκαν τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωσή της, πράγμα που δεν υφίσταται στην περίπτωση μας». Στην απόφαση ημ. 13/07/16 στην υπόθεση αρ. 4501/14, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. L.M. & M United Promotions Ltd κ.α., ECLI:CY:EDLEF:2016:A437 ο Έντιμος Π.Ε.Δ. κ. Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση μου με δεδομένη την σχετικότητα με τα επίδικα θέματα των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν, σε συνδυασμό πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου για έγκριση του αιτήματος, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν συνέτασσε την αρχική ένορκη δήλωση του.». Αναφορικά με την δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων στα πλαίσια αιτήσεων για έκδοση συνοπτικής απόφασης σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Λαζάρου Ευάγγελος κ.α. v. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, όπου λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence». Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Park [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: «But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their inconsistency with the contemporary documents or other compelling evidence». Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: «It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant's own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible». Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given».». Προχωρώντας στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ εκ της παραγράφου 7 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα/Αιτητή 1 που την συνοδεύει ότι επιθυμεί να απαντήσει σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1, ήτοι των παραγράφων 6, 9, 10(Α) και (Β), 11, 12, 14, 15, 18, 19, 20, 21, 22 και 29 πολλές από τις οποίες, όπως αναφέρει, επαναλαμβάνουν τους ίδιους ισχυρισμούς. Στην ίδια παράγραφο αναφέρει ότι στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 παρουσιάζεται μια καθ' όλα διαστρεβλωμένη ιστορία σε καίρια σημεία για την υπόθεση όπως το θέμα υπογραφής της συμφωνίας πώλησης της επιχείρησης και της παράνομης υπενοικίασης και στο κατά πόσο η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών είχε δώσει την συγκατάθεσή τους, όπως επίσης και για την σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3 και για την αδικαιολόγητη άρνηση των Εναγόντων/Αιτητών να αποδεχθούν πληρωμή και παραλαβή της κατοχής του υποστατικού παρουσιάζοντας συνομιλίες μέσω μηνυμάτων αποσπασματικά και τεκμήρια εντέχνως διαστρεβλωμένα για το αληθοφανές των όσων ισχυρίζεται. Αυτό όπως αναφέρει επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με την υπό κρίση αίτηση για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η ορθή εικόνα των γεγονότων. Εκ των παραγράφων του τεκμηρίου 1 της υπό κρίση αίτησης, ήτοι της προτεινόμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρατηρούνται τα ακόλουθα, πέραν των γενικών εισαγωγικών παραγράφων 1, 2 και 3 αυτής: Παράγραφος 4 και 5: Στην παράγραφο αυτή επιχειρείται να εισαχθεί νομικός ισχυρισμός αναφορικά με το νομότυπο της καταχωρηθείσας ένστασης στην αίτηση ημερομηνίας 8/02/2021 για συνοπτική απόφαση. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά στο ότι το πιστό αντίγραφο που εδόθη στην δικηγόρο των Εναγόντων/Αιτητών δεν υπάρχει ημερομηνία καταχώρησης, ούτε και ημερομηνία και ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση ορκίζεται στα Ελληνικά αν και αλλοδαπός και δεν ορκίζεται ρητά επί τούτου. Η προς εισαγωγή παράγραφος δεν θεωρώ ότι πληροί ως προς την αιτία της εισαγωγής της καλό λόγο ώστε να συμπεριληφθεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και δεν αποτελεί μέρος του λόγου τον οποίο επικαλούνται οι Ενάγοντες/Αιτητές στα αιτητικά της υπό κρίση αίτησης. Το ζήτημα της κανονικότητας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης για συνοπτική απόφαση στα πλαίσια υπόδειξης στις γραπτές αγορεύσεις των Εναγόντων/Αιτητών, ενώ αναφορικά με το ζήτημα της αντικανονικότητας του επίσημου αντιγράφου της ένστασης και συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν κρίνω ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί την διαδικασία για να εγερθεί το ζήτημα αυτό. Συνεπώς η προς εισαγωγή παράγραφος 4 απορρίπτεται. Εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν μέρος του αιτητικού υπό Α της υπό κρίση αίτησης κρίνοντας ότι ένα αίτημα γενικό και αόριστο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη μιας αιτήσεως δεν δύναται να εγκρίνεται. Αναφορικά με την παράγραφο 5 ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το ζήτημα της κρίσης της κανονικότητας της ένστασης και συνοδευτικής αυτής ένορκης δήλωσης και κατά συνέπεια δεν κρίνεται σκόπιμο να επιτραπεί συνολικά τα όσα συμπεριλαμβάνονται εκτός από το την αναφορά που γίνεται στις παραγράφους που οι Ενάγοντες/Αιτητές επιθυμούν να απαντήσουν μέχρι το τέλος της παραγράφου αυτής. Παράγραφος 6: Γίνεται αναφορά σε προσπάθεια του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 να παραπλανήσει και να διαστρεβλώσει τα γεγονότα ως εισαγωγική παράγραφος. Στην παράγραφο 6.
- γίνεται αναφορά στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 και στην παράγραφο 6.1.
- επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές ουδέποτε έδωσαν συγκατάθεση για υπενοικίαση του υποστατικού, ενώ προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν παραθέτει ολοκληρωμένη συνομιλία που διαμείφθηκε μεταξύ τους. Με το προς εισαγωγή τεκμήριο 1 η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών επιθυμεί να παραθέσει ολόκληρη τους τη συνομιλία με SMS και ως τεκμήριο 2 την ολοκληρωμένη συνομιλία στην εφαρμογή WhatsApp. Εξετάζοντας την παράγραφο 6.1.
- και τα προς εισαγωγή τεκμήρια 1 και 2, χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε κρίση περί αξιοπιστίας ή ευρημάτων για το τι πραγματικά διαμείφθηκε μεταξύ των μερών, κρίνω ότι τα όσα εκεί παρατίθενται θα δώσουν ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι υπάρχει καλός λόγος να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αναφορικά με την παράγραφο 6.1.
- παρατίθενται ισχυρισμοί και προς εισαγωγή τεκμήρια που υποστηρίζουν τον ισχυρισμό ότι συγκατάθεση δεν δόθηκε στην υπενοικίαση. Πιο συγκεκριμένα παρατίθεται ο ισχυρισμός με τεκμήρια ότι ο Εναγόμενος 3 ήταν πτωχεύσας και όχι άνθρωπος εμπιστοσύνης. Το γεγονός αυτό φαίνεται ότι ήταν σε γνώση των Εναγόντων/Αιτητών όταν προέβαιναν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 8/02/21, όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι αποτελούν διευκρίνηση σε ήδη προβαλλόμενους ισχυρισμούς που επεξηγούν τον λόγο που κατ' ισχυρισμό δεν είχαν δώσει την συγκατάθεσή τους για την υπενοικίαση και συνεπώς είναι επιθυμητή η παράθεσή τους ως μαρτυρία για να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Συνεπώς, η προς εισαγωγή παράγραφος 6.1.
- και τεκμήριο 3 εγκρίνεται. Αναφορικά με την παράγραφο 6.2.1, αν και τα όσα αναφέρονται υπό τις κατά τους Ενάγοντες/Αιτητές ισχυριζόμενες περιστάσεις της συνομολόγησης της συμφωνίας υπενοικίασης μεταξύ των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 με τον Εναγόμενο 3 παρατίθενται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, εντούτοις κρίνω ότι παρατίθενται διευκρινίσεις ως προς τις ενέργειες που προηγήθηκαν της συμφωνίας αυτής από τους Ενάγοντες/Αιτητές, ώστε η συμφωνία υπενοικίασης να μην υπογραφεί με την μορφή παραστάσεων προς τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση 1 και το τι αυτός κατ' ισχυρισμό υποσχέθηκε να πράξει και δεν το έπραττε. Συνεπώς κρίνεται επιθυμητό για σκοπούς διευκρίνησης των περιστάσεων αυτών να τεθούν τα γεγονότα υπόψη του Δικαστηρίου. Τα ίδια κρίνονται ως προς την έγκριση συμπερίληψης σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση των όσων παρατίθενται στην παράγραφο 6.2.
- του τεκμηρίου 1 της υπό κρίση αίτησης, καθότι αυτά που παρατίθενται σε αυτή με τεκμήρια 4 και 5 προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ο Εναγόμενος 3 κατείχε το υποστατικό αποτελούν στοιχεία που θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων/Αιτητών για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η παράγραφος 6.2.
- αποτελεί διευκρίνιση και επεξήγηση του «μπλοκαρίσματος» του λογαριασμού των Εναγόντων/Αιτητών, ώστε να μην δέχονται χρήματα και επεξηγείται ότι αυτό έγινε για λίγες μέρες, ενόψει του ισχυρισμού των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 ότι ο λογαριασμός ήταν μπλοκαρισμένος και δεν μπορούσαν να καταβάλουν τα ενοίκια. Συνεπώς γίνεται αποδεκτή προς κατάθεση σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαζί με το προς κατάθεση αναφερόμενο τεκμήριο
- H παράγραφος 6.2.
- παραθέτει γεγονότα και τεκμήριο 7, το οποίο κατ' ισχυρισμό καταδεικνύει την προσπάθεια του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 να παραπλανήσει με το να παρουσιάσει διαφορετικά τα γεγονότα μέσω αποσπασματικών SMS, τα οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι επιθυμητό να παρατεθούν για να έχει ενώπιον του πλήρη εικόνα γεγονότων. Ως εκ τούτου και η παράγραφος αυτή και το τεκμήριο 7 μπορούν να συμπεριληφθούν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Πλήρη εικόνα θα προσδώσουν στο Δικαστήριο και η προς συμπερίληψη σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση παράγραφος 6.2.5 του τεκμηρίου 1 της υπό κρίση αίτησης με το προς κατάθεση αναφερόμενο τεκμήριο 8 και συνεπώς εγκρίνεται, όσον αφορά τις περιστάσεις της όποιας συνεννόησης διευθέτησης συνάντησης για καταβολή των ενοικίων στους Ενάγοντες/Αιτητές από τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση
- Αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 6.
- γίνεται αποδεκτή ως εισαγωγική παράγραφος, όχι όμως τα όσα παρατίθενται στην παράγραφο 6.3.
- εισαγωγικά και τα υπό (α), (β) και (γ) αφού αποτελεί επιχειρηματολογία των Εναγόντων/Αιτητών με αναφορά στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4, αλλά και σε ισχυρισμούς των Εναγόντων/Αιτητών που ήδη έχουν παρατεθεί σε προηγούμενες παραγράφους του τεκμηρίου 1 και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η υποπαράγραφος (δ) της παραγράφου 6.3.
- με τα προς παράθεση τεκμήρια 9 και 10, αλλά και η παράγραφος 6.3.
- με τα τεκμήρια 11 και 12 κρίνονται σκόπιμο να παρατεθούν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με κατάλληλη αναπροσαρμογή του λεκτικού της εισαγωγικής παραγράφου 6.3., καθότι παραθέτουν ισχυρισμούς για ενέργειες που καταδεικνύουν ότι η συμφωνία υπενοικίασης δεν είχε πραγματικά τερματιστεί, αλλά και λεπτομέρειες για το τι επακολούθησε αναφορικά με το ζήτημα παράδοσης των κλειδιών, τα οποία θα προσδώσουν στο Δικαστήριο πλήρη εικόνα των γεγονότων. Η παράγραφος 6.
- δεν κρίνεται ότι προσδίδει το οτιδήποτε ως αντικείμενο άρνησης, αφού η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα χρησιμοποιηθεί ως δικόγραφο. Αν η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών αρνείται συγκεκριμένη παράγραφο της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 και ως προς τα όσα ισχυρίζεται αυτός εκεί θα προκύψει από όλα τα παρατιθέμενα γεγονότα, τα οποία και θα αξιολογηθούν συνολικά στο μέτρο που επιτρέπει η φύση της διαδικασίας αίτησης για συνοπτική απόφαση. Συνεπώς απορρίπτεται η συμπερίληψή της σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η προς συμπερίληψη σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση παράγραφος 6.5 ολόκληρη αποτελεί παράθεση κατ' ισχυρισμό γεγονότων αναφορικά με τις περιστάσεις παράδοσης της κατοχής του υποστατικού και τα όσα συζητήθηκαν, αναφορικά με τα όσα έγινε προσπάθεια να διευθετηθούν μεταξύ των μερών σε αντίθεση με τα όσα κατ' ισχυρισμό αναφέρει επί των ζητημάτων αυτών στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση
- Συνεπώς κρίνεται ότι είναι αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία μαζί με το προς παράθεση στην παράγραφο 6.5.
- τεκμήριο 13 για να έχει ενώπιον του πλήρη εικόνα των κατ' ισχυρισμό γεγονότων. Οι προς παράθεση ισχυρισμοί των παραγράφων 6.
- και 6.
- του τεκμηρίου 1 της υπό κρίση αίτησης αποτελούν μεν εν μέρει επανάληψη ισχυρισμών που παρατίθενται σε παραγράφους που επιτρέπεται η κατάθεσή τους, όμως συνάδει με την εν γένει παρουσίαση των γεγονότων και την άρνηση των όσων παραθέτει στις σχετικές παραγράφους της ένορκης του δήλωσης ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση
- Περαιτέρω, παραθέτει ισχυρισμούς ως προς το τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 για διάφορα έξοδα στα οποία υπεβλήθη. Συνεπώς κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν στην προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1 για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων. Αιτιολογώντας ως ανωτέρω την συμπερίληψη ή μη συμπερίληψη παραγράφων που παραθέτουν ισχυρισμούς και τεκμήρια σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του πλήρως τα γεγονότα και οι περιστάσεις της διαφοράς και ότι τα στοιχεία που επιδιώκει η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών να θέσει υπόψιν του Δικαστηρίου κρίνονται ως σημαντικά έτσι ώστε η παρουσίαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Ενόψει της Δ.48 Θ. 4 των Θ.Π.Δ. για την ανάγκη θεμελίωσης καλού λόγου, όπως αυτός ερμηνεύτηκε σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο ενέκρινε τις προς συμπερίληψη παραγράφους και τεκμήρια με γνώμονα την χρησιμότητα της παράθεσης της πλήρους εικόνας των όσων συζητήθηκαν μεταξύ των μερών, των όσων έγινε προσπάθεια να διευθετηθούν, των όσων γεγονότων έλαβαν χώρα και καθορίστηκαν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, αλλά την αναγκαιότητα να διευκρινιστούν ισχυρισμοί γεγονότων, εξαιτίας των όσων παρέθεσε στην δική του ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση
- Η όλη διεργασία που απέληξε στη έγκριση ή απόρριψη παραγράφων του τεκμηρίου 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, έλαβε υπόψη της το αυξημένο βάρος που έχουν οι Ενάγοντες/Αιτητές σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται στην κρίση αιτήσεων για συνοπτική απόφαση οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 αρκεί, νοουμένου ότι μετατεθεί το βάρος στους ώμους τους δυνάμει της Δ.18 των Θ.Π.Δ., να καταδείξουν εκείνο το ίχνος υπεράσπισης που θα τους επιτρέψει να ακουστούν στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα βέβαια και με τα όσα καθορίστηκαν νομολογιακά, γίνεται πιο επιτακτική η ανάγκη διευκρινήσεων και παρουσίασης πλήρους φάσματος γεγονότων στο Δικαστήριο. Το εάν τα γεγονότα και προς παράθεση τεκμήρια ήταν από πριν γνωστά στον Ενάγοντα/Αιτητή 1 δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έπρεπε να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σε πλήρη ανάλυση, ανάγκη η οποία προέκυψε από την προβολή της θέσης του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος πάντα κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων/Αιτητών έθεσε γεγονότα και πρόβαλε ισχυρισμούς με στόχο να παραποιήσει την αλήθεια προς επιδίωξη της υπεράσπισης και ανταπαίτησής του. Σε καμία βέβαια περίπτωση το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε διαπίστωση ευρημάτων στο στάδιο αυτό αντιμετωπίζοντας τα όσα παρατίθενται ως ισχυρισμούς των διαδίκων. Τα όσα παρατίθενται ανωτέρω ως η αιτιολογία του Δικαστήριο για να δώσει άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στον Ενάγοντα/Αιτητή 1 αποτελούν και ρητή ή εξυπακουόμενη απόρριψη των λόγων ένστασης των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 και δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ ξεχωριστά με κάθε ένα εξ αυτών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών να καταχωρήσουν Συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως οι παράγραφοι που εγκρίθηκαν εκ του Τεκμηρίου 1 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και που να επισυνάπτει τα τεκμήρια τα οποία εγκρίθηκαν προς παράθεση έχει επιτυχή κατάληξη. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα/Αιτητή 1 ως το τεκμήριο 1 της υπό κρίση αίτησης με όλα τα παρατιθέμενα σε αυτό τεκμήρια εκτός των παραγράφων 4, μέρος της παραγράφου 5 ως καθορίστηκε ανωτέρω, της εισαγωγικής παραγράφου της παραγράφου 6.3.
- και των υποπαραγράφων της ύπο (α), (β) και (γ), καθώς και της παραγράφου 6.
- να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα που προκλήθηκαν από την υπό κρίση αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.)............................................... Χ.Μ. Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο