Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Τitova Larisa Vladimiros κ.α., Αγωγή αρ. 1068/2012, 30/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A172 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1068/2012 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων -και-
- Τitova Larisa Vladimiros, από τη Λεμεσό
- Chr. Karaolis Contractors - Developers Ltd A.E. 12543, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------- Ημερομηνία: 30.6.2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Κ. Κακουλλή για Chrysses Demetriades & Co LLC (για να ακούσει απόφαση ο κ. Δ. Λοϊζίδης) Για την Εναγόμενη 1: κ. Γ Κωνσταντινίδης για Γιάννη Κωνσταντινίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση η κα Χρ. Γεωργίου) Για την Εναγόμενη 2: κ. Φ. Σωφρονίου για Φωκάς Α. Σωφρονίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ TA ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, κατά την 25.7.2008 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί τραπεζιτικές εργασίες, (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Ενάγουσα) παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €180.000 προς το σκοπό της αγοράς από την Εναγόμενη 1 μίας κατοικίας υπ' αριθμό Β329 στο συγκρότημα κατοικιών της Εναγόμενης 2 με την ονομασία «Karaolis Sunsmile Villas» στον Ποταμό Γερμασόγειας (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Κατοικία). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, κατόπιν συμφωνίας ημερ. 25.7.2008, η Ενάγουσα ενέκρινε την παραχώρηση δανείου στην Εναγόμενη 1 για το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό. Η Εναγόμενη 2 δυνάμει Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως της ιδίας ημερομηνίας, ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Περί τον Αύγουστο του 2011 ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές και η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή με την οποία καλούσε τις Εναγόμενες να τακτοποιήσουν το συντομότερο τις εκκρεμότητες τους. Λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγομένων, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 23.1.2012 τερμάτισε την συμφωνία δανείου και κάλεσε τις Εναγόμενες να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του. Η Εναγόμενη 1 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων ότι δεν της επεξηγήθηκαν επαρκώς ή/και καθόλου οι πρόνοιες της συμφωνίας δανείου καθώς και της επιστολής προσφοράς, ούτε της δόθηκε επαρκής χρόνος ώστε να αντιληφθεί το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφε, τα οποία ετοιμάστηκαν από την Ενάγουσα και της παρουσιάστηκαν για άμεση υπογραφή. Η Εναγόμενη 2 στη δική της Έκθεση Υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι ενώ δεν προτίθετο να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης, εντούτοις εξαναγκάστηκε όπως το υπογράψει μετά από πίεση την οποία εξάσκησε επ' αυτής η Ενάγουσα ότι δεν θα παραχωρούσε οποιοδήποτε δάνειο στην Εναγόμενη 1 χωρίς τη δική της εγγύηση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Η Ενάγουσα παρουσίασε ως μάρτυρες τις εργοδοτούμενες της Ιωάννου (Μ.Ε.1) και Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.2). Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι είναι η επικεφαλής της υποδιεύθυνσης Οριστικών Καθυστερήσεων της Ενάγουσας. Κατά τον χρόνο χορήγησης του επίδικου δανείου ήταν υπεύθυνση για την ετοιμασία των εισηγητικών σημειωμάτων σε σχέση με τα στεγαστικά δάνεια της επαρχίας Λεμεσού. Η Ενάγουσα κατά την 25.7.2008 συμφώνησε όπως παρέχει στην Εναγόμενη 1 δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιονδήποτε λογαριασμό. Στη βάση συμφωνίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 της ίδιας ημερομηνίας - Τεκμήριο 6 - η οποία περιέχεται και σε επιστολή της Ενάγουσας - Τεκμήριο 7 - την οποία προσυπέγραψε η Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα ενέκρινε την παραχώρηση δανείου στην Εναγόμενη 1 για το ποσό των €180.000 για αγορά της Κατοικίας υπό τον όρο ότι το προϊόν της εκταμίευσης του δανείου θα αποδίδετο στην Εναγόμενη 2 που ήταν η πωλήτρια της Κατοικίας, ενώ η αποπληρωμή θα έπρεπε να γίνει με μηνιαίες δόσεις εκ €1.168,53 εκάστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας ένα μήνα μετά την παράδοση της Κατοικίας και όχι αργότερα από την 1.12.
- Το δάνειο θα χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο Euribor ενός μηνός και με πρόσθετο επιτόκιο προς 1,5% ετησίως. Το ανωτέρω κυμαινόμενο επιτόκιο υπόκειτο σε μηνιαία αναθεώρηση. Η Εναγόμενη 2 δυνάμει Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως ημερ. 25.7.2008 - Τεκμήριο 8 - εγγυήθηκε αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά την Εναγόμενη 1 και ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις της προς την Ενάγουσα. Η εταιρεία Sunsmile Hotel Enterprises Ltd, η οποία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των 2 τεμαχίων επί των οποίων ανεγέρθη το κτιριακό συγκρότημα, μέρος του οποίου αποτελεί και η Κατοικία, σε αντάλλαγμα της παραχώρησης από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1 του επίδικου δανείου και προς εξασφάλιση της Ενάγουσας, παραχώρησε προς όφελος της τις υποθήκες υπ΄ αριθμό Υ6579/2006, Υ6581/2006, Υ6582/2006, Υ6583/2006, Υ6584/2006 και Υ6585/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Σε μεταγενέστερο χρόνο τα ανωτέρω υποθηκευθέντα ακίνητα μεταβιβάστηκαν επ'ονόματι της Εναγόμενης 2 βεβαρημένα με τις ανωτέρω περιγραφόμενες αποθήκες. Περαιτέρω, σε μεταγενέστερο χρόνο οι 4 πρώτες ανωτέρω περιγραφόμενες υποθήκες διασπάστηκαν, με αποτέλεσμα οι υποθήκες που διασφαλίζουν την επίδικη οφειλή να λάβουν τους αριθμούς Υ10106579/06, Υ10106581/06, Υ10106582/06, Υ10106583/06, Υ10106584/
- Η υποθήκη υπ΄ αριθμό Υ6585/06 παρέμεινε ως έχει. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση για το παραχωρηθέν δάνειο, η Εναγόμενη 1, δυνάμει συμφωνίας της ίδιας ημερομηνίας - Τεκμήριο 12 - εκχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερ. 4.4.2008 - Τεκμήριο 11 - μεταξύ της ίδιας και της Εναγόμενης 2, δυνάμει του οποίου αγόρασε από την Εναγόμενη 2 την Κατοικία. Περί τον Αύγουστο του 2011 ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους €38.095,95 και η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1, με κοινοποίηση στην Εναγόμενη 2, επιστολή ημερ. 11.8.2011 - Τεκμήριο 13 - με την οποία τις καλούσε να τακτοποιήσουν το συντομότερο τις εκκρεμότητες τους, περαιτέρω δε τις πληροφορούσε ότι αν παρέλειπαν να το πράξουν, θα έκλεινε τον λογαριασμό της Εναγόμενης 1 και θα ζητούσε την άμεση εξόφληση του χρεωστικού του υπολοίπου μέσω της δικαστικής οδού. Η Ενάγουσα, ακολούθως, με επιστολή της ημερ. 23.1.2012 - Τεκμήριο 14 - τερμάτισε την επίδικη δανειακή σύμβαση. Περαιτέρω γνωστοποίησε στις Εναγόμενες ότι το ως άνω χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστερήσεων και τις κάλεσε όπως το εξοφλήσουν εντός 7 ημερών. Σε ημερομηνία μετά τον τερματισμό της επίδικης δανειακής σύμβασης, η Ενάγουσα άλλαξε το μηχανογραφικό της σύστημα και ο λογαριασμός καθυστερήσεων στον οποίο μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 έλαβε νέο αριθμό. Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι από τον Φεβρουάριο του 2006 υπηρετεί στην Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων της Ενάγουσας. Με οδηγίες των δικηγόρων της Ενάγουσας ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 - Τεκμήρια 22 μέχρι 27 - με βάση τις καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό βιβλίο που τηρούσε η Ενάγουσα για τους λογαριασμούς της, παραθέτοντας διάφορα εναλλακτικά σενάρια ως προς τις χρεώσεις του λογαριασμού. Η ρηθείσες αναδομημένες καταστάσεις έγιναν με την βοήθεια προγράμματος που έχει εγκατεστημένο στο ηλεκτρονικό της σύστημα η Ενάγουσα. Καταχώρησε στο σύστημα τα σχετικά στοιχεία και όλες τις εγγραφές που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε η Μ.Ε.1 - Τεκμήριο 15 - πλην των τόκων, ως αυτές βρίσκονται καταχωρημένες στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Στη συνέχεια, υπολόγισε με συγκεκριμένες μαθηματικές εξισώσεις τόσο τους τόκους όσο και τους τόκους υπερημερίας, ανάλογα με το επιλεγέν επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας στην κάθε περίπτωση. Ακολούθως έλεγξε και επαλήθευσε ξεχωριστά την κάθε πράξη, καταχώρηση και δεδομένα που αναφέρονται στις ρηθείσες αναδομημένες καταστάσεις και βεβαιώθηκε ότι το περιεχόμενό τους είναι ακριβές και ορθό. Η μάρτυρας παρουσίασε επίσης κατάσταση - Τεκμήριο 28 - με το σύνολο των εξόδων που χρεώθηκε ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 από την ημερομηνία παραχώρησης του δανείου μέχρι την 18.10.
- Οι διάφορες κατηγορίες εξόδων της Ενάγουσας συμπεριλαμβάνονται σε σχετικό πίνακα με την ονομασία «Τιμολόγιο Βασικών Εργασιών» - Τεκμήριο 29 - ο οποίος βρίσκεται τοποθετημένος σε περίοπτη θέση σε όλα τα υποκαταστήματα της Ενάγουσας και είναι επίσης αναρτημένος στην ιστοσελίδα της. Οι χρεώσεις των διαφόρων εξόδων στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 αποτελούν χρεώσεις που η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να χρεώνει με βάση ρητές πρόνοιες του τεκμηρίου 29, όπως επίσης και της επιστολής προσφοράς - Τεκμήριο
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Μοναδική μάρτυρας της πλευράς της Εναγόμενης 1 ήταν η ίδια, ενώ η Εναγόμενη 2 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε μάρτυρα. Η Εναγόμενη 1 κατέθεσε ότι κατάγεται από τη Ρωσία και διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία 22 περίπου χρόνια. Κατά τις συναντήσεις που είχε με εκπροσώπους της Εναγομένης 2 για την αγορά της Κατοικίας διαφάνηκε ότι οι τιμές που ζητούσε η Εναγόμενη 2 ξεπερνούσαν το ποσό που είχε διαθέσιμο. Τελικά συμφώνησαν με την Εναγόμενη 2 στην αγορά της Κατοικίας έναντι του ποσού των €552.000 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. και στις 4.4.2008 υπέγραψαν το σχετικό πωλητήριο έγγραφο - Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη 2 της πρότεινε να προβεί σε δανεισμό για την καταβολή μέρους του τιμήματος, δηλαδή ποσού €180.000, ενώ το υπόλοιπο θα το πλήρωνε με δικά της χρήματα, όπως και έπραξε. Ο διευθυντής της Εναγόμενης 2 της εισηγήθηκε να προβεί σε δανειοδότηση από την Ενάγουσα, που ήταν η τράπεζα με την οποία η Εναγόμενη 2 συνεργαζόταν, εισήγηση την οποία αποδέχτηκε. Για τη σύναψη του δανείου επισκέφθηκε υποκατάστημα της Ενάγουσας συνοδευόμενη πάντοτε από εκπρόσωπο της Εναγόμενης
- Όλη η διαδικασία για τη σύναψη του δανείου γινόταν μεταξύ υπαλλήλων της Ενάγουσας και εκπροσώπων της Εναγόμενης
- Της ίδιας της παρουσίαζαν διάφορα έγγραφα και υπέγραφε, χωρίς να της επεξηγήσουν τους όρους και τη σημασία τους. Επίσης της ζητήθηκε να τους εφοδιάσει με στοιχεία για τα εισοδήματα της, κάτι το οποίο και έπραξε, αφού εξασφάλισε και παρέδωσε στην Ενάγουσα τα σχετικά έγγραφα - Τεκμήριο
- Η μόνη ξεκάθαρη αντίληψη που είχε κατά το χρόνο υπογραφής των Τεκμηρίων 6, 7 και 12 ήταν ότι τα υπέγραψε για να εξασφαλίσει το δάνειο των €180.000,00 το οποίο θα πλήρωνε με μηνιαίες δόσεις, η δε Ενάγουσα θα εξασφάλιζε το ποσό του δανείου με υποθήκη επί της Κατοικίας, η οποία ήταν και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Εναγόμενης
- Πριν την υπογραφή των τεκμηρίων 6, 7 και 12 δεν της δόθηκε αντίγραφο τους, ώστε να μπορέσει να τα μελετήσει ή να τα δώσει σε ειδικό και να λάβει επαγγελματική γνώμη επί των όρων τους. Ούτε της δόθηκε χρόνος για μελέτη τους ή λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Δεν της επεξηγήθηκε από την Ενάγουσα το περιεχόμενο του κάθε εγγράφου αλλά ούτε και οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι που θα προέκυπταν. Όλα τα έγγραφα ήταν συνταγμένα στα αγγλικά, γλώσσα με την οποία δεν ήταν εξοικειωμένη κατά το χρόνο της υπογραφής τους. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε το περιεχόμενο τους ήταν μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, όταν της εξηγήθηκαν από το δικηγόρο της. Δεν ενημερώθηκε σωστά για τη μεταφορά του δανείου της από την Ενάγουσα στη CAC CORAL LIMITED. H κατάσταση γύρω από το ζήτημα αυτό ήταν παραπλανητική. Συγκεκριμένα, ενώ στην επιστολή που της στάληκε από την Ενάγουσα - Τεκμήριο 2, αναφέρεται ότι οι αριθμοί λογαριασμών εν σχέση με τις μεταβιβαζόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις παραμένουν οι ίδιοι, εντούτοις στον πίνακα που βρίσκεται στην πίσω όψη του Τεκμηρίου 2 αναφέρονται αριθμοί λογαριασμών που δεν έχουν σχέση με τον αριθμό που αναφερόταν στις καταστάσεις λογαριασμού που της απέστειλε η Ενάγουσα αλλά ούτε και με τον αριθμό λογαριασμού στον οποίο μεταφέρθηκε το δάνειο της μετά τον τερματισμό του, ο οποίος της είχε γνωστοποιηθεί από την Ενάγουσα με την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο
- Η διεύθυνση της που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου καθώς και στην επιστολή προσφοράς είναι συγκεκριμένος αριθμός ταχυδρομικής θυρίδας. Η Ενάγουσα έστειλε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 14 - στη διεύθυνση της Κατοικίας, στην οποία όμως ουδέποτε κατοίκησε. Γι' αυτό ουδέποτε έλαβε γνώση της επιστολής τερματισμού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αποτελεί γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι η Εναγόμενη 1 υπέγραψε τόσο την επιστολή προσφοράς - Τεκμήριο 7 - όσο και την επίδικη συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 6, όπως επίσης και τη συμφωνία εκχώρησης - Τεκμήριο
- Ομοίως η Εναγόμενη 2 παραδέχεται ότι υπέγραψε τη Συμφωνία Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως - Τεκμήριο
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί, μια εκ των βασικών δικογραφημένων θέσεων της Εναγομένης 1 είναι ότι υπέγραψε τα ρηθέντα έγγραφα χωρίς να της επεξηγηθούν επαρκώς και/ή καθόλου οι όροι τους και χωρίς να της δοθεί επαρκής χρόνος να τα αναγνώσει και να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους και συνακόλουθα, χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να συζητήσει και διαπραγματευτεί με την Ενάγουσα τους όρους αυτών. Αντίθετα της παρουσιάστηκαν από την Ενάγουσα, η οποία και τα συνέταξε, για άμεση υπογραφή. Από πλευράς της η Εναγόμενη 2 προβάλλει ως δικογραφημένη θέση της το ότι, ενώ δεν είχε πρόθεση να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης, εντούτοις εξαναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 8 κάτω από την πίεση της Ενάγουσας ότι δεν θα παραχωρούσε οποιοδήποτε δάνειο στην Εναγόμενη 1 χωρίς την από μέρους της υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Δικογραφεί επίσης ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε αξιωματούχο και/ή υπάλληλο της να υπογράψει τη ρηθείσα συμφωνία, με αποτέλεσμα να μην δεσμεύεται από αυτήν. Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιόν μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η Μ.Ε.1 κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστη. Δεν άφησε ίχνος αμφιβολίας στο Δικαστήριο για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία της. Απάντησε σε οτιδήποτε της ζητήθηκε με ευθύτητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 1 στη γραπτή του αγόρευση, για να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρος, αναδεικνύει κάποια, κατά τη θέση του, αντίφαση στη μαρτυρία της. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται, ενώ στη γραπτή της δήλωση ισχυρίζεται ότι είχε άμεση εμπλοκή στις διαβουλεύσεις με την Εναγόμενη 1 καθώς και με την Εναγόμενη 2 για τη συνομολόγηση του δανείου και η Εναγόμενη 1 γνώριζε τους βασικούς όρους δανειοδότησης πριν ακόμα ετοιμαστούν τα έγγραφα, στην αντεξέταση της σε ερώτηση πόσες φορές βρέθηκε με την Εναγόμενη 1, απάντησε ότι δεν θυμόταν αν η Εναγόμενη 1 ήρθε στο κατάστημα (που η ίδια εργαζόταν), ούτε και υπήρχε «παρουσιολόγιο» για να ξέρει. Θα πρέπει να αναφέρω ότι η ως άνω αναδειχθείσα από την υπεράσπιση αντίφαση είναι μηδαμινής σημασίας και σε καμιά περίπτωση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της για το λόγο ότι κατά την αντεξέταση της ουδόλως είχαν υποβληθεί στη μάρτυρα οι δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης 1 ότι δεν της είχε παραχωρηθεί χρόνος για να αναγνώσει τα επίδικα έγγραφα και να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους και, συνακόλουθα, να της δοθεί η ευκαιρία να διαπραγματευτεί τους όρους τους, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν της είχαν επεξηγηθεί από την Ενάγουσα. Αντίθετα, η θέση η οποία προωθήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, ήταν ότι η Εναγόμενη 1 δεν ήταν γνώστης τότε της αγγλικής γλώσσας στην οποία ήταν συνταγμένα τα επίδικα έγγραφα, θέση η οποία απερρίφθη από τη μαρτυρία. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική θέση από αυτήν η οποία προβάλλεται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο (Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019), ECLI:CY:AD:2019:A
- Αξίζει να αναφερθεί ότι η αμέσως πιο πάνω μη δικογραφημένη θέση, ήταν και αυτή η οποία υποστηρίχθηκε από την Εναγόμενη 1 στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της. Από τη στιγμή λοιπόν που η ανωτέρω περιγραφείσα δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 1 δεν προωθήθηκε κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, διερωτώμαι τι σημασία πλέον έχει το κατά πόσο η Εναγόμενη 1 επισκέφθηκε ή όχι το κατάστημα στο οποίο εργαζόταν η μάρτυρας σε χρόνο πριν την από μέρους της υπογραφή των επίδικων εγγράφων. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να επισημανθεί ότι η μάρτυρας στη γραπτή της δήλωση - Έγγραφο Α - η οποία αποτέλεσε μέρος της κύριας εξέτασης της, αναφέρει ότι είχε πληροφορηθεί από τη συνάδελφο της κα Νεοφύτου, η οποία υπέγραψε τα επίδικα έγγραφα εκ μέρους της Ενάγουσας, ότι αυτά ήταν στη διάθεση της Εναγόμενης 1 για παροχή διευκρινήσεων, αν το επιθυμούσε, ενώ καμία πίεση υπήρξε στην Εναγόμενη 1, χρονική ή άλλη. Αναμφισβήτητα η αμέσως πιο πάνω μαρτυρία συνιστά εξ' ακοής μαρτυρία. Το γεγονός όμως αυτό δεν την καθιστά υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας ούτε και μη αποδεκτή. Όπως προνοεί το άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, εναπόκειται στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να αποφασίσει ποια βαρύτητα θα προσδώσει στην εξ' ακοής μαρτυρία (Ευαγγέλου ν. Δήμου Πάφου, Ποιν. Έφεση Αρ. 249/2017, ημερ. 12.6.2019), ECLI:CY:AD:2019:B
- Στην προκείμενη περίπτωση, πέραν του ότι η μάρτυρας κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστη, ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι είχε την ανωτέρω πληροφόρηση από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Με γνώμονα τα πιο πάνω, έχω αποφασίσει όπως προσδώσω στην ανωτέρω εξ' ακοής μαρτυρία τη βαρύτητα άμεσης μαρτυρίας. Αμφισβητήθηκε επίσης από πλευράς υπεράσπισης η θέση της μάρτυρος ότι η Εναγόμενη 1 τύγχανε νομικής συμβουλής από τον τωρινό της δικηγόρο, όπως επίσης και το περιεχόμενο της δέσμης εγγράφων - Τεκμήριο 18 - την οποία κατέθεσε προς ενίσχυση της εν λόγω θέσης της. Ειδικότερα αμφισβητήθηκε το ότι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18 διαφαίνεται ότι η Εναγόμενη 1 έτυχε νομικής συμβουλής. Είναι γεγονός ότι από το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων δεν μπορεί να διαφανεί ότι η Εναγόμενη 1 έτυχε νομικής συμβουλής επί των επίδικων εγγράφων, θέση με την οποία συμφώνησε τελικά και η μάρτυρας. Από την άλλη όμως η θέση της ότι η Εναγόμενη 1 τύγχανε από τότε εκπροσώπησης από δικηγόρο κρίνεται καθόλα βάσιμη και υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των εγγράφων του Τεκμηρίου
- Επισημαίνεται ότι το πρώτο κατά σειρά έγγραφο του Τεκμηρίου 18 προέρχεται από τον νυν δικηγόρο της, ο οποίος υπό την ιδιότητα του δικηγόρου της εταιρείας NABANCO LTD, βεβαιώνει ότι η Εναγόμενη 1 εργάζεται ως διευθυντής στην ως άνω εταιρεία με συγκεκριμένο μηνιαίο μισθό. Επιπρόσθετα με βάση πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 22.1.2007, το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 18, η Εναγόμενη 1 είναι η μοναδική διευθυντής της ως άνω εταιρείας. Το σημαντικότερο όμως το οποίο και θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι κατά το στάδιο της αντεξέτασης της μάρτυρος ουδόλως ηγέρθη ζήτημα ότι η Εναγόμενη 1 πριν υπογράψει τα επίδικα έγγραφα είχε ζητήσει όπως τύχει νομικής συμβουλής και δεν της επιτράπηκε από την Ενάγουσα. Ούτε στο δικόγραφο της Εναγόμενης 1 εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός. Απλά κατά την αντεξέταση της η μάρτυρας ρωτήθηκε πολύ γενικά και αόριστα κατά πόσο υπάρχει πρακτική από την Ενάγουσα, πριν την υπογραφή των διαφόρων συμφωνιών να δίνεται αντίγραφο τους στον κάθε πελάτη ώστε να τύχει νομικής συμβουλής επ' αυτών. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο υπάρχει αυτή η πρακτική και το ζήτημα παρέμεινε μέχρι εκεί. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης προς τεκμηρίωση της θέσης της ότι πράγματι υπάρχει αυτή η πρακτική και δεν ακολουθήθηκε στην προκείμενη περίπτωση. Αμφισβητήθηκε επίσης η θέση της μάρτυρος ότι πριν την παραχώρηση του επίδικου δανείου είχε προβεί σε έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας της Εναγόμενης
- Της υπεβλήθη συναφώς ότι είχε προβεί σε έναν υποτυπώδη έλεγχο της πιστοληπτικής της ικανότητας. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι ούτε αυτό το ζήτημα καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, η μάρτυρας επεξήγησε λεπτομερώς τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε και τα στοιχεία τα οποία είχε ζητήσει να της παρουσιάσει η Εναγόμενη 1, αίροντας κατ' αυτόν τον τρόπο, οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τον ενδελεχή τρόπο με τον οποίο εξέτασε την πιστοληπτική ικανότητα της Εναγόμενης
- Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι ανεπιφύλακτα και τη θέση της μάρτυρος ότι καμιά πίεση ασκήθηκε επί της Εναγόμενης 2 ώστε να υπογράψει τη συμφωνία εγγύησης - Τεκμήριο
- Αντίθετα το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κάμει αποδεκτή τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 2 ότι, παρά το ότι δεν είχε πρόθεση να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης, εντούτοις εξαναγκάστηκε να το υπογράψει μετά από πίεση που άσκησε επ' αυτής η Ενάγουσα ότι δεν θα παραχωρούσε οποιοδήποτε δάνειο στην Εναγόμενη 1 εκτός αν υπέγραφε την επίδικη συμφωνία εγγύησης. Η ως άνω θέση καταρρίπτεται από τα πρακτικά της συνεδρίας των συμβούλων της Εναγόμενης 2, ημερομηνίας 24.7.2008 - Τεκμήριο 20 - στα οποία ρητά αναφέρεται ότι εγκρίθηκε ομόφωνα απόφαση όπως η Εναγόμενη 2 εγγυηθεί το στεγαστικό δάνειο της Εναγόμενης 1 με την αιτιολογία ότι είναι προς το συμφέρον της εταιρείας (Εναγόμενης 2) να παραχωρήσει την ανωτέρω εγγύηση. Θα πρέπει να γίνει επίσης παραπομπή και στην επιστολή προσφοράς της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 2, ημερομηνίας 7.7.2006 - μέρος του Τεκμηρίου 21 - με την οποία η Εναγόμενη 2 πληροφορείται για την έγκριση της παραχώρησης δανείων από την Ενάγουσα, την οποία και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η Εναγόμενη
- Ένας εκ των όρων της ρηθείσας επιστολής είναι ότι ποσό Λ.Κ.1.000.000 από τις παραχωρηθείσες διευκολύνσεις θα χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, «για την παροχή δικαιώματος αποδοχής της εγγύησης σας σε στεγαστικά δάνεια που θα παραχωρούνται από την τράπεζα μας σε αγοραστές κατοικιών που αφορούν το πιο πάνω έργο». Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς Εναγόμενης 2 για να στηρίξει την εν λόγω δικογραφηθείσα θέση της. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα για το Δικαστήριο να επιλέξει μεταξύ δυο διιστάμενων εκδοχών, αφού η μόνη σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα μαρτυρία είναι αυτή της Μ.Ε.
- (Wynne v. Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, 1145). Την ίδια θετική εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο και η Μ.Ε.
- Φυσικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε, κατ' ουσίαν, από πλευράς υπεράσπισης. Όπως διαφάνηκε, η μόνη εμπλοκή που είχε στην παρούσα υπόθεση ήταν η ετοιμασία των έξι αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού - Τεκμήρια 22 μέχρι 27 - βασιζόμενη σε διαφορετικά δεδομένα για την ετοιμασία της κάθε κατάστασης. Η μάρτυρας επεξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια τα δεδομένα τα οποία έλαβε υπόψη της, όπως και τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε για την ετοιμασία της κάθε μιας από αυτές, αιτιολογώντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, το λόγο για τον οποίο το χρεωστικό υπόλοιπο στην κάθε κατάσταση παρουσιάζεται διαφορετικό. Επεξήγησε επίσης με την ίδια λεπτομέρεια τι επακριβώς αντιπροσωπεύει η κάθε στήλη που παρουσιάζεται στις καταστάσεις της. Αξίζει να αναφερθεί ότι η ορθότητα των υπολογισμών της υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αναφορά στους υπολογισμούς της κάθε κατάστασης, όπως επίσης και στο ποια από αυτές θα προτιμηθεί τελικά, θα γίνει σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Η Εναγόμενη 1 άφησε πενιχρή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν μου άφησε την παραμικρή αμφιβολία ότι δεν είπε την αλήθεια στη μαρτυρία της. Πρωτίστως θα πρέπει να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων εγγράφων δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός της είναι ότι δεν της επεξηγήθηκαν επαρκώς και/ή ουδόλως οι πρόνοιες των εγγράφων που υπέγραψε, ούτε και της δόθηκε επαρκής χρόνος έτσι ώστε να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους. Πέραν όμως του ότι δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις της, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός για το λόγο ότι στερείται πειστικότητας. Είναι άξιο απορίας γιατί δεν είχε ζητήσει από την αρχή, συγκεκριμένα από το χρόνο υποβολής της αίτησης της στην Ενάγουσα για παραχώρηση του δανείου, όπως η συμφωνία του δανείου και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που θα υπέγραφε συνταχθούν στα ελληνικά, που ήταν και η μόνη γλώσσα την οποία γνώριζε κατ' εκείνο το χρόνο, όπως ήταν ο ισχυρισμός της. Η δικαιολογία την οποία προέβαλε, συγκεκριμένα ότι δεν το σκέφτηκε να ζητήσει όπως τα έγγραφα συνταχθούν στα Ελληνικά, κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να κριθεί. Έτι περαιτέρω, από τη στιγμή που δεν γνώριζε την αγγλική γλώσσα στην οποία ήταν συνταγμένα τα έγγραφα, το λογικά αναμενόμενο ήταν ότι δε θα έθετε την υπογραφή της επ' αυτών μέχρι να συνταχθούν στα ελληνικά. Η δικαιολογία την οποία προέβαλε όταν ρωτήθηκε από τη ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας γιατί τα υπόγραψε, συγκεκριμένα ότι την πίεζαν από την Εναγόμενη 2 να τα υπογράψει γρήγορα, δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τέτοιος ισχυρισμός ουδόλως προβάλλεται στο δικόγραφο της. Παντελώς αβάσιμο κρίνεται επίσης το παράπονο της ότι δεν της επεξηγήθηκαν οι όροι των εγγράφων που υπέγραψε. Ενώ στη γραπτή της δήλωση - Έγγραφο Γ - η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση της, ήταν απόλυτη ότι δεν της εξηγήθηκαν οι όροι των εγγράφων και η σημασία τους, κατά την αντεξέταση της, ερωτώμενη κατά πόσο είχε ζητήσει από την υπάλληλο της Ενάγουσας να της εξηγήσει οτιδήποτε, προέβαλε μια διαφορετική θέση, ισχυριζόμενη ότι τη ρώτησε να της εξηγήσει για τους τόκους που θα πληρώσει και πληροφοριακά της ανέφερε ότι ήταν 5% πλέον τόκος 1,5% σε περίπτωση που δεν πλήρωνε τις δόσεις της. Σε υποβολή δε της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι μπορούσε να ζητήσει όσες διευκρινίσεις ήθελε, όπως επίσης τα έγγραφα να συνταχθούν στα ελληνικά, περαιτέρω δε να τα μελετήσει στο σπίτι της, απάντησε ότι δεν το έπραξε λόγω πίεσης του χρόνου. Θεωρώ χρήσιμο να μεταφέρω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέτασης της. E. Εγώ σας υποβάλλω ότι μπορούσετε να ζητήσετε όσες διευκρινίσεις θέλετε. Μπορούσετε να ζητήσετε το έγγραφο να γίνει στα ελληνικά και μπορούσετε να το πάρετε σπίτι σας και να επανέλθετε την επομένη, αφού εξασφαλίζατε νομική συμβουλή και δεν υπάρχει καλός λόγος που δεν το πράξατε. A. Ήταν πίεση χρόνου, ξέρω 'γω; Ήταν από πίεση χρόνου. Όπως μας έλεγε ο Καραολής ''πήγαινε υπόγραψε τώρα και τώρα, τώρα, τώρα, που σε εγκρίνανε, δύο μήνες όχι και τώρα, ναι και πήγαινε γρήγορα'' και εντάξει μπορούσα με τόση πίεση να.... Σε κατοπινό δε στάδιο της αντεξέτασης της αποδέχθηκε, κατ' ουσίαν, υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Ενάγουσας ότι δεν υπήρχε πίεση χρόνου. Μεταφέρω επίσης αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της αντεξέτασης της. E. Εγώ σας υποβάλλω ότι δεν υπήρχε καμία πίεση χρόνου και μπορούσατε μια χαρά να υπογράψετε μια‑δύο μέρες μετά και μια εβδομάδα μετά. Το σπίτι δεν θα έφευγε ούτε θα άλλαζε γνώμη η τράπεζα να μην σας δώσει το δάνειο. Συμφωνείτε; Διαφωνείτε; A. Μάλλον ναι, αλλά... E. Μάλλον ναι; A. Μάλλον μπορούσα, αλλά... να το κάνω, αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα... Είναι πράγματι άξιο απορίας γιατί δεν είχε ζητήσει μικρή αναβολή μιας μόνο μέρας στην υπογραφή των εγγράφων, κατά τρόπο ώστε να είχε την ευκαιρία να επικοινωνήσει στο μεσοδιάστημα με το δικηγόρο της και να πάρει νομική συμβουλή επί των διαφόρων όρων των εγγράφων, αφ' ης στιγμής δεν της είχαν επεξηγηθεί από την Ενάγουσα, ως ήταν ο ισχυρισμός της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της γραπτής της δήλωσης ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της επιστολής τερματισμού - Τεκμήριο 14 - επειδή δεν είχε σταλεί στην ταχυδρομική της θυρίδα αλλά στη διεύθυνση της Κατοικίας στην οποία όμως ουδέποτε διέμεινε, θα πρέπει να αναφέρω ότι καταρρίπτεται από την παραδοχή της ίδιας κατά την αντεξέταση της ότι τη βρήκε τυχαία στο γραμματοκιβώτιο που βρίσκεται έξω από το συγκρότημα κατοικιών της Εναγόμενης 2, σε μια από τις επισκέψεις της. Θεωρώ δε χρήσιμο, και σ' αυτή την περίπτωση, όπως μεταφέρω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση της. E. Εγώ σας υποβάλλω κυρία Titova‑‑ A. Η αλληλογραφία πήγε στο P.O Box μου από πριν, αλλά μετά έκλεισε το P.O Box. E. Οπότε και αυτή η επιστολή τερματισμού στάληκε στη διεύθυνση της κατοικίας από όπου και την παραλάβατε. Αυτή είναι η θέση μου. Η επιστολή τερματισμού, έλεγε ότι δεν πληρώνετε τις δόσεις σας, τερματίζεται η σύμβαση και αυτή πήγαινε στην κατοικία και την παραλάβατε από το γραμματοκιβώτιο σε μια από τις επισκέψεις σας. Αυτή είναι η θέση μου. A. Μπορεί ναι. Τα γραμματοκιβώτια είναι έξω από το complex όλα μαζί, για όλα τα σπίτια και τα έβαζαν εκεί όλα μαζί και όλα κάτω τα ήβρα. Μετά τα βάζουν όλα μαζί και όλα κάτω. Πήγα κοίταξα αν έχει τίποτε στο όνομά μου μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και βρήκα τυχαία. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, η εκδοχή της Εναγόμενης 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Τα ευρήματα στα οποία καταλήγω, με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, έχουν ως ακολούθως: Η Ενάγουσα, δυνάμει της επιστολής προσφοράς προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 25.7.2008 - Τεκμήριο 7 - και της συμφωνίας δανείου της ίδιας ημερομηνίας - Τεκμήριο 6 - παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο για το ποσό των €180.
- Το ρηθέν ποσό χρεώθηκε σε λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε επ' ονόματι της Εναγόμενης 1 και είναι αυτός που περιγράφεται στις καταστάσεις - Τεκμήριο
- Ο σκοπός του δανείου ήταν η αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης της Κατοικίας, την οποία η Εναγόμενη 1 αγόρασε από την Εναγόμενη
- Το δάνειο καθώς και οι τόκοι του θα αποπληρώνονταν με μηνιαίες δόσεις εκ €1.168,53 έκαστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας ένα μήνα μετά την παράδοση της Κατοικίας και όχι αργότερα από την 1.12.
- Η Εναγόμενη 2 δυνάμει του Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως της ίδιας ημερομηνίας - Τεκμήριο 8 - εγγυήθηκε προς την Ενάγουσα όλες τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 και ανέλαβε όπως πληρώσει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σχέση με το παραχωρηθέν δάνειο. Η εταιρεία Sunsmile Hotel Enterprises Ltd, η οποία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των 2 τεμαχίων επί των οποίων ανεγέρθη το κτιριακό συγκρότημα, μέρος του οποίου αποτελεί και η κατοικία, σε αντάλλαγμα της παραχώρησης από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1 του επίδικου δανείου και προς εξασφάλιση της Ενάγουσας, παραχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας τις υποθήκες υπ΄ αριθμό Υ6579/2006, Υ6581/2006, Υ6582/2006, Υ6583/2006, Υ6584/2006 και Υ6585/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Σε μεταγενέστερο χρόνο τα ανωτέρω υποθηκευθέντα ακίνητα μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 βεβαρημένα με τις ανωτέρω περιγραφόμενες αποθήκες. Περαιτέρω, σε μεταγενέστερο χρόνο οι 4 πρώτες ανωτέρω υποθήκες διασπάστηκαν, με αποτέλεσμα οι υποθήκες που διασφαλίζουν την επίδικη οφειλή να λάβουν τους αριθμούς Υ10106579/06, Υ10106581/06, Υ10106582/06, Υ10106583/06, Υ10106584/
- Η υποθήκη υπ΄ αριθμό Υ6585/06 παρέμεινε ως έχει. Ως επιπρόσθετη εξασφάλιση της Ενάγουσας, με βάση τη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 25.7.2008 - Τεκμήριο 12 - η Εναγόμενη 1 εκχώρησε προς την Ενάγουσα όλα τα απορρέοντα από τη συμφωνία πώλησης μεταξύ της ιδίας και της Εναγομένης 2 - Τεκμήριο 11 - δικαιώματα της. Ενόψει του ότι ο λογαριασμός της Εναγομένης 1 παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές, η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 11.8.2011 - μέρος του Τεκμηρίου 13 - την οποία απέστειλε προς την Εναγόμενη 1 και κοινοποίησε προς την Εναγόμενη 2, τις κάλεσε όπως εξοφλήσουν το ληξιπρόθεσμο ποσό των €38.095,95 εντός 15 ημερών. Επειδή οι Εναγόμενες δεν συμμορφώθηκαν με τα ανωτέρω, η Ενάγουσα με νέα επιστολή της προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 23.1.2012 - Τεκμήριο 14 - την οποία κοινοποίησε στην Εναγόμενη 2, τις ενημέρωσε ότι ανακάλεσε την παραχωρηθείσα διευκόλυνση και από 18.10.2011 ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 έκλεισε και το εκ €218.522,81 χρεωστικό υπόλοιπο του μεταφέρθηκε στο νέο λογαριασμό καθυστερήσεων. Κατά την 11.3.2013 η Ενάγουσα άλλαξε το μηχανογραφικό της σύστημα και ο λογαριασμός καθυστερήσεων στον οποίο μεταφέρθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 έλαβε νέο αριθμό εις αντικατάσταση του προηγούμενου. Η ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΔΑΝΕΙΑΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπογραφή τόσο της επίδικης δανειακής σύμβασης - Τεκμήριο 6 - όσο και της επιστολής προσφοράς - Τεκμήριο 7 - από την Εναγόμενη 1 υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξήγησε σε προγενέστερο στάδιο της απόφασης του, απέρριψε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγομένης 1 ότι δεν της είχαν επεξηγηθεί οι όροι των ανωτέρω εγγράφων και ότι δεν της δόθηκε επαρκής χρόνος για να τα αναγνώσει πριν τα υπογράψει ώστε να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους, περαιτέρω δε ότι δεν της δόθηκε ούτε η ευκαιρία για να συζητήσει και διαπραγματευτεί με την Ενάγουσα τους όρους αυτών. Αντίθετα, αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη 1 προέβη στην υπογραφή τους έχοντας πλήρη γνώση του περιεχομένου τους. Ένας άλλος δικογραφημένος ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 είναι ότι τα ανωτέρω έγγραφα εμπεριέχουν παράνομους και/ή καταχρηστικούς όρους τους οποίους επέβαλε η Ενάγουσα εκμεταλλευόμενη την ανάγκη της για δανειοδότηση. Το ζήτημα όμως αυτό ηγέρθη κατά γενικό και αόριστο τρόπο αφού δεν καθορίζεται στο δικόγραφο της Εναγόμενης 1 ποιοι είναι οι παράνομοι και καταχρηστικοί όροι, κάτι το οποίο όφειλε να πράξει. Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης 1, της υπεβλήθη, μεταξύ άλλων, ότι καταχρηστικά η Ενάγουσα άφησε να τοκίζεται το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγομένης 1 με το υπέρογκο επιτόκιο του 14% αντί να προχωρήσει με τη διαδικασία της εκχώρησης με βάση τη συμφωνία εκχώρησης - Τεκμήριο 12 - περαιτέρω δε ότι καταχρηστικά χρέωνε με τόκο και τα έξοδα καθυστερήσεων όπως επίσης και ότι καταχρηστικά η Ενάγουσα αύξησε το πρόσθετο επιτόκιο από 1.5% σε 5%. Τα ζητήματα όμως αυτά όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν καλύπτονται από το δικόγραφο της Εναγομένης 1 με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της αύξησης του επιτοκίου, τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό, θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο σημείο της απόφασης μου. Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι το ζήτημα των καταχρηστικών όρων δεν συσχετίστηκε με τυχόν ακυρότητα της επίδικης δανειακής σύμβασης καθ' ολοκληρία, ούτε και εγείρεται τέτοιο ζήτημα από την Εναγόμενη
- Η ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΤΟΥ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, ενόψει του ότι ο λογαριασμός δανείου της Εναγομένης 1 παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι οποίες εξακολουθούσαν να παραμένουν απλήρωτες ακόμα και μετά την τελευταία κατά σειρά προειδοποιητική επιστολή ημερ. 11.8.2011 - Τεκμήριο 13 - η Ενάγουσα με την επιστολή της ημερ. 23.1.2012 - Τεκμήριο 14 - ενημέρωσε τις Εναγόμενες 1 και 2 ότι ανακάλεσε την παραχωρηθείσα πιστωτική διευκόλυνση και το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 ύψους €218.522,81μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό καθυστερήσεων. Τις κάλεσε επίσης όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσουν το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο, στην αντίθετη δε περίπτωση θα λάμβανε τα αναγκαία μέτρα προς διασφάλιση των συμφερόντων της. Στην ουσία η Ενάγουσα με την επιστολή της - Τεκμήριο 14 - τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου, όπως επίσης και την λειτουργία του λογαριασμού δανείου της Εναγομένης 1, ενέργεια η οποία κατέστησε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό του υπόλοιπο. Τόσο η Εναγομένη 1 όσο και η Εναγομένη 2 δεν αμφισβήτησαν ότι υπήρξε παραβίαση των όρων αποπληρωμής του επίδικου δανείου, όπως αυτοί καθορίζονται στην επιστολή προσφοράς - Τεκμήριο 7 - και στην επίδικη δανειακή σύμβαση - Τεκμήριο 6 - με αποτέλεσμα ο επίδικος λογαριασμός δανείου να παρουσιάζει ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι οποίες παρέμειναν απλήρωτες ακόμα και μετά τις προειδοποιητικές επιστολές της Ενάγουσας. Οι όροι 4 και 5 του Τεκμηρίου 6 προνοούν επί λέξει τα ακόλουθα: «
- The Bank shall have the right at any time to open and put into operation an additional account or accounts and to transfer to such accounts any sums due by the customer or to close or discontinue the operation of any account with notice to the customer and/pr on reasonable grounds to make due and payable any Loans and/or Banking facilities made or to be made available to the customer and to demand from the customer the payment and discharge of any amount due by the customer to the Bank, including the principal, interest, commission, Bank fees and any other amount due relating to any expenses, dues and costs" "
- As soon as the said Loans and/or Banking facilities become due and payable for any reason or cause whatsoever, the customer must pay forthwith amount due to the Bank including principal, interest ,commission, dues, costs and other expenses, failing which the Bank shall have the right to charge the amounts of the account or accounts of the customer with such rate of interest and other charges as the Bank shall from time to time in its absolute discretion decide or otherwise from the date on which the said amounts and other liabilities should have been paid and the Bank shall also have the right to demand through legal proceedings or otherwise the payment of any such amounts due by the customer plus legal costs and other expenses whatsoever, until full and finals settlement." Στην υπόθεση Lombart Natwest Ltd. v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1473: «Θεώρηση του κειμένου του όρου 3[1] της «συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και πρωτοφειλέτη αποκαλύπτει ότι το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην προκείμενη περίπτωση το ανυπέρβλητο κώλυμα στη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των εφεσειόντων είναι η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας για τον τερματισμό του λογαριασμού, της ενέργειας η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση των μερών προσέδιδε συγκεκριμένη μορφή στο χρέος και το καθιστούσε απαιτητό.» Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα καταλήγω ότι η Ενάγουσα νόμιμα τερμάτισε την επίδικη δανειακή σύμβαση όπως και το λογαριασμό δανείου της Εναγομένης 1, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο απαιτητό το χρεωστικό του υπόλοιπο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Εναγόμενη 1 στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 14 - καθότι στάληκε στη διεύθυνση της Κατοικίας αντί στο ταχυδρομικό της κιβώτιο, ισχυρισμό τον οποίο ανασκεύασε κατά την αντεξέταση της, παραδεχόμενη ότι τη βρήκε στα γραμματοκιβώτια που βρίσκονται έξω από το κτιριακό συγκρότημα (complex) μέρος του οποίου αποτελεί και η Κατοικία. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Εναγόμενη 1 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της προβάλλει μία γενική άρνηση του ισχυρισμού της Έκθεσης Απαίτησης (παράγραφος 24) ότι η Ενάγουσα απέστειλε την επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 14. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η γενική άρνηση ενός ισχυρισμού δεν εξυπακούει και την προβολή θετικού ισχυρισμού, όπως η μη παραλαβή της επιστολής τερματισμού. Ειδικότερα, στην υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδoς (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς. Η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ενώ, όπως λέχθηκε και στη Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ 670, ισχυρισμός περί μη έγκαιρης παραλαβής επιστολής θεωρείται ουσιωδέστατος και θα αναμενόταν να περιεχόταν σαφής ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα. Στην υπόθεση εκείνη ο γενικός ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να τερματίσουν τη συμφωνία διά της επιστολής ημερ 27.2.1995 και/ή καθόλου, δεν κάλυπτε το ζήτημα της καθυστερημένης λήψης της επιστολής το οποίο δεν ήταν απλώς νομικό, αλλά ήταν θέμα γεγονότων». Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η Εναγόμενη 2 στο δικόγραφο της της Υπεράσπισης της προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή από την Ενάγουσα. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι η θέση αυτή ουδόλως προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Εναγομένης 2 προς το σκοπό της θεμελίωσης της. Είναι λοιπόν φανερό ότι η μόνη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή της Μ.Ε.1, σύμφωνα με την οποία η επιστολή τερματισμού - Τεκμήριο 14 - αποστάληκε και στην Εναγόμενη
- Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω ότι, όπως νομολογήθηκε στην υπόθεση Έλληνας (ανωτέρω) «η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερματίζει τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει εις γνώση των εφεσειόντων. Θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές». H Eναγόμενη 1 ήγειρε επίσης ζήτημα αναφορικά με την αλλαγή του αριθμού του λογαριασμού των καθυστερήσεων. Η θέση η οποία υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο της στη Μ.Ε.1 ήταν ότι θα έπρεπε να είχε ειδοποιηθεί η Εναγόμενη 1 για την αλλαγή του αριθμού του λογαριασμού καθυστερήσεων, θέση την οποία απέρριψε η μάρτυρας, επικαλούμενη τον όρο 15[2] της επίδικης δανειακής σύμβασης - Τεκμήριο
- Της υπεβλήθη συναφώς ότι ακόμα κι αν υπάρχει τέτοιος όρος αυτός είναι καταχρηστικός. Όπως διαφάνηκε από την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η Εναγόμενη 1 δεν είχε ειδοποιηθεί από την Ενάγουσα για την αλλαγή του αριθμού του λογαριασμού καθυστερήσεων. Όμως, όπως κατέδειξε η μαρτυρία της Μ.Ε.1, επρόκειτο για τυπικής φύσης αλλαγή, η οποία οφείλετο στην αλλαγή του μηχανογραφικού συστήματος της Ενάγουσας, η οποία έγινε κατά το
- Παρά το ότι θα ήταν ορθότερο όπως ενημερώνετο η Εναγόμενη 1, εντούτοις δεν διαφάνηκε ότι επηρεάστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από την εν λόγω αλλαγή, αφού κατά τα άλλα ο λογαριασμός κατ' ουσίαν παρέμεινε ο ίδιος. Όσον αφορά την Εναγόμενη 2, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτέλεσε κοινό τόπο η από μέρους της υπογραφή του Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως - Τεκμήριο 8 - το οποίο φέρει ημερομηνία 25.07.2008, με το οποίο εγγυήθηκε προς την Ενάγουσα όλες τις απορρέουσες από την επίδικη δανειακή σύμβαση υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Το Δικαστήριο για τους λόγους που εξήγησε σε προγενέστερο στάδιο της απόφασης του, απέρριψε τον δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγόμενης 2 ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει το τεκμήριο 8 κατόπιν οικονομικής πίεσης που άσκησε επ' αυτής η Ενάγουσα. Αντίθετα, αποτελεί εύρημα μου ότι αυτό υπεγράφη με την ελεύθερη βούλησή της. Όσον αφορά τον έτερο δικογραφημένο ισχυρισμό της, ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε αξιωματούχο ή/και υπάλληλό της να υπογράψει το τεκμήριο 8 με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε υπογραφή αυτού να μην την δεσμεύει, έχω να αναφέρω ότι καταρρίπτεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των πρακτικών της συνεδρίας του διοικητικού της συμβουλίου ημερομηνίας 24.07.2008 - Τεκμήριο 20 - το οποίο επιμαρτυρεί ότι είχε εξουσιοδοτηθεί ο σύμβουλος αυτής, Α. Καραολής, όπως υπογράψει το επίδικο έγγραφο εγγύησης. Στην υπόθεση Savvides v. Christofides
(1978)1 CLR 303, αναφέρθηκε ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Επίσης, στη Lombard Natwest Bank v. Λαζαρίδη, (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «ο εγγυητής καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη.» Στην ίδια υπόθεση με αναφορά στην απόφαση Αγγλικού Εφετείου, Stimpson v. Smith
(1999)2 ALL E.R. 833, αναφέρθηκε ότι «ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί ''. the time from which the liability can be enforced.''» Σύμφωνα με τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, η επιτολή τερματισμού ημερομηνία 23.01.2012 - Τεκμήριο 14 - κοινοποιήθηκε και στην Εναγόμενη
- Το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει το δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγόμενης 2 ότι ουδεμία επιστολή έλαβε από την Ενάγουσα. Συμφώνως της νομολογίας την οποία έχω παραθέσει πιο πάνω, η κοινοποίηση από την Ενάγουσα της επιστολής τερματισμού στην Εναγόμενη 2 σηματοδότησε και το χρόνο από τον οποίο η ευθύνη της ως εγγυήτριας της Εναγόμενης 1 ενεργοποιήθηκε. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο όρος 11 του τεκμηρίου 8 ρητά προνοεί ότι η υποχρέωση του εγγυητή για πληρωμή θα αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνεται γραπτή δήλωση από την Ενάγουσα για το σκοπό αυτό με επιστολή της. Αναμφισβήτητα η επιστολή - Τεκμήριο 14 - αποτελεί τη γραπτή δήλωση της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 2 για πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγόμενης
- Με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καταλήγω ότι έχει στοιχειοθετηθεί και η υποχρέωση της Εναγόμενης 2 για πληρωμή. Ο ΤΟΚΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΧΡΕΩΝΕΤΟ Ο ΕΠΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ Όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της επιστολής προσφοράς - Τεκμήριο 7 - και της επίδικης δανειακής σύμβασης - Τεκμήριο 6 - το παραχωρηθέν δάνειο συμφωνήθηκε όπως χρεώνεται με τόκο Euribor ενός μηνός πλέον 1,50% επιπρόσθετο επιτόκιο. Προς απόδειξη της διακύμανσης του επιτοκίου Euribor με το οποίο χρεώνετο ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 καθ' όλη τη διάρκεια που η επίδικη δανειακή σύμβαση βρισκόταν σε ισχύ, κατατέθηκε από την Μ.Ε.1 η κατάσταση - Τεκμήριο 16 - στην οποία καταγράφεται η μηνιαία μεταβολή του Euribor κατά την ως άνω περίοδο. Όπως εξήγησε η Μ.Ε.1, η εν λόγω κατάσταση εξασφαλίστηκε από το Reuter που αναμεταδίδει το Euribor (Euro Interbank Offered Rate) το οποίο καθορίζει καθημερινά το European Money Market Institute. Ετοιμάστηκε από συνάδελφό της και ελέγχθηκε από την ίδια. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι τουλάχιστον από πλευράς Εναγομένης 1 ουδόλως αμφισβητήθηκε η ορθότητα του περιεχομένου της ρηθείσας κατάστασης. Από πλευράς Εναγομένης 2 επιχειρήθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 να της υποβληθεί ότι τα επιτόκια Euribor που καταγράφονται στο τεκμήριο 16 δεν συμβαδίζουν με το επίσημο Euribor της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το Δικαστήριο όμως, δεν επέτρεψε την ως άνω υποβολή για το λόγο ότι δεν καλύπτετο από τις δικογραφημένες θέσεις της. Με βάση το αδιαμφισβήτητο αλλά και αναντίλεκτο περιεχόμενο του τεκμηρίου 16, αποδέχομαι ως ορθή τη μηνιαία μεταβολή του επιτοκίου Euribor όπως καταγράφεται σ' αυτό. Κατ' επέκταση, αποδέχομαι την ορθότητα όλων των χρεώσεων επιτοκίου Euribor που γίνονταν στο λογαριασμό της Εναγομένης 1 καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της επίδικης δανειακής σύμβασης. Οι χρεώσεις του επιτοκίου Euribor και του πρόσθετου επιτοκίου στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 καταγράφονται λεπτομερώς στις αναδομημένες καταστάσεις που ετοίμασε η Μ.Ε.2 - Τεκμήρια 22 μέχρι 27 - οι οποίες σχολιάζονται σε κατοπινό στάδιο. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι από τον τερματισμό της ρηθείσας σύμβασης και τη μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου του ως άνω λογαριασμού στο λογαριασμό καθυστερήσεων το ποσοστό του ανωτέρω επιτοκίου με το οποίο χρεώνετο ο λογαριασμός παρέμεινε αμετάβλητο. Όσον αφορά το πρόσθετο επιτόκιο 1,5% με το οποίο χρεώνετο αρχικά ο λογαριασμός της Εναγομένης 1, όπως κατέδειξε η παρουσιασθείσα μαρτυρία, η Ενάγουσα με την επιστολή της ημερ.16.02.2009 - Τεκμήριο 17 - ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 ότι από την ως άνω ημερομηνία, αυτό αυξάνεται σε 5%. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 της υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης 1 ότι η ανωτέρω αύξηση είναι καταχρηστική, θέση την οποία η μάρτυρας απέρριψε παραπέμποντας στους όρους της επίδικης δανειακής σύμβασης και της επιστολής προφοράς. Η ως άνω θέση της Εναγομένης 1 δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις της, γι' αυτό δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Επισημαίνω ότι η Εναγόμενη 1 στο δικόγραφό της ισχυρίζεται γενικά και αόριστα ότι το αιτούμενο από την Ενάγουσα ποσό αποτελεί προϊόν καταχρηστικών και/ή παρανόμων χρεώσεων, χωρίς όμως να καθορίζεται ποιες είναι οι κατ' ισχυρισμό παράνομες ή καταχρηστικές χρεώσεις. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το άρθρο 3 Α
(1)του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, όπως τροποποιήθηκε, ρητά προνοεί ότι συμβατική ρήτρα που παρέχει σε πιστωτικό ίδρυμα το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου κέρδους δεν εφαρμόζεται επί πιστωτικών διευκολύνσεων που βρίσκονταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου (τροποποιητικού) Νόμου του 2014. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, αναμφισβήτητα η επίδικη δανειακή σύμβαση δεν βρισκόταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ανωτέρω τροποποιητικού Νόμου, αφού είχε τερματιστεί πολύ πιο πριν. Κατά συνέπεια δεν καλύπτεται από τις πρόνοιές του. Αμφισβητείται επίσης από πλευράς της Εναγομένης 1 η νομιμότητα της επιβολής αυξημένου επιτοκίου 14% από τον τερματισμό της επίδικης δανειακής σύμβασης. Στο δικόγραφο της υπεράσπισής της η Εναγόμενη 1 δικογραφεί απλά ότι απορρίπτει το ποσοστό τόκου 14%. Παρά το ότι το ζήτημα της επιβολής του αυξημένου επιτοκίου δεν δικογραφείται με τον δέοντα τρόπο, εντούτοις θεωρώ ορθό αλλά και ενδεδειγμένο όπως προβώ στην εξέταση του. Όπως διαφάνηκε μέσα από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, ειδικά δε από το Τεκμήριο 16, από της ημερομηνίας τερματισμού το συμβατικό επιτόκιο το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελείται από το Euribor ενός μηνός συν πρόσθετο επιτόκιο 1,50% (αρχικά), σταμάτησε πλέον να μεταβάλλεται και αποκρυσταλλώθηκε σε ποσοστό 5,75%. Από τον τερματισμό της επίδικης δανειακής σύμβασης, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης 1 το οποίο είχε μεταφερθεί στο λογαριασμό καθυστερήσεων ξεκίνησε να χρεώνεται με το ως άνω επιτόκιο πλέον αυξημένο επιτόκιο 8,75%, το οποίο αντιπροσωπεύει, κατ' ουσία, τον τόκο υπερημερίας. Όπως κατέδειξε η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Ε.2, καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της επίδικης δανειακής σύμβασης, οι καθυστερημένες και ληξιπρόθεσμες μηνιαίες δόσεις χρεώνονταν με τόκο υπερημερίας 5%. Το ποσοστό αυτό προβλέπεται και στην επιστολή προσφοράς - Τεκμήριο 7 - ειδικότερα στην παράγραφο D αυτής, όπου ο όρος c προνοεί επί λέξη τα ακόλουθα: D. COMMISSIONS.CHARGES - BANK FEES c) In case of any excess of the approved overdraft limits or delay in the payment of any fixed-term liabilities there will be an additional charge of 5% (five per cent) per annum calculated on any overdrawn or delayed amount. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, πέραν του ότι αυτό προβλέπεται στις επίδικες συμφωνίες, η υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε τη νομιμότητα επιβολής του ανωτέρου επιτοκίου επί των καθυστερημένων και ληξιπρόθεσμων δόσεων. Κατά συνέπεια η επιβολή του ανωτέρω τόκου υπερημερίας κρίνεται καθ' όλα νόμιμη. Από την άλλη όμως, η πλευρά της Ενάγουσας καμιά δικαιολογία προέβαλε για την αύξηση του σε 8,25% από την ημερομηνία του τερματισμού της επίδικης δανειακής σύμβασης. Θεωρώ ότι, η ανωτέρω αύξηση του ήταν αυθαίρετη και πέραν των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Από τη στιγμή που η επιβολή του ανωτέρω ποσοστού επιτοκίου κατά τη διάρκεια της επίδικης δανειακής σύμβασης κρίθηκε ως νόμιμη, θεωρώ ότι η συνέχιση της επιβολής του επί ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου μετά τον τερματισμό της ρηθείσας σύμβασης είναι επίσης νόμιμη. Συνεπώς, το επιτόκιο 8,25% θα πρέπει να μειωθεί σε 5%. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης 1 γίνεται επίκληση των διατάξεων των Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου (τροποποιητικών) Νόμων του 2014 και 2015, όπως επίσης και εισήγηση ότι αυτές εφαρμόζονται και επί της επίδικης δανειακής σύμβασης, παρά το ότι είχε τερματιστεί πριν την ημερομηνία που τα ως άνω νομοθετήματα τέθηκαν σε ισχύ, με αποτέλεσμα η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% να μην είναι νόμιμη. Όμως, όπως είχε ήδη αναφερθεί, τα ανωτέρω δεν δικογραφούνται από την Εναγόμενη 1 με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εξεταστούν. Θεωρώ χρήσιμο να μεταφέρω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Έλληνας (ανωτέρω): «Ως πρώτη παρατήρηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η υπεράσπιση ουδόλως καλύπτει το ζήτημα με την αναγκαία επάρκεια που απαιτείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα τη Δ.19 θ.13, που επιβάλλει στον εναγόμενο να εγείρει με τη δικογραφία του όλα τα θέματα ώστε να μην καταληφθεί ο αντίδικος εξ απροόπτου, μεταξύ των οποίων, και ότι η αγωγή ή η συναλλαγή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη κατά Νόμο. Και να καταγράψει βεβαίως εκείνα τα γεγονότα που δείχνουν παρανομία οποιασδήποτε φύσης. Η απλή καταγραφή, και μάλιστα άνευ βλάβης του προηγούμενου ισχυρισμού περί μη παραλαβής των επιστολών, ότι η τράπεζα παράνομα και/ή αντισυμβατικά τροποποίησε το επιτόκιο σε 11,5% ετησίως δεν αρκεί να καλύψει το ζήτημα και ρητά έπρεπε να μνημονευθεί ο Νόμος ώστε να είχε υπόβαθρο και η εισήγηση περί ποινικής ρήτρας. Ορθά στο ζήτημα απαντά στο περίγραμμα της η εφεσίβλητη τράπεζα ότι τέτοια θέση δεν ηγέρθηκε με την υπεράσπιση και, επομένως, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί, σύμφωνα και με την καθιερωμένη νομολογία ότι η υπεράσπιση είναι δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου και το Δικαστήριο δεν πρέπει να εξετάζει ζητήματα που είναι εκτός δικογραφίας, (Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826 και Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Ζήτημα που αφορά εισήγηση περί ποινικής ρήτρας πρέπει να εγείρεται ρητά στην υπεράσπιση, (Λίλλης ν. Ξενής
(2009)1 Α.Α.Δ. 217)» Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι η Μ.Ε.2 στη μαρτυρία της ανέφερε ως ημερομηνία τερματισμού της επίδικης δανειακής σύμβασης την 18.10.2011, ημερομηνία την οποία και έλαβε υπόψη της στους υπολογισμούς των υπολοίπων των αναδομημένων καταστάσεων - Τεκμήρια 22 μέχρι 27 - στις οποίες θα γίνει αναφορά σε κατοπινό στάδιο. Όπως όμως έχει ήδη αναφερθεί, η επιστολή με την οποία τερματίστηκε η ρηθείσα σύμβαση φέρει ημερομηνία 23.01.2012 - Τεκμήριο 14.. Παρά το ότι η εν λόγω επιστολή ενημερώνει την Εναγόμενη 1 ότι ο λογαριασμός της έκλεισε από 18.10.2011 και το υπόλοιπο του μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό καθυστερήσεων, εντούτοις είμαι της άποψης ότι ο τερματισμός δεν θα μπορούσε να ανατρέχει σε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας της επιστολής. Θα πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της δικογραφεί ως ημερομηνία τερματισμού της επίδικης δανειακής σύμβασης την 23.01.
- Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι η επιβολή του επιτοκίου υπερημερίας 5% επί ολοκλήρου του χρεωστικού υπολοίπου θα πρέπει να ξεκινά από 23.01.2012 και όχι από 18.10.2011, ημερομηνία την οποία εξέλαβε η Μ.Ε.2 ως ημερομηνία τερματισμού. Πέραν των πιο πάνω θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι με βάση τον όρο 2(i) της επίδικης δανειακής σύμβαση, η Ενάγουσα δικαιούται σε ανατοκισμό δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου. Μια άλλη αμφισβητηθείσα με το δικόγραφο της Εναγόμενης 1 χρέωση, η οποία όμως δεν σχετίζεται με το ζήτημα του τόκου, είναι η δαπάνη για το άνοιγμα του λογαριασμού και τα έξοδα μελέτης, τα οποία, με βάση την Έκθεση Απαίτησης, συμφωνήθηκαν στο ποσό των €2.
- Ειδικότερα, η Εναγόμενη 1 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της ισχυρίζεται ότι δεν συμφωνήθηκαν τα ανωτέρω έξοδα. Η Μ.Ε.1 πέραν του ότι στη γραπτή της δήλωση αναφέρει ότι η πληρωμή των ως άνω εξόδων προβλέπεται στην επιστολή προσφοράς - Τεκμήριο 7 - παρουσίασε το Ένταλμα Πληρωμής - Τεκμήριο 19 - προς το σκοπό της απόδειξης της είσπραξης τους από την Ενάγουσα. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 1, ουδόλως αντεξέτασε τη Μ.Ε.1 επί του συγκεκριμένου ζητήματος, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της να παραμείνει αδιαμφισβήτητη (Σενέκης ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 417, 436). Ούτε στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου εγείρεται το ζήτημα αυτό. Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΧΡΕΩΣΤΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ Προς απόδειξη του ως άνω χρεωστικού υπολοίπου κατατέθηκαν πρωτίστως από τη Μ.Ε.1 όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 στον οποίο, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, χρεώθηκε το ποσό του επίδικου δανείου - Τεκμήριο
- Οι εν λόγω καταστάσεις συνοδεύονται από το προβλεπόμενο στο άρθρο 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, Πιστοποιητικό, υπογεγραμμένο από τον κ. Θεοχάρους, ο οποίος περιγράφεται ως διοικητικός σύμβουλος της CΑC CORAL LIMITED, η οποία αντικατέστησε την Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169(Ι)/
- Το άρθρο 22 του Κεφ.9 προνοεί επί λέξη τα ακόλουθα: 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. Περαιτέρω το άρθρο 35 του Κεφ. 9 προνοεί τα ακόλουθα: 35.-
(1)....................
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό- (α) πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η Μ.E.1, οι καταστάσεις λογαριασμού του τεκμηρίου 15 αποτελούν αντίγραφο καταχώρησης στο τραπεζικό βιβλίο το οποίο τηρείται από την Ενάγουσα με τη μορφή ηλεκτρονικού υπολογιστή και σ΄ αυτό φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων. Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο ήταν και είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της Ενάγουσας. Όλες οι καταχωρήσεις σ΄ αυτό, περιλαμβανομένων και των καταχωρήσεων στις καταστάσεις του Τεκμηρίου 15, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Βρίσκεται δε φυλαγμένο στις κτιριακές της εγκαταστάσεις και υπό τον έλεγχο της. Σ' αυτό έχουν πρόσβαση μόνο οι λειτουργοί της Ενάγουσας. Κατόπιν σύγκρισης στην οποία προέβηκε των καταστάσεων του Τεκμηρίου 15 με την αρχική καταχώρηση, διαπίστωσε την ορθότητα τους. Στο επισυνημμένο στις ρηθείσες καταστάσεις Πιστοποιητικό, πιστοποιείται από τον υπογράφοντα ότι αυτές αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας, από το οποίο και παρήχθησαν, σ' αυτές δε γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό της Εναγόμενης 1. Τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν από τη Μ.Ε.1 ικανοποιούν πλήρως, κατά την άποψη μου, τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9. Επιπρόσθετα η παρουσίαση του προβλεπόμενου στο άρθρο 35 του Κεφ.9 Πιστοποιητικού επιβεβαιώνει ότι οι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου της Ενάγουσας, το οποίο τηρείτο και εξακολουθεί να τηρείται συστηματικά και αδιαλείπτως. Αξίζει να αναφερθεί ότι το υπό αναφορά Πιστοποιητικό βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του Κεφ.9 (Χριστοδούλου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφεση Αρ. 294/2012 ημερ.18/6/2019), ECLI:CY:AD:2019:A232. Από τη στιγμή που ικανοποιήθηκαν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, το βάρος πλέον μετατέθηκε στους ώμους των Εναγομένων να αντικρούσουν την ορθότητα των καταχωρήσεων στις ρηθείσες καταστάσεις (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ 2059). Οι Εναγόμενες όμως δεν αμφισβήτησαν την ορθότητα οποιασδήποτε καταχώρησης. Όπως διαφαίνεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των ρηθεισών καταστάσεων, αυτές καλύπτουν την περίοδο από 25.7.2008, ημερομηνία δηλαδή που έγινε η χρέωση του ποσού του δανείου στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 μέχρι και την 18.10.2011 που ήταν η ημερομηνία μεταφοράς ολόκληρου του χρεωστικού του υπολοίπου στο λογαριασμό καθυστερήσεων. Πέραν των καταστάσεων του Τεκμηρίου 15, η πλευρά της Ενάγουσας θεώρησε ορθό όπως παρουσιάσει και αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 - Τεκμήρια 22 μέχρι 27 - κατά τρόπο ώστε να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι υπολογισμοί του χρεωστικού υπολοίπου με διαφορετικό ή και μηδενικό επιτόκιο υπερημερίας σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι λανθασμένα χρεώθηκε τόκος υπερημερίας 5% επί των ληξιπρόθεσμων δόσεων κατά τη διάρκεια ισχύος της επίδικης δανειακής σύμβασης. Εν πρώτοις θα πρέπει να επισημανθεί ότι όλες οι αναδομημένες καταστάσεις καλύπτουν την ίδια περίοδο που καλύπτουν και οι καταστάσεις του Τεκμηρίου
- Σε όλες δε τις καταστάσεις χρησιμοποιήθηκε από τη Μ.Ε.2 ως διαιρέτης για τον υπολογισμό του τόκου ο αριθμός 365, εν αντιθέσει με τις καταστάσεις του Τεκμηρίου 15 στις οποίες χρησιμοποιήθηκε ως διαιρέτης ο αριθμός
- Η χρήση ως διαιρέτη του αριθμού 365 στον υπολογισμό του τόκου είναι και το μοναδικό σημείο στο οποίο διαφέρει η κατάσταση - Τεκμήριο 22 - από τις καταστάσεις του Τεκμηρίου 15, γι' αυτό και το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο που καταγράφεται στο Τεκμήριο 22 είναι κατά τι μικρότερο από το χρεωστικό υπόλοιπο των καταστάσεων του Τεκμηρίου
- Το ίδιο ποσοστό επιτοκίου υπερημερίας (5%) χρησιμοποιήθηκε από τη Μ.Ε.2 κατά τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 25, με τη μόνη διαφορά ότι κατά τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 25 αφαιρέθηκαν όλα τα έξοδα τα οποία χρεώθηκαν στο λογαριασμό της Εναγόμενης 1 με βάση τον κατάλογο εξόδων του Τεκμηρίου 28 και το τιμολόγιο Βασικών Εργασιών - Τεκμήριο
- Όσον αφορά το Τεκμήριο 23, η διαφορά του με το Τεκμήριο 22 είναι ότι για τον υπολογισμό του τόκου υπερημερίας επί των ληξιπρόθεσμων δόσεων χρησιμοποιήθηκε από τη Μ.Ε.2 επιτόκιο 2%. Το ίδιο επιτόκιο χρησιμοποιήθηκε και για τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 26, με μόνη διαφορά ότι κατά τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 26, αφαιρέθηκαν και όλα τα έξοδα τα οποία χρεώθηκαν με βάση τα ανωτέρω τεκμήρια. Κατά τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 24 χρησιμοποιήθηκε μηδενικό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο χρησιμοποιήθηκε επίσης και κατά τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 27 με μόνη διαφορά ότι κατά τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 27 αφαιρέθηκαν και όλα τα ανωτέρω έξοδα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η επιβολή τόκου υπερημερίας 5% επί των καθυστερημένων και ληξιπρόθεσμων δόσεων κατά τη διάρκεια ισχύος της επίδικης δανειακής σύμβασης κρίθηκε ως καθόλα νόμιμη. Συνεπώς το Δικαστήριο επιλέγει τις αναδομημένες καταστάσεις στις οποίες χρησιμοποιήθηκε από τη Μ.Ε.2 ποσοστό 5% για τον υπολογισμό του τόκου επί των ληξιπρόθεσμων δόσεων - Τεκμήρια 22 και
- Επιπρόσθετα, εν αντιθέσει με τις καταστάσεις του Τεκμηρίου 15, θεωρώ δικαιότερη για τις Εναγόμενες τη χρήση ως διαιρέτη του αριθμού 365, παρά το ότι στη βασική συμφωνία - Τεκμήριο 6 - προνοείται ότι για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνεται υπόψη το οικονομικό έτος (financial year) το οποίο αποτελείται από 360 μέρες. Ως δικαιότερη για τις Εναγόμενες θεωρώ επίσης την αφαίρεση των εξόδων με τα οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 όπως τα έξοδα καταστάσεων λογαριασμού, έξοδα καθυστερήσεων και τα έξοδα επιστολών. Ειδικά, όσον αφορά τα έξοδα καθυστερήσεων, που αποτελούν και το μεγαλύτερο κονδύλι, από τη στιγμή που οι ληξιπρόθεσμες δόσεις χρεώνονται με τόκο υπερημερίας, δεν θα μπορούσαν, κατά την άποψη μου, να χρεώνονται και με επιπρόσθετα έξοδα καθυστερήσεων. Με γνώμονα τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η αναδομημένη κατάσταση - Τεκμήριο 25 - είναι αυτή η οποία εμπεριέχει το ορθό χρεωστικό υπόλοιπο συγκριτικά με τις υπόλοιπες καταστάσεις γι' αυτό και είναι προτιμητέα. Με βάση την εν λόγω κατάσταση, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 1 κατά την 18.10.2011 ανέρχετο σε €216.672,
- Η ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΥΠΟΘΗΚΩΝ Η Ενάγουσα αξιώνει την εκποίηση όλων των συσταθησών προς όφελος της υποθηκών, όπως αυτές περιγράφονται στο Τεκμήριο
- Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία κατέληξα, η εταιρεία Sunsmile Hotel Enterprises Ltd, η οποία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των ακινήτων επί των οποίων ανεγέρθη το κτιριακό συγκρότημα μέρος του οποίου αποτελεί και η Κατοικία, παραχώρησε προς όφελος της Ενάγουσας τις υποθήκες υπ' αριθμό Υ6579/2006, Υ6581/2006, Υ6582/2006, Υ6583/2006, Υ6584/2006 και Υ6585/2006 του Επαρχιακού κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Σε μεταγενέστερο χρόνο τα ανωτέρω ακίνητα μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 βεβαρημένα με τις ανωτέρω υποθήκες. Περαιτέρω, σε μεταγενέστερο χρόνο οι τέσσερις πρώτες ανωτέρω υποθήκες διασπάστηκαν, με αποτέλεσμα οι υποθήκες που διασφαλίζουν την επίδικη οφειλή να λάβουν τους αριθμούς Υ10106579/06, Υ10106581/06, Υ10106582/06, Υ10106583/06, Υ10106584/
- Η υποθήκη υπ΄ αριθμό Υ6585/06 παρέμεινε ως έχει. Η Εναγόμενη 2 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν εκτελέστηκε νομότυπη μεταβίβαση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας ως ενυπόθηκης δανειστού. Η Ενάγουσα από πλευράς της, προς απόδειξη της μεταβίβασης των ρηθεισών υποθηκών παρουσίασε, μέσω της Μ.Ε.1, το πιστοποιητικό ερεύνης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού - Τεκμήριο
- Όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του, για την Κατοικία εξεδόθη νέος αριθμός εγγραφής ο οποίος ενεγράφη επ' ονόματι της Εναγόμενης 2, βεβαρημένος με όλες τις ανωτέρω προς όφελος της Ενάγουσας περιγραφόμενες υποθήκες. Αξίζει να αναφερθεί ότι καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς Εναγομένης 2 προς απόδειξη του δικογραφημένου ισχυρισμού της ότι δεν εκτελέστηκε νομότυπη μεταβίβαση των ανωτέρω υποθηκών. Ούτε καν υπεβλήθη η θέση αυτή προς τη Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση της, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της περί μεταβίβασης στην Εναγόμενη 2 της Κατοικίας και των επίδικων υποθηκών μαζί με τα σχετικά δικαιώματα της Ενάγουσας ως ενυπόθηκης δανειστού, να παραμείνει αδιαμφισβήτητη. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση διατάγματος για εκποίηση των επίδικων υποθηκών. Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗΣ Η Ενάγουσα στη βάση της Συμφωνίας Εκχώρησης - Τεκμήριο 12 - αξιώνει σειρά θεραπειών, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούν αναγνωριστικές αποφάσεις. Όπως επιμαρτυρεί ο όρος 2 του Τεκμηρίου 12, η Εναγόμενη 1, εις αντάλλαγμα της προς αυτήν παραχώρησης του επίδικου δανείου, και ως εξασφάλιση της αποπληρωμής του, εκχώρησε και μεταβίβασε στην Ενάγουσα όλα τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από τη συμφωνία πώλησης ημερ. 4.4.2008 - Τεκμήριο 11 - την οποία συνομολόγησε με την Εναγόμενη 2, δυνάμει της οποίας αγόρασε από την Εναγόμενη 2 την Κατοικία. Όπως επίσης υπήρξε αδιαμφισβήτητο, η ρηθείσα Συμφωνία Εκχώρησης υπεγράφη και από την Εναγόμενη
- Πρόκειται συνεπώς περί «σύμβασης εκχώρησης εξασφάλισης», η οποία στο άρθρο 2 του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου 81(I)/2011 ερμηνεύεται ως ακολούθως: «.................................. `σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης' σημαίνει τη γραπτή συμφωνία μεταξύ του αγοραστή σε ισχύουσα σύμβαση (εκχωρητή) και τρίτου προσώπου (εκδοχέα) με την οποία εκχωρούνται από τον εκχωρητή στον εκδοχέα δικαιώματα του εκχωρητή με βάση τη σύμβαση, για σκοπούς εξασφάλισης χρηματικής υποχρέωσης.» Οι Εναγόμενες δεν αμφισβήτησαν την από μέρους τους υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης - Τεκμήριο
- Προβάλλεται όμως από την Εναγόμενη 1 στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της ότι η από μέρους της υπογραφή του, έγινε χωρίς να της επεξηγηθεί το περιεχόμενο του και/ή χωρίς να της δοθεί χρόνος να το μελετήσει. Το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξήγησε σε προγενέστερο στάδιο της απόφασης του απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς της Εναγόμενης
- Αντίθετα, κατέληξε σε εύρημα ότι η Εναγόμενη 1 προέβηκε στην υπογραφή όλων των επίδικων εγγράφων, έχοντας πλήρη γνώση του περιεχομένου τους. Μία εκ των θεραπειών τις οποίες αξιώνει η Ενάγουσα είναι η έκδοση διατάγματος με το οποίο να εξουσιοδοτείται όπως υποβάλει για λογαριασμό των Εναγομένων οποιοδήποτε έγγραφο είναι αναγκαίο για την πώληση και/ή εγγραφή και η μεταβίβαση της Κατοικίας σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Στην ουσία δηλαδή αξιώνεται η ειδική εκτέλεση της ρηθείσας συμφωνίας εκχώρησης. Συμφώνως του άρθρου 6
(1)του Νόμου 81
(1)/2011 η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης εφόσον είναι κατατεθειμένη στο κτηματικό μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου. Στην προκειμένη περίπτωση τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας. Χωρίς να διαφεύγει τις προσοχής μου ότι η ρηθείσα σύμβαση εκχώρησης συνομολογήθηκε πολύ πριν τεθεί σε ισχύ ο Νόμος 81(Ι)/2011, εντούτοις το άρθρο 12 αυτού παρέχει τη δυνατότητα κατάθεσης σύμβασης, η οποία συνομολογήθηκε σε οποιοδήποτε χρόνο, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της, κατόπιν αίτησης η οποία υποβάλλεται στο Δικαστήριο, κάτι το οποίο δεν διαφάνηκε ότι έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Το ανωτέρω ζήτημα όμως δεν απασχόλησε την πλευρά των Εναγομένων, οι οποίες δεν το εγείρουν στα δικόγραφα τους. Κατά συνέπεια δεν προτίθεμαι να προβώ σε περαιτέρω εξέταση του. Με βάση τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα δικαιούται να αξιώνει τις περιγραφόμενες στην Έκθεση Απαίτησης θεραπείες, οι οποίες απορρέουν από τη Συμφωνία Εκχώρησης - Τεκμήριο
- Η μόνη από τις θεραπείες που δεν μπορεί να παραχωρηθεί είναι αυτή της παραγράφου (Ι) 5 με την οποία αξιώνεται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενες όπως πληροφορήσουν την Ενάγουσα γραπτώς για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου εγγραφής για την Κατοικία. Από τη στιγμή που έχει ήδη διενεργηθεί ξεχωριστή εγγραφή και εξεδόθη τίτλος ιδιοκτησίας για την Κατοικία, η ανωτέρω αιτούμενη θεραπεία κατέστη πλέον άνευ αντικειμένου. Έχω παρατηρήσει ότι στην Έκθεση Απαίτησης ως ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης - Τεκμήριο 11 - αναφέρεται η 7.4.
- Όπως όμως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, αυτό φέρει ημερομηνία 4.4.
- Θα πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την κυρίως εξέταση της Μ.Ε.1, το Δικαστήριο, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πλευρών, έδωσε την άδεια στη μάρτυρα να διορθώσει τη γραπτή της δήλωση - Έγγραφο Α - το ίδιο λάθος, δηλαδή την ημερομηνία του Τεκμηρίου 11 και να την αντικαταστήσει με την 4.4.2008 που είναι η ορθή ημερομηνία υπογραφής του. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος, του οποίου εκ παραδρομής δεν ζητήθηκε η διόρθωση του. Με βάση τα πιο πάνω και, εφαρμόζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία (Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.445 και Constantin v. Αντωνιάδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1701), έχω αποφασίσει όπως προβώ αυτεπάγγελτα στην τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και στη διόρθωση του λάθους με την αντικατάσταση της αναγραφόμενης ημερομηνίας της συμφωνίας πώλησης, με την ορθή ημερομηνία που είναι η 4.4.
- Η ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΑΠΌ ΤΗΝ CAC CORAL LIMITED Σύμφωνα με όσα κατέθεσε η Μ.Ε.1, κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 169(I)/2015 και δυνάμει των προνοιών σχεδίου διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 20.12.2018 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών αρ. 947/2018 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21.12.2018, χρέη και πιστωτικές διευκολύνσεις που βρίσκονταν στις Οριστικές Καθυστερήσεις της Ενάγουσας, περιλαμβανομένης και της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με τις εξασφαλίσεις της, μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία CAC Coral Limited. Προς τεκμηρίωση των ανωτέρω παρουσίασε ως τεκμήρια δέσμη με τις δημοσιεύσεις ειδοποιήσεων τόσο της πρόθεσης περί της μεταβίβασης όσο και της ίδιας της μεταβίβασης - Τεκμήριο 1, δέσμη με επιστολές ημερ. 26.10.2018 και 21.12.2018, οι οποίες στάληκαν στα επηρεαζόμενα πρόσωπα - Τεκμήριο 2 - και το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο εκδόθηκε στη Γενική Αίτηση υπ' αρ. 947/2018 - Τεκμήριο
- Στο ρηθέν διάταγμα επισυνάπτεται και το επικυρωθέν από το Δικαστήριο σχέδιο διακανονισμού. Οι Εναγόμενες στο δικόγραφο της Υπεράσπισης τους προβάλλουν μια γενική άρνηση του ισχυρισμού της Έκθεσης Απαίτησης περί μεταβίβασης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης στην CAC Coral Limited. Κατά την αντεξέταση όμως της Μ.Ε.1 της υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 2 ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από το Νόμο διαδικασία μεταβίβασης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης καθότι δεν έγιναν οι ορθές ενημερώσεις προς τα επηρεαζόμενα από τη μεταβίβαση πρόσωπα. Η υποβολή αυτή βασίστηκε, κατ' ουσία, στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι σε μία εκ των επιστολών του Τεκμηρίου 2, η οποία απευθύνεται στον διαχειριστή/παραλήπτη της Εναγόμενης 2, ημερομηνίας 26.10.2018, δεν καταγράφηκε ο αριθμός λογαριασμού της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης της Εναγόμενης
- Παρά το ότι η θέση αυτή δεν καλύπτεται από το δικόγραφο της Εναγόμενης 2, εντούτοις θα ήθελα να αναφέρω ότι, εκτός από τις επιστολές του Τεκμηρίου 2, οι οποίες στάληκαν στα επηρεαζόμενα πρόσωπα, η Ενάγουσα προέβηκε και σε δημοσίευση σχετικής ειδοποίησης της πρόθεσης της για πώληση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης στην CAC Coral Limited, τόσο στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, όσο και σε τρεις καθημερινές εφημερίδες παγκύπριας κυκλοφορίας, συγκεκριμένα στις εφημερίδες ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, ΑΛΗΘΕΙΑ και ΠΟΛΙΤΗΣ. Από τη στιγμή που η Ενάγουσα προέβηκε σε δημοσιεύσεις σχετικής ειδοποίησης της ως άνω πρόθεσης της, ως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των αποκομμάτων των εφημερίδων στις οποίες έγινε η δημοσίευση, δεν απαιτείτο και η αποστολή επιστολών προς τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Το άρθρο 18 του Νόμου 169(I)/2015, το οποίο παραθέτω αυτούσιο αμέσως πιο κάτω, ρητά προνοεί ότι είναι αρκετό είτε να γίνουν δημοσιεύσεις της πρόθεσης για μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης είτε να κοινοποιηθεί επιστολή στα επηρεαζόμενα από τη μεταβίβαση πρόσωπα. Στην προκείμενη περίπτωση εκ του περισσού αποστάληκαν, κατά την άποψη μου, επιστολές στα επηρεαζόμενα πρόσωπα, αφού είχαν γίνει σχετικές δημοσιεύσεις. Το άρθρο 18 του ανωτέρω Νόμου προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα:
(1)Πριν από την πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών του διευκολύνσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων - (α) Είτε κοινοποιεί την πρόθεσή του να πωλήσει ή να διαθέσει το όλον ή μέρος του χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεών του: Νοείται ότι, η εν λόγω κοινοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γίνεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου: Νοείται περαιτέρω ότι, οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους, αν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, να υποβάλουν πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης∙ (β) είτε καλεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη και τους εγγυητές του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, υποβάλλουν πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται ότι, η εν λόγω ειδοποίηση κοινοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με επιστολή προς το δανειολήπτη και τους εγγυητές αυτού: Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι η Ενάγουσα καταχώρησε στο δικαστικό φάκελο της παρούσας υπόθεσης την προβλεπόμενη στο άρθρο 18
(4)του Νόμου 169
(1)2015 ειδοποίηση για υποκατάσταση της από την CAC Coral Limited. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η μεταβίβαση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με όλες τις εξασφαλίσεις αυτής έγινε καθόλα νομότυπα με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποκατασταθεί από την εταιρεία CAC Coral Limited στην παρούσα αγωγή. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την καθόλα αποδεχτή μαρτυρία της Μ.Ε.1, η Ενάγουσα από την ημερομηνία της ως άνω μεταβίβασης, παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης σχετικά με την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση προς την CAC Coral Limited, δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των Εναγομένων στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιονδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό €216.672,16 με τόκο προς 5,75% από 18.10.2011 μέχρι 23.1.2012 και από 24.1.2012 με τόκο προς 10,75% μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο, ήτοι την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εναντίον της Εναγόμενης 2 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εκποίηση των υποθηκών υπ' αριθμό Υ1 0106579/06, Υ10106581/06, Υ10106581/06, Υ10106582/06, Υ10106583/06, Υ10106584/06 και Υ6585/06 ως oι παράγραφοι Γ, Δ, Ε, Στ, Ζ και Η του Αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εκδίδεται απόφαση ως η παράγραφος (Ι) 1, 2, 3, 4 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Δίδονται οδηγίες όπως η Απόφαση να μην συνταχθεί μέχρι να καταχωρηθεί η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/..ΑΛ [1]Ο όρος 3 της δανειοδοτικής συμφωνίας προέβλεπε: "3. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικός διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." [2] Τhe bank shall have the right at any time seting uniterally to separate the accounts of the customer according to the Bank's logistic practice and/or to transfer any accounts of the Loans and/or Banking facilities of any accounts whatsoever of the customer opened under this Agreement from one Branch of the Bank to another or to vary or replace their numbers without closing the same and notify accordingly the customer. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο