L. A. F. ν. Π. Ο., Αγωγή αρ. 150/2022, 18/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 150/2022 I-JUSTICE L. A. F. Ενάγουσα v. Π. Ο. Εναγόμενος Αιτήσεις ημερομηνίας 30.05.2022 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για αντεξέταση Ημερομηνία: 18 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Α. Προδρόμου (κα) για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο/ Καθ' ου η αίτηση: Κωνσταντίνος Πόλεος Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της, για την οποία εκδόθηκε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται σε αυτόν να επεμβαίνει, να κατέχει, να διαμένει ή να χρησιμοποιεί μία κατοικία στην Τριμήκληνη, τα στοιχεία της οποίας παρατίθενται στην αγωγή. Ζητά και αναγνωριστική απόφαση, ότι ο Εναγόμενος, παραμένοντας στην κατοικία αυτή, χωρίς τη συναίνεση και βούληση της Ενάγουσας που είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, είναι επεμβασίας, καθώς και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στο Εναγόμενο να παρενοχλεί την Εναγόμενη ή να παρεμβαίνει στην ειρήνη και την ησυχία της, παραμένοντας στην κατοικία της. Αξιώνει και αποζημιώσεις. Στο πλαίσιο της αγωγής της, η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητά, υπό μορφή ενδιάμεσης θεραπείας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου, διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να επεμβαίνει, να κατέχει, να διαμένει και να χρησιμοποιεί την κατοικία και να παρενοχλεί και να παρεμβαίνει στην ειρήνη και ησυχία της Ενάγουσας, παραμένοντας στην κατοικία. Πρόκειται για αίτηση που υποβλήθηκε μονομερώς, με βάσεις το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, που όμως κατέστη δια κλήσεως. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, είναι το εξής: Η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος ήταν συζευγμένοι και απέκτησαν δύο θυγατέρες, η μία εκ των οποίων σπουδάζει στο εξωτερικό και η άλλη διαμένει με τη μητέρα της. Την 09.10.2020, επήλθε διάσταση στις σχέσεις τους, και η Ενάγουσα με τις θυγατέρες των διαδίκων αναγκάστηκαν να φύγουν από το σπίτι, λόγω της αυταρχικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου, που τους δημιούργησε ψυχολογικά προβλήματα· αργότερα, ο γάμος λύθηκε. Ο Εναγόμενος συνέχισε να διαμένει στο σπίτι, που όμως είναι γραμμένο στο όνομα της Ενάγουσας και ανακαινίστηκε με έξοδά της. Πρόκειται για σπίτι με έξι υπνοδωμάτια και άλλους χώρους και ο Εναγόμενος διαμένει μόνος του εκεί, χωρίς πρόθεση να αποχωρήσει. Ο Εναγόμενος κλήθηκε κατ' επανάληψη να εγκαταλείψει το σπίτι, χωρίς αποτέλεσμα. Η παραμονή του Εναγόμενου στην κατοικία εμποδίζει την Ενάγουσα να κατοικήσει σε αυτήν και να χρησιμοποιεί όλα τα προσωπικά της αντικείμενα. Η Ενάγουσα θέλει να αποχωρήσει ο Εναγόμενος και να κατοικήσει η ίδια και τα παιδιά τους, καθότι υποβάλλεται σε ενοίκιο, για την πληρωμή του οποίου δεν έχει οικονομική δυνατότητα. Όπως αναφέρει, δεν προσέφυγε άμεσα στο Δικαστήριο, λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος, ενώ προσπαθούσε να πείσει τον Εναγόμενο με φύγει, αλλά και για τους λόγους υγείας της θυγατέρας τους. Παρόλο που εκκρεμεί και υπόθεση περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο, θεωρεί πως δεν επηρεάζει την αξίωσή της, και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για ενδιάμεσες θεραπείες. Ο Εναγόμενος ενίσταται στην αίτηση της Ενάγουσας για ενδιάμεσες θεραπείες, λέγοντας, μεταξύ άλλων, πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας, αλλά και το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει την υλική αρμοδιότητα. Οι λόγοι ένστασης θα εξεταστούν σε κατάλληλο χρόνο. Ο Εναγόμενος καταχώρισε εκτενή ένορκη δήλωση για την υποστήριξη της ένστασής του, η αναφορά στην οποία είναι αναγκαία. Συνοπτικά να λεχθεί, ο Εναγόμενος υποστηρίζει πως έχει συνεισφορά στην απόκτηση και συντήρηση της κατοικίας, που ήταν εξ αρχής γραμμένη στα ονόματα και των δύο συζύγων, ωστόσο, περί το 2010, ο Εναγόμενος μεταβίβασε το μερίδιό του στην Ενάγουσα, λόγω τραπεζικών χρεών. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της κατοικίας και η συνεισφορά του στην επαύξηση της περιουσίας της Ενάγουσας είναι αντικείμενο σε σχετική διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η Ενάγουσα, κατά τον Εναγόμενο, δεν έχει πρόθεση να διαμείνει στην κατοικία, ούτε οι θυγατέρες του ήθελαν ή θέλουν να μείνουν εκεί, στην Επαρχία, αλλά ο σκοπός της είναι η πώληση, καθότι εκτιμάται άνω των €600.000,00, σε αντίθεση με τον ίδιο που θέλει να την κρατήσει για τις ανάγκες των παιδιών του. Στο ανώγειο του κτιρίου, είναι και η βάση με όλο τον εξοπλισμό των δύο εταιρειών στις οποίες εργάζεται. Ο ίδιος ουδέποτε ανάγκασε την Ενάγουσα ή τις θυγατέρες του να φύγουν από το σπίτι, ούτε τους εμπόδισε να εισέλθουν στην κατοικία. Τα προβλήματα των θυγατέρων τους είναι λόγω του χωρισμού των γονιών τους. Ο ίδιος ουδέποτε είχε άσχημη συμπεριφορά και είναι γνωστός στο οικογενειακό και επαγγελματικό του περιβάλλον για την ήπια συμπεριφορά του. Η Ενάγουσα διαθέτει περιουσία και στο εξωτερικό, αλλά ο Εναγόμενος έχει μόνον το επίδικο ακίνητο, στο οποίο έχει δικαίωμα να διαμένει, ασχέτως εάν είναι εγγεγραμμένο στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα ουδέποτε αποτάθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο για αποκλειστική χρήση της συζυγικής στέγης, και σήμερα, εάν επιθυμεί, μπορεί να συγκατοικήσει στο σπίτι τους. Ο Εναγόμενος αμφισβητεί ότι η Ενάγουσα πληρώνει ενοίκιο, καθότι ουδεμία απόδειξη έχει προσκομίσει για πληρωμή ενοικίου. Εκκρεμούν και άλλες αιτήσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο, για θέματα διατροφής. Θεωρεί, ο Εναγόμενος, πως η Ενάγουσα ενεργεί εκβιαστικά, για να εξαναγκάσει την πώληση της κατοικίας τους. Εάν, όμως, δεν καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων επί του ακινήτου αυτού από το Οικογενειακό Δικαστήριο, οποιαδήποτε αξίωση της Ενάγουσας για το ακίνητο με αγωγή είναι, κατά τη θέση του, πρόωρη. Η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου οδήγησε την Ενάγουσα στο να υποβάλει δύο επιπλέον αιτήσεις, τις υπό εξέταση αιτήσεις, με τις οποίες ζητά την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και την αντεξέταση του Εναγόμενου, στις οποίες ο Εναγόμενος ενίσταται. Πριν την αναφορά στην κάθε αίτηση ξεχωριστά, να λεχθεί πως η ακρόαση αμφότερων των αιτήσεων έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων τους, χωρίς άλλη μαρτυρία. Έχει ακουστεί και η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων επί των θεμάτων που εγέρθηκαν. Η αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Με την αίτηση της για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία έχει σχετική νομική βάση και υποστηρίζεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση, η Ενάγουσα αναφέρει πως θέλει να συμπληρώσει τη μαρτυρία της, μετά την ένσταση του Εναγόμενου, για να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και να δώσει στο Δικαστήριο ολοκληρωμένη την πραγματική εικόνα, και για να αποκατασταθεί, όπως λέει, η αλήθεια. Θεωρεί πως, εάν τυχόν δεν επιτραπεί η συμπλήρωση της μαρτυρίας της, δεν θα έχει δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, θέλει να απαντήσει, προσκομίζοντας και σχετική έγγραφη μαρτυρία, στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ότι η πρόθεσή της είναι η πώληση της κατοικίας και όχι να διαμείνει σε αυτήν· ότι η ίδια έχει οικονομική επιφάνεια και σπίτι σε άλλη χώρα και έφυγε με δική της απόφαση από το σπίτι· ότι ο ίδιος είναι ήπιων τόνων· ότι τα εισοδήματα της οικογένειας προέρχονταν από εργασίες της εταιρείας του· για την εξόφληση του δανείου· για τον λόγο μεταβίβασης του μεριδίου του και την πληρωμή των ανακαινίσεων. Προς τούτο, να επαναλάβει, αναπτύσσοντας περαιτέρω, ό,τι αναφέρει την αρχική της ένορκη δήλωση περί της συμπεριφοράς του Εναγόμενου, και να πει για τη συνεισφορά της στις εταιρείες. Ακόμα, θέλει να διαψεύσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ότι στο σπίτι λειτουργούν και οι δύο εταιρείες, και να αναλύσει το περιεχόμενο της κατοικίας, όπως και τους ισχυρισμούς του ότι έχει πρόσβαση ή έλεγχο σε αποταμιεύσεις. Επίσης, μεσολάβησε το γεγονός ότι πλέον ο πατέρας της δεν μπορεί να της παράσχει οικονομική βοήθεια και θα πρέπει να αποχωρήσει από το διαμέρισμα που ενοικιάζει κατά τη λήξη του ενοικιαστηρίου της, την 30.09.2022, καθώς και να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία σχετικά με την ενοικίαση και την οικονομική βοήθεια από τον πατέρα της και τις οικονομικές της δυσκολίες, σε συνάρτηση με τα έξοδα της ίδιας και των θυγατέρων τους, για τα οποία θέλει να προσκομίσει μαρτυρία, για να καταδείξει τη χαμηλή συνεισφορά του Εναγόμενου, και την ικανότητά του ο ίδιος να πάει να διαμείνει σε άλλο σπίτι. Θεωρεί, η Ενάγουσα, ότι υφίσταται καλός λόγος να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και προσκομίζει προσχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που θέλει να καταχωρίσει, που αποτελείται από 10 σελίδες. Ο Εναγόμενος ενίσταται στην αίτηση αυτή, προβάλλοντας και υποστηρίζοντας με σχετική μαρτυρία, πως η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και δεν έχει υποδειχθεί «καλός λόγος», ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις, για να επιτραπεί η συμπλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, αλλά ο σκοπός της αίτησης είναι η εκμαίευση και αξιολόγηση μαρτυρίας από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πράγμα ανεπίτρεπτο που δημιουργεί και κίνδυνο να υπερφαλαγγιστεί η διαδικασία, πέραν του ότι δεν υφίσταται νέο επίδικο γεγονός ή γεγονός που δεν ήταν σε γνώση της Ενάγουσας όταν καταχωρούσε την αίτησή της. Η Δ.48,κ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), της οποίας γίνεται χρήση στην αίτηση της Ενάγουσας, ορίζει ότι το Δικαστήριο, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Παρόλο που δεν εξηγείται ποιος είναι ο «καλός λόγος», ευλόγως, αυτός συνυφαίνεται με τα δεδομένα αλλά και τη φύση της κάθε υπόθεσης. Η νομολογία, στην οποία παρέπεμψαν και οι δικηγόροι των δύο πλευρών, είναι αρκούντως βοηθητική, ως προς τον τρόπο με τον οποίον το Δικαστήριο μπορεί να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια σε ορισμένες περιπτώσεις, γιατί περί διακριτικής ευχέρειας πρόκειται[1]. Ο σκοπός είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του την πλήρη πραγματική εικόνα[2], μα στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για να προσεγγίσει το υπό κρίση ζήτημα· όχι για να επιτραπεί στους διαδίκους η ανάπτυξη διαλόγου ή η επανάληψη, προς έμφαση, της δικής τους εκδοχής ή κάποια αχρείαστη, για τη θέση του πραγματικού πλαισίου, δευτερολογία[3] ή ακόμα και η κάλυψη ηθελημένου κενού στην αρχικά δοθείσα μαρτυρία - επί της οποίας ενδεχομένως το Δικαστήριο να είχε βασιστεί - ή η επούλωση κρίσιμων ελλείψεων, κατά τρόπο που η μετέπειτα διαφοροποίηση να προκαλεί αδικία. Η Ενάγουσα δεν φαίνεται πώς θα μπορούσε να γνωρίζει ή να προβλέψει ότι ο Εναγόμενος, ενιστάμενος στην αίτησή της, θα έθετε συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Η μαρτυρία που προτίθεται να παρουσιάσει η Ενάγουσα, συμπληρωματικά, δεν συνιστά διόρθωση παράλειψης στην αρχική αίτησή της. Συνιστά, όμως, όπως ορθά επισημαίνει και ο Εναγόμενος, προσπάθεια αντίκρουσης επιμέρους πραγματικών ισχυρισμών του Εναγόμενου. Το ζήτημα είναι εάν, για τους σκοπούς της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, δηλαδή της εξέτασης του αιτήματος της Ενάγουσας για ενδιάμεσες θεραπείες, το Δικαστήριο θα πρέπει να γνωρίζει αυτά τα δεδομένα και όσα η Ενάγουσα θέλει να θέσει απαντητικά ή περαιτέρω προς τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Είναι δεδομένο πως ο Εναγόμενος μπορεί να έχει αντίθετους ισχυρισμούς από αυτούς της Ενάγουσας, σε διάφορα επιμέρους ζητήματα σε σχέση με τη μεταξύ τους διαφορά, η οποία έχει το διαπροσωπικό βάθος των διαφορών που προκύπτουν όταν λύνεται πολυετής γάμος και διασπάται η οικογένεια. Θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής, εάν είναι αληθείς ή όχι, ανεξαρτήτως της αίτησης της Ενάγουσας για ενδιάμεσες θεραπείες και του τρόπου που προσεγγίζεται η αίτηση για ενδιάμεσες θεραπείες. Υπενθυμίζεται πως εάν πληρούνται ή όχι ιδίως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 εξετάζεται στη βάση της μαρτυρίας της Ενάγουσας χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας επί της ουσίας της διαφοράς. Το αίτημα της Ενάγουσας για ενδιάμεσες θεραπείες εδράζεται πάντοτε στο γενικότερο πλαίσιο της αγωγής της, ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο οποίο διαμένει ο Εναγόμενος, ότι εκείνος διαμένει στο ακίνητο παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεσή της, και ότι θα πρέπει να του αφαιρεθεί η φυσική κατοχή και να δοθεί στην ίδια, να του απαγορευτεί να επεμβαίνει, και παράλληλα η Ενάγουσα να αποζημιωθεί. Όσον αφορά το διάβημά της να αναζητήσει και ενδιάμεση θεραπεία, είναι κατανοητή η έκταση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η σημασία που οι ίδιοι αποδίδουν στις πραγματικές λεπτομέρειες ή στον τρόπο εκφοράς τους, αλλά, προφανώς, το Δικαστήριο (της αγωγής) δεν χρειάζεται τόση πραγματική λεπτομέρεια (λ.χ. στη συνεισφορά του ενός ή του άλλου διάδικου ή στα προβλήματα των παιδιών τους) ή και επιχειρηματολογία ή και έκφραση συμπερασματικών θέσεων και σχολιασμού δια της μαρτυρίας με το οποία έχει επιφορτιστεί. Έχοντας εξετάσει και κάθε μία ξεχωριστά τις παραγράφους της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό το φως όσων ανέφερε η Ενάγουσα και όσων αντέταξε ο Εναγόμενος και λαμβάνοντας υπόψη την επιχειρηματολογία των δικηγόρων τους, και γνωρίζοντας το νομικό πλαίσιο, η κατάληξη είναι πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του να επιτραπεί η καταχώριση συγκεκριμένου μέρους της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που εκφεύγει από τις ανάγκες της κυρίως διαδικασίας, ενώ ότι θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του να επιτραπεί ένα άλλο μέρος της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, που περιορίζεται σε γεγονότα που συνυφαίνονται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, του κατά πόσον το να μην δοθεί η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά και της εξέτασης του κατά πόσον είναι δίκαιο να δοθούν ενδιάμεσες θεραπείες στην Ενάγουσα, σε περίπτωση που η Ενάγουσα αποδείξει τη συνδρομή όλων των προϋποθέσεων του νόμου. Το μέρος της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιτρέπεται και το μέρος που δεν επιτρέπεται υποδεικνύονται πιο κάτω. Λέγοντας, εδώ, πως το να επιτραπεί η μερική συμπλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, για τον προαναφερόμενο λόγο, δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο προκρίνει τη συνδρομή οποιασδήποτε εκ των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, εφόσον μπορεί το Δικαστήριο, εξετάζοντας την κυρίως αίτηση, να διαπιστώσει μη συνδρομή είτε και της πρώτης είτε και της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 (να μην χρειαστεί να φθάσει ως την τρίτη προϋπόθεση), ως προς τις οποίες εμπλέκεται εξάλλου και το νομικό θέμα της υλικής δικαιοδοσίας που εγείρει ο Εναγόμενος, αλλά και η από μέρους του αμφισβήτηση της συνδρομής τους, λόγω της εκκρεμότητας αίτησης για επίλυση περιουσιακών διαφορών αναμεταξύ των διαδίκων στο Οικογενειακό Δικαστήριο, αντικείμενο της οποίας είναι η επίδικη κατοικία, που αποτέλεσε και τη συζυγική οικία, και της μη διεκδίκησης της αποκλειστικής χρήσης της με διαδικασία στο Οικογενειακό Δικαστήριο, σε συνάρτηση και με το ότι η βάση αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου είναι η παράνομη επέμβαση στην κατοχή του ακινήτου. Δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας με τις πιο κάτω παραγράφους της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής της, οι οποίες αποκλείονται: (α) Η παράγραφος 3 στο σύνολό της: είναι εισαγωγική και αχρείαστη. (β) Η παράγραφος 4 στο σύνολό της: δεν σχετίζεται με την κυρίως διαδικασία. (γ) Το μέρος της παραγράφου 6, από την αρχή της, μέχρι και τη λέξη «Συγκεκριμένα» που είναι στην τέταρτη γραμμή από το τέλος της παραγράφου αυτής: συνιστά αχρείαστη επανάληψη. (δ) Το μέρος της παραγράφου 8, από την φράση «η κόρη μας» που είναι στην όγδοη γραμμή της παραγράφου, μέχρι και τη λέξη «Όμως» που είναι στην τρίτη γραμμή από το τέλος της παραγράφου αυτής: δεν σχετίζεται με την κυρίως διαδικασία. (ε) Το μέρος της παραγράφου 9, από τη λέξη «πράγμα» (περιλαμβανομένης της λέξης αυτής) που είναι στην δέκατη γραμμή από το τέλος της παραγράφου, και μέχρι το τέλος της παραγράφου αυτής: συνιστά αχρείαστη επανάληψη. Επίσης, ολόκληρη η αναρίθμητη παράγραφος που ακολουθεί την παράγραφο 9, δηλαδή από τη λέξη «Επισυνάπτω» μέχρι και τη φράση «διαμονή της»: είναι μαρτυρία αχρείαστη για την κυρίως διαδικασία. (στ) Οι παράγραφοι 11 και 12 στο σύνολό τους: είναι αχρείαστη μαρτυρία για την κυρίως διαδικασία. (ζ) Από την παράγραφο 13, οι φράσεις: «και ότι δήθεν προσδοκά να συγκεντρώσει αποταμιεύσεις για την μελλοντική αποκατάσταση των παιδιών μας» και «οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι παντελώς αναληθείς και ανυπόστατοι και αναφέρω τα πιο κάτω» που βρίσκονται μεταξύ της ένατης και ενδέκατης γραμμής της παραγράφου, και το μέρος της παραγράφου 13 από τη φράση «Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση» στην δέκατη έκτη και δέκατη έβδομη γραμμή από το τέλος της παραγράφου και μέχρι το τέλος της παραγράφου: δεν είναι μαρτυρία που χρειάζεται το Δικαστήριο για την κυρίως διαδικασία, ενώ μέρος αυτής συνιστά επανάληψη μη αποκλειόμενης μαρτυρία της οποίας επιχειρείται ενίσχυση με επιχειρηματολογία. (η) Το μέρος της παραγράφου 15, από τη λέξη «Περαιτέρω» στην δέκατη τρίτη γραμμή της παραγράφου μέχρι το τέλος της παραγράφου: συνιστά αχρείαστη μαρτυρία για τους σκοπούς της κυρίως διαδικασίας. Αντίστοιχα, επιτρέπεται η συμπλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας με τις ακόλουθες παραγράφους της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης: (α) Οι παράγραφοι 1 και 2 στο σύνολό τους: είναι εισαγωγικές και αναγκαίες για τη διασύνδεση με την αρχική ένορκη δήλωση. (β) Οι παράγραφοι 5 και 5(α) στο σύνολό τους: είναι μαρτυρία δια της οποίας η Ενάγουσα δεν θέλει να αφήσει αναντίλεκτο τον ισχυρισμό του Εναγόμενου σε σχέση με την καταχρηστική συμπεριφορά που της καταλογίζει όσον αφορά την καταχώριση της αίτησής της για ενδιάμεση θεραπεία, με δεδομένο και ότι η διαπίστωση κατάχρησης της διαδικασίας δυνατόν να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησής της. (γ) Το μέρος της παραγράφου 6, από τη λέξη «ενοικίασα» που είναι τέταρτη γραμμή από το τέλος της παραγράφου, μέχρι και το τέλος της παραγράφου, και η παράγραφος 7 στο σύνολό της, και το μέρος της παραγράφου 8, από την αρχή της παραγράφου, μέχρι και τη λέξη «αδυναμία» που είναι στην όγδοη γραμμή της παραγράφου, και από τη λέξη «πραγματικά» που είναι στην τέταρτη γραμμή από το τέλος της παραγράφου 8, μέχρι το τέλος της παραγράφου αυτής: είναι μαρτυρία δια της οποίας η Ενάγουσα σκοπεί να μην αφήσει αναντίλεκτη τη μαρτυρία του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα δεν υπόκειται σε έξοδα ενοικίασης, και ότι δεν αξιώνει με ενδιάμεση θεραπεία την κατοχή του επίδικου ακινήτου καλοπροαίρετα ή επειδή όντως θέλει να διαμείνει σε αυτήν λόγω οικονομικών προβλημάτων, αλλά επειδή θέλει να την πουλήσει, κ.λπ., και να θέσει την πραγματική εκδοχή της προς αξιολόγηση, στον βαθμό που συνυφαίνεται με το εάν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή και το εάν είναι δίκαιο να αποδοθεί ενδιάμεση θεραπεία, σε περίπτωση που αποδειχθεί η συνδρομή των απαιτούμενων προϋποθέσεων. (δ) Το μέρος της παραγράφου 9, από την αρχή της παραγράφου, μέχρι και τη λέξη «ενοίκιο» που είναι στη δέκατη τρίτη γραμμή της παραγράφου: σε συνέχεια των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα σκοπεί αναφορά στα έξοδα ενοικίασης που υπόκειται, προσπαθώντας να δικαιολογήσει, σε πραγματική βάση, το ύψος του ενοικίου που ισχυρίζεται πως καταβάλλει για να διαμένει ενόσω ο Εναγόμενος κρατεί την κατοχή του επίδικου ακινήτου. (ε) Η παράγραφος 10 στο σύνολό της: σε συνέχεια των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα σκοπεί να αντικρούσει τη μαρτυρία του Εναγόμενου περί πρόθεσης πώλησης της επίδικης κατοικίας της οποίας ζητά προσωρινά την κατοχή, που σχετίζεται με τους λόγους για τους οποίους ζητά ενδιάμεση θεραπεία και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και το εάν είναι δίκαιο ή όχι να αποδοθεί ενδιάμεση θεραπεία. (στ) Το μέρος της παραγράφου 13, πλην των συγκεκριμένων φράσεων που έχουν αποκλειστεί, από την αρχή της παραγράφου μέχρι τη λέξη «υπολογιστή» που είναι στην εικοστή τρίτη γραμμή της παραγράφου αυτής, και οι παράγραφοι 14, 15 και 16 στο σύνολό τους: δι' αυτών, η Ενάγουσα επιχειρεί να μην αφήσει αναντίλεκτους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου πως η ίδια δεν χρειάζεται ενδιάμεση θεραπεία, επειδή έχει την οικονομική ικανότητα, με αναφορά σε σπίτι στο εξωτερικό και αποταμιεύσεις, και ότι ο Εναγόμενος δεν μπορεί να παραδώσει προσωρινά την κατοχή του επίδικου ακινήτου στην Ενάγουσα λόγω δικών του οικονομικών δυσκολιών, συγκριτικά με την Ενάγουσα. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η αίτηση αυτή της Ενάγουσας επιτυγχάνει μερικώς μόνον ως προς τις πιο πάνω αναφερόμενες παραγράφους που έχουν επιτραπεί από το Δικαστήριο. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση που να περιλαμβάνει μόνον τις παραγράφους που έχουν επιτραπεί να καταχωριστεί από την Ενάγουσα μέχρι την 29.08.2022 και να παραδοθεί στην άλλη πλευρά. Τα έξοδα της αίτησης αυτής, έχοντας υπόψη τη φύση και τον σκοπό της αίτησης και τη μερική μόνον επιτυχία της, να είναι στην πορεία και να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης της Ενάγουσας. Η αίτηση για αντεξέταση του Εναγόμενου Με την αίτηση της για αντεξέταση του Εναγόμενου, σε σχετική νομική βάση και με υποστήριξη από μαρτυρία, η Ενάγουσα ζητά να αντεξετάσει τον Εναγόμενο για τις ανακαινίσεις και το δάνειο· για την κατ' ισχυρισμό πρόθεσή της να πωλήσει το ακίνητο και τις συνθήκες που έφυγε από τη συζυγική οικία και τη θέση του Εναγόμενου ότι δεν έχουν να κάνουν με τον ίδιο· για τον λόγο που η θυγατέρα τους αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και τη σχέση της συμπεριφοράς του Εναγόμενου στη δημιουργία τους· για τον ισχυρισμό ότι το μέγεθος της κατοικίας έχει διαμορφωθεί με τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικογένειας και τους χώρους εργασίας του· και ότι η Ενάγουσα έχει περιουσία και στο εξωτερικό, και τα όσα αναφέρει για τις αποταμιεύσεις. Θεωρεί, όπως εξηγεί, πως είναι αναγκαία η αντεξέταση του Εναγόμενου επί των πιο πάνω θεμάτων για τους σκοπούς της κυρίως διαδικασίας. Με αυτό το εγχείρημα και τη θέση της Ενάγουσας περί της αναγκαιότητας αντεξέτασης διαφωνεί ο Εναγόμενος, που με ένστασή του, που υποβάλλει με σχετική νομική βάση και υποστήριξη από μαρτυρία, ισχυρίζεται πως είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη η αίτηση της Ενάγουσας και έχει σκοπό να εκμαιεύσει έργο αξιολόγησης μαρτυρίας δια της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος και να την υπερφαλαγγίσει, και δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Σύμφωνα με τη Δ.39.κ.1 ΚΠΔ, στην οποίαν παραπέμπει η Δ.48,κ.4
(2), μαρτυρία μπορεί να δοθεί δια ένορκης δήλωσης, στη βάση της οποίας κανονικά διεξάγεται και η ακρόαση των ενδιάμεσων αιτήσεων, ωστόσο το Δικαστήριο μπορεί, με αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου, να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος στο Δικαστήριο για την αντεξέτασή του. Επειδή υφίσταται η δικονομική δυνατότητα της αντεξέτασης, δεν σημαίνει ότι η αντεξέταση επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση που η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την αντεξέταση ενός μάρτυρα ασκείται δικαστικά, με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης προσδιορίζεται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και από τις περιστάσεις της. Η κυρίως διαδικασία αφορά σε αίτηση της Ενάγουσας για ενδιάμεση θεραπεία και το Δικαστήριο εξετάζει τη συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων, με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, που εάν αποδειχθεί από την Ενάγουσα ότι συντρέχουν σωρευτικά, και ότι είναι δίκαιο να δοθεί ενδιάμεση θεραπεία, είναι δυνατόν να δοθεί. Το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας, η οποία, στον βαθμό που υπάρχουν εκδοχές επί πραγματικών ζητημάτων που ενδιαφέρουν την εξέτασή τους, και βαίνουν αντίθετα με την προσπάθειά της να εξασφαλίσει ενδιάμεση θεραπεία, ευλόγως αναμένεται να προσπαθήσει να τις αντικρούσει, με έναν δικονομικά αποδεκτό τρόπο. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που περιέχονται στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης, για τις ανακαινίσεις και τα έξοδα των ανακαινίσεων της κατοικίας και το ποιος ξόφλησε το δάνειο, δεν μπορεί να επιτραπεί η αντεξέταση του Εναγόμενου, καθώς τα ζητήματα αυτά δεν ενδιαφέρουν ό,τι το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά την κυρίως διαδικασία, και η εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας του Εναγόμενου, δια της αντεξέτασής του, δεν θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που περιέχονται στις παραγράφους 6, 8 και 12 της ένορκης του δήλωσης, για την πρόθεση της Ενάγουσας να πωλήσει το ακίνητο και τις συνθήκες υπό τις οποίες η Ενάγουσα έφυγε από τη συζυγική οικία, και με ποιον και τι έχουν να κάνουν αυτές, το Δικαστήριο επέτρεψε ήδη την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την Ενάγουσα, για την απάντηση σε ορισμένα σημεία στα οποία θα είχε ενδεχομένως σημασία η κάπως πιο ολοκληρωμένη εικόνα σε συνάρτηση με τις εξεταζόμενες, στην κυρίως διαδικασία, προϋποθέσεις, και δεν κρίνεται ότι χρειάζεται πρόσθετα και η αντεξέταση του Εναγόμενου επί των ιδίων θεμάτων, σε αυτό το στάδιο· δεν θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ειδικότερα, δεν θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης η εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας για θέματα επί των οποίων των Δικαστήριο έχει θεωρήσει τις παραμέτρους για να έχει πλήρη πραγματική εικόνα, για ό,τι πρέπει να εξετάσει στην κυρίως διαδικασία, με γνώμονα και την έκταση στην οποία μπορεί να αγγίξει τα γεγονότα και τις εκατέρωθεν αμφισβητήσεις τους. Δεν επιτρέπεται η αντεξέταση του Εναγόμενου ούτε σχετικά με τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσής του, για τους λόγους που η θυγατέρα τους αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, και τη σχέση της συμπεριφοράς του ιδίου, γιατί δεν έχουν άμεση σχέση με ό,τι εξετάζει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αντεξέταση του Εναγόμενου επί των θεμάτων αυτών θα εκτρέψει τη διαδικασία σε μια διαδικασία εκτόνωσης της συσσωρευμένης αντιπαράθεσης των διαδίκων επί θεμάτων που απασχολούν ευρύτερα την κλονισμένη διαπροσωπική και οικογενειακή σχέση τους, και οπωσδήποτε όχι τη συγκεκριμένη διαφορά, για το ποιος πρέπει να κατέχει το ακίνητο που αποτέλεσε τη συζυγική οικία, και, στο πλαίσιο αυτής, εάν θα πρέπει να το κατέχει προσωρινά η Ενάγουσα, αντί του Εναγόμενου. Για τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ότι το μέγεθος της κατοικίας έχει διαμορφωθεί με τρόπο ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της οικογένειας και τους χώρους εργασίας του, και ότι η Ενάγουσα έχει περιουσία και στο εξωτερικό, και τα όσα αναφέρει για τις αποταμιεύσεις, που περιέχονται στις υπόλοιπες παραγράφους επί των οποίων θέλει να τον αντεξετάσει η Ενάγουσα, επίσης, το Δικαστήριο έχει επιτρέψει σε ορισμένα σημεία τη συμπλήρωση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, για να επιτευχθεί ο σκοπός της απόδοσης πλήρους πραγματικής εικόνας για τα θέματα αυτά, από την οπτική και των δύο πλευρών, και δεν κρίνεται αναγκαία σε αυτό το στάδιο και η αντεξέταση του Εναγόμενου επί των ιδίων θεμάτων. Έχοντας εξετάσει όλα τα σημεία επί των οποίων η Ενάγουσα θέλει να αντεξετάσει τον Εναγόμενο, ένα-προς-ένα, σε συνάρτηση με τη φύση της υπόθεσης και τις περιστάσεις της, περιλαμβανομένης της διαμόρφωσης του πραγματικού πλαισίου με την καταχώριση από την Ενάγουσα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στον βαθμό που εκείνη έχει επιτραπεί, και έχοντας γνώση του νομικού πλαισίου και της επιχειρηματολογίας των δικηγόρων και των δύο πλευρών, κρίνω πως δεν μπορεί να συνταχθεί με το συμφέρον της δικαιοσύνης να προσέλθει ο Εναγόμενος στο Δικαστήριο για αντεξέταση. Απεναντίας, η αντεξέταση του Εναγόμενου, υπό όλες τις περιστάσεις, θα επιβάρυνε σημαντικά τον χρόνο και το έργο του Δικαστηρίου, με μαρτυρία επί γεγονότων και δεδομένων που το Δικαστήριο δεν χρειάζεται για να εξετάσει εάν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για να χορηγηθεί στην Ενάγουσα ενδιάμεση θεραπεία, μετατρέποντας τη διαδικασία της ενδιάμεσης θεραπείας, εν τέλει, σε δίκη επί της ουσίας της αγωγής της Ενάγουσας ή και ακόμα επί θεμάτων που εκφεύγουν και από τη βάση της παράνομης επέμβασης στο ακίνητο που καταλογίζει με την αγωγή της στον Εναγόμενο. Για τους προαναφερόμενους λόγους, η αίτηση της Ενάγουσας για αντεξέταση του Εναγόμενου απορρίπτεται στο σύνολό της. Τα έξοδα αυτής της αίτησης, ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, καθώς γι' αυτή την αίτηση δεν προκύπτει ανάγκη απόκλισης, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου/Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως αυτά θα καθοριστούν από το Δικαστήριο κατά το τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Φιλόκυπρου ν. Ματθαίου [2008] 1 ΑΑΔ 510. [2] A. Messions & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα [2010] 1 ΑΑΔ 195. [3] Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 643, Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφεση 29/2014, ημερομηνίας 03.11.2016, Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ, κ.α., Πολ. Έφ. 312/2010, ημερομηνίας 17.07.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο