ΠΑΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ (ΑΓΙΑΤΡΙΑΔΙΤΗΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 871/2020, 7/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A162 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X.M. Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 871/2020 Μεταξύ: ΠΑΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ (ΑΓΙΑΤΡΙΑΔΙΤΗΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 107767) Ενάγοντες και LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED (HE 45049) Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 11/05/2021 για παράταση του χρόνου παραγραφής της αξίωσης των Εναγόντων/Αιτητών Ημερομηνία: 07/06/2022 Εμφανίσεις: Δια Ενάγοντες/Αιτητές: κα Ν. Ττοφή δια κκ. Ν.Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Δια Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Γεωργιάδης δια κκ. Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή:- H Αίτηση και η Ένσταση Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες/Αιτητές με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν στις 20/05/20 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ποσό €95.792,00 ως υπόλοιπο οφειλόμενο από εκτελεσθείσες εργασίες αλουμινίων δυνάμει συμφωνίας υπεργολαβίας ημερομηνίας 12/03/2012. Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων/Αιτητών, οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 18/11/2020 στην οποία εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων/Αιτητών έχει παραγραφεί, καθότι οι κατ' ισχυρισμό εκτελεσθείσες εργασίες υπεργολαβίας έγιναν περί το 2013, ήτοι μετά την συμπλήρωση της τριετούς περιόδου παραγραφής αξιώσεων για σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή εργολάβου δυνάμει του άρθρου 7
(2)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (66(Ι)/2012) ως ετροποποιήθηκε. Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές στη βάση των άρθρων 21 και 22 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (66(Ι)/2012) ως ετροποποιήθηκε (« ο περί παραγραφής Νόμος»), ζητούν διάταγμα παράτασης του χρόνου παραγραφής της αξίωσής που εγείρουν στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο οποίος, όπως αναφέρουν έχει συμπληρωθεί την 1/01/
- Εν συντομία, στην ένορκη δήλωση του κ. [ ] Ζαχαρίου, Διευθυντή των Εναγόμενων/Αιτητών, που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση γίνεται αναφορά στο ποσό της συμφωνίας που υπεγράφη και στο υπόλοιπο το οποίο διεκδικούν οι Ενάγοντες/Αιτητές, καθώς και στην ημερομηνία παράδοσης έργου, ήτοι κατά ή περί το έτος
- Επίσης, όπως αναφέρει ο κ. Ζαχαρίου περί την 2/12/2016 έγινε προσπάθεια από μέρους των Εναγόμενων/Αιτητών για διευθέτηση του ποσού, την οποία οι Ενάγοντες/Αιτητές αρνήθηκαν επειδή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και στις απαιτήσεις τους. Προς τον σκοπό αυτό παραθέτει ως τεκμήριο την επιστολή ημερομηνίας 2/12/2016 των Εναγόντων/Αιτητών. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής, ο κ. Ζαχαρίου υποστηρίζει ότι στις 8/10/2012 η θυγατέρα του υπέστη πολλαπλούς τραυματισμούς ως αποτέλεσμα δυστυχήματος με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις και ψυχοθεραπείες που είχε ως αποτέλεσμα αυτός να αφιερωθεί στην επαναφορά της σε φυσιολογική κατάσταση. Προς τον σκοπό αυτό επισυνάπτει ως τεκμήρια διάφορες ιατρικές εκθέσεις και βεβαιώσεις ημερομηνιών 5/9/2014, 18/11/2014, 15/07/2016 και ζητά παράταση χρόνου της παραγραφής της αξίωσης των Εναγόντων/Αιτητών για να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν, επειδή εκ των ανωτέρω δεν είχαν την ευχέρεια να εγείρουν τις αξιώσεις τους πριν από την 1/01/
- Στην Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασης των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση, που βασίζεται επί των ιδίων άρθρων του περί παραγραφής Νόμου, υποστηρίζεται ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επίσης προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι γενική/αόριστη και δεν εξειδικεύει επαρκώς τον λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τέλος προβάλλεται το ότι η αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη και παράτυπη, καταχρηστική και κακόπιστη. Στην ένορκη δήλωση του κ. [ ] Ιορδάνους που συνοδεύει την Ένσταση, Διευθυντή των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζεται ότι, όπως προκύπτει από τις ιατρικές εκθέσεις που παραθέτει ο κ. Ζαχαρίου στην ένορκη του δήλωση, το ατύχημα που επισυνέβη στη θυγατέρα του έγινε στις 7/10/2012 και ακολούθησαν διάφορες επιστολές σε σχέση με τα επίδικα θέματα εντός του 2012, 2013, 2014 και στις 2/12/
- Οι επιστολές αυτές σύμφωνα με τον κ. Ιορδάνους αναιρούν το βάσιμο της μη καταχώρησης της αγωγής, αφού από το έτος 2012 μέχρι το 2016 οι Ενάγοντες/Αιτητές αντάλλασσαν επιστολές για τα επίδικα θέματα με τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση. Όπως υποστηρίζει ο κ. Ιορδάνους, οι Ενάγοντες/Αιτητές είχαν αρκετό χρόνο να προβούν σε όλα τα δέοντα να επιδιώξουν την απαίτησή τους και πως δεν συντρέχει λόγος να παραγκωνιστεί η νομοθετική βούληση που προσδιόρισε τα 3 έτη ως χρόνο παραγραφής. Oι δικηγόροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες και μελέτησε δεόντως, όμως δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτές. Το μόνο που θα ήθελε να επισημάνει το Δικαστήριο είναι ότι στην Γραπτή Αγόρευση των Εναγόντων/Αιτητών αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ανταλλάχθηκαν επιστολές μεταξύ των διαδίκων δεν απαιτήθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό σε δικηγορική αμοιβή, αλλά ούτε και ιδιαίτερη ενασχόληση και πως το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προέβησαν σε καταχώρηση αγωγής, επειδή τα προβλήματα υγείας της θυγατέρας του Διευθυντή από μόνα τους απαιτούσαν μεγάλο χρηματικό κονδύλι και δεν υπήρχαν χρήματα, προφανώς εννοεί για να καταβάλει σε δικηγόρο για την έγερση αγωγής. Όπως προκύπτει, αυτός είναι ένας νέος ισχυρισμός γεγονότος, τον οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη, αφού δεν συμπεριλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ζαχαρίου ή σε οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Νομική πτυχή και ευρήματα Δικαστηρίου: Προτού προχωρήσω στην παράθεση των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα της παράτασης του χρόνου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων/Αιτητών κρίνω ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφανθεί για το κατά πόσο όντως το αγώγιμο δικαίωμα όπως περιγράφεται στα δικόγραφα έχει παραγραφεί, παρόλο που κάτι τέτοιο ουσιαστικά γίνεται παραδεκτό από τους Εναγόμενους/Αιτητές στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(2)του περί παραγραφής Νόμου, «Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.». Στο δε άρθρο 2 του περί παραγραφής Νόμου προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι, «βάση της αγωγής» σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή∙.». Αυτό που φαίνεται να προκύπτει από την δικογράφηση στην Έκθεση Απαίτησης, χωρίς να χρειάζεται να καθοριστεί επ΄ ακριβώς η ημερομηνία παράδοσης του έργου από τους Ενάγοντες/Αιτητές προς τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, ως η ημερομηνία συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής είναι ότι αυτή φαίνεται να συμπληρώθηκε πριν την 1/01/2016. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί παραγραφής Νόμου: «Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής: Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016.». Αυτό το οποίο προκύπτει εκ του άρθρου 3 του περί παραγραφής Νόμου, το οποίο τροποποιήθηκε με τον Ν. 207(Ι)/2015 δια της εισαγωγής της ως άνω επιφύλαξης είναι ότι στην παραγραφή αξιώσεων δόθηκε νέα και πλήρης περίοδος παραγραφής αξιώσεων ως οι περίοδοι που καθορίζονται σε αυτόν. Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει τόσο από την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων/Αιτητών, όσο και από την υπό κρίση αίτηση, με δεδομένο ότι η βάση της αγωγής φαίνεται να έχει συμπληρωθεί πριν από την 1/1/2016, το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων/Αιτητών έχει παραγραφεί την 1/1/2019, ήτοι μετά την πάροδο των 3 ετών. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του περί παραγραφής Νόμου: «.Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.»., Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί παραγραφής Νόμου, για το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να εγκρίνει την υπό κρίση αίτηση: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21.». (υπογράμμιση δική μου) Εκ της ανωτέρω πρόνοιας του περί παραγραφής Νόμου προκύπτει ότι το Δικαστήριο δύναται, εάν και εφόσον κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, να επεκτείνει την περίοδο της παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη. Θεμελιώδους σημασίας στη διεργασία αυτή είναι η ερμηνεία του «δίκαιου και εύλογου». Στην Αγγλία συμφώνως με το άρθρο 33 του Limitation Act 1980 υπό τον τίτλο "Discretionary exclusion of time limit for actions in respect of personal injuries or death", τα Αγγλικά δικαστήρια μπορούν να διατάξουν όπως η περίοδος παραγραφής που καθορίζει η συγκεκριμένη νομοθεσία δεν θα τυγχάνει εφαρμογής αναφορικά με αγώγιμο δικαίωμα, αν φανεί στο δικαστήριο ότι θα ήταν εύλογο να επιτραπεί να προωθηθεί η αγωγή. Στην διεργασία αυτή, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του συγκεκριμένες παραμέτρους που καθορίζονται στην νομοθετική πρόνοια αυτή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 123 του Equality Act 2010, απαιτήσεις στη βάση της νομοθεσίας αυτής μπορούν να εγερθούν, μεταξύ άλλων, εντός τέτοιας άλλης περιόδου που το εργατικό δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο (just and equitable). Αναφορικά με το ζήτημα του τι κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο υπό την έννοια της ως άνω νομοθετικής πρόνοιας, στην απόφαση στην υπόθεση Abertawe Bro Morgannwg University Local Health Board v Morgan [2018] EWCA Civ 640 λέχθηκαν τα εξής σχετικά (με υπογραμμίσεις δικές μου): "First, it is plain from the language used ("such other period as the employment tribunal thinks just and equitable") that Parliament has chosen to give the employment tribunal the widest possible discretion. Unlike section 33 of the Limitation Act 1980, section 123
(1)of the Equality Act does not specify any list of factors to which the tribunal is instructed to have regard, and it would be wrong in these circumstances to put a gloss on the words of the provision or to interpret it as if it contains such a list. Thus, although it has been suggested that it may be useful for a tribunal in exercising its discretion to consider the list of factors specified in section 33
(3)of the Limitation Act 1980 (see British Coal Corporation v Keeble [1997] IRLR 336), the Court of Appeal has made it clear that the tribunal is not required to go through such a list, the only requirement being that it does not leave a significant factor out of account: see Southwark London Borough Council v Afolabi [2003] EWCA Civ 15; [2003] ICR 800, para 33. The position is analogous to that where a court or tribunal is exercising the similarly worded discretion to extend the time for bringing proceedings under section 7
(5)of the Human Rights Act 1998: see Dunn v Parole Board [2008] EWCA Civ 374; [2009] 1 WLR 728, paras 30-32, 43, 48; and Rabone v Pennine Care NHS Trust [2012] UKSC 2; [2012] 2 AC 72, para 75. That said, factors which are almost always relevant to consider when exercising any discretion whether to extend time are: (
- a)the length of, and reasons for, the delay and (
- b)whether the delay has prejudiced the respondent (for example, by preventing or inhibiting it from investigating the claim while matters were fresh). The second point to note is that, because of the width of the discretion given to the employment tribunal to proceed in accordance with what it thinks just and equitable, there is very limited scope for challenging the tribunal's exercise of its discretion on an appeal. It is axiomatic that an appellate court or tribunal should not substitute its own view of what is just and equitable for that of the tribunal charged with the decision. It should only disturb the tribunal's decision if the tribunal has erred in principle - for example, by failing to have regard to a factor which is plainly relevant and significant or by giving significant weight to a factor which is plainly irrelevant - or if the tribunal's conclusion is outside the very wide ambit within which different views may reasonably be taken about what is just and equitable: see Robertson v Bexley Community Centre t/a Leisure Link [2003] EWCA Civ 576; [2003] IRLR 434, para 24. Στην υπόθεση Rafiq v Thurrock Borough Council [2022] EWHC 584 (QB) αναφορικά με της ίδιας φύσης ευχέρεια του δικαστηρίου για απαιτήσεις σύμφωνα με την Human Rights Act 1998 τονίστηκαν τα εξής σχετικά (με υπογραμμίσεις δικές μου): "14. There is guidance in the caselaw for courts exercising discretion under s.7
(5)(b). The Supreme Court in Rabone v Pennine Care NHS Trust [2012] 2 AC 72 said this (paragraph 75): The court has a wide discretion in determining whether it is equitable to extend time in the particular circumstances of the case. It will often be appropriate to take into account factors of the type listed in section 33
(3)of the Limitation Act 1980 as being relevant when deciding whether to extend time for a domestic law action in respect of personal injury or death. These may include the length of and reasons for the delay in issuing the proceedings; the extent to which, having regard to the delay, the evidence in the case is or is likely to be less cogent than it would have been if the proceedings had been issued within the one-year period; and the conduct of the public authority after the right of claim arose, including the extent (if any) to which it responded to requests reasonably made by the claimant for information for the purpose of ascertaining facts which are or might be relevant. However, the words of section 7
(5)(b) of the HRA mean what they say and the court should not attempt to rewrite them. There can be no question of interpreting section 7
(5)(b) as if it contained the language of section 33
(3)of the Limitation Act
- So it is not wrong for a court to have regard to the s.33 factors if it considers it proper to do so in the circumstances of a particular case, but they must not be treated as a fetter on discretion. Instead, the court is to examine all the relevant factors in a case and consider whether it is equitable to allow a period of longer than one year. There is no predetermined list of relevant factors, although proportionality will generally be taken into account. The weight to be given to any particular factor is a matter for the court. (P v Tameside MBC [2017] 1 WLR 2127 at paragraph 67).
- P v Tameside (paragraphs 77-79) is also authority that a court must have regard to the policy reasons for Parliament adopting a much tighter limitation period in HRA claims than usual, and that these may be similar to those for the tight 3-month limit in judicial review proceedings. It is clearly the policy of the legislature that HRA claims should be dealt with both swiftly and economically. All such claims are by definition brought against public authorities, and there is no public interest in these being burdened by expensive, time consuming and tardy claims brought years after the event. The court must look critically at the explanations given for the delay, set against these policy considerations. Delay is always a relevant consideration whether or not there is actual trial prejudice to a defendant. However, the 'burden of persuasion' on a claimant is not necessarily a heavy one and there is no burden to establish lack of prejudice to the defendant.
- The High Court in Alseran & Ors (Iraqi Civilian Litigation) v MoD [2017] EWHC 3289 (QB) took emphasis from the judgments of Lord Dyson and Lady Hale in Rabone that the merits of a claim may be the 'most important of all' the points which may militate in favour of granting an extension, and that it is 'important that fundamental human rights are vindicated'. It also noted that 'evidential prejudice' to a defendant, where delay means that witnesses cannot be traced or memories have faded, may militate against the fairness of granting an extension.
- Most recently, the High Court in Newell v MoJ [2021] EWHC 810 (QB) directed itself not to put any qualification to, or gloss on, 'equitable having regard to all the circumstances'. It must mean being fair to each side.". Συνεπώς, αυτό που προκύπτει από την ανωτέρω παράθεση αποφάσεων των Αγγλικών δικαστηρίων όταν αυτά ερμηνεύουν το τί αποτελεί «δίκαιο και εύλογο» υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης καλούμενα να παρατείνουν την περίοδο παραγραφής των αξιώσεων ή να μην εφαρμόσουν την περίοδο παραγραφής που εγείρονται σύμφωνα με τις υπό αναφορά Αγγλικές νομοθετικές πρόνοιες, είναι τα εξής: · Ευρύτατη δυνατή διακριτική ευχέρεια, χωρίς όμως να παραλειφθεί η εξέταση οποιουδήποτε σημαντικού παράγοντα. · Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η έκταση και οι λόγοι της καθυστέρησης και το κατά πόσο προκλήθηκε βλάβη στον Εναγόμενο από την καθυστέρηση, ενόψει της συλλογής/πειστικότητας της απαραίτητης μαρτυρίας. · Η βαρύτητα που θα προσδοθεί σε οποιονδήποτε από τους παράγοντες είναι ζήτημα του δικαστηρίου. · Λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας. · Λαμβάνονται υπόψη οι αρχές πολιτικής και η πρόθεση του νομοθέτη για εισαγωγή περιόδων παραγραφής αξιώσεων, ενόψει και των λόγων που προβάλλονται για την καθυστέρηση, η οποία είναι πάντοτε σχετικός παράγοντας ασχέτως του εάν θα υπάρξει βλάβη στη δίκη ή όχι του Εναγόμενου. · Το δικαστήριο κρίνει το εάν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης με το να είναι δίκαιο προς την κάθε πλευρά. Οι ως άνω παρατιθέμενες αρχές δικανικής διεργασίας καθορισμού του «δίκαιου και εύλογου» μπορούν να ακολουθηθούν ως πειστικές αυθεντίες αναφορικά με την εξέταση αιτήσεων για παράταση χρόνου παραγραφής σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί παραγραφής Νόμου. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση ενόψει των ως άνω περιγραφόμενων αρχών. Αρχικά θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι οι προθεσμίες για παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων δεν τέθηκαν για πρώτη φορά σύμφωνα με τον περί παραγραφής Νόμο, αλλά προϋπήρχαν, τελώντας όμως σε αναστολή. Ο νομοθέτης, μετά από αλλεπάλληλες αναστολές του περί παραγραφής Νόμου, αποφάσισε να θέσει τέλος στην περίοδο αβεβαιότητας που προκαλούσαν οι αναστολές αυτές, που σημειωτέο δίδονταν πλειστάκις στο παρά πέντε. Η παρατήρηση αυτή θεωρώ ότι κρίνεται σημαντική για την βούληση του νομοθέτη, ως κατεύθυνση στα δικαστήρια για το πως θα πρέπει να ασκούν την διακριτική τους ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τον παράγοντα αυτό εγκρίνοντας ή απορρίπτοντας την όποια παράταση χρόνου. Κάτι άλλο που επίσης κρίνω ότι θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές ασκήθηκαν αγωγές για αγώγιμα δικαιώματα η βάση των οποίων προέκυψε πολύ πριν το έτος 2016, όπως φαίνεται ότι αποτελεί και η υπό κρίση περίπτωση. Συνεπώς θεωρώ ότι το ζήτημα έχει να κάνει με μια ενδεχομένως πιο αυστηρή προσέγγιση στο ζήτημα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έγερσης της υπό κρίση αγωγής, ενόψει και της πρόθεσης του νομοθέτη να παύσει την όποια αβεβαιότητα από πλευράς εν δυνάμει Εναγομένων, οι οποίοι θα ευρίσκοντο αντιμέτωποι με αγωγές μετά από παράταση χρόνου παραγραφής από τα δικαστήρια, έστω και για τον μέγιστο χρόνο των 2 ετών, μετά την παραγραφή του όποιου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους. Εξετάζοντας τους προβαλλόμενους λόγους καθυστέρησης, ενόψει και των τεκμηρίων που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Ζαχαρίου παρατηρώ εκ του τεκμηρίου 3, ήτοι την επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 2/12/2016 προς τους Εναγόμενους, ότι τουλάχιστον προς το τέλος τους έτους 2016 γίνονταν επαφές με σκοπό την διευθέτηση της κατ' ισχυρισμό απαίτησης, μάλιστα δε, προκύπτει ότι είχε κανονιστεί συνάντηση προς τον σκοπό αυτό στις 5/12/16 για συζήτηση και παραλαβή επιταγών. Μετά την ημερομηνία αυτή δεν προκύπτει οποιαδήποτε άλλη επαφή, τουλάχιστον με τα όσα τίθενται ενώπιον μου. Αναφορικά με το διάστημα που μεσολάβησε μετά την ημερομηνία αυτή δεν παρατίθεται η οποιαδήποτε εξήγηση που δικαιολογεί την παράλειψη έγερσης της αγωγής μέχρι την 1/1/
- Περαιτέρω, ακόμη και για το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής, ήτοι περί το έτος 2013 διαπιστώνω εκ των τεκμηρίων 2, 3 και 4 ότι φαίνεται να υπήρξε επικοινωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων για την περίοδο 2013 μέχρι τέλους 2014 για τις μεταξύ τους διαφορές, κάτι που θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες δεν έδειξαν την περίοδο αυτή την οποιαδήποτε αμέλεια στην διεκδίκηση των αξιώσεών τους. Άλλωστε, οι Ενάγοντες, αν και αυτός που φαίνεται να προκύπτει ότι χειριζόταν τα ζητήματα της εταιρείας είναι ο κ. Ζαχαρίου, αποτελούν νομικό πρόσωπο που θα μπορούσαν διαμέσου των αντιπροσώπων τους να προωθήσουν τις αξιώσεις τους εναντίον των Εναγομένων, πριν την 1/1/2016 ή έστω εντός της περιόδου μεταξύ 1/1/2016 - 1/1/
- Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα των Εναγόντων καταχωρήθηκε στις 20/05/2020, ήτοι σχεδόν 17 μήνες μετά την ημερομηνία που, όπως προκύπτει το αγώγιμό τους δικαίωμα έχει παραγραφεί (1/1/2019). Τόσο η παράλειψη προώθησης των αξιώσεών των Εναγόντων εντός της περιόδου που έταξε ο νομοθέτης σύμφωνα με τον περί παραγραφής Νόμο, όσο και ακόμη μετά την παραγραφή του αγώγιμου τους δικαιώματος καθυστερώντας για ακόμη περαιτέρω 17 σχεδόν μήνες, δηλαδή 7 μήνες περίπου πριν την μέγιστη περίοδο που μπορεί να δοθεί ως παράταση στην παραγραφή, δεν φαίνεται να δικαιολογείται ούτε από το κατά τα άλλα ατυχές γεγονός με το ατύχημα της θυγατέρας του κ. Ζαχαρίου και της εξέλιξης της πορείας της υγείας της. Αναφορικά με το ζήτημα της βλάβης ως προς την ικανότητα των Εναγομένων να προβούν στην συλλογή της απαραίτητης μαρτυρίας προς υπεράσπισή τους δεν κρίνω ότι θα υπάρχει η οποιαδήποτε ιδιαίτερη επίδραση, καθότι η υπόθεση αφορά εργασίες υπεργολαβίας και η όποια μαρτυρία προς υπεράσπιση δεν θα είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί. Όμως παρά το ότι θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι δεν θα αντιμετωπίσουν ιδιαίτερη δυσκολία να εξασφαλίσουν την απαραίτητη μαρτυρία προς υπεράσπιση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, αν εγκριθεί η παράταση του χρόνου παραγραφής, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο παράγοντας καθυστέρηση, ο οποίος δεν έχει αιτιολογηθεί από τους Ενάγοντες ως ανωτέρω επεξηγείται, ενόψει και της πρόθεσης του νομοθέτη να θέσει τέρμα στην αβεβαιότητα που προκαλούσαν οι συνεχείς αναστολές στην παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων, καθορίζοντας ως σημείο επανεκκίνησης με νέα και πλήρη περίοδο παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων τα 3 έτη από την 1/1/2016, είναι θεμελιώδους σημασίας στην τελική του κατάληξη στο κατά πόσο θα εγκρίνει την υπό κρίση αίτηση. Η τελευταία αυτή παρατήρηση προδιαγράφει και την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της πρόθεσης του νομοθέτη να θέσει περιόδους παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων, της εξισορρόπησης της οποιασδήποτε αδικίας που θα προκληθεί στην πλευρά των Εναγομένων αν εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση που δεν έχει απαραίτητα να κάνει με την όποια ενδεχόμενη αδυναμία συλλογής πειστικής μαρτυρίας προς υπεράσπιση, του χρόνου που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αγωγή σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα που το δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει τον χρόνο παραγραφής, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Άλλωστε, από πουθενά δεν προκύπτει ότι στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου έχει δοθεί νομοθετική επιταγή προς επέκταση του χρόνου παραγραφής χωρίς να ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν κρίνονται ως τέτοιες που να δικαιολογούν παράταση χρόνου. Κατάληξη: Ενόψει των όσων έχω προσπαθήσει να επεξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (υπ.)........... Χ.Μ. Καραπατάκης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο