← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημοσία Εταιρία Λτδ ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 452/2021, 17/6/2022

Τραπέζης Κύπρου Δημοσία Εταιρία Λτδ ν. Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 452/2021, 17/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A166 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X.M. Kαραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 452/2021 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημοσία Εταιρία Λτδ Εναγόντων -και-

  1. [ ] Νικολάου, σύζυγος [ ] Νικήτα (Δ.Τ. [ ]), [ ] αρ. [ ] Μέσα Γειτονιά, Λεμεσός ή [ ], [ ] Λεμεσός
  2. [ ] Νικήτα (Δ.Τ. [ ]), [ ] αρ. [ ] Μέσα Γειτονιά, Λεμεσός ή [ ], [ ] Λεμεσός Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11/10/2021 υπό του Εναγόμενου 2/Αιτητή για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 19/05/2021 και για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Ημερομηνία: 17/06/2022 Eμφανίσεις: Δια Εναγόμενο 2/Αιτητή: κα Γεωργία Βλαδιμήρου για κκ. Σούλα Ιακωβίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Δια Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Κόκκινος για κκ. Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή-Ιστορικό: Η έκδοση απόφασης ημερομηνίας 19/05/2021 ένεκα μη εμφάνισης υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 2/Αιτητή έδωσε το έναυσμα για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δια κλήσεως, με την οποία ο Εναγόμενος 2/Αιτητής εξαιτείται τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 19/05/2021 και την αναστολή της εκτέλεσής της μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης. Από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει ανασταλεί. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17, Θ10, η οποία είναι και η εφαρμοστέα διαταγή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τις αιτήσεις αυτής της φύσεως. Το γεγονός ότι η απόφαση δεν ανεστάλη μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου, καθιστά το συγκεκριμένο αιτητικό ατελέσφορο και άνευ αντικειμένου. Η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2/Αιτητή που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση παραθέτει κυρίως τα ακόλουθα: § Στις 19/05/2021 εκδόθηκε εναντίον του απόφαση υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €51.588,68 με τόκο προς 6.1927% ετησίως επί ποσού €51.336,09 από 29/01/2021 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές τον χρόνο στις 30/6 και 31/12 και €1.537- έξοδα αγωγής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων έκδοσης της απόφασης με τόκο προς 2% ετησίως από 18/03/2021 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. § Η αγωγή του επιδόθηκε στις 24/03/
  3. Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 15/04/2021 των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση εκδόθηκε η υπό αναφορά απόφαση ερήμην του. Το γεγονός της έκδοσης της απόφασης εναντίον του το πληροφορήθηκε στις 7/10/2021 από τους δικηγόρους του, οι οποίοι έλαβαν τις πληροφορίες αυτές από τους δικηγόρους των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση, όταν επικοινώνησαν μαζί τους για άλλη υπόθεση που τον αφορά, καθώς και αντίγραφο της απόφασης. Η απόφαση ημερομηνίας 19/05/2021 ουδέποτε του επιδόθηκε. § Στις 18/04/2021 είχε δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, κάτι που έπραξαν την 20/04/2021, όχι όμως σε αυτή, αλλά στην αγωγή υπ' αριθμό 450/21, όπως και στην αγωγή αρ. 451/21 με τους ίδιους διάδικους που τον αφορά. § Ο λόγος που ετοιμάστηκε και καταχωρήθηκε εμφάνιση στην αγωγή 450/21 αντί στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή 452/21 είναι επειδή ο τρόπος με τον οποίο φαινόταν γραμμένος ο αριθμός «2» του αριθμού «452» στο κλητήριο ένταλμα που του επιδόθηκε, τόσο αυτός όσο και οι δικηγόροι του το εξέλαβαν ως «0», αναγράφοντας αυτόν στο σημείωμα εμφάνισης και κατά συνέπεια αυτό καταχωρήθηκε στο φάκελο της αγωγής υπ' αριθμό 450/21 αντί στο φάκελο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Αντίγραφο του σημειώματος εμφάνισης με τον λανθασμένο αριθμό καταχωρήθηκε και στη θυρίδα δικαστηρίου του γραφείου επίδοσης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Παραθέτει ως τεκμήρια τόσο το αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 19/05/2021, όσο και το σημείωμα εμφάνισης που φέρει τον λανθασμένο αριθμό, αλλά και αυτό που καταχωρήθηκε εκ μέρους του στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 451/
  4. § Υποστηρίζει ότι η έκδοση της απόφασης εναντίον του έγινε εξαιτίας του λάθους αυτού, το οποίο οφείλεται στο ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση δεν ανέγραψαν ευδιάκριτα τον σωστό αριθμό της αγωγής στο κλητήριο ένταλμα που του επιδόθηκε. § Υποστηρίζει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, καθότι δεν του επιδόθηκαν οι αναγκαίες επιστολές από τους Ενάγοντες και επικαλείται καταχρηστικές ρήτρες της επίδικης σύμβασης, υπερχρεώσεις ποσών και τόκων και επιφυλάσσεται να προσκομίσει λεπτομέρειες κατά την δικάσιμο. § Θεωρεί ότι αν δεν παραμεριστεί η απόφαση ημερομηνίας 19/05/2021 θα υποστεί μεγάλη αδικία, καθότι είναι εγγυητής και δεν έλαβε ο ίδιος κανένα ποσό από τους Ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση της απόφασης συνεπεία ψευδών παραστάσεων, παραπλάνησης και ουσιωδών λαθών. Τα όσα παρατίθενται πιο πάνω επιβεβαιώνονται και επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου του Εναγόμενου 2/Αιτητή, αναφέροντας ότι άσκησε κάθε δέουσα επιμέλεια να καταχωρήσει το σημείωμα εμφάνισης, αλλά εκ παραδρομής εκλήφθηκε ως διαφορετικός ο αριθμός της αγωγής, συνεπώς η παράλειψη καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης δεν ήταν κακόπιστη, αλλά ούτε και σκόπιμη. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση προβάλλονται σειρά από λόγους υποστηριζόμενοι από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους κ. [ ] Χριστοφίδη. Κυριότεροι εξ αυτών που έχουν βαρύνουσα σημασία προς εξέταση, καθότι οι υπόλοιποι, όπως οι ισχυρισμοί περί παρατυπίας, κατάχρησης ή άλλοι που επαναλαμβάνονται δεν κρίνονται σκόπιμο να αναφερθούν, είναι οι εξής: § O Εναγόμενος 2/Αιτητής παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εμπρόθεσμα σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, αν και η αγωγή εναντίον του του επιδόθηκε νομότυπα στις 24/03/2021 επιδεικνύοντας αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης του Δικαστηρίου. § Ο Εναγόμενος 2/Αιτητής δεν παρέθεσε κανένα ικανοποιητικό ή σοβαρό ή εύλογο λόγο που να εξηγεί την μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στη διαδικασία. § Ο Εναγόμενος 2/Αιτητής δεν παρέθεσε κανένα ικανοποιητικό ή σοβαρό ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. § Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2/Αιτητή περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλόπιστης ή/και συζητήσιμης υπεράσπισης είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. § Η εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 19/05/2021 είναι καθ' όλα νόμιμη και εκδόθηκε αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε από όλα τα ενώπιον του στοιχεία και μαρτυρία, ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το κατά πόσο το ομόβαθμο του Δικαστήριο άσκησε σωστά την διακριτική του ευχέρεια ως φύσει Εφετείο. § Οι αιτούμενες θεραπείες θα επηρεάσουν δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση σε βαθμό που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή και εύλογη αποζημίωση υπό τις περιστάσεις. Οι δύο πλευρές παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες μελέτησα με αρκετή προσοχή, πλην όμως δεν κρίνω σκόπιμο να γίνει η οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενό τους. Νομική πτυχή και ευρήματα: Η διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπως η υπό κρίση αίτηση είναι η Δ.17 Θ 10, σύμφωνα με την οποία όταν εκδοθεί απόφαση μονομερώς, το δικαστήριο δύναται στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι. Στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, απόφαση ημερ. 15/1/2013, αποφασίστηκε ότιː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debitio justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam

(1973)3 All E.R.646, Land Securities Plc v.Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R.439, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ.333.». Όπως έχει νομολογηθεί (Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) A.A.Δ.678): «Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.». Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης
(1996)1 Α.Α.Δ.997 λεχθηκαν τα εξής: Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ.984, 988). Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ.40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παράγ. 58
(1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παράγ.35
(1989).» Στην εξέταση αυτού του είδους περιπτώσεων απαιτείται να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο μαρτυρία υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως που να στηρίζει την εκδοχή του αιτητή ως αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και όχι απλή παράθεση της εκδοχής του, αλλά κάτι περισσότερο από αυτό (βλ. Βύρων Τεγγεράκης, Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289). Όμως, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε έλεγχο της αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο θα περιοριστεί στην διακρίβωση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Aρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647). Για το ζήτημα της ενδεχόμενης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό απόφασης κατατοπιστική είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Salamis Shipping Services Ltd ν. Bata (Cyprus) Ltd (2004 1 Α.Α.Δ. 1767), στην οποία πραγματεύτηκε το ζήτημα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όσον αφορά παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στην υπόθεση Bush κ.ά v. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ.1342, τόνισε τα εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17, θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό το λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του Αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση». Περαιτέρω στην υπόθεση Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Athienitis Securities Ltd,
(2003), 1 ΑΑΔ 1694, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε τα ακόλουθα: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Με την ένορκη δήλωση του αιτητή δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία του για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον του ζωοπυρώθηκε όταν ήλθεν αντιμέτωπος με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκε για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/3/01, καταχώρησε μετά από μικρή καθυστέρηση σημείωμα εμφάνισης στις 23/4/
  1. Εκδόθηκε απόφαση συνεπεία της παράλειψης του να καταχωρήσει υπεράσπιση, στις 10/10/01 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση για ακύρωση της απόφασης στις 4.4.
  2. Η απόφαση εκδόθηκε μετά από 6 ½ μήνες από της καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως και καταχώρισε την αίτηση παραμερισμού ένα χρόνο μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Στην ένορκη του δήλωση ημερ. 4/4/02 δεν δίδει οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Ούτε καν αναφορά κάμνει στην καθυστέρηση αυτή. Καμιά εξήγηση δόθηκε από τον Αιτητή για την παράλειψη του να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγομένου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.». Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118 η υπεράσπιση ενέχει το στοιχείο της πειστικότητας, όταν είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη και όπου λείπει η απαραίτητη θεμελίωση η αίτηση παραμερισμού απορρίπτεται, ενώ στην Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εξυπακούεται κάτι περισσότερο από απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή και προϋποθέτει την προσκόμιση στο δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης που να υποστηρίζουν την εκδοχή αυτή. Έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι να ερευνήσει τα όσα θα προσκομιστούν, για να αποφασίσει αν υπάρχει συζητήσιμη υπεράσπιση, χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής. Αυτά τα οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής είναι επαρκή θετικά στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης [βλ. Takis Phylactou and Others v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204]. Έχω διαβάσει με την δέουσα προσοχή το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης και ένστασης και έχω διεξέλθει με την μέγιστη επιμέλεια και προσοχή το περιεχόμενο των συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων. Εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι ο Εναγόμενος 2/Αιτητής δεν αμφισβητεί την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και κατά συνέπεια η εξέταση της υπό κρίση αίτησης θα γίνει αναφορικά με το κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και με το κατά πόσο έχει επιδείξει τέτοια συμπεριφορά που καταδεικνύει ότι αδιαφόρησε σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει εκ του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων κατά πόσο ο Εναγόμενος 2/Αιτητής έχει επεξηγήσει την όποια καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ενόψει και των νομολογιακών αρχών που παρατέθηκαν ανωτέρω. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί ανωτέρω, το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Αυτό που ο Αιτητής οφείλει να πράξει για να είναι επιτυχής στην αίτησή του αναφορικά με την προϋπόθεση αυτή είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, όπως υποστηρίζει, εγείρουν υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών, απλώς αρκεί να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ακόμη και στην περίπτωση που ο καθ΄ ου η αίτηση αμφισβητεί τα γεγονότα αυτά, ο αιτητής δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την αλήθεια τους. Όπως έχει εξηγηθεί σην υπόθεση Χ¨ Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1179), 1181: «.... Όσον αφορά αξιολόγηση, επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας, όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων (Evans v. Bartlam) και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Merkis Gen. Bonded Wareh. v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 736 λέχθηκαν τα ακόλουθα (748-749): «Αφού εξετάσαμε προσεκτικά τις πιο πάνω αποφάσεις, είμαστε της γνώμης ότι στις αιτήσεις που αφορούν παραμερισμό αποφάσεων για μη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, δεν επιβάλλεται η απόδειξη τους από το διάδικο ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης, όπως προνοεί η Δ.48 θ.4, σύμφωνα με την υπόθεση Evans v. Bartlam (πιο πάνω) η οποία κατ' επανάληψη ακολουθήθηκε σε αριθμό υποθέσεων στην Κύπρο όπως αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής.». Περαιτέρω, σχετικό με το βάρος της απόδειξης ότι ο αιτητής έχει, καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Lord Wright από την Evans ν. Bartlam (πιο πάνω) στη σελίδα 489, που αναφέρεται και στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, 322: "The appellant here has an explanation, the truth of which is indeed denied by the respondent, but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a mere conflict on affidavits". Εξετάζοντας πρώτα το βασικότερο κριτήριο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει την απόφαση ημερομηνίας 19/05/2021, ήτοι της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης (βλ. L. Pechtchachanskaia κ.α. ν. V. Esipovich Πολιτική Έφεση αρ. 310/2010, απόφαση ημ. 20/06/2014) για το οποίο φέρει το βάρος απόδειξης ο Εναγόμενος 2/Αιτητής, δηλαδή εκείνων των αποδεικτικών στοιχείων που εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας (βλ. Ξενοφών Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 793), χωρίς να προβαίνω σε κρίση αξιοπιστίας στο στάδιο αυτό του κατά πόσο έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, διαπιστώνω ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου2/Αιτητή είναι γενικότητες και αόριστοι ισχυρισμοί. Συγκεκριμένα, όπως ο Εναγόμενος 2/Αιτητής ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, πέραν της γενικής άρνησης των ισχυρισμών των Εναγόντων, ότι δεν του επιδόθηκαν οι αναγκαίες επιστολές από τους Ενάγοντες επικαλείται καταχρηστικές ρήτρες της επίδικης σύμβασης, καθώς και υπερχρεώσεις ποσών, τόκων και άλλα, επιφυλάσσοντας το δικαίωμά του να προσκομίσει λεπτομέρειες κατά την δικάσιμο. Τα όσα παρέθεσε κρίνονται ως μια απλή παράθεση της εκδοχής του σε ένα ευρύτατα γενικευμένο πλαίσιο το οποίο κρίνεται ανεπαρκές υπό τις περιστάσεις για να οδηγήσει το Δικαστήριο στο όποιο συμπέρασμα για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, ώστε να παραμερίσει την απόφαση ημερομηνίας 19/05/2021, αποστερώντας έτσι τους επιτυχόντες Ενάγοντες από τους καρπούς της. Αυτές οι λεπτομέρειες που επιφυλάχθηκε να προσκομίσει ο Εναγόμενος 2/Αιτητής κατά την δικάσιμο είναι αυτές που θα έπρεπε να είχε παράσχει στο Δικαστήριο, ώστε να αποφασίσει κατά πόσο θα δικαιολογείτο το επανάνοιγμα της υπόθεσης, όχι με την έννοια της κρίσης της αξιοπιστίας των όσων θα έπρεπε να είχαν παρατεθεί, αλλά κατά πόσο αυτά αποκάλυπταν συζητήσιμη υπεράσπιση. Προς τον σκοπό πληρότητας της αιτιολογίας του Δικαστηρίου παρατίθεται η πιο κάτω αναφορά από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958, σελ. 615, αναφορικά με το Ο. 27 r. 15, αντίστοιχο με την Δ.26 Θ. 14 που αποτελεί και νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, με δικές μου υπογραμμίσεις: "Regular judgment- If the judgment is regular, then it is an (almost) inflexible rule that there must be an affidavit of merits, i.e. an affidavit stating facts showing a substantial ground of defence (Farden v. Richter
(1889), 23 Q.B.D. 124.". Η ανάγκη ότι η ένορκη δήλωση σε αίτηση παραμερισμού ".must show merits." παρατίθεται και στην σελ. 227 αναφορικά με την O. 13 r. 10, που είναι η αντίστοιχη Δ.17 Θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου προδιαγράφει και την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Παρά την ως άνω κατάληξη θα εξετάσω το ζήτημα της ενδεχόμενης καθυστέρησης από πλευράς Εναγόμενου 2/Αιτητή και αν αυτός υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης επέδειξε στάση αδιαφορίας να προβεί σε δικονομικά διαβήματα παραμερισμού. Προς την κατεύθυνση αυτή υπενθυμίζεται ότι όπως είναι νομολογημένο η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1283 τονίζεται η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του. Από το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, το οποίο και δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 2/Αιτητής, αφού του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα στις 24/03/2021 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης στις 18/04/2021, δηλαδή 15 ημέρες μετά την λήξη της προθεσμίας σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Για την καθυστέρηση αυτή δεν προβάλλεται η οποιαδήποτε αιτιολογία, αλλά το ζήτημα αυτό δεν το θεωρώ σημαντικό, καθότι η απόφαση εκδόθηκε στις 19/05/2021 επί της αιτήσεως για απόφαση ημερομηνίας 15/04/2021, όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Συνεπώς εκείνο που θα πρέπει να κριθεί είναι αν αποτελεί επαρκή αιτιολογία ο ισχυρισμός ότι καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου της αγωγής υπ' αριθμό 450/21 το σημείωμα εμφάνισης της παρούσας αγωγής, το οποίο ετοιμάστηκε λανθασμένα ένεκα της ισχυριζόμενης λανθασμένης αντίληψης του αριθμού που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα που του επιδόθηκε. Εξετάζοντας το παρατιθέμενο τεκμήριο του αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος που επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2/Αιτητή διαπιστώνω ότι ο αναγραφόμενος αριθμός «2» στον αριθμό της παρούσας αγωγής θα μπορούσε να προκαλέσει απορία εάν είναι όντως αυτός ο αριθμός ή ο αριθμός «0», όπως ισχυρίζονται τόσο οι δικηγόροι όσο και ο Εναγόμενος 2/Αιτητής. Το ζήτημα το οποίο όμως προβλημάτισε το Δικαστήριο είναι η ευκολία με την οποία ετοιμάστηκε το σημείωμα εμφάνισης με λανθασμένο αριθμό, χωρίς να προβούν οι δικηγόροι και ο Εναγόμενος 2/Αιτητής σε ενέργειες, ώστε να διευκρινιστεί ο ορθός αριθμός με έρευνα στο φάκελο ή με το να διερευνήσουν το ζήτημα με το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου. Βέβαια δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι σύμφωνα με το αντίγραφο του σημειώματος εμφάνισης της αγωγής 451/21, θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στους δικηγόρους του Εναγόμενου 2/Αιτητή με το να θεωρήσουν ότι καταχωρήθηκαν δύο αγωγές με συνεχείς αριθμούς εναντίον του Εναγόμενου 2/Αιτητή. Ούτε και αμφισβητώ το γεγονός ότι η πλευρά του Εναγόμενου 2/Αιτητή έμαθε για την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 19/05/2021 περί την 8/10/21 από τους δικηγόρους των Εναγόντων. Κάτι τέτοιο δεν αμφισβητήθηκε από τους Ενάγοντες. Επίσης δεν διέλαθε της προσοχής μου το γεγονός ότι από την κατ' ισχυρισμό λήψη γνώσης του γεγονότος της έκδοσης της απόφασης ημερομηνίας 19/05/2021 περί την 8/10/2021, ο Εναγόμενος 2/Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στις 11/10/2021. Παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2/Αιτητής και οι δικηγόροι του θα έπρεπε να διερευνήσουν προσεκτικότερα το ζήτημα του αριθμού της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμού αγωγής, εκ των παρατιθέμενων γεγονότων και περιστάσεων της υπόθεσης δεν κρίνω ότι ο Εναγόμενος 2/Αιτητής επέδειξε αδιαφορία να υπερασπιστεί την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή ή περιφρόνηση στη δικαστική διαδικασία. Αυτό το οποίο δεν παρέθεσε στην ένορκη του δήλωση είναι επαρκή στοιχεία της υπεράσπισής του, ώστε το Δικαστήριο να κρίνει αν έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Αυτό, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί έχει σφραγίσει και την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Πριν προχωρήσω στην κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση αναφέρω ότι ο ισχυρισμός των Εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση που συμπεριλήφθηκε στην γραπτή τους αγόρευση και όχι στην ένστασή τους, όπως θα έπρεπε, ως προς το ασυμβίβαστο της κας Ιακωβίδου ως ομνύουσας και δικηγόρου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd v. Τζόζεφιν Γαβριηλίδου
(2013)1 ΑΑΔ 1202: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στην Rybolovlev, ανωτέρω, τονίστηκε ότι δικηγόροι θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και πως γενικά είναι ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Στην προκείμενη περίπτωση η κα Ιακωβίδου ορκίζεται ουσιαστικά για να αναφέρει τις περιστάσεις που οδήγησαν στην λανθασμένη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης αναγράφοντας λανθασμένο αριθμό αγωγής, κάτι που προκύπτει από τα όσα αναφέρει ήταν στην δική της σφαίρα γνώσης. Συνεπώς, δεν κρίνω αντικανονική την ένορκη δήλωση που ορκίστηκε. Κατάληξη: Για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 2/Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............ Χ.Μ. Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.