← Κύπρος

I. D. ν. P.N.S. RESTAURANTS LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1113/2022, 5/9/2022

I. D. ν. P.N.S. RESTAURANTS LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1113/2022, 5/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1113/2022 I-JUSTICE I. D. Ενάγων v.

  1. P.N.S. RESTAURANTS LIMITED
  2. CBLUEM RESTAURANTS LIMITED
  3. LIMASSOL MARINA LIMITED Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 18.07.2022 για ενδιάμεση θεραπεία και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.07.2022 τροποποιηθέν την 28.07.2022 Ημερομηνία: 05 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Μ. Αποστολίδης Για την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση: Μ. Ιωάννου Αναστασίου για Makis Anastasiou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Ο Ενάγων, με την αγωγή του, για την οποία εκδόθηκε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνει διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να λειτουργούν το παραθαλάσσιο εστιατόριο-μπαρ «Gazebo Mare», στη Μαρίνα Λεμεσού, ή να ανέχονται ή να επιτρέπουν τη λειτουργία του με τρόπο που να δημιουργεί οχληρία στον Ενάγοντα, με τη χρήση μεγάφωνων και κατά τρόπο που να προστίθενται πέραν των 3dB(A) στο ακουστικό μικροκλίμα που απολαμβάνει η οικία του Ενάγοντος, που βρίσκεται επίσης στην περιοχή της Μαρίνας Λεμεσού, καθώς και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις και έξοδα μελέτης εμπειρογνώμονα και δικηγορικά έξοδα. Στο πλαίσιο αυτής της αγωγής του, αιτήθηκε μονομερώς, με σχετική δικονομική βάση τα άρθρα 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, και το Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, την 22.07.2022, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση να χρησιμοποιεί μεγάφωνα στο εν λόγω εστιατόριο μεταξύ των ωρών 11:30 το βράδυ μέχρι 05:00 το πρωί πέραν των 41dB(A). Το εν λόγω προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2/Καθ' ης η αίτηση, που υπέβαλε ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος του, συνθήκη που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναθεώρησή του, υπό το φως και όσων θέτει ενώπιον του η πλευρά της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση. Η αίτηση δεν προωθήθηκε εναντίον των λοιπών Εναγόμενων. Η αίτηση του Ενάγοντος Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντος, που συνόδευσε τη μονομερή του αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία, ο Ενάγων απέκτησε την οικία του στη Μαρίνα Λεμεσού την 10.02.2016, δυνάμει μακροχρόνιας μίσθωσης, επένδυση δια της οποίας έλαβε και την Κυπριακή υπηκοότητα. Η Εναγόμενη 2 είναι η εταιρεία που κατέχει και διαχειρίζεται το εστιατόριο-μπαρ «Gazebo Mare», που είναι στην τεχνητή παραλία που τοποθετήθηκε στο νοτιοανατολικό μέρος της Μαρίνας Λεμεσού («το μπαρ»). Το μπαρ βρίσκεται περίπου εξήντα μέτρα νοτιοανατολικά από την κατοικία του Ενάγοντος. Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι, όταν απέκτησε την κατοικία του, στη θέση του μπαρ λειτουργούσε ένα μη οχληρό υποστατικό, και ότι το μπαρ άρχισε να λειτουργεί από το καλοκαίρι του 2021, μερικές νύχτες της εβδομάδας και ως κέντρο διασκέδασης με μουσική, και αποτελείται από εσωτερικό και εξωτερικό χώρο. Από τότε, τόσον ο ίδιος όσο και άλλοι ένοικοι της Μαρίνας Λεμεσού, αντιμετωπίζουν, ανά τακτά διαστήματα, πολύ σοβαρά προβλήματα οχληρίας. Κάποιες φορές, όπως ανέφερε, ενώ κοιμάται, ο θόρυβος είναι τόσο έντονος που νιώθει ότι το κρεβάτι του είναι μέσα στο μπαρ. Πολλές φορές, στο μπαρ διεξάγονται πάρτι με μουσική, που ξεκινούν από το πρωί και διαρκούν μέχρι τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να χάνει τελείως τον ύπνο και την ηρεμία του. Μέσα στα μέσα του καλοκαιρού του 2021, που άρχισαν τα σοβαρά προβλήματα οχληρίας, επισκέφθηκε με άλλους ένοικους το μπαρ, όπου είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με υπεύθυνο του χώρου, και υπήρξε υπόσχεση ότι θα περιορίζονταν η μουσική μόνον εντός του υποστατικού και δεν θα επεκτείνονταν ο ήχος στις κατοικίες τους. Εντούτοις, τίποτε δεν άλλαξε, εφόσον, όποτε λειτουργεί το μπαρ, η μουσική έρχεται κατευθείαν στα αυτιά των ενοίκων από τα μεγάφωνα που βρίσκονται τοποθετημένα περιμετρικά στον εξωτερικό και εσωτερικό χώρο του μπαρ. Την 15.10.2021, η μουσική ήταν τόσο δυνατή, που ο Ενάγων έβλεπε τα τζάμια του σπιτιού του να δονούνται. Μη έχοντας άλλην επιλογή, επισκέφθηκε την Αστυνομία και υπέβαλε προφορικό παράπονο, και η Αστυνομία επενέβη. Οι ιθύνοντες του μπαρ, λίγη ώρα μετά, άρχισαν πάλι να εκπέμπουν δυνατά μουσική, αδιαφορώντας πλήρως για την οχληρία που προκαλούν στους ενοίκους. Στην οχληρία συνεισφέρουν και οι ομιλίες που ακολουθούν τις υψηλές εντάσεις της μουσικής. Για τον τερματισμό της οχληρίας, ο Ενάγων, όπως λέει, προέβη και σε άλλες ενέργειες, το
  4. Πέραν της οχληρίας, υπάρχουν και άλλα προβλήματα από τη λειτουργία του μπαρ, εφόσον θαμώνες του εισέρχονται και στις περιουσίες τους. Μετά τις αρχές Νοεμβρίου του 2021, το μπαρ λειτουργούσε με χαμηλότερες εντάσεις, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, αλλά, από τα τέλη Μαΐου του 2022 και μετέπειτα, η κατάσταση και πάλι έγινε ανεξέλεγκτη, αφού η οχληρία είναι εντονότερη από ποτέ, δείχνοντας, κατά τη θέση του Ενάγοντος, την αποθράσυνση των υπευθύνων του. Ο Ενάγων επένδυσε και πληρώνει αρκετά χρήματα για να ζει δίπλα στο κύμα, ήρεμος και ήσυχος, χωρίς να υποχρεώνεται να ακούει τη μουσική του μπαρ, στο οποίο τελούνται πλέον και διάφορες άλλες εκδηλώσεις, με υψηλή ένταση και ηχορύπανση, ώστε η διαμονή του να καταντήσει, όπως αναφέρει, ένα μαρτύριο. Η μουσική είναι εκκωφαντική σε βαθμό που δεν μπορεί να μιλήσει ήρεμα με την οικογένειά του μέσα στο σπίτι τους, να ξεκουραστούν, να ησυχάσουν, να κοιμηθούν, ακόμα και όταν όλα τα ηχομονωτικά παράθυρα της οικίας είναι κλειστά, ο θόρυβος διαπερνά. Αναγκάστηκαν αρκετές φορές να κάνουν χρήση ωτοασπίδων, ακόμα και στο ανήλικο παιδί του Ενάγοντος, να αποφεύγουν να χρησιμοποιούν την αυλή τους ή να καλέσουν κόσμο στο σπίτι τους τα σαββατοκύριακα. Την 20.05.2022, είχε διοργανωθεί πάρτι με μουσική που κράτησε μέχρι τις 05:00 τα ξημερώματα, ενώ δύο ημέρες προηγουμένως διεξήχθη άλλο πάρτι με μουσική κατά τη διάρκεια του οποίου ρίχθηκαν βεγγαλικά (εννοώντας ενδεχομένως πυροτεχνήματα), που έκαναν την κόρη του να κλαίει. Από τα τέλη Μαΐου του 2022 και μετέπειτα, τα πάρτι συνεχίζονται σχεδόν κάθε Παρασκευή και Σάββατο, με τη μουσική να παίζει εκκωφαντικά και ανυπόφορα και τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Βλέποντας πως οι υπεύθυνοι του χώρου δεν είναι διατεθειμένοι να σεβαστούν την οικογενειακή γαλήνη του Ενάγοντος, παρά τις όσες προσπάθειες έκανε, είτε απευθυνόμενος προς τον Δήμο Λεμεσού είτε προς την Αστυνομία, αναγκάστηκε να καταχωρίσει αγωγή και να αναζητήσει ενδιάμεση θεραπεία, ενημερώνοντας για το πρόβλημα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αποτάθηκε σε ειδικό εμπειρογνώμονα που διεξήγαγε εμπεριστατωμένη μελέτη ηχητικής επιβάρυνσης στο σπίτι του Ενάγοντος το βράδυ της 09.06.2022, όπου το μπαρ φιλοξενούσε γαμήλια τελετή, και η επιβάρυνση ήταν πέραν των 30 ντεσιμπέλ, πρόσθετα από τον γενικό θόρυβο της περιοχής που είναι 38 ντεσιμπέλ, ενώ ηχητική επιβάρυνση πέραν των 5 ντεσιμπέλ συνιστά οχληρία, πέραν των 10 ντεσιμπέλ μέτρια, πέραν των 15 υψηλή, και πέραν των 20 πολύ υψηλή. Μέσα από την ειδική έκθεση, φαίνεται, όπως λέει, το μέγεθος του προβλήματος. Ο μόνος τρόπος να περιοριστεί το πρόβλημα είναι με διάταγμα του Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα από τα όρια εκπομπής ήχου που αναγράφονται στην άδεια εκπομπής ήχου, εάν υπάρχει, κανένα κέντρο αναψυχής δεν επιτρέπεται να εκπέμπει ήχο κατά τρόπο ώστε να αυξάνει τον θόρυβο βάθους που αντιλαμβάνεται κάθε ευαίσθητος δέκτης πέραν των 3dB, σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 5

(2)του Διατάγματος Ηχητικής Διαβάθμισης, ΚΠΔ 303/
  1. Το μόνο που ζητά ο Ενάγων, όπως αναφέρει, είναι να περιοριστεί η ένταση από τα μεγάφωνα στο νόμιμο και ανεκτό επίπεδο, και το ζήτημα είναι πρωταρχικής σημασίας, για να συνεχίσουν τη διαβίωσή τους στην οικία τους, ο Ενάγων και η οικογένειά του. Στη βάση αυτών των γεγονότων, η θέση του είναι πως πληρούνταν και πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ενδιάμεση θεραπεία που ζήτησε. Η ένσταση της Εναγόμενης 2 Με την ένστασή της, η Εναγόμενη 2, με σχετική δικονομική βάση, και μαρτυρία από τον διευθυντή της Εναγόμενης 2, θέτει αρκετούς λόγους ένστασης, που συνοψίζονται στο ότι δεν υπήρχε η δικαιοδοτική βάση για να αναζητηθεί ενδιάμεση θεραπεία, και κατ' επέκταση να εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα μονομερώς, εφόσον τα προβλήματα που ισχυρίζεται ο Ενάγων χρονολογούνται από το 2021, και δεν προκύπτει ο κατεπείγων λόγος. Εκτός από το ότι δεν προκύπτει το κατεπείγον, ο Ενάγων, ενώ κινήθηκε μονομερώς, απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του, ή στρέβλωσε την πραγματική εικόνα, ώστε παραβίασε το καθήκον ύψιστης πίστης που είχε έναντι στο Δικαστήριο: Ότι το μπαρ λειτουργεί από την ίδια εταιρεία και με τον ίδιο τρόπο από το 2016 και απλώς μετονομάστηκε και δεν μετατράπηκε σε κάτι άλλο, και οι εκδηλώσεις που διεξάγονται δεν είναι αυτές που ανέφερε ο Ενάγων, και σε κάθε περίπτωση υπάρχει η ενημέρωση των ενδιαφερόμενων για το θέμα της περιορισμένης έντασης της μουσικής. Για παράδειγμα, την 15.10.2021, ημερομηνία που αναφέρει ο Ενάγων, ήταν το παγκόσμιο συνέδριο τεχνολογίας «Reflect» που διοργανώθηκε, με σημαντικούς καλεσμένους, σε έξι περίπου υποστατικά της Μαρίνας Λεμεσού, στο Παλιό Λιμάνι και στο Μεσαιωνικό Κάστρο, από τις 10:00 μέχρι περίπου τις 23:00, υπήρχαν ομιλίες από συνέδρους και στη συνέχεια δεξίωση που έληξε γύρω στις 23:
  2. Είχε επισκεφθεί η Αστυνομία τον χώρο και αφού επιβεβαίωσε πως δεν υπήρχε πρόβλημα, αποχώρησε. Το υποστατικό μετά την εκδήλωση είχε κλείσει, αν και άλλα υποστατικά στον χώρο λειτουργούσαν. Η Εναγόμενη 2 αναφέρει και άλλα παραδείγματα. Ότι μετά από τη συνάντηση που υπήρχε με τον Ενάγοντα, κλήθηκαν τεχνικοί και εγκατέστησαν σύστημα ήχου και επιθεωρήθηκαν οι «κόφτες», δηλαδή οι ρυθμιστές της έντασης ήχου, που προγραμματίστηκαν σε πιο χαμηλή ένσταση. Ότι όλα τα παράπονα του Ενάγοντος δεν μπόρεσαν να προωθηθούν ακριβώς γιατί η λειτουργία της Εναγόμενης 2 σε σχέση με την εκπομπή ήχου είναι νόμιμη. Ο Ενάγων, για οποιαδήποτε ενόχληση μπορεί να αισθάνεται, ακόμα και τον αναμενόμενο θόρυβο της περιοχής, ή για πράξεις που κάνουν άλλοι, έχει στοχοποιήσει το μπαρ της Εναγόμενης 2, ενώ μπορεί θόρυβος να προέρχεται από οπουδήποτε. Οι πλείστοι κάτοικοι κοντά στο μπαρ δεν έχουν πρόβλημα, και προσκομίζονται σχετικές δηλώσεις τους. Γι' αυτούς τους λόγους, η αίτησή του θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς εξέταση της ουσίας της, και γιατί και στη νομική της βάση περιέχονται οι ΚΠΔ303/2019 και ΚΠΔ 304/2019, και αυτή βασίζεται στο άρθρο 5
(2)των ΚΠΔ 303/2019, που δεν ισχύουν από την 01.07.2022, καθότι καταργήθηκαν όταν αντικαταστάθηκαν από τους ΚΠΔ 263/2022 και ΚΔΠ 264/
  1. Επιπλέον, εάν το Δικαστήριο υπεισέλθει και στην ουσία της αίτησης, η θέση της Εναγόμενης 2 είναι πως δεν συντρέχουν και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αυτής της φύσης. Ο Ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2, εξάλλου δεν προώθησε την αγωγή του μέχρι στιγμής. Πέραν τούτου, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως το αστικό αδίκημα της οχληρίας και να δώσει επαρκείς πιθανότητες επιτυχίας, καθώς η Εναγόμενη 2 κατέχει άδεια εκπομπής ήχου καθημερινά από τις 20:00 μέχρι τις 24:00, τόσο κατά τη χειμερινή περίοδο όσο και κατά τη θερινή περίοδο, με μέγιστη επιτρεπόμενη ένσταση ήχου Α τα 60db, όριο το οποίο είναι εντός του ανώτατου επιτρεπτού ορίου εκπομπής ήχου της περιοχής, όπως αυτό καθορίστηκε από σχετικό Διάταγμα των αρμόδιων Υπουργείων. Η άδεια εκδόθηκε κατόπιν ακουστικής μελέτης που ετοιμάστηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο, που η Εναγόμενη 2 προσκομίζει, μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα που επικαλείται. Η λειτουργία του μπαρ είναι σύμφωνη με τους όρους της άδειας του. Το παράπονο του Ενάγοντος αφορά στον καθορισμό και οριοθέτηση της έντασης του ήχου που δικαιούται να εκπέμπει το μπαρ, που δεν αποτελεί θέμα που μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο, το οποίο δεν έχει τέτοια αρμοδιότητα, αλλά αφορά στην εκτελεστική εξουσία, που εξέδωσε άδεια εκπομπής ήχου, με όλους τους όρους που έκρινε ότι αρμόζουν σε σχέση με την εκπομπή του ήχου. Δυνάμει του άρθρου 6 του περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες Εκπομπής Ήχου) Νόμου 50(Ι)/2016 και των άρθρων 7 και 8 και του Παραρτήματος Β των ΚΠΔ 263/2022, υπάρχει θεσμοθετημένη διαδικασία σε περίπτωση υποβολής παραπόνου για όχληση, που πρέπει να υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή, μέσω της οποίας να γίνεται ο ενδεδειγμένος έλεγχος, και δεν ακολουθήθηκε τέτοια διαδικασία από τον Ενάγοντα. Η έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που προσκόμισε ο Ενάγων αμφισβητείται από την Εναγόμενη 2, για τους λόγους που εκθέτει ο μάρτυρας της Εναγόμενης
  2. Ο Ενάγων, εξάλλου, δεν απέδειξε πως είναι δύσκολο ή αδύνατον να αποδοθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν υπάρχει το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα ούτε ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ και το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έπρεπε να κλίνει υπέρ της μη έκδοσης και ακύρωσής του, εφόσον η Εναγόμενη 2 βρέθηκε δέσμια ενός προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στη βάση παραπλανητικών στοιχείων και στην απουσία της, το οποίο την εμποδίζει να διαχειρίζεται και να λειτουργεί το υποστατικό και να εκτελεί συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι τρίτων, ενώ λειτουργεί με βάση άδειες, που φρόντισε σε κάθε χρόνο να εξασφαλίσει. Επιπλέον, όπως αναφέρει η Εναγόμενη 2, το διάταγμα που εκδόθηκε είναι ασαφές, γενικό και αόριστο, αφού δεν διευκρινίζει εάν θα πρέπει να εφαρμοστεί κατά παρέκκλιση των όρων της άδειας της Εναγόμενης 2, και δεν καθορίζει από ποιο σημείο, σε ποια απόσταση, και εντός ποιας ακτίνας θα ισχύει το όριο των 41db. Και η ζημιά που υφίσταται η Εναγόμενη 2 από τον περιορισμό που θέτει το προσωρινό διάταγμα είναι μεγαλύτερη συγκριτικά με αυτήν που ισχυρίζεται ο Ενάγων, και δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η διατήρησή του σε ισχύ. Τέλος, η αίτηση του Ενάγοντος, κατά την Εναγόμενη 2, είναι και καταχρηστική, εφόσον φαίνεται πως επιχειρεί, δια της ενδιάμεσης θεραπείας, να επιτύχει σκοπούς άλλους από αυτούς που εξυπηρετεί ένα προσωρινό διάταγμα. Συναφής με αυτό τον λόγο ένστασης είναι η αναφορά της Εναγόμενης 2 στον τρόπο με τον οποίον ο Ενάγων καταλογίζει στην Εναγόμενη 2 κάθε θόρυβο, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, και ότι δεν υπήρξε λογική συνεννόηση μαζί του. Αντ' αυτού, επανειλημμένα, όπως αναφέρει η Εναγόμενη 2, ο Ενάγων επισκέφθηκε το υποστατικό σε κατάσταση μέθης, και σε κάποια περίπτωση διαπληκτίστηκε έντονα και με θαμώνα που διεξήγαγε εκείνη την ώρα παιδικό πάρτι στον χώρο, ώστε κλήθηκε η ασφάλεια της Μαρίνας Λεμεσού ή σε άλλες περιπτώσεις η Αστυνομία. Διαδικασία Η ακρόαση έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς την εισαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν δια γραπτών αγορεύσεων, στις οποίες πρόσθεσαν και προφορικά ορισμένα σημεία, που έχουν σημειωθεί στα πρακτικά. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι είναι ενώπιον του, ακόμα κι αν δεν παρατίθεται αυτούσιο ή δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Νομικές αρχές και εξέταση της υπόθεσης Καταρχάς, οι διατάξεις που περιέχονται στη νομική βάση της αίτησης του Ενάγοντος επαρκούσαν και επαρκούν για να μπορέσει το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτησή του, εφόσον σε αυτές περιλαμβάνονται τα άρθρα 32 του Νόμου 14/1960 και 9 του Κεφ.6, επομένως δεν πρόκειται για νομικά αβάσιμη αίτηση. Οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που θέτει στη νομική βάση της αίτησής του ο Ενάγων, εάν είναι ορθές ή λανθασμένες, ή εάν ισχύουν ή όχι, δεν καθιστούν την αίτησή του για ενδιάμεση θεραπεία νομικά αβάσιμη, κατά τρόπο που το Δικαστήριο να μην μπορεί να της επιληφθεί. Όπως προκύπτει από το άρθρο 9 § 1 του Κεφ. 6, όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα ότι όλα τα εμπλεκόμενα μέρη θα πρέπει να ακούγονται για να αποδοθεί κάποια θεραπεία[1], θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι πρόκειται για επείγουσα ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση· ειδάλλως, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, και εάν διαφανεί εκ των υστέρων, μετά πλέον και την ακρόαση των επηρεαζόμενων προσώπων, ότι τα δεδομένα που στήριξαν τέτοια επείγουσα ή ιδιαίτερη περίσταση δεν ήταν ορθά, οφείλει να το ακυρώσει[2]. Όπως υποδείχθηκε και στη Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203, κατεπείγον θεωρείται το ζήτημα που περιέρχεται σε γνώση του αιτούντος την ενδιάμεση θεραπεία σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Ο χρόνος δεν έχει μία συγκεκριμένη ημερολογιακή προσέγγιση, αλλά εκτιμάται σε συνάρτηση με το είδος της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητείται, το πολύπλοκο της υπόθεσης, την όλη διαφορά, και άλλους παράγοντες[3]. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί να υπάρχει ο χρόνος να επιδοθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά, για να ακουστεί, αλλά οι περιστάσεις να είναι «ιδιαίτερες», ώστε να καθιστούν λογικά ασυμβίβαστη την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς[4]. Η υπόθεση του Ενάγοντος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως επείγουσα χρονικά, αλλά ως ιδιαίτερη, εφόσον ο Ενάγων ισχυρίστηκε βλαπτική εκπομπή θορύβου από το μπαρ της Εναγόμενης 2, είτε υφίσταται κάποια άδεια εκπομπής ήχου είτε όχι (κάτι που δεν εμπίπτει στο πεδίο της γνώσης του), σε βαθμό που καθιστά τη διαβίωσή του στον χώρο της οικίας του ανυπόφορη. Εφόσον πρόκειται για διάταγμα περιορισμού οχληρίας, που συνυφαίνεται με την ιδιωτική ζωή του Ενάγοντος και εκτείνεται και σε αγαθά εκτός από τη νομή της οικίας του, όπως η προσωπικότητα, η αξιοπρέπεια και η υγεία του, και εφόσον μαρτυρήθηκε συνέχεια σε βλαπτική δραστηριότητα, το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει δικαιοδοσία από το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και να επιληφθεί της αίτησης του Ενάγοντος, χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Όταν ένας διάδικος κινείται μονομερώς για να εξασφαλίσει προσωρινό διάταγμα, οφείλει - και συνιστά υποχρέωσή του προς το Δικαστήριο ύψιστης πίστης - να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα, είτε ευνοούν είτε όχι την υπόθεσή του, στον βαθμό που είναι δυνατόν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το εάν θα δώσει την θεραπεία που ζητά[5]. Ο Ενάγων ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα, όπως ο ίδιος τα αντιλαμβάνεται ή τα βιώνει, και δεν φαίνεται ότι προέβη σε κάποια σκόπιμη απόκρυψη γνωστών σε αυτόν δεδομένων, για να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ότι το μπαρ λειτουργεί από την ίδια εταιρεία και με τον ίδιο τρόπο από το 2016 και απλώς μετονομάστηκε και δεν μετατράπηκε σε κάτι άλλο, ή ότι οι εκδηλώσεις που διεξάγονται δεν είναι αυτές που ανέφερε ο Ενάγων ή ότι υπάρχει η ενημέρωση των ενδιαφερόμενων για το θέμα της περιορισμένης έντασης της μουσικής ή ότι μετά από τη συνάντηση που υπήρχε με τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη 2 προσπάθησε να εκπέμπει σε χαμηλότερη ένταση ή όσα αναφέρει η Εναγόμενη 2 ή ότι αρκετοί και ίσως οι περισσότεροι περίοικοι δεν έχουν πρόβλημα, ακόμα κι αν ήταν στο πεδίο γνώσεων του Ενάγοντος και αποκαλύπτονταν, δεν θα επιδρούσαν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει ή να μην εκδώσει το προσωρινό διάταγμα. Βεβαίως, το δεδομένο που προκύπτει από τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 και δεν αποκρύφθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος υψηλής πίστης που είχε ο Ενάγων - όπως ούτε και η μη αναφορά οποιωνδήποτε στοιχείων εκθέτει η Εναγόμενη 2 μπορεί να θεωρηθεί παράβαση του καθήκοντος υψηλής πίστης -, αλλά η αποκάλυψή του μπορεί να επιδρά σήμερα στην κρίση του Δικαστηρίου, όπως και αποκάλυψη άλλων στοιχείων, είναι η ύπαρξη άδειας εκπομπής ήχου για συγκεκριμένες ώρες. Δεδομένο που δεν επιδρά μεν δικαιοδοτικά, αλλά θα αξιολογηθεί επίσης στο πλαίσιο εξέτασης των ουσιαστικών προϋποθέσεων και θα χρησιμοποιηθεί αναλόγως. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, κάθε Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, μπορεί να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη σε όσες περιπτώσεις το Δικαστήριο κρίνει πως είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ακόμα κι αν δεν αξιώνεται ή δεν χορηγούνται μαζί με αυτό αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται στη θεραπεία και, εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οποιοδήποτε τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να εκδοθεί υπό όρους και προϋποθέσεις, ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο. Οι εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων αναλύθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση θα πρέπει να αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την πρώτη προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[6]· Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, της αναγκαιότητας να υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης, όπως υποδείχθηκε μεταξύ άλλων στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 AAΔ 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[7]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια. Η τρίτη προϋπόθεση του νόμου, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[8]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για συγκεκριμένη ενέργεια και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η συγκεκριμένη ενέργεια στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο Ενάγων, που αναμφίβολα διαμένει σε οικία που βρίσκεται κοντά στο μπαρ που κατέχει και διαχειρίζεται η Εναγόμενη 2, αξιώνει διατάγματα και αποζημιώσεις λόγω οχληρίας από τη λειτουργία του μπαρ και ειδικότερα από την εκπομπή αυξημένης έντασης ήχου από μεγάφωνα. Υπάρχει το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας που απορρέει και από το κοινοδίκαιο αλλά και από τον νόμο (statutory offence), όπου στο άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 προβλέπεται πως ιδιωτική oχληρία συvίσταται στo ότι πρόσωπo επιδεικvύει συμπεριφoρά ή διεξάγει τις εργασίες τoυ ή χρησιμoπoιεί ακίvητη ιδιoκτησία πoυ αvήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, με τρόπo ώστε κατά συvήθεια vα παρεμβαίvει στηv εύλoγη χρήση και απόλαυση, αφoύ ληφθoύv υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίvητης ιδιoκτησίας oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ. Ο εvάγων δεv τυγχάvει απoζημίωσης σε σχέση με ιδιωτική oχληρία, εκτός εάν εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά. Οχληρία μπορεί να δημιουργηθεί ή να προκληθεί και δια θορύβου (noise nuisance), περιλαμβανομένης της υψηλής έντασης ήχου από μεγάφωνα. Η μείωση του επιπέδου διαβίωσης και χρήσης και απόλαυσης της κατοικίας του Ενάγοντος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ζημιά. Τα κέντρα αναψυχής, όπως είναι και το μπαρ της Εναγόμενης 2, για να εκπέμπουν ήχο στο εξωτερικό τους, με οποιονδήποτε τρόπο, θα πρέπει να κατέχουν άδεια εκπομπής ήχου, που εκδίδεται σύμφωνα με τον περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες Εκπομπής Ήχου) Νόμο 50(Ι)/2016 και καθορίζει την ανώτατη ένταση εκπεμπόμενου ήχου στο εξωτερικό του κέντρου αναψυχής. Η άδεια εκπομπής ήχου ισχύει για τις ώρες λειτουργίας που καθορίζονται στον περί Κέντρων Αναψυχής Νόμο 29/1985, δηλαδή δεν μπορεί να εκδοθεί για ώρες που δεν καλύπτει ο Νόμος 29/1985 (λ.χ. κατά τη θερινή περίοδο μετά τις 02:30 τη Δευτέρα έως την Πέμπτη και την Κυριακή και μετά την 03:30 την Παρασκευή έως και το Σάββατο, και κατά τη χειμερινή περίοδο μετά τις 02:00 τη Δευτέρα έως την Παρασκευή και την Κυριακή και μετά την 03:00 την Παρασκευή έως και το Σάββατο). H ηχητική διαβάθμιση των περιοχών των κέντρων αναψυχής που εκπέμπουν ήχο οχληρής ή συνήθους μορφής, λαμβάνοντας υπόψη και το ενδεχόμενο επηρεασμού των περιοχών κατοικίας ή άλλων ευαίσθητων δεκτών, και η διενέργεια σχετικών μελετών για τον καθορισμό αυτό, καθώς και ο καθορισμός και η αναθεώρηση των ανώτατων επιτρεπτών ορίων εκπομπής ήχου στο εξωτερικό των κέντρων αναψυχής, σύμφωνα με την ηχητική διαβάθμιση των περιοχών, τις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα όργανα ελέγχου έντασης ήχου και τα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών ή και άλλα συστήματα, καθώς και η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται, εμπίπτουν στο πεδίο της εκτελεστικής εξουσίας. Η ύπαρξη άδειας ή και το πεδίο δράσεων της διοίκησης δεν συνιστούν απόλυτη υπεράσπιση για την Εναγόμενη 2 και δεν αποκλείουν εκ προοιμίου τη δυνατότητα αξίωσης αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας για οχληρία[9]. Ευλόγως, όμως, δεν στερείται και αποδεικτικής αξίας το ότι υφίσταται τέτοια διοικητική άδεια, και μπορεί να ληφθεί υπόψη, όταν, εκτός από αποζημιώσεις, αξιώνεται και απαγορευτικό διάταγμα, ως προς την έκταση κάποιας απαγόρευσης, που δεν κινείται αποκομμένα από το τι συνιστά γενικότερα το νόμιμο. Πέραν τούτου, δεν αποκλείεται σε κάποιο πρόσωπο να αξιώσει αποζημιώσεις για ζημιά που υπέστη ή διάταγμα που να απαγορεύει συμπεριφορά που είναι αντίθετη στον Νόμο 50(Ι)/2016 ή στον Νόμο 29/1985 ή σε άλλον νόμο ή εκφεύγει από το πλαίσιο της νομιμότητας σε σχέση με την εκπομπή ήχου, ιδίως όταν δεν κατέστη εφικτό να ενεργοποιήσει άλλους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Συναφώς, σύμφωνα και με το άρθρο 3 § 8 του Νόμου 50(Ι)/2016, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου 91/1968, και ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (διασάλευση της ειρήνης σε δημόσιο χώρο), κανένα κέντρο αναψυχής δεν μπορεί να εκπέμπει ήχο του οποίου η ένταση στο εξωτερικό του εν λόγω κέντρου αναψυχής υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται στην άδεια εκπομπής ήχου. Περαιτέρω, ο περί Διασφαλίσεως και Προστασίας της Κοινής Ησυχίας Νόμος 91/1968 ορίζει πως, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιοσδήποτε δημιουργεί ή προκαλεί εντός περιοχής, κατά τις απαγορευμένες ώρες, που περιλαμβάνουν τις ώρες από την 24:00 μέχρι την 06:00 σε κάθε χρονική περίοδο, οποιοδήποτε θόρυβο που αποτελεί οχληρία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, ενώ για τους σκοπούς του Νόμου 91/1968, oχληρία θεωρείται ότι δημιουργείται ή προκαλείται δια θορύβου που υπό τις περιστάσεις είναι υπερβολικός ή περιττός ή ουσιωδώς παρεμποδίζει την ησυχία των κατοίκων της περιοχής ή ουσιωδώς παρενοχλεί τη συνήθη ανάπαυσή τους. Σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία για παράβαση αυτού του άρθρου, αν οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης ή κάτοχος οικίας της περιοχής ουσιωδώς παρενοχλήθηκε από τον θόρυβο ή ουσιωδώς παρεμποδίστηκε η ησυχία του ή ο θόρυβος προκλήθηκε από ραδιόφωνο ή άλλη συσκευή, το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η κατηγορία για οχληρία θα πρέπει να αποδείξει ότι o θόρυβος δεν δημιουργήθηκε ή προκλήθηκε ως ανωτέρω, ή ότι έλαβε τα καλύτερα δυνατά μέτρα προς παρεμπόδισή του ή για τη μείωση των αποτελεσμάτων του. Το θέμα που εγείρει ο Ενάγων συνιστά γνωστή στο δίκαιο βάση αγωγής και δεν προκύπτει οτιδήποτε που εκ προοιμίου να αποτρέπει το Δικαστήριο από το να δεχθεί ότι η αγωγή του Ενάγοντος είναι δικάσιμη. Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα και το γεγονός ότι ο Ενάγων κάλυψε με κάποια μαρτυρία, που χωρίς να αξιολογείται ως προς την αξιοπιστία της, εκ πρώτης όψεως αγγίζει ικανοποιητικά τη σύσταση της οχληρίας, κρίνεται πως πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, και το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ένα δικάσιμο θέμα. Επίσης, οι πιθανότητες επιτυχίας, που θα πρέπει να φαίνονται επαρκώς για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, αναφέρονται στην αγωγή του Ενάγοντος και στην αξίωσή του για την τελική θεραπεία που ζητά με αυτήν. Ο Νόμος 50(Ι)/2016 ισχύει ανεξάρτητα από τις νομοθετικές πρόνοιες που διέπουν το ζήτημα της κοινής ησυχίας, και λαμβάνει υπόψη του τυχόν οχληρία, ώστε, εκεί όπου υπάρχει άδεια εκπομπής ήχου που εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή, το Δικαστήριο να μην υπεισέρχεται στο πεδίο των εξουσιών της, και να καθορίζει λόγου χάριν άλλα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια εκπομπής ήχου. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, αυτή η παράμετρος, που έθεσε και η συνήγορος της Εναγόμενης 2, δεν αναιρεί ούτε τη δυνατότητα αγωγής για οχληρία ούτε τις πιθανότητες επιτυχίας της. Δίδεται η έμφαση πως η απόλαυση αγαθών που συνιστούν τον ζωτικό περιβάλλοντα χώρο του ατόμου, στα οποία περιλαμβάνεται η αισθητική του τοπίου ή η προσήκουσα πολεοδομική ανάπτυξη ή το ήρεμο και καθαρό περιβάλλον, που είναι απαλλαγμένο από οποιουσδήποτε ρύπους, συνιστά και έκφανση του δικαιώματος της προσωπικότητα του ατόμου και συνυφαίνεται και με το δικαίωμα στην υγεία. Δεν έχει σημασία, για σκοπούς ενδιάμεσης θεραπείας, εάν δεν είναι παράνομη ή εάν δεν είναι υπαίτια κάποια συμπεριφορά που παρεμβαίνει στα αγαθά αυτά, εάν η παρέμβαση είναι δυσανάλογα βλαπτική, παρόλο που τα στοιχεία αυτά μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ο Ενάγων αναφέρει πως διαταράσσεται σε τακτική βάση το δικαίωμά του στην απόλαυση ενός ήρεμου περιβάλλοντος και ότι η εκπομπή θορύβου είναι τόσο ισχυρή ώστε να απειλεί πολύτιμα αγαθά του, πέραν απλώς της νομής του ακινήτου στο οποίο διαμένει με την οικογένειά του. Είναι η θέση του Ενάγοντος πως, ακόμα κι αν η εκπομπή ήχου επιτρέπονταν ή επιτρέπεται με κάποιαν άδεια (που δεν είναι κάτι που μπορεί να γνωρίζει ο Ενάγων), αφενός πρέπει να υπερβαίνει το όριο (καθότι έρχεται στα αφτιά του ως ανυπόφορος θόρυβος), αφετέρου εκτείνεται και σε ώρες που δεν είναι δυνατόν να καλύπτει οποιαδήποτε άδεια, εξ ου και το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε για ώρες που κυρίως είναι και στο πλαίσιο των ωρών κοινής ησυχίας (23:30-05:00), απλώς χωρίς να ήταν γνωστό, κατά την έκδοση του διατάγματος, το δεδομένο της ύπαρξης άδειας εκπομπής ήχου μέχρι την 24:
  1. Στη διαδικασία εξασφάλισης άδειας για εκπομπή ήχου, περιλαμβάνεται η διαδικασία της γνωστοποίησης της πρόθεσης να ζητηθεί τέτοια άδεια, και οι ιδιοκτήτες ή κάτοχοι κατοικιών ή άλλοι ευαίσθητοι δέκτες που συνορεύουν ή βρίσκονται σε μικρή απόσταση από το κέντρο αναψυχής μπορούν (εφόσον λάβουν γνώση) να υποβάλουν παραστάσεις εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, που λαμβάνονται υπόψη από την αρμόδια αρχή, η οποία, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι το καθοριζόμενο από αυτήν ανώτατο όριο εκπομπής ήχου παρενοχλεί τις παρακείμενες προς τα κέντρα αναψυχής κατοικίες ή άλλους ευαίσθητους δέκτες, δύναται, μετά από σχετικό αίτημα ή αυτεπάγγελτα, να μειώσει το όριο αυτό, καθορίζοντας νέο ανώτατο όριο εκπομπής ήχου, το οποίο είναι χαμηλότερο του αρχικά καθορισμένου, λαμβάνοντας υπόψη ακουστική μελέτη που προσκομίζει ο αιτητής, σε περίπτωση που ο ίδιος το επιλέξει, καθώς και τα ανώτατα όρια εκπομπής ήχου που τυχόν έχουν τεθεί σε γειτονικά κέντρα αναψυχής, εάν λειτουργούν τέτοια κέντρα. Το άρθρο 6 του Νόμου 50(Ι)/2016, προβλέπει διαδικασία υποβολής παραπόνου προς την αρμόδια αρχή, από οποιοδήποτε πρόσωπο, για εκπομπή υπερβολικού ήχου από κέντρο αναψυχής, που διερευνάται για διακρίβωση, μεταξύ άλλων, της ύπαρξης άδειας εκπομπής ήχου και, εάν υπάρχει, την τήρηση των όρων της. Προβλέπονται ποινές και διοικητικά πρόστιμα. Δεν προβλέπεται κάποια διαδικασία αποζημίωσης του Ενάγοντος ή άλλης ατομικής θεραπείας με τρόπο άλλον από αγωγή, για ζημιά που ισχυρίζεται πως υπέστη και υπόκειται από οχληρία είτε με την εφαρμογή είτε με την παράβαση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου για την εκπομπή ήχου. Η δυνατότητά του να υποβάλει παράπονο ή καταγγελία ή να λάβει και άλλα μέτρα δεν αναιρεί τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του για αποζημιώσεις ή και για θεραπείες που διασφαλίζουν τον περιορισμό οχληρίας. Σημειώνεται βεβαίως πως ο Ενάγων δεν θεμελίωσε το αίτημά του για ενδιάμεση θεραπεία στο ότι η Εναγόμενη 2 προκαλεί σκόπιμα (deliberately and maliciously) οχληρία, εκτός του πλαισίου της επιχειρηματικής λειτουργίας του μπαρ (σε μια περιοχή όπου υφίστανται κέντρα αναψυχής), ή παράλογα, για να βλάψει τον Ενάγοντα[10]. Με τη σειρά της, η Εναγόμενη 2 επισκίασε σε κάποιο βαθμό την εκδοχή του Ενάγοντος, προβάλλοντας τις άδειες της, το πλαίσιο κανονικής λειτουργίας της, το γεγονός της λειτουργίας της ίδιας επιχείρησης από το 2016, και αναφερόμενη σε πιθανή υπερευαισθησία του Ενάγοντος, συγκριτικά με την ανεκτικότητα άλλων θαμώνων[11], αλλά και μη ικανότητά του να διαχωρίσει την ενόχληση που υφίσταται από τη νόμιμη λειτουργία του μπαρ ή και άλλων κέντρων αναψυχής στην ευρύτερη περιοχή ή και από άλλες αιτίες. Ταυτόχρονα, ο Ενάγων, όντως, περιέπλεξε στο εγχείρημά του την ενόχληση (annoyance) που υφίσταται γενικότερα από τη λειτουργία κέντρων αναψυχής στη Μαρίνα Λεμεσού, επικαλούμενος ακόμα και την ενόχληση που αισθάνεται όταν διάφοροι θαμώνες μιλούν δυνατά για να υπερβούν άλλους θορύβους ή εισέρχονται στον ιδιωτικό του χώρο, δείχνοντας πως ενδεχομένως να επιχειρεί μιαν ευρύτερη αλλαγή στη Μαρίνα Λεμεσού και στην πολιτική της σχετικά με τα κέντρα αναψυχής που αναπτύχθηκαν παράλληλα με τις κατοικίες, που κάπου μπορεί να αποκόπτεται από το ιδιωτικό δικαίωμα του οποίου ζητά την προστασία από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αγωγής εναντίον της Εναγόμενης
  2. Η όλη εκδοχή του Ενάγοντος, όμως, είναι σε ένα πλαίσιο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς και στοιχεία, περιλαμβανομένης έκθεσης προσώπου που φέρεται ως εμπειρογνώμονας, που, χωρίς να μπορούν να αξιολογηθούν σε αυτό το στάδιο ως προς την αξιοπιστία τους και εάν οδηγούν στην αλήθεια, είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε κάποια τελική θεραπεία του, εάν δεν αποδειχθεί και κάποια υπεράσπιση της Εναγόμενης
  3. Νοείται πως η Εναγόμενη 2 έχει τη δική της εκδοχή ως προς τα γεγονότα, και ενδεχομένως υπερασπίσεις και μαρτυρία που θα προβάλει στην αγωγή, εξ ου και θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη. Πληρείται, όμως, και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  4. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, προσεγγίζεται ανάλογα με τη φύση του διατάγματος που ζητείται. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν διαπιστώνει οχληρία και δεν παρεμβαίνει για να άρει διαπιστωμένη οχληρία. Η έκδοση διατάγματος που να περιορίζει δραστηριότητα που είναι δυνητικά οχληρή για το μέλλον είναι συνηθισμένη δικαστική παρέμβαση, και υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας. Η αποζημίωση στο τέλος της αγωγής, εάν εκείνη αποδειχθεί, δεν συνιστά πάντοτε επαρκή θεραπεία, εάν δεν ανακόπτεται η δεν περιορίζεται η δυνητική βλάβη. Και στην προκειμένη περίπτωση, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντος, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποζημιώσεων που να αντανακλούν γενικότερα και τη μείωση του επιπέδου διαβίωσης (π.χ. αναγκαστική χρήση ωτοασπίδων, αποφυγή φιλοξενίας καλεσμένων, κ.λπ.) και κατ' επέκταση της αξίας της κατοικίας του Ενάγοντος λόγω οχληρίας από παρακείμενη ανάπτυξη (damages in lieu of an injunction). Το τυχόν παράνομο της προσβολής της προσωπικότητας, της αξιοπρέπειας ή της υγείας δεν μπορεί να αρθεί στο μέλλον, με τον ίδιο τρόπο ή ευκολία που αίρεται το τυχόν παράνομο της προσβολής της νομής. Για το εάν η Εναγόμενη 2 υπερέβη ή υπερβαίνει τα ανώτατα όρια που προβλέπει είτε η άδεια είτε το Διάταγμα Ηχητικής Διαβάθμισης και Συναφών Θεμάτων δυνάμει των περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες Εκπομπής Ήχου) ΚΠΔ 263/2022, που επικαλείται ο συνήγορος του Ενάγοντος, προϋποτίθεται η ακρόαση και αξιολόγηση μαρτυρίας, μέσα από την οποία να διαφανεί, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει αύξηση του θορύβου βάθους που αντιλαμβάνεται κάθε ευαίσθητος δέκτης πέραν των 3db (A), όπου ο «θόρυβος βάθους» εννοιοδοτείται και μετριέται με συγκεκριμένο τρόπο. Κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό να γίνει στο πλαίσιο αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας, ή ακόμα και με διαδικασία άλλην από εκείνη που προβλέπει ο κανονισμός· που προβλέπει σχετικά για να επικουρήσει το έργο της αρμόδιας αρχής. Παράλληλα, η πλευρά του Ενάγοντος, εκτός από το ότι φαίνεται να ερμηνεύει κάπως αποσπασματικά, αναφέρεται και σε «θόρυβο βάθους της περιοχής», καταλήγοντας, εκ πρώτης όψεως στρεβλά κατά τη γνώμη μου, ότι και το ανώτατο όριο εκπομπής ήχου που δικαιούται να εκπέμπει το μπαρ της Εναγόμενης 2 δεν είναι τα 60db, όπως μαρτυρούν οι κατά καιρούς άδειες που προσκόμισε η Εναγόμενη 2, αλλά τα 41db. Είχε αιτηθεί και εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα που καθορίζει ανώτατο όριο τα 41db και καλύπτει και ώρες για τις οποίες απαγορεύεται η εκπομπή ήχου. Είναι δεδομένο πως ο Ενάγων δεν πρόσβαλε κάποιαν άδεια εκπομπής ήχου της Εναγόμενης 2, αλλά και το ότι η άδεια εκπομπής ήχου δεν εκδίδεται μόνιμα, και αναθεωρείται ανά τακτά διαστήματα, οπότε υπάρχει και η δυνατότητα του Ενάγοντος να προβάλει παραστάσεις στην αρμόδια αρχή, βάσει της δικής του έκθεσης, και να υποστηρίξει τυχόν λόγους για τους οποίους η αρμόδια αρχή πρέπει να μειώσει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο εκπομπής ήχου. Συναφώς και το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του κανονισμού που επικαλείται ο Ενάγων προβλέπει πως, όταν παρατηρείται αυτού του είδους υπέρβαση (ως προς τον θόρυβο βάθους), τότε η αρμόδια αρχή οφείλει αυτεπάγγελτα να καθορίσει χαμηλότερα «ανώτατα όρια έντασης ήχου στάθμισης Α ή C στο εξωτερικό κέντρου αναψυχής» στη βάση της εντολής του Υπουργού. Το να επιβάλλει το Δικαστήριο αυτά τα ανώτατα όρια σε συγκεκριμένο κέντρο αναψυχής, είναι σαν να παρεμβαίνει στο έργο της αρμόδιας αρχής και μάλιστα με διαδικασία που δεν συνάδει με ό,τι προβλέπει ο κανονισμός του οποίου γίνεται επίκληση. Ότι είναι δυνατόν να υφίσταται οχληρία ενώ υφίσταται και διοικητική άδεια εκπομπής ήχου είναι ένα θέμα, και έχει αναφερθεί και προηγουμένως. Τεκμαίρεται, επίσης, πως, όταν εφαρμόζεται ορθά η άδεια εκπομπής ήχου και το νομοθετικό πλαίσιο που τη διέπει και δεν υπάρχει υπέρβαση διαπιστωμένη από την αρμόδια αρχή με τον προβλεπόμενο τρόπο, δεν υφίσταται παράλληλα και οχληρία, εφόσον ο νομοθέτης φρόντισε να εξισορροπήσει το δικαίωμα σε εκπομπή ήχο που δίδει στα κέντρα αναψυχής - που είναι φύσει οχληρές αναπτύξεις - με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής των περιοίκων, περιλαμβανομένου του Ενάγοντος, και οι πράξεις της διοίκησης επίσης φέρουν τέτοιο τεκμήριο νομιμότητας. Αυτό το τεκμήριο νομιμότητας δεν είναι εύκολο να ανατραπεί, αλλά δεν ζητείται η ανατροπή του με την παρεμπίπτουσα διαδικασία που κίνησε ο Ενάγων. Η ύπαρξη διοικητικής άδειας ή νομοθετικού πλαισίου δεν δημιουργούν κανένα αντίθετο δικαίωμα του κατόχου της διοικητικής άδειας, που να λαμβάνει τη μορφή δικαιώματος πρόκλησης οχληρίας. Μπορεί η πρόκληση θορύβου να προέρχεται από τη συνήθη χρήση ακινήτων της περιοχής, που μαρτυρείται και με την ύπαρξη τέτοιας άδειας εκπομπής ήχου, αλλά για ό,τι εκφεύγει αυτής της συνήθους χρήσης και υπάρχει επαρκής μαρτυρία ότι μπορεί επενεργεί βλαπτικά στα αγαθά του Ενάγοντος, είναι δυνατή η δικαστική παρέμβαση. Ότι ήδη απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 να εκπέμπει ήχο χωρίς άδεια ή κατά παράβασή της ή κατά παράβαση του νόμου και των εκδοθέντων δυνάμει αυτού διαταγμάτων και κανονισμών, με απειλή ποινικών ή και διοικητικών κυρώσεων, και ότι το κανονιστικό πλαίσιο λαμβάνει υπόψη και τις ώρες κοινής ησυχίας και την αποφυγή οχληρίας, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο ότι δεν χρειάζεται και διάταγμα του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση της απόδοσης της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Ενάγων, εξάλλου, έθεσε με τη μαρτυρία του και πως υπάρχει φαινόμενη αδράνεια των αρχών της εκτελεστικής εξουσίας να ενεργήσουν αποτελεσματικά εφαρμόζοντας τις πρόνοιες των νόμων και των κανονισμών που διέπουν την εκπομπή ήχου από το μπαρ, ενώ είναι κοινός τόπος ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλή επικοινωνία και συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων, μη αφήνοντας στον Ενάγοντα άλλην επιλογή από το να επιδιώξει αυτή τη θεραπεία. Αναφέρει, και ο Ενάγων, πως ο σκοπός του είναι η διασφάλιση της νομιμότητας, σε συνάρτηση με το ιδιωτικό του δικαίωμα, να χρησιμοποιεί και να απολαμβάνει την κατοικία του και να διαβιώνει σε αυτήν αξιοπρεπώς. Ακόμα κι αν το μόνο διάταγμα που θα μπορούσε να διασφαλίσει τέτοια νομιμότητα, υπό τις περιστάσεις, όπως αυτές εκτέθηκαν και από την Εναγόμενη 2, θα ήταν ένα γενικό διάταγμα που να απαγορεύει από την Εναγόμενη 2 ό,τι ήδη απαγορεύει ο νόμος και οι εκδοθέντος δι' αυτού κανονισμοί, την εκπομπή ήχου κατά παράβασή τους, δεν αποκλείεται η έκδοσή του, ούτε μπορεί να θεωρηθεί θεραπεία περιττή για τον Ενάγοντα. Θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  5. Στο ισοζύγιο της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, ο Ενάγων κατέδειξε ότι το δικαίωμά του να απολαμβάνει ένα ήρεμο περιβάλλον στην οικία που διαμένει με την οικογένειά του απειλείται με ουσιώδη αλλοίωση από την γειτονική ανάπτυξη του μπαρ, που είναι φύσει οχληρή, εφόσον εκπέμπει και ήχο από μεγάφωνα, με διάφορες επεκτάσεις που ο Ενάγων περιέγραψε γλαφυρά. Το γεγονός ότι ο Ενάγων έχει και την πρόσθετη δυνατότητα να επηρεάσει τον καθορισμό των νόμιμων ορίων εκπομπής ήχου με θεσμοθετημένες διαδικασίες, εάν μέσα από τους προβλεπόμενους τεχνικούς ελέγχους και μετρήσεις, διαφανεί ότι θα πρέπει να μειωθούν στα 41db, αντί στα 60db, ή να επεκταθούν σε άλλες ώρες, δεν αποτρέπει την ανάγκη προστασίας του. Ακόμα κι αν η εκπομπή ήχου από ένα μπαρ είναι συνηθισμένο μέσο άσκησης της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, που σχετίζεται με τη ψυχαγωγία, και δεν είναι εκτός του πλαισίου της λογικής, όπως λόγου χάριν είχαν αρχικά κριθεί οι μανούβρες των ελικοπτέρων στην Peires v Bickerton's Aerodromes Ltd [2016] EWHC 560 (Ch), που παραμερίστηκε κατ' έφεση στην [2017] EWCA Civ 273, δεν θα επηρέαζε ουσιωδώς την επιχειρηματική λειτουργία της Εναγόμενης 2 η απαγόρευση εκπομπής ήχου από μεγάφωνα σε ώρες που, ούτως ή άλλως, δεν της επιτρέπεται από τον νόμο ή κάποια άδεια της να εκπέμπει ήχο. Ότι μπορεί να υφίσταται οχληρία και από αλλού ο Ενάγων, δεν είναι λόγος να μην περιοριστεί τυχόν οχληρία που μπορεί να προκύψει από τη λειτουργία της Εναγόμενης
  6. Κρίνεται πως είναι δίκαιο να δοθεί ενδιάμεση θεραπεία στον Ενάγοντα, απλώς με τη διαφοροποίηση του υφιστάμενου διατάγματος, που είναι εφικτή κατά την ακρόαση για τυχόν οριστικοποίησή του, ώστε να απαλειφθεί η αναφορά σε συγκεκριμένες ώρες και ντεσιμπέλ και να συνάδει ο περιορισμός δια του διατάγματος με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ανάπτυξη είναι κέντρο αναψυχής, σε περιοχή συνυπάρχουν όπου νόμιμα κέντρα αναψυχής με κατοικίες, για το οποίο η διοίκηση μπορεί να εκδίδει άδειες εκπομπής ήχου. Με αυτό τον τρόπο, υπάρχει καλύτερη προστασία αλλά και εξισορρόπηση στα δικαιώματα των διαδίκων. Κατάληξη Αναθεωρώντας το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε την 22.07.2022 και τροποποιήθηκε την 28.07.2022 υπό το φως και όσων ανέφερε στο Δικαστήριο η Εναγόμενη 2, προκύπτει ότι, εφόσον πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση και διατήρηση της ισχύος προσωρινού διατάγματος και αυτό είναι δίκαιο να εκδοθεί, δεν θα πρέπει να ακυρωθεί, απλώς λόγω της υφιστάμενης διατύπωσής του, αλλά μπορεί και θα πρέπει να διαφοροποιηθεί. Δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, περιλαμβανομένων των λόγων που προβλήθηκαν με την ένσταση της Εναγόμενης 2, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και εμμέσως στην ανοχή τυχόν οχληρής για τον Ενάγοντα δραστηριότητας από μέρους της Εναγόμενης
  7. Το διάταγμα ημερομηνίας 22.07.2022, ως τροποποιήθηκε την 28.07.2022, καθίσταται απόλυτο, με την εξής διαφοροποίηση: Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής του Ενάγοντος ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2, δια οποιουδήποτε αξιωματούχου ή προσώπου εντέλλεται από την Εναγόμενη 2 ή την εκπροσωπεί, να εκπέμπει ήχο από το εξωτερικό του εστιατορίου - μπαρ «Gazebo Mare» στη Μαρίνα Λεμεσού με τη χρήση μεγαφώνων ή άλλως πώς, εκτός από εκπομπή ήχου κατά τις ώρες και στην ένταση και με τον τρόπο που επιτρέπει άδεια εκπομπής ήχου από την αρμόδια αρχή. Όσον αφορά τα έξοδα, ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, ότι ακολουθούν τον αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποίαν προέκυψαν, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης
  8. Θα καθοριστούν από το Δικαστήριο μέχρι ή κατά το τέλος της αγωγής. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453. [2] Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [3] Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. [4] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 203· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. [5] Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 ΑΑΔ 1168. [6] American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598. [7] Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201. [8] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1 ΑΑΔ
  1. [9] Coventry (t/a RDC Promotions) v Lawrence [2014] UKSC
  2. [10] Christie v Davey [1893] 1 Ch 316, Hollywood Silver Fox Farm Ltd v Emmett [1936] 2 KB 468, Ibbotson v Peat
(1865)3 H&C 644, Cambridge Water Co Ltd v Eastern Counties Leather plc [1994] 2 AC 264. [11] Rattray v Daniels
(1959)17 DLR
(2d)134. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.