← Κύπρος

NEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD ν. S.P SECURITON ALARM SYSTEMS LIMITED, Αγωγή αρ. 348/2014, 26/8/2022

NEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD ν. S.P SECURITON ALARM SYSTEMS LIMITED, Αγωγή αρ. 348/2014, 26/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A183 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 348/2014 NEWCYTECH BUSINESS SOLUTIONS LTD Ενάγουσα v. S.P SECURITON ALARM SYSTEMS LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 26 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Ρ. Φιλίππου (κα) για Μ.Χ. Μυλωνά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη: Κ. Χ' Κωστής με Π. Αργυρού (κα) για Κώστας Π. Χ' Κωστής & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα και επίδικα θέματα Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία, ισχυρίζεται πως συμφώνησε να προμηθεύσει την Εναγόμενη, επίσης ημεδαπή εταιρεία, εμπορεύματα με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές («ο εξοπλισμός»), που η Εναγόμενη χρειάζονταν για συγκεκριμένο έργο, κατόπιν παραγγελίας από το εξωτερικό· εξοπλισμό που, λόγω της εξειδίκευσής του, δεν θα μπορούσε να διατεθεί αλλού στην Κυπριακή αγορά. Η Εναγόμενη θα κατέβαλλε το ποσό των €47.016,45, ως εξής: 10% προκαταβολικά, 35% με την παράδοση και 55% με την ολοκλήρωση της εγκατάστασης. Ενώ η Ενάγουσα ήταν έτοιμη για την παράδοση, και παρά τις διαβεβαιώσεις της Εναγόμενης ότι θα παραλάμβανε, η Εναγόμενη αμέλησε ή αρνήθηκε να το πράξει. Η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο για το ποσό των €47.016,45, που καταχώρισε σε κατάσταση λογαριασμού, που η Εναγόμενη αμέλησε ή παρέλειψε να πληρώσει. Την 03.10.2013, η Εναγόμενη είχε αποδεχθεί την οφειλή, και συζητήθηκε η εξώδικη διευθέτησή της. Η Εναγόμενη δεν αποδέχθηκε να δώσει την έγκρισή της ούτως ώστε η Ενάγουσα να πωλήσει μέρος του εξοπλισμού σε αγοραστή από το εξωτερικό. Η Ενάγουσα, την 17.01.2014, τερμάτισε τη συμφωνία, και αξιώνει αποζημιώσεις στο ύψος του ποσού των €47.016,

  1. Η Εναγόμενη δεν αρνείται τη σύναψη της αρχικής συμφωνίας και τους όρους της, ως δικογραφούνται από την Ενάγουσα, αλλά δεν αποδέχεται τη θέση ότι επρόκειτο για πολύ εξειδικευμένο εξοπλισμό, εφόσον τα πλείστα εκ των εξαρτημάτων και υλικών που τον αποτελούσαν ήταν κοινά, που εμπορεύεται καθημερινώς η Ενάγουσα, και μόνον μέρος αυτών ήταν για συγκεκριμένη ανάγκη, επομένως η Ενάγουσα θα μπορούσε να διαθέσει τον εξοπλισμό αυτό στην αγορά. Πράγματι, προέκυψε πρόβλημα με την εκπλήρωση της σύμβασης, και υπήρξε αλληλογραφία. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται πως συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως η Ενάγουσα προσπαθήσει να διαθέσει στην ελεύθερη αγορά τον εξοπλισμό εντός έξι μηνών, και ανάλογα με την εξέλιξη, να προχωρούσαν σε διακανονισμό, πλην όμως αυτή, αθετώντας την υποχρέωσή της, αντί να συνεργαστεί για την υλοποίηση της διάθεσης του εξοπλισμού στην αγορά, περί την 17.01.2014, τερμάτισε την αρχική συμφωνία, κατά τη γνώμη της Εναγόμενης αδικαιολόγητα. Οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση μετά τον τερματισμό δεν καρποφόρησαν. Είναι η θέση της Εναγόμενης πως η Ενάγουσα δεν μπορεί να προωθεί την αγωγή της στη βάση της αρχικής συμφωνίας, επειδή είχε εγκαταλείψει τα δικαιώματά της με τη σύναψη της νέας συμφωνίας για διάθεση του εξοπλισμού στην αγορά. Δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί κατάστασης λογαριασμού, που, όπως λέει, ουδέποτε παρέλαβε, και ουδέποτε κατέβαλε έναντι οποιοδήποτε ποσό. Παραδέχεται πως παρέλαβε το τιμολόγιο της Ενάγουσας, ωστόσο, ισχυρίζεται, δεν το αποδέχθηκε, αλλά το παρέλαβε με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Η Εναγόμενη παραδέχεται πως έλαβε επιστολή της Ενάγουσας για τη διάθεση του εξοπλισμού, αλλά θεώρησε την τιμή που πρότεινε η Ενάγουσα εξευτελιστική και ζήτησε καλύτερη τιμή. Η Ενάγουσα της πρότεινε άλλο διακανονισμό που ήταν έξω από το πλαίσιο των συμφωνηθέντων. Η Εναγόμενη αρνείται κάθε απαίτηση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, με απαντητικό δικόγραφο, αρνείται την εκδοχή της Εναγόμενης, και ισχυρίζεται πως η ίδια ουδέποτε είχε ενημερωθεί και ουδέποτε η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης για την προμήθεια του εξοπλισμού τελούσε υπό κάποιαν αίρεση που σχετίζεται με την ικανοποίηση της Εναγόμενης από τρίτο πρόσωπο. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως ουδέποτε υπήρξε νέα συμφωνία μεταξύ της ίδιας και της Εναγόμενης για διάθεση του εξοπλισμού από την Ενάγουσα στην ελεύθερη αγορά, και ουδέποτε η Ενάγουσα εγκατέλειψε τα δικαιώματά της βάσει της αρχικής συμφωνίας, αλλά ο εξοπλισμός παρέμεινε στην κατοχή της γιατί η Εναγόμενη αρνήθηκε και παρέλειψε να τον παραλάβει. Η αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ τους, σε μια προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης, δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα ως συμφωνία. Συνιστούσε την προσπάθεια της Ενάγουσας να μετριάσει τη ζημιά της. Η Εναγόμενη είχε αρνηθεί να συγκατατεθεί, ούτως ή άλλως, σε αυτή την προσπάθεια. Η Εναγόμενη αναγνώρισε το χρέος της έναντι στην Ενάγουσα. Όσον αφορά το τιμολόγιο, ουδέποτε η Εναγόμενη επιφύλαξε οποιαδήποτε δικαιώματά της, ενώ γνώριζε για την κατάσταση λογαριασμού, που αναφέρεται και στο τιμολόγιο. Η Ενάγουσα επιμένει στην αξίωσή της. Ενώ τα περισσότερα από τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται, η διαφορά των διάδικων εταιρειών εστιάζει στο εάν η αρχική τους συμφωνία συνδέονταν με την εκτέλεση συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η Εναγόμενη έναντι τρίτου, ώστε η μη εκπλήρωση της τελευταίας να είχε οποιαδήποτε επίδραση στην αρχική συμφωνία. Έπειτα, εάν συνάφθηκε νέα συμφωνία περί την 03.10.2013, με την οποίαν να ακυρώνονταν η αρχική, και βάσει της οποίας η Ενάγουσα να ανέλαβε την πώληση του εξοπλισμού στην ελεύθερη αγορά και πληρωμή της από την Εναγόμενη ως προς το υπόλοιπο· ή εάν, αντίθετα, η Εναγόμενη εξακολουθούσε να δεσμεύεται για πληρωμή βάσει της αρχικής συμφωνίας, της οποίας η μη εκπλήρωση δίδει δικαίωμα σε αποζημίωση της Ενάγουσας. Εν τέλει, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν η Ενάγουσα, που τερμάτισε την αρχική συμφωνία, δικαιούται σε αποζημιώσεις, και το ύψος της, κρίση ως προς την οποίαν ενδιαφέρει και εάν ο εξοπλισμός ήταν ή όχι εξειδικευμένος σε βαθμό που δεν μπορούσε να διατεθεί στην αγορά, και εάν, ως γεγονός, δεν διατέθηκε. Διαδικασία Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, η οποία διήρκησε περίπου 4 ώρες και 25 λεπτά. Η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από την κυρία Ε. Χ. (ΜΕ1) και τον κύριο Κ. Ε. (ΜΕ2), που αμφότεροι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Π. Σ. (ΜΥ1), που αντεξετάστηκε από την συνήγορο της Ενάγουσας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Το Δικαστήριο έχει γνώση όσων έχουν αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Μαρτυρία και εξέταση της υπόθεσης Ακούγεται μαρτυρία μόνον σε σχέση με τα θέματα που αμφισβητούνται και θα πρέπει να αποφασιστούν. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Η αρχική συμφωνία και η παύση της ισχύος της Για τα γεγονότα που σχετίζονται με την αρχική συμφωνία, σχετικές είναι οι μαρτυρίες των ΜΕ1 και ΜΥ
  2. Η ΜΕ1, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας και υπεύθυνη πωλήσεων, κατέθεσε γραπτή δήλωση για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής της[3] (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1, που συνάδει και με τη μαρτυρία του ΜΥ1, ήταν γνωστό στην Ενάγουσα πως η Εναγόμενη είχε αναλάβει υπεργολαβία στο έργο της εγκατάστασης συστημάτων ασφαλείας και συναγερμού με παροχή υπηρεσιών διαδικτύου στην πλατεία Ελευθερίας, στη Λευκωσία, στο πλαίσιο του έργου για την ανάπλασή της. H ME1 προσκόμισε την αλληλογραφία που προηγήθηκε της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήρια 1, 2, και 3), καθώς και την επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 4). Δεν είναι έγγραφα που αμφισβητήθηκαν. Μετά το ναυάγιο της συμφωνίας της Ενάγουσας με την Εναγόμενη, για λόγους αφορούν την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει η Εναγόμενη, και παρά την ετοιμότητα της Ενάγουσας να παραδώσει, την 31.10.2012, η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 234619 για το ποσό των €47.016,45 (Τεκμήριο 5), το οποίο, όπως ανέφερε, παραλήφθηκε χωρίς επιφύλαξη. Από την πλευρά της Εναγόμενης, ο ΜΥ1, διευθύνων σύμβουλος και μέτοχος της Εναγόμενης, που επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του[4] (Έγγραφο Γ), ανέφερε πως γνωστές στην Ενάγουσα ήταν και οι πιθανότητες να μην προχωρήσει η εκτέλεση της συμφωνίας για το έργο γιατί, ως ήταν ευρύτερα γνωστό από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το κυρίως συμβόλαιο της πλατείας Ελευθερίας «ήταν στον αέρα», αλλά και δια του Τεκμηρίου 7 κατέστησαν γνωστά τα προβλήματα. Η Εναγόμενη δεν επιβεβαίωσε ότι θα γίνονταν παραλαβή την 19.10.
  3. Σε σχέση με τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα πράγματα, η θέση της Ενάγουσας, δια της ΜΕ1, είναι πως δεν συμφωνήθηκε οτιδήποτε άλλο μεταξύ των μερών. Προσκομίζει την αλληλογραφία που ακολούθησε (Τεκμήρια 6 και 7). Η μάρτυρας δεν συμφωνεί πως με την αλληλογραφία αυτή συνάφθηκε οποιαδήποτε συμφωνία και ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να τηρήσει κάποια συμφωνία. Την 03.10.2013, όπως αναφέρει η ΜΕ1, έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους, όπου η Εναγόμενη αποδέχθηκε το χρέος και ότι οφείλει να πληρώσει. Για να βρεθεί ένας εξώδικος συμβιβασμός, οι δικηγόροι της Ενάγουσας έστειλαν επιστολή ημερομηνίας 10.10.2013 προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης (Τεκμήριο 8), με την οποία τους ενημέρωναν ότι βρέθηκε αγοραστής στην Αγγλία που ενδιαφέρονταν να αγοράσει τον εξοπλισμό περίπου στη μισή τιμή, και καλούσαν την Εναγόμενη να συγκατατεθεί. Η Εναγόμενη αρνήθηκε. Η εταιρεία από την οποία η Ενάγουσα εισήγαγε τον εξοπλισμό, επίσης, δεν μπορούσε να δεχθεί την επιστροφή του (Τεκμήριο 9). Η Ενάγουσα πρότεινε στην Εναγόμενη να πληρώσει ένα μειωμένο ποσό με μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 10), και η Εναγόμενη αρνήθηκε, αντιπροτείνοντας την πληρωμή ενός πολύ μικρότερου ποσού και τη διατήρηση του εξοπλισμού στην κυριότητα της Ενάγουσας για δικό της όφελος (Τεκμήριο 11). Η Ενάγουσα διαφώνησε με την προσέγγιση της Εναγόμενης, και με επιστολή της ημερομηνίας 17.01.2014 (Τεκμήριο 12) τερμάτισε τη συμφωνία του Τεκμηρίου
  4. Συνεχίστηκαν οι προσπάθειες δια εξώδικη διευθέτηση (Τεκμήριο 13), αλλά η Ενάγουσα προχώρησε με την αγωγή της, αξιώνοντας το ποσό των €47.016,
  5. Από την άλλη, κατά τον ΜΥ1, στις συναντήσεις που έγιναν για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, υπήρξε η συμφωνία ότι η Ενάγουσα ήταν σε πλεονεκτικότερη θέση να κρατήσει και να πωλήσει τον εξοπλισμό. Σε αυτή τη βάση, στη συνάντηση που έγινε την 03.10.2013, συμφωνήθηκε να γίνει πρώτα η προσπάθεια πώλησης του εξοπλισμού στην αγορά από την Ενάγουσα, μέσα στους επόμενους έξι μήνες, και, ανάλογα με το αποτέλεσμα, να συνεχίσουν τις επαφές και τις διαπραγματεύσεις, για να βρεθεί λύση. Όμως η Ενάγουσα, σε αντίθεση με αυτή τη συμφωνημένη γραμμή, την 17.01.2014, προχώρησε με τερματισμό της αρχικής συμφωνίας, ζητώντας από την Εναγόμενη να πληρώσει όλο το ποσό του Τεκμηρίου
  6. Ο τερματισμός και η αξίωση για όλο το ποσό έγιναν εν γνώσει του ότι η Ενάγουσα είχε πρόταση για πώληση σημαντικού μέρους του εξοπλισμού, και ενώ είχε τη δυνατότητα να επιτύχει και ακόμα καλύτερη προσφορά. Δεν αληθεύει, κατά τον ΜΥ1, ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε την πώληση του εξοπλισμού σε τρίτο. Δεν θα είχε καν ανάμειξη στις προσπάθειες που θα κατέβαλλε η Ενάγουσα. Το Τεκμήριο 5 ουδέποτε το αποδέχθηκε η Εναγόμενη, απλώς έγιναν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς. Ο ΜΥ1, κατά την αντεξέτασή του, επέμεινε σε όλες τις θέσεις του με σταθερότητα. Καταρχάς, δεν αμφισβητείται πως η Εναγόμενη αποτάθηκε στην Ενάγουσα για να μπορέσει να εκτελέσει δικές της συμβατικές υποχρεώσεις έναντι τρίτου, και ότι συνάφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία για την προμήθεια του εξοπλισμού. Ότι γνώριζε η Ενάγουσα για τον σκοπό που η Εναγόμενη ήθελε να προμηθευτεί τέτοιο εξοπλισμό, καθώς και τις τεχνικές προδιαγραφές, για να προσαρμόσει ανάλογα την παραγγελία, όπως ανέφεραν οι ΜΕ1 και ΜΥ1, και όπως φαίνεται και από τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, εξωγενής μαρτυρία που δεν αποκλείστηκε για τον σκοπό που προσκομίστηκε, και το ότι η εκτέλεση του έργου θα ωφελούσε κατά κάποιον τρόπο και την Ενάγουσα ως προμηθευτή της Εναγόμενης, δεν δημιουργούν διασύνδεση της ισχύος της συμφωνίας που συνάφθηκε με όρο την εκτέλεση του έργου από την Εναγόμενη· δεν καθιστούν δηλαδή τη συμφωνία σύμβαση υπό αίρεση με την έννοια του Μέρους IV του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  7. Όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 4, ό,τι συμφωνήθηκε, είναι μόνον ό,τι περιλαμβάνεται σε αυτό το έγγραφο της συμφωνίας, που έπρεπε να εκπληρωθεί με βάση το άρθρο 37 του Κεφ.149, εφόσον δεν συνέτρεξε λόγος απαλλαγής της Εναγόμενης ή εξαίρεσης, και δεν περιέχει ασάφεια ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις ενός εκάστου. Πρόκειται για συμφωνία που δεν αφορά απλώς σε προϊόντα που πωλούνται και παραδίδονται, αλλά σε εξοπλισμό, για τον οποίον χρειάζεται, εκτός από την απλή προμήθεια, και η εγκατάσταση και η θέση του σε λειτουργία από την Ενάγουσα, άρα που συνδυάζει και το στοιχείο της παροχής υπηρεσιών. Αυτός ο διττός χαρακτήρας της είναι και η ιδιαιτερότητά της. Εξ ου και, σύμφωνα με τον όρο 4(α)της συμφωνίας, για τον εξοπλισμό, η Ενάγουσα θα εξέδιδε τιμολόγιο στο όνομα του πελάτη για τη συμφωνηθείσα τιμή, είτε κατά την ημερομηνία της εγκατάστασης του εξοπλισμού, είτε κατά την ημερομηνία κατά την οποίαν αρχίζει η έναρξη της ισχύος της συμφωνίας, οποιοδήποτε συνέβαινε τελευταίο. Σε συνάρτηση και με τον όρο 2 της συμφωνίας, ο Εναγόμενος δεν θα μπορούσε να αποδεσμευτεί από τη συμβατική υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα πώλησης, εάν υπέγραφε τη συμφωνία και παραλάμβανε τον εξοπλισμό. Η παράδοση και έπειτα και η εγκατάσταση του εξοπλισμού ήταν ουσιώδη συμβατικά στάδια το καθένα. Αυτό εξάλλου μαρτυρεί και το ότι το 90% του όλου τιμήματος πώλησης θα καταβάλλονταν μετά την παράδοση (35%) και την εγκατάσταση (55%), με την εγκατάσταση να είναι η πιο σημαντική. Όταν θα εκδίδονταν τιμολόγιο με βάση τη συμφωνία, θα ήταν και άμεσα πληρωτέο· αρκεί βεβαίως να εκδίδονταν με βάση τη συμφωνία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως είναι κοινά αποδεκτό, δεν είχε παραδοθεί ή εγκατασταθεί ο εξοπλισμός, παρά ταύτα, η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο, το Τεκμήριο 5, για όλο το ποσό που συμφωνήθηκε, ενέργεια που δεν είναι σύμφωνη με τον όρο 4(α) του Τεκμηρίου
  8. Εξέδωσε, μάλιστα, το Τεκμήριο 5 μετά που έλαβε γνώση της μη εκτέλεσης του έργου, που σήμανε την μη εκπλήρωση από την Εναγόμενη. Σχετικά με την τελευταία, αναφέρεται πως η Ενάγουσα, σύμφωνα με τον όρο 7 του Τεκμηρίου 4, θα παρέδιδε και θα εγκαθιστούσε και θα έθετε σε λειτουργία τον εξοπλισμό στις εγκαταστάσεις της Εναγόμενης, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε η παράδοση να γίνει κατά την ημερομηνία που θα ζητείτο από την Εναγόμενη, χωρίς ευθύνη για οποιαδήποτε απώλεια της Εναγόμενης λόγω μη έγκαιρης παράδοσης, ωστόσο πριν από την παράδοση, η Εναγόμενη θα φρόντιζε ώστε να είναι δυνατή η εγκατάσταση και η θέση σε λειτουργία του εξοπλισμού στον χώρο της. Η Εναγόμενη δεν ήταν θέση να φροντίσει για τη δυνατότητα παραλαβής, εγκατάστασης και θέσης σε λειτουργία του εξοπλισμού. Η μη εκπλήρωση της υποχρέωσή της να παραλάβει τον εξοπλισμό και να φροντίσει για την εγκατάστασή του από την Ενάγουσα, και κατ' επέκταση η μη εκτέλεση της συμφωνίας του Τεκμηρίου 4 οφείλεται σε λόγους που αφορούν στην Εναγόμενη, δηλαδή τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις. Η Ενάγουσα, εφόσον δεν μπορούσε να αξιώσει την εκτέλεση της συμφωνίας, επέλεξε να τερματίσει τη συμφωνία (Τεκμήριο 12). Το θέμα που θέτει η Εναγόμενη είναι βασικά πως ο τερματισμός έγινε αναφορικά με συμφωνία που έπαυσε ήδη να υφίσταται γιατί μεσολάβησε άλλη συμφωνία, που ακύρωσε την υφιστάμενη, και εκείνη η συμφωνία ήταν να προβεί σε προσπάθειες η Ενάγουσα να πωλήσει τον εξοπλισμό και η Εναγόμενη να την καλύψει ως προς το υπόλοιπο. Σημαντικός και σχετικός και με αυτή τη διαφωνία των μερών είναι ο όρος 4(β) του Τεκμηρίου 4, με βάση τον οποίον η κυριότητα του εξοπλισμού θα παρέμενε στην Ενάγουσα μέχρι την πλήρη πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Εξ ου και σε περίπτωση αθέτησης της συμφωνίας από την Εναγόμενη όσον αφορά την πληρωμή του τιμήματος πώλησης, εάν για κάποιο λόγο είχε ήδη παραδοθεί ο εξοπλισμός και βρίσκονταν στην κατοχή της Εναγόμενης, θα μπορούσε να τύχει ανάκτησης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, η κυριότητα του εξοπλισμού, που δεν παραδόθηκε και δεν εγκαταστάθηκε και κατ' επέκταση δεν πληρώθηκε, και αναφορικά με τον οποίον, όπως προλέχθηκε, δεν θα έπρεπε η Ενάγουσα να εκδώσει καν τιμολόγιο στο όνομα της Εναγόμενης, παρέμενε στην κυριότητα της Ενάγουσας. Δεν χρειάζονταν, η Ενάγουσα, κάποιαν έγκριση της Εναγόμενης, για να πωλήσει τον εξοπλισμό, πόσω μάλλον γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε περίπτωση να προωθηθεί η εκπλήρωση της συμφωνίας από την Εναγόμενη πλέον. Το γεγονός και μόνον ότι η Εναγόμενη παρήγγειλε από την Ενάγουσα τον εξοπλισμό και αυτός σχεδιάστηκε και προτάθηκε στα μέτρα της, δεν αναιρεί αυτό που το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας προβλέπει, ότι κυρία του εξοπλισμού, μέχρι αυτός να πληρωθεί από την Εναγόμενη, είναι η Ενάγουσα. Ότι η Ενάγουσα ζητά από την Εναγόμενη να αναφέρει κατά πόσο συμφωνεί με την προσφορά του αγοραστή από το εξωτερικό (Τεκμήριο 8), δεν μαρτυρά ύπαρξη συμφωνίας ότι η κυριότητα του εξοπλισμού μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη και έχει λόγο. Οι διαπραγματεύσεις που έγιναν δια των Τεκμηρίων 7, 8, 10 και 11 ήταν προσπάθειες διευθέτησης και επίλυσης του προβλήματος που προέκυψε από τη μη εκπλήρωση της συμφωνίας από την Εναγόμενη, στις οποίες θα λαμβάνονταν υπόψη και τυχόν δυνατότητα της Εναγόμενης να αγοράσει τον εξοπλισμό ή μέρος του για δική της χρήση ή προς μεταπώληση του εμπορεύσιμου μέρους του από την ίδια ή άλλες οφειλές αναμεταξύ των διαδίκων που δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Δεν συνιστούν συμφωνία με την οποία τα μέρη συμφωνούν να αντικαταστήσουν ή να τροποποιήσουν ή να υπαναχωρήσουν από την αρχική σύμβαση με βάση το άρθρο 62 του Κεφ.148 (rescission by agreement). Η παύση της ισχύος της συμφωνίας του Τεκμηρίου 4 έγινε με τον τερματισμό της από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 12), που, ως γεγονός, έγινε, γιατί η Ενάγουσα δεν είχε άλλην επιλογή (should be discharged), λόγω της προαναφερόμενης μη εκπλήρωσης από την Εναγόμενη, που ήταν στη ρίζα της συμφωνίας (goes to the root of the contract), ασχέτως εάν η Εναγόμενη είχε μια νόμιμη δικαιολογία για τη μη εκπλήρωση[5]. Ο τερματισμός, που δεν είναι με βάση ρητή πρόνοια της συμφωνίας του Τεκμηρίου 4, αποδίδει τη θεώρηση από το αναίτιο μέρος, την Ενάγουσα, ότι η σύμβαση θεωρείται λήξασα ή αποκηρυχθείσα (repudiated), για το μέλλον. Η πλευρά της Εναγόμενης, στην αγόρευση των συνηγόρων της, αναφέρθηκε στο δόγμα "frustration" και στην εκτέλεση που κατέστη αδύνατη και επιφέρει ακυρότητα με βάση το άρθρο 56 του Κεφ.149, που στο εγχώριο δίκαιο συνοψίζει αρχές, παραπέμποντας σε κάποια νομολογία[6]. Καταρχάς, δεν υπήρξε οπουδήποτε αλλού σχετική αναφορά (plea), και, κατά τη γνώμη μου, η ματαίωση θα πρέπει να δικογραφείται ειδικά, για να εστιάζεται και η δίκη σε συγκεκριμένες πτυχές. Απεναντίας, η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης ήταν η παύση της ισχύος της αρχικής συμφωνίας λόγω νέας συμφωνίας. Εν πάση περιπτώσει, χωρίς υπό τις περιστάσεις να υπάρχει περιθώριο να αναλυθεί πλήρως το ευρύτατο θέμα της ματαίωσης, τίθεται η αρχική παρατήρηση ότι ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε - για άλλον σκοπό βέβαια, αλλά ό,τι ανέφερε είναι συναφές και με αυτή την εισήγηση - πως ήταν προβλέψιμος ο κίνδυνος να μην εκτελεστεί το έργο, γιατί ήταν ένα έργο σε όλους γνωστό πως «ήταν στον αέρα». Ευλόγως τότε, θα μπορούσε να συναχθεί πως και η Εναγόμενη, κατά τη σύναψη της συμφωνίας, όταν η παροχή ήταν δυνατή, ήταν σε θέση να εκτιμήσει τον κίνδυνο, και ότι η μη εκτέλεση του έργου τελικά δεν αποτελεί απρόβλεπτο και αναπάντεχο γεγονός. Πέραν τούτου, το συγκεκριμένο γεγονός, της εκτέλεσης του έργου από την Εναγόμενη, δεν φαίνεται να τέθηκε ως η αποκλειστική βάση της συμφωνίας (foundation of the contract) και από τις δύο πλευρές, ώστε η ακύρωσή του σε εκείνο τον χρόνο, να αφαιρεί πλήρως τη βάση αυτή της συμφωνίας, ιδίως όσον αφορά το σκέλος της προμήθειας, χωρίς το στοιχείο των υπηρεσιών. Ήταν απλώς ο σκοπός που η Εναγόμενη ήθελε να προμηθευτεί τον συγκεκριμένο εξοπλισμό, η ανάγκη της να εκπληρώσει συγκεκριμένο έργο που ανέλαβε. Από την αλληλογραφία που προσκομίστηκε, δεν φαίνεται πως από κοινού τα μέρη έθεσαν ως υπόβαθρο της συμφωνίας τους το έργο στην πλατεία Ελευθερίας, με τον τρόπο που συνέβη, για παράδειγμα, στην Krell v Henry [1903] 2 K.B. 740, που και εκείνη δεν είναι απόφαση που ακολουθείται με ευκολία (βλ. και αντίθετα στη Herne Bay Steam Boat Co v Hutton [1903] 2 KB 683). Το ότι συνέβη ή δεν συνέβη γεγονός, ενώ ήταν εύκολα πιθανό και προβλεπτό ή και γνωστό, δεν ισοδυναμεί με ματαίωση του σκοπού της συμφωνίας, ειδικότερα εάν δεν ήταν ο μοναδικός σκοπός της και για τις δύο πλευρές (the only one conceivable purpose for making a contract), η αναφορά δεν είναι σε ένα εξαιρετικά σπάνιο συμβάν, και η σύμβαση δεν μετατρέπεται σε μια πλήρως άσκοπη συμφωνία (pointless). Παρόλο που η Ενάγουσα γνώριζε για τον λόγο που η Εναγόμενη ήθελε να προμηθευτεί τα προϊόντα, και η προσφορά δομήθηκε πάνω σε συγκεκριμένες τεχνικές ανάγκες, βασικά για να ικανοποιεί τον πελάτη, η εκτέλεση του έργου στη συγκεκριμένη πλατεία δεν αποδείχθηκε επαρκώς πως ήταν ο μοναδικός και εξαιρετικός σκοπός της συμφωνίας για αμφότερες τις πλευρές. Σε εμπορικές συμφωνίες προμήθειας υλικών ή εξοπλισμού για έργα, στη σύγχρονη εποχή, δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο η αλλαγή των δεδομένων ή η ανάγκη να μην εκτελεστούν καθόλου ή άμεσα. Οι γραμμές κάποτε είναι αρκετά λεπτές. Η ίδια η Εναγόμενη, δια του ΜΥ1, μαρτύρησε πως έργα σαν αυτό, που ήταν να εκτελέσει στην πλατεία Ελευθερίας, έγιναν και άλλα. Προστίθεται πως η Εναγόμενη δεν εμποδίζονταν να παραλάβει τον εξοπλισμό από φυσική αιτία, και να τον χρησιμοποιήσει διαφορετικά· ο ίδιος ο ΜΥ1 μαρτύρησε επίμονα για τις δυνατότητες χρήσης του, ασχέτως του εύρους των εργασιών της Εναγόμενης και του ότι θα ήταν ευκολότερο για την Ενάγουσα να το πράξει. Το μέρος της συμφωνίας που αφορούσε υπηρεσία, εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία του εξοπλισμού, δεν μπορούσε να εκτελεστεί γιατί προϋπόθετε την παραλαβή από την Εναγόμενη του εξοπλισμού, που η Εναγόμενη αρνήθηκε γιατί δεν είχε πλέον διαθέσιμο το συγκεκριμένο έργο, μη αποκλειόμενης της χρήσης του αλλού. Ακριβώς επειδή η συμφωνία είναι τέτοιας εμπορικής φύσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων για έργα, το κυριότερο, η ρύθμιση της μη παραλαβής γίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο 4, σύμφωνα με το οποίο απλώς δεν εκδίδεται τιμολόγιο και ο εξοπλισμός παραμένει στην κυριότητα της Ενάγουσας, πρόνοια που δεν αφήνει (το ούτως ή άλλως στενό) περιθώριο για εφαρμογή του δόγματος "frustration". Κατ' εφαρμογή της συμφωνίας λοιπόν, και όχι του δόγματος "frustration", σε περίπτωση μη παραλαβής του εξοπλισμού από την Εναγόμενη, η Ενάγουσα θα παρέμενε η κυρία του εξοπλισμού, άνευ βλάβης του δικαιώματός της σε αποζημίωση. Εκείνο που φέρνει το τέλος στη συμφωνία είναι ο τερματισμός της. Τερματισμός που σημειώνεται πως δεν έγινε από την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη δεν είχε ενημερώσει καν ξεκάθαρα την Ενάγουσα ότι δεν μπορεί να παραλάβει. Ακόμα και στις διαπραγματεύσεις, μία από τις προτάσεις να ήταν η Εναγόμενη να παραλάβει μέρος του εξοπλισμού έναντι άλλου τιμήματος, ενώ άλλες προτάσεις ήταν η αποζημίωση της Ενάγουσας, που η Εναγόμενη αναγνώριζε πως, σε κάποιο βαθμό, θα πρέπει να την αποζημιώσει. Η Ενάγουσα δεν θα απαλλάσσονταν από την αντίστοιχη υποχρέωσή της να παραδώσει στην Εναγόμενη τον εξοπλισμό, λόγω της επέλευσης ή μη επέλευσης του ίδιου συμβάντος, που επικαλείται η Εναγόμενη. Η διαφοροποίηση των λόγων για τους οποίους η Εναγόμενη είχε ανάγκη τον εξοπλισμό δεν αποδείχθηκε στο Δικαστήριο ως τέτοια που θα μπορούσε να αποδώσει ασφαλώς την έννοια της «ματαίωσης», υπό το σύνολο των περιστάσεων[7], και να λειτουργήσει προς όφελος της Εναγόμενης (to be excused), με τρόπο ώστε να μην είναι συμβατικά υπόχρεη για αποζημίωση της Ενάγουσας, για τυχόν ζημιά που ήθελε αποδειχθεί, κι αυτό να δίδει τελικά ένα δίκαιο αποτέλεσμα (a just result). Η εφαρμογή της συμφωνίας δίδει ένα δικαιότερο. Εκεί είναι και η δυσκολία της Ενάγουσας, να αποδείξει κάποια ζημιά της, με αναφορά στις ίδιες συμβατικές πρόνοιες, που ρυθμίζουν τον κίνδυνο. Ζημιά και αποζημίωση Ο τερματισμός, όπως προαναφέρθηκε, ισχύει για το μέλλον. Τα δικαιώματα που έχουν ήδη δημιουργηθεί πριν από την παύση της ισχύος της σύμβασης παραμένουν ανεπηρέαστα, έτσι η Ενάγουσα μπορεί να διεκδικήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση από την Εναγόμενη της υποχρέωσής της να παραλάβει τον εξοπλισμό. Το ύψος της αποζημίωσης εξαρτάται από το τι συμφωνήθηκε και τι εκπληρώθηκε. Εάν η Ενάγουσα δεν αποδείξει τη ζημιά της (loss), θα δικαιούται μόνον σε ονομαστικές αποζημιώσεις (nominal damages). Ότι με βάση τη σύμβαση έπρεπε να πληρωθεί €47.016,45, δεν σημαίνει ότι η ζημιά της Ενάγουσας ανέρχεται σε αυτό το ποσό· δεν ενάγει βάσει της σύμβασης (action in debt), για να λάβει το συμφωνημένο αντάλλαγμα έναντι στο οποίο εκπλήρωσε τις αντίστοιχες δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά για τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης της Εναγόμενης να παραλάβει τον εξοπλισμό και να ετοιμάσει χώρο για την εγκατάστασή του (για τον νόμιμο λόγο που είχε η Εναγόμενη). Εάν η Ενάγουσα διεκδικεί πέραν των ονομαστικών αποζημιώσεων, εκτός από το ότι θα πρέπει να αποδείξει τη ζημιά της, εφαρμόζονται και οι αρχές που σχετίζονται με την εγγύτητα ή την μη απομάκρυνση (remoteness) της ζημιάς, και το καθήκον περιορισμού της (mitigation)[8]. Εξ ου και η δίκη επικεντρώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στο εάν ο εξοπλισμός ήταν τόσο εξειδικευμένος που η Ενάγουσα δεν μπόρεσε να τον διαθέσει στην αγορά. Η ΜΕ1 ανέφερε πως επειδή ο εξοπλισμός ήταν εξειδικευμένος, η Ενάγουσα τον παρήγγειλε από την HP, εταιρεία στο εξωτερικό, καταβάλλοντας προς την HP την ανάλογη πληρωμή. Επειδή επρόκειτο για εξειδικευμένα προϊόντα χωρίς ευρεία ζήτηση και η ίδια θα τα παράγγελνε από το εξωτερικό, είχε επιβεβαιώσει το ενδιαφέρον της Εναγόμενης πριν να προχωρήσει με την παραγγελία. Ο ΜΥ1 διέψευσε την ΜΕ1, αναφέροντας πως ουδεμία τέτοια αναφορά της ΜΕ1 υπήρχε περί εξειδικευμένων προϊόντων που θα έρχονταν από το εξωτερικό. Η μαρτυρία αυτή του ΜΥ1 συνάδει και με τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4, που δεν αντανακλούν τη σημασία που εκ των υστέρων δίνει η Ενάγουσα στην εξειδίκευση των προϊόντων και στη διαδικασία που μπήκε για να τα έχει η ίδια διαθέσιμα. Το Τεκμήριο 4 δεν προβλέπει τον τρόπο με τον οποίον η Ενάγουσα θα προμηθεύονταν τον εξοπλισμό για τον οποίον συνήψε με την Εναγόμενη τη συμφωνία. Η Ενάγουσα υπόσχεται στην Εναγόμενη την πώληση του εξοπλισμού που περιγράφεται σε αυτήν ως αντικείμενο του οποίου έχει την κυριότητα. Το πώς η Ενάγουσα απέκτησε ή θα αποκτούσε την κυριότητα του εξοπλισμού που πώλησε στην Εναγόμενη, για να μπορέσει να ανταποκριθεί σε τέτοια συμφωνία, και σε τι κόστος υποβλήθηκε η ίδια, για να έχει διαθέσιμο το συγκεκριμένο εμπόρευμα, και να το διαθέσει, λόγω της μειωμένης ζήτησής του που σχετίζεται με τη μη συχνότητα των έργων όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή την εξειδίκευσή του, αφενός δεν αποδείχθηκε με συγκεκριμένη μαρτυρία, αφετέρου εκφεύγει από συμβατικό πλαίσιο που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Ήταν εμπορική επιλογή της Ενάγουσας να συμβληθεί με την Εναγόμενη, υπό τις περιστάσεις, εκτιμώντας τη ζήτηση του προϊόντος με αναφορά στο συγκεκριμένο έργο που είχε αναλάβει η Εναγόμενη, πελάτισσά της, και τις όποιες πιθανότητες να μην εκτελεστεί και να πρέπει να διατεθεί αλλού το συγκεκριμένο εμπόρευμα. Θα μπορούσε, η Ενάγουσα, να παραπέμψει την Ενάγουσα σε εταιρεία στο εξωτερικό όπου υφίσταται το στοκ, ή να συνάψει μαζί της μια συμφωνία που να ρυθμίζει και τα σχετικά με την εισαγωγή του συγκεκριμένου εξοπλισμού ή μέρους του από το εξωτερικό ή αποκλειστικά για τους σκοπούς του έργου, για να προστατεύσει τον εαυτό της. Έπειτα, η αναφορά της ΜΕ1, ότι η Ενάγουσα πλήρωσε το ποσό των €47.016,45 στην HP, δεν εξηγείται με βάση το Τεκμήριο 9, που προσκόμισε η ίδια, με το οποίο η ΜΕ1 ρωτά την εταιρεία αυτή στο εξωτερικό εάν είναι εφικτό να της επιστρέψει τον εξοπλισμό ή να τον πωλήσει σε άλλο πελάτη όταν δοθεί η ευκαιρία, αναζητώντας συμβουλή, ως να υπάρχει ακόμα εμπλοκή της εταιρείας από το εξωτερικό, που θα πρέπει επίσης να εξοφληθεί από την Ενάγουσα. Επιπλέον, δεν προσκομίστηκε κάποια απόδειξη ότι η Ενάγουσα όντως πλήρωσε στην HP το ποσό των €47.016,45 και ότι ενήργησε έναντι στην HP ως εκπρόσωπος της Εναγόμενης, καταβάλλοντας από δικό της κεφάλαιο τέτοιο κόστος, που πρέπει να ανακτήσει. Δεν ενάγει στη βάση της ανάκτησης. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία επίσης σχετικά με κάποια διαδικασία αποστολής του εξοπλισμού από το εξωτερικό, που είχε διακριτό κόστος για την Ενάγουσα. Η μαρτυρία της ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα ανέφερε στην Εναγόμενη ότι θα παράγγελνε από το εξωτερικό τον εξοπλισμό ειδικά για το έργο και ότι πλήρωσε το ποσό των €47.016,45 στην HP, και το ποσό αυτό συνιστά κόστος που υπέστη η Ενάγουσα εξαιτίας της Εναγόμενης, αναγκαστικά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία στην οποία το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί για ανάλογα ευρήματα, κατ' επέκταση απώλειας της Ενάγουσας. Η ΜΕ1 ανέφερε πως η Ενάγουσα είχε παραλάβει ένα τεχνικό έγγραφο που θα έπρεπε να πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές για εξωτερικό χώρο, για την κάλυψη των αναγκών της πλατείας Ελευθερίας, όσον αφορά την έκταση, τα αλεξικέραυνα κ.λπ.. Επρόκειτο, όπως είπε, για εξειδικευμένα προϊόντα, για πολύ υλικό εξοπλισμό με δυνατότητα χρήσης μόνο σε εξωτερικό χώρο. Από το 2012 μέχρι σήμερα, η Ενάγουσα δεν πρόσφερε σε άλλον πελάτη τέτοιες λύσεις. Η Ενάγουσα, όπως ανέφερε η ΜΕ1, προσπάθησε να πωλήσει στην Κύπρο τον εξοπλισμό, χωρίς αποτέλεσμα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο, όπως εξήγησε, καθώς δεν χρειάζεται κάποιος αυτό το Wi-fi σήμερα σε εξωτερικό χώρο, συνήθως κάθεται σε ένα καφέ και λαμβάνει την υπηρεσία, και επιπρόσθετα η CYTA έδωσε δωρεάν Wi-fi σε εξωτερικούς χώρους, ιδίως πλατείες. Σήμερα, πρόκειται για τεχνογνωσία που έχει πλέον ξεπεραστεί. Σημειώνεται, βεβαίως, ότι η Ενάγουσα είχε τη δυνατότητα πώλησης του εξοπλισμού στη διεθνή αγορά, αλλά και συγκεκριμένη ευκαιρία πώλησής του (Τεκμήριο 8). Στο Τεκμήριο 9, μιλώντας με την HP, αναφέρει τη διάθεση στην αγορά ως μια δυνατότητα. Το σήμερα δεν αποτελεί σημείο αναφοράς που χρειάζεται το Δικαστήριο, και δεν υπάρχει αναφορά για τις δυνατότητες κατά την ημερομηνία που έπρεπε να γίνει η παραλαβή από την Εναγόμενη και δεν έγινε. Όπως προαναφέρθηκε, δεν χρειάζονταν τη συναίνεση της Εναγόμενης για να διαθέσει τον εξοπλισμό αλλού, στην εγχώρια ή τη διεθνή αγορά. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ1 ανέφερε πως η Ενάγουσα είναι μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες που ασχολείται με τον τομέα αυτό. Ότι ήταν η πρώτη φορά που η Ενάγουσα έκανε τέτοια πράξη στην Κύπρο, δεν μαρτυρά από μόνο του τη σπανιότητα της πράξης γενικά. Η ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει σε ποιο βαθμό το καθένα από τα αντικείμενα που συμφωνήθηκαν είναι εξειδικευμένο, με τεχνικούς όρους. Ανέφερε πως μόνον τα "transceivers" και τα "switches" δεν είναι εξειδικευμένα, εφόσον τα υπόλοιπα δεν είχαν διατεθεί στην ελεύθερη αγορά, υπάρχουν στην αποθήκη, χωρίς να ήταν σίγουρη για τα "switches", κι αφήνοντας να νοηθεί ότι κάποια διατέθηκαν ήδη στην αγορά, άγνωστο ποια και τι αξίας. Το γεγονός ότι δεν διατέθηκαν στην αγορά όλα τα αντικείμενα με τις προσπάθειες της Ενάγουσας δεν είναι αυτό που τα καθιστά τεχνικά εξειδικευμένα. Είναι προφανές, από την ίδια την περιγραφή του εξοπλισμού, σε συνάρτηση με την κοινή εμπειρία και γνώση, ότι δεν πρόκειται για προϊόντα καθημερινής ή κοινής κατανάλωσης. Όπως εξάλλου και η ίδια η Εναγόμενη φαίνεται να δέχεται, δια της αλληλογραφίας που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 7), αλλά και ο ΜΥ1 μαρτύρησε σχετικά. Η ΜΕ1 δεν διαφώτισε ιδιαίτερα το Δικαστήριο ως προς τις προσπάθειες που έκανε η Ενάγουσα, και για τους λόγους που δεν διέθεσε τον εξοπλισμό ή οποιοδήποτε μέρος του στην αγορά (την Κυπριακή ή τη διεθνή), ή ακόμα και το τι ακριβώς διέθεσε και τι όχι. Χαρακτηριστικά, όταν ερωτήθηκε η μάρτυρας, μετά που εξέφρασε την αμφιβολία της ως προς το αν πωλήθηκαν τα "switches", που δεν είναι εξειδικευμένα, «δεν είναι σημαντικό να γνωρίζετε τι πωλήθηκε και όχι;», απάντησε: «η εταιρεία έχει τεράστιες αποθήκες, δεν το έψαξα». Η μαρτυρία του ΜΕ2, που προσφέρθηκε αποκλειστικά για την απόδειξη του ότι ο εξοπλισμός ήταν εξειδικευμένος και θα ήταν δύσκολο να διατεθεί αλλού στην Κύπρο, ακόμα κι αν δίδει περαιτέρω τεχνική εξήγηση, δεν προσθέτει ουσιωδώς στη μαρτυρία που η Ενάγουσα χρειάζεται. Ειδικότερα, ο ΜΕ2, υπάλληλος της Ενάγουσας, κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση[9] (Έγγραφο Β) για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ανέφερε πως έχει τεχνικές γνώσεις και εμπειρία, που εξέθεσε, και γνωρίζει τα γεγονότα και την τεχνολογία του επίδικου εξοπλισμού, ενώ εργοδοτήθηκε στην Ενάγουσα από τον Μάρτιο του 2019, με καθήκοντα τον σχεδιασμό και την παροχή εξειδικευμένων λύσεων στους πελάτες της. Συναφώς να λεχθεί, όπως με σχετική ευκαιρία είχε αναφερθεί και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ο ΜΕ2, ως υπάλληλος της Ενάγουσας, δεν μπορεί να προσεγγιστεί από το Δικαστήριο ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας σε σχέση με τη ζημιά της Ενάγουσας, αλλά η μαρτυρία του είναι μαρτυρία εκ μέρους της Ενάγουσας. Ο μάρτυρας αυτός επανέλαβε την εκδοχή της Ενάγουσας πως ο επίδικος εξοπλισμός είναι εξειδικευμένος, με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές, και ότι δεν μπορούσε εύκολα να διατεθεί στην Κυπριακή αγορά, χωρίς να κάνει οποιοδήποτε λόγο για τη διεθνή αγορά. Η επιλογή του εξοπλισμού, όπως εξηγεί, φαίνεται πως έγινε για την εξυπηρέτηση των αναγκών εξωτερικού χώρου και ο σχεδιασμός ήταν για να ανταπεξέρχεται σε συνθήκες που απαιτούν ανώτερο επίπεδο προστασίας από τη διάβρωση και τα ακραία περιβάλλοντα, την πλήρη προστασία τους από το νερό, ενώ έχουν συμπεριληφθεί αλεξικέραυνα με υποδοχή κεραίας. Η «λύση» είχε σχεδιαστεί για να καλύπτει ανάγκες που απαιτούνται για μέγιστης εμβέλειας εξωτερικά ασύρματα δίκτυα. Όταν λειτουργεί με υψηλή ισχύ το ασύρματο σημείο πρόσβασης, καλύπτει μια περιοχή ασύρματης δικτύωσης με διάμετρο έως και εκατό μέτρα, κάτω από μη συνήθεις συνθήκες, για επικάλυψη μεγάλων εξωτερικών χώρων. Έτσι, ο εξοπλισμός αυτός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε σπίτια ή χώρους μικρούς γενικά, εφόσον πρόκειται για υψηλή τεχνολογία. Γι' αυτό η πώλησή του στην Κύπρο είναι, όπως είπε, εξαιρετικά δύσκολη. Ο ΜΕ2 ανέφερε πως πολύ σπάνια γίνονται παραγγελίες αυτού του είδους, λόγω του ότι η ανάγκη είναι για εξωτερική χρήση, γήπεδα, πλατείες, κ.λπ.. Πρόκειται για παλιά τεχνολογία, κάποιο μικρό μέρος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ίσως τα τελευταία τρία ή τέσσερα στοιχεία του πίνακα. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2, του υποβλήθηκε πως είναι γεμάτη η Κύπρος με συστήματα Wi-fi σε εξωτερικούς χώρους, σε γήπεδα, πλατείες, παραλίες, θέατρα, κ.λπ.. Ο μάρτυρας διαφώνησε. Ανέφερε, επίσης, πως δεν είναι προϊόντα ανεξάρτητα, αλλά «λύση», και επέμενε σε μια τέτοια προσέγγιση. Τα πρώτα έξι στοιχεία του πίνακα είναι, όπως είπε, εξειδικευμένα, και τα υπόλοιπα, οι τελευταίες πέντε γραμμές, πιο κοινά, αλλά τεχνολογίας τουλάχιστον δέκα χρόνων. Το κόστος των μη εξειδικευμένων είναι γύρω στο 15%, που θα μπορούσαν να διατεθούν στην αγορά. Αυτό δίδει ποσό €7.052,
  9. Όμως, σύμφωνα με το Τεκμήριο 8, το συγκεκριμένο ενδιαφέρον (€7.300,00) για διάθεση στη διεθνή αγορά υπήρξε, και, από αυτά που ο ΜΕ2 προσδιόρισε ως εξειδικευμένα, ήταν για μέρος του φερόμενου ως εξειδικευμένου εξοπλισμού. Όταν ερωτήθηκε, ο ΜΕ2, ασχέτως του σήμερα, για πόσο χρονικό διάστημα θα μπορούσαν να ήταν εμπορεύσιμα, απάντησε πως οι τεχνολογίες αλλάζουν κάθε πέντε χρόνια, άρα ακόμα ένα με δύο χρόνια. Το "configuration testing" είναι επίσης λύση, όπως είπε, να στηθεί, γίνεται "set-up", έλεγχος ότι στήθηκε σωστά. Του υποβλήθηκε πως, για να πληρώνονταν κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να ολοκληρωθεί η διαδικασία της εγκατάστασης, να ελεγχθεί, και απάντησε «είναι λύση που δόθηκε, δεν είναι ανεξάρτητα κομμάτια», διαφωνώντας ότι η Ενάγουσα διεκδικεί την πληρωμή υπηρεσίας που δεν προσφέρθηκε. Επέμεινε στην εκδοχή του ότι πρέπει να υπάρχει χώρος και ζήτηση, για να μπορούν να διατεθούν, και ότι, γενικά, στα είκοσι χρόνια, είναι η πρώτη φορά που βλέπει να ζητήθηκε λύση Wi-fi για εξωτερικούς χώρους. Όταν του υποβλήθηκε πως έχουν εγκατασταθεί και άλλα παρόμοια, απάντησε «διαφωνώ, δεν είπα ότι δεν έχουν εγκατασταθεί, αλλά ότι δεν έχουν ζήτηση». Όταν ο συνήγορος της Εναγόμενης επέμενε να τον ρωτά για τη δυνατότητα να σπάσει η «λύση» σε ανεξάρτητα τμήματα, για να διευκολύνει τη ζήτηση, ο μάρτυρας αυτός απάντησε «στο κομμάτι της πληροφορικής εν για λύσεις που μιλούνε», διαφωνώντας ότι υπήρχαν εναλλακτικές για να πωληθεί. Γενικότερα, όπως και η ΜΕ1, και ο ΜΕ2, εστίασαν στη δυνατότητα διάθεσης του εξοπλισμού ως «λύση», αποφεύγοντας να απαντήσουν με ξεκάθαρο τρόπο για τη δυνατότητα διάθεσης των υλικών ή των εξαρτημάτων που συνθέτουν τη λύση ξεχωριστά. Και η ΜΕ1, ως προς την αξίωση της Ενάγουσας για αποζημίωση, παρόλο που η Ενάγουσα διεκδικεί αποζημίωση στο ύψος όλου του συμφωνημένου τιμήματος, απέφυγε ως προς το να είναι πιο συγκεκριμένη σε σχέση με τον λόγο που το μεγαλύτερο ποσοστό του 55% της πληρωμής είχε συμφωνηθεί για μετά την εγκατάσταση, που δεν έγινε, απαντώντας γενικά, πως αυτοί ήταν οι όροι που υιοθετούνταν για όλους τους πελάτες τότε. Παρόλο που υποστήριξε πως η Ενάγουσα δικαιούται στο σύνολο του ποσού, που προχώρησε μάλιστα και τιμολόγησε, χωρίς να μπορεί να πράξει κάτι τέτοιο με βάση τη συμφωνία, δέχθηκε πως στο ποσό αυτό περιέχεται και χρέωση και για εργασία που δεν έγινε ("configuration testing"), που όμως, επέμεινε και η ίδια, διεκδικείται ως μέρος «λύσης», γιατί η Ενάγουσα δεν εμπορεύεται ξεχωριστά τα αντικείμενα, αλλά ολοκληρωμένες λύσεις, που σχεδιάζονται και προϋποθέτουν συνδυασμό και σύνθεση προϊόντων, που εκ των υστέρων δεν μπορούν να προσεγγιστούν ως ξεχωριστά υλικά. Δεν γνώριζε, η ΜΕ1, ούτε εάν πληρώθηκε ο Φ.Π.Α., που επίσης περιλαμβάνεται στο προαναφερόμενο ποσό και ανέρχεται σε €6.831,
  10. Ταυτόχρονα με την προσέγγιση της «λύσης», η ΜΕ1, όπως προαναφέρθηκε, είχε αφήσει να νοηθεί, μέσα από τα λεγόμενά της, πως κάποια αντικείμενα ήδη εξαιρέθηκαν από τη «λύση», και ήδη διατέθηκαν, ώστε να πρέπει να ψάξει στις μεγάλες αποθήκες να δει τι μένει. Αναγκαστικά, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, για να διαπιστώσει με ασφάλεια εάν και τι πωλήθηκε και σε σχέση με τη διαθεσιμότητα της αγοράς. Κατά την διαφορετική θέση του ΜΥ1, που ήταν συγκροτημένη και με λογική συνοχή, ο εξοπλισμός δεν είναι εξειδικευμένος στον βαθμό και με τον τρόπο που γίνεται η προσπάθεια να παρουσιαστεί. Υπήρχε εξειδίκευση, με την έννοια ότι χρησιμοποιείται για συγκεκριμένους σκοπούς. Εκτός από το ότι οι κεραίες ήταν για εξωτερική χρήση (υδατοστεγείς), τα υπόλοιπα μέρη είναι κοινά και σε ένα μικρό σύστημα με πέντε κεραίες και σε ένα μεγαλύτερο με είκοσι κεραίες. Το ότι υπήρχε εξειδίκευση, ο ΜΥ1 το διαχωρίζει από τη δυνατότητα διάθεσης στην αγορά, ασχέτως εάν η Ενάγουσα εμπορεύεται «λύσεις», που συνθέτουν λειτουργικά τα διάφορα εξαρτήματα και υλικά, ως πακέτο. Οι τρεις κεραίες ήταν εσωτερικού χώρου και μπορούσαν να εγκατασταθούν οπουδήποτε, και επίσης οι εξωτερικές αντένες μπορούν να εγκατασταθούν και εσωτερικά (ενώ δεν μπορεί να γίνει το αντίθετο). Ο κεντρικός πίνακας controller μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιοδήποτε σύστημα και είναι απίθανο μια εταιρεία σαν την Ενάγουσα να μην έχει πωλήσει τέτοιο Controller με τις άδειες χρήσης του από το 2013, που προέκυψε το πρόβλημα. Τα υπόλοιπα μέρη, εκτός του ότι δεν είναι εξειδικευμένα, είναι κοινά και μπορούσαν να διατεθούν από την Ενάγουσα, έχοντας υπόψη και όσα ανέφερε στο εταιρικό προφίλ της. Η Ενάγουσα, όπως η ίδια παρουσίασε τον εαυτό της, και φαίνεται και στην υφιστάμενη μαρτυρία, είναι θυγατρική εταιρεία της Logicom Public Ltd, με διεθνείς διασυνδέσεις και δραστηριότητα. Ο ΜΥ1 ανέφερε πως οι τιμές που είχαν δοθεί σε ορισμένα σημεία, που περιείχαν μαζί και υπηρεσία, ευλόγως, περιλάμβαναν και τα εργατικά (π.χ. η εγκατάσταση). Εξήγησε, επίσης, κατά την αντεξέτασή του, θέτοντας περαιτέρω σκιές σε όσα ανέφεραν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 πως δεν υπήρχαν αλεξικέραυνα, δεν θα ήταν δυνατόν να τοποθετηθούν 63 αλεξικέραυνα, €43,00 το καθένα, επρόκειτο απλώς για προστασία από την υπέρταση. Ήταν απόλυτος στις θέσεις του πως δεν πρόκειται για υλικά που δεν μπορούσαν να διατεθούν στην αγορά, απλώς η δική του εταιρεία δεν είχε το εύρος των εργασιών για να διαθέσει στην αγορά τέτοια εμπορεύματα, όπως μπορούσε η Ενάγουσα. Όπως ανέφερε ο ΜΥ1, η Εναγόμενη έχει κινηθεί και η ίδια νομικά κατά του δικού της αντισυμβαλλόμενου. Συνοψίζοντας, δεν αποδείχθηκε πως η Ενάγουσα αγόρασε τον εξοπλισμό από την HP και κατέβαλε €47.016,45, κατόπιν εντολής της Εναγόμενης, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συγκεκριμένη άμεση θετική ζημιά της· ο εξοπλισμός με τη δεδομένη αξία του παραμένει στην κυριότητα της Ενάγουσας· στο ποσό των €47.016,45 (total contract price) περιλαμβάνονται και άλλες χρεώσεις, όπως €6.831,45 Φ.Π.Α., που δεν δόθηκε μαρτυρία ότι πληρώθηκε, €2.600,00 για "configuration testing", ενώ η προμήθεια προϊόντων συσχετίζεται και με την παροχή υπηρεσιών· με βάση το Τεκμήριο 4, το συνολικά 90% του τιμήματος συμφωνήθηκε κατά την παράδοση και εγκατάσταση και μόνον το 10% προκαταβολικά, ενώ η Ενάγουσα προχώρησε με τη συμφωνία χωρίς καν να εισπράξει την προβλεπόμενη προκαταβολή· η Ενάγουσα γνώριζε και ανέλαβε τον εμπορικό κίνδυνο, σε περίπτωση που η Εναγόμενη δεν προχωρούσε με το έργο, ωστόσο επέλεξε να συμβληθεί την συγκεκριμένη συμφωνία, και μάλιστα συμφώνησε η προκαταβολή να είναι το 10%, ως αυτό να αντικατοπτρίζει το κόστος της για να φέρει τον εαυτό της στο επόμενο συμβατικό στάδιο, της ετοιμότητας για παράδοση· ένα μέρος του εξοπλισμού που δεν διατέθηκε στην Εναγόμενη και έμεινε στην κυριότητα της Ενάγουσας μπορούσε να διατεθεί από την Ενάγουσα στην αγορά γιατί ήταν κοινό, που ο ΜΕ2 προσδιορίζει στο 15% περίπου (€7.052,47), χωρίς η μαρτυρία του να συνιστά εμπειρογνωμοσύνη για τους σκοπούς της διαδικασίας· δεν παρουσιάζονται όλες οι προσπάθειες διάθεσης που έγιναν από την Ενάγουσα, με συγκεκριμένο τρόπο, και μαρτυρία ικανή να οδηγήσει σε συμπέρασμα για το ποια είναι η διαθέσιμη αγορά (available market) γι' αυτού του είδους τον εξοπλισμό, ενώ, με βάση τη μαρτυρία, υπήρξε η ευκαιρία διάθεσης και μέρους του εξειδικευμένου εξοπλισμού (€7.300,00), της οποίας δεν έγινε χρήση από την Ενάγουσα· υπάρχει έντονη ασάφεια στη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 σε σχέση με το τι ακριβώς μπορούσε να πωληθεί από τον εξοπλισμό, και τι όχι, στην εγχώρια ή διεθνή αγορά, και πότε, σε συνάρτηση με την προσπάθεια δικαιολόγησης της απαίτησής τους στο ότι ο εξοπλισμός ήταν «λύση», και μόνον ως πακέτο μπορούσε να ιδωθεί (ακόμα κι αν μια τέτοια προσέγγιση δεν συνάδει με τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 4, 8)· είναι άγνωστο του τι ακριβώς πωλήθηκε, και σε τι ποσά, όπως ανέφερε η ΜΕ1, είναι μεγάλες οι αποθήκες και δεν το έψαξε, κι αν ό,τι ήδη πωλήθηκε υπερβαίνει αυτό το 15% που προσδιόρισε ο ΜΕ2· το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία με σημείο αναφοράς την συμφωνημένη ημερομηνία μέχρι την οποία θα γίνονταν η παράδοση, που δεν έγινε, ώστε να ακολουθήσει κάποια σχετική μεθοδολογία[10], και οποιοδήποτε ποσό επιδικάσει με αφαίρεση ποσών από το συμφωνημένο, στην βάση των προαναφερθέντων, αφήνει έκδηλο τον κίνδυνο να οδηγήσει σε υπεραποζημίωση της Ενάγουσας, η οποία δεν αποκλείεται να εμπορεύτηκε τον εξοπλισμό της κερδοσκοπικά, ως άλλωστε επιβάλλει η εμπορική λειτουργία της. Η μόνη βάση που μπορεί να έχει το Δικαστήριο είναι αυτή του 10% του ποσού των €40.185,00 (χωρίς τον Φ.Π.Α.), που δίδει €4.018,50, που ήταν πληρωτέο προκαταβολικά με βάση το Τεκμήριο 4, και δεν είχε καταβληθεί από την Εναγόμενη· τουλάχιστον σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στο Δικαστήριο. Αυτό το συμφωνημένο ποσοστό, ως βάση αναφοράς ανάλογη, προσδιορίζει και το κόστος ή την αξία που η Ενάγουσα θα έπρεπε να λάβει από την Εναγόμενη, για να ετοιμάσει τον εαυτό της για τα επόμενα συμβατικά στάδια, της παράδοσης και της εγκατάστασης, όπως και έπραξε. Η επιδίκαση αυτού του ποσού, αντανακλά τη ζημιά της Ενάγουσας από τη μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης. Αυτό το ποσό θα επιδικαστεί από το Δικαστήριο ως αποζημίωση. Στο ποσό των €4.018,50, η Ενάγουσα, εφόσον είναι εγγεγραμμένη στον Φ.Π.Α., μπορεί να χρεώσει πρόσθετα τον Φ.Π.Α., με βάση τον νόμο. Στο ποσό αυτό θα επιδικαστεί ο νόμιμος τόκος, εφόσον δεν αποδείχθηκε συμφωνία για την πληρωμή οποιουδήποτε άλλου τόκου. Σύνοψη συμπερασμάτων και κατάληξη Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, μέσα στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, κατέληξε πως η Ενάγουσα δικαιούται σε αποζημίωση από την Εναγόμενη, λόγω μη εκπλήρωσης της συμφωνίας από την Εναγόμενη, για νόμιμο λόγο που αφορά στην Εναγόμενη και τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι τρίτου, σε σχέση με την εκτέλεση του έργου για το οποίο προορίζονταν το εξοπλισμός. Η συμφωνία για την προμήθεια και εγκατάσταση του εξοπλισμού δεν ακυρώθηκε με κάποια μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, και ρυθμίζει την περίπτωση που δεν εκπληρώνεται η παραλαβή, ώστε να μην υπάρχει περιθώριο για εφαρμογή του δόγματος της ματαίωσης. Ο τερματισμός της ήταν αναγκαίος για την απαλλαγή και της Ενάγουσας από την υποχρέωσή της να παραδώσει τον εξοπλισμό στην Εναγόμενη, οπουδήποτε. Η Ενάγουσα, όμως, δεν δικαιούνταν να τιμολογήσει το σύνολο του συμφωνηθέντος ποσού, και το γεγονός ότι το τιμολόγησε ή το καταχώρισε σε κατάσταση λογαριασμού, δεν το καθιστά οφειλόμενο από την Εναγόμενη. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία που να τροποποιεί την αρχική ή να περιλαμβάνει ανάληψη από την Εναγόμενη υποχρέωσης να πληρώσει στην Ενάγουσα συγκεκριμένο ποσό έναντι συγκεκριμένου ανταλλάγματος, εξ ου και η Ενάγουσα διεκδικεί αποζημιώσεις λόγω παράβασης της αρχικής συμφωνίας, κατόπιν τερματισμού της. Η αποζημίωση που δικαιούται η Ενάγουσα υπολογίζεται στο 10% του συμφωνημένου ποσού, όπως προσδιορίζεται συμβατικά το κόστος της εκτέλεσης από την Ενάγουσα της δικής της υποχρέωσης να ετοιμάσει τον εαυτό της για την παράδοση του εξοπλισμού (ό,τι εκπληρώθηκε), ασχέτως εάν η Ενάγουσα, για να είναι σε θέση να έχει διαθέσιμο τον εξοπλισμό και να ανταπεξέλθει στις δικές της υποχρεώσεις, συμβλήθηκε με τρίτο πρόσωπο. Δεν ενήγαγε για την ανάκτηση συμφωνημένου κόστους αγοράς και εισαγωγής προϊόντων από το εξωτερικό, που είχε αναλάβει η Εναγόμενη, αλλά εκπλήρωσε προς όφελός της η Ενάγουσα. Ενάγει για αποζημιώσεις λόγω παράβασης της αρχικής σύμβασης. Εάν η Εναγόμενη κατέβαλλε και την προκαταβολή του 10% στην Ενάγουσα, οι αποζημιώσεις που θα επιδικάζονταν θα ήταν αναγκαστικά ονομαστικές. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €4.018,50, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, σε κλίμακα €2.000,00 - €10.000,
  11. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw

(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [3] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  2. [4] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  3. [5] λ.χ. Poussard v Spiers and Pond
(1876)1 QBD 410 σε 414. [6] Cyprus Cinema & Theatre Co Ltd v. Karmiotis
(1967)1 CLR
  1. [7] Davis Contractors Ltd v Fareham UDC [1956] AC 696 σε 729, HL, από Lord Radcliffe, Edwinton Commercial Corpn v Tsavliris Russ (Worldwide Salvage and Towage) Ltd, The Sea Angel [2007] EWCA Civ
  2. [8] βλ. και άρθρο 73 του Κεφ.
  3. [9] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  4. [10] Bremer Handelsgesellschaft mbH v Vanden Avenne-Izegem PVBA [1978] 2 Lloyd's Rep 109, HL, Toepfer v Schwarze [1980] 1 Lloyd's Rep 385, CA, C Czarnikow Ltd v Bunge & Co Ltd [1987] 1 Lloyd's Rep 202, Kaines (UK) Ltd v Österreichische Warenhandelsgesellschaft Austrowaren Gesellschaft mbH (formerly CGL Handelsgesellschaft mbH) [1993] 2 Lloyd's Rep 1, CA. Cf, Alfred C Toepfer v Peter Cremer [1975] 2 Lloyd's Rep 118, CA. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.