← Κύπρος

M.D. CYPRUS SOYA LTD ν. Κ. Κ., Αγωγή αρ. 601/2019, 22/8/2022

M.D. CYPRUS SOYA LTD ν. Κ. Κ., Αγωγή αρ. 601/2019, 22/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 601/2019 M.D. CYPRUS SOYA LTD Ενάγουσας v. Κ. Κ. Εναγόμενος Ημερομηνία: 22 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Β. Ερωτοκρίτου με Κ. Κούρρη (κα) για Βάκης Ερωτοκρίτου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: Κλ. Δημοσθένους με Σ. Δημοσθένους (κα) για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α ΣΗ Η διαφορά Η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία που ασχολείται με την εισαγωγή, επεξεργασία και εμπορία πρώτων υλών ζωοτροφών, σόγιας και σιτηρών, αξιώνει €16.741,02, πλέον τόκο προς 9,00% από την 10.02.2012, ως υπόλοιπο οφειλόμενο για προϊόντα που ισχυρίζεται πως πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο, για τα οποία εξέδωσε τιμολόγια επί πιστώσει που καταχώρισε σε κατάσταση λογαριασμού, που κατά την 10.02.2012 είχε αυτό το υπόλοιπο. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως ζήτησε κατ' επανάληψη την πληρωμή του ποσού αυτού, καθώς και με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 11.04.2017, πλην όμως ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε. Ο Εναγόμενος, από την άλλη, ήγειρε ζήτημα πως η αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ολιγωρία που υπέδειξε η Ενάγουσα στην καταχώριση της αγωγής της (laches) εμποδίζει την προώθησή της, εφόσον παράλληλα αφαιρεί από τον ίδιο τη δυνατότητα αποτελεσματικής ακρόασης και κατ' επέκταση δίκαιης δίκης. Άνευ βλάβης αυτής της θέσης, με την υπεράσπισή του, αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας, στο σύνολό της, λέγοντας πως το ποσό που αξιώνει είναι αποτέλεσμα αυθαίρετων χρεώσεων που ουδέποτε έγιναν δεκτές από τον ίδιο. Για τις χρεώσεις που δεν συμφωνούσε, είχε ενημερώσει την Ενάγουσα. Συναφώς αναφέρει πως όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ήταν πως οι χρεώσεις θα γίνονταν αποδεκτές από τον Εναγόμενο με την αναγνωρισμένη παράδοση των προϊόντων και κατόπιν της υπογραφής των τιμολογίων από τον ίδιο. Η Ενάγουσα, κατά τη θέση του, παράβηκε τον όρο αυτό, όσον αφορά τις χρεώσεις που διεκδικεί. Ουδέποτε ο Εναγόμενος, όπως αναφέρει, ενημερώθηκε για κάποια οφειλή. Ο Εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας. Με απαντητικό δικόγραφο, η Ενάγουσα επέμεινε στην αρχική της εκδοχή, αρνούμενη ότι η ίδια παραβίασε οποιονδήποτε όρο της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά και ότι ο Εναγόμενος δεν αναγνώρισε χρεώσεις της γιατί ήταν αυθαίρετες. Εκ των δικογράφων, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη και η λειτουργία της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Επίδικα είναι εάν, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, ο Εναγόμενος θα έπρεπε να υπογράφει τα τιμολόγια που εξέδιδε η Ενάγουσα, για να θεωρείται ότι αποδέχεται τα προϊόντα και τη χρέωση, και εάν το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα συνιστά αυθαίρετες χρεώσεις ή χρεώσεις στις οποίες δικαιούται με βάση τη συμφωνία των μερών. Στην τελευταία περίπτωση, εάν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος απαλλαγής του Εναγόμενου, για λόγους που έχουν να κάνουν με καθυστέρηση ή άλλη συμπεριφορά της Ενάγουσας, ή εάν ο Εναγόμενος θα πρέπει να καταβάλει στην Ενάγουσα ποσό που οφείλεται βάσει της συμφωνίας, καθώς και το ύψος αυτού. Η διαδικασία Παρόλο που η απαίτηση της Ενάγουσας υπερβαίνει το ποσό των €3.000,00, κατά το στάδιο της ακρόασης διαχείρισης, την 17.12.2021, αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν η ακρόαση της αγωγής να γίνει με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης, που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή με γραπτή μαρτυρία, διατηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης. Η πλευρά της Ενάγουσας προσκόμισε μαρτυρία, δια ένορκης δήλωσης, από τον κύριο Σ. Μ., διευθυντή της (ΜΕ1), ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, ενώ μαρτυρία του προσκόμισε και ο Εναγόμενος (ΜΥ1), δια ένορκης του δήλωσης, ο οποίος αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας και επανεξετάστηκε από τον συνήγορό του, σε ακροαματική διαδικασία που διήρκησε περίπου 40 λεπτά, για την οποία τηρήθηκαν πρακτικά, που βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί. Η μαρτυρία Το Δικαστήριο ακούει μαρτυρία μόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που δημιουργεί η δικογραφία· δεν βγαίνει εκτός αυτής[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο προκύπτουν αναγκαστικά και κρίσεις αναφορικά και με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, ιδίως όπου δεν εισάγεται προφορική μαρτυρία, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας προσαρμόζεται κατά τρόπο ανάλογο. Πρόκειται για κρίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την αναγκαστική απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα, ο ΜΕ1 ανέφερε πως το ποσό που διεκδικεί η Ενάγουσα προκύπτει από τέσσερα συγκεκριμένα τιμολόγια: το τιμολόγιο ημερομηνίας 10.03.2011 με αριθμό 00559 που εκδόθηκε για €6.283,46, έναντι του οποίου πληρώθηκε το ποσό των €4.391,66, αφήνοντας υπόλοιπο €1.891,80, που προσκομίζει μαζί με ζυγιστικό δελτίο και δελτίο αποστολής (Τεκμήριο 1)· το τιμολόγιο ημερομηνίας 13.05.2011 με αριθμό 01282 για €6.447,05 (Τεκμήριο 2) έναντι του οποίου δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό· το τιμολόγιο ημερομηνίας 18.08.2011 με αριθμό 2052 για €4.140,20 (Τεκμήριο 3) έναντι του οποίου δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό· και το τιμολόγιο ημερομηνίας 10.02.2012 με αριθμό 00204 για €4.261,97 (Τεκμήριο 4), έναντι του οποίου δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό. Την 10.02.2012, που εκδόθηκε το Τεκμήριο 4, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, είχε γίνει και η τελευταία παράδοση εμπορευμάτων στον Εναγόμενο. Ήταν τιμολόγια επί πιστώσει, δηλαδή η Ενάγουσα παρέδιδε με πίστωση τα προϊόντα της στον Εναγόμενο, και διατηρούσε λογαριασμό στο όνομά του όπου τα καταχωρούσε, αντίγραφο της οποίας προσκομίζει (Τεκμήριο 5). Τα τιμολόγια που εκδόθηκαν και βάσει των οποίων διεκδικεί η Ενάγουσα, όπως είναι η θέση του ΜΕ1, δόθηκαν και στον Εναγόμενο, ο οποίος ουδέποτε είχε εκφράσει παράπονο ή ένσταση. Άλλοτε υπογράφονταν, όπως υπογράφθηκε το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 2, και άλλοτε όχι, αλλά η Ενάγουσα, όπως εξηγεί ο ΜΕ1, δεν παραβίασε κάποιον όρο συμφωνίας της με τον Εναγόμενο, στον οποίον παρέδωσε και όλα τα προϊόντα που τιμολόγησε. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο αυτό στο όνομα του Εναγόμενου βάσει του waybill 057817 (αποθήκη στην Αραδίππου) ιδίας ημερομηνίας. Αφορούσε σε σογιάλευρο με προέλευση την Αργεντινή και γενετικά τροποποιημένους σπόρους σόγιας ποπ-4232-6, κατά 47% πρωτεΐνη και 3,5% κυτταρίνη, ποσότητας 15.150 MT, €395,00 ανά ΜΤ, συνολικής αξίας €5.984,25 πλέον €299,21 Φ.Π.Α., που δίδει σύνολο €6.283,

  1. Στο κάτω μέρος του τιμολογίου, αναγράφεται η χρέωση με τόκο 9% σε περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής. Δεν υπογράφεται από τον πελάτη. Εκδόθηκαν ζυγιστικό δελτίο και δελτίο αποστολής, την ίδια ημέρα, στη βάση των οποίων η Ενάγουσα στηρίζει τη θέση της πως το εμπόρευμα οδηγήθηκε στον Εναγόμενο. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 2, η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο αυτό στο όνομα του Εναγόμενου βάσει του waybill 01562 της προηγούμενης ημέρας. Δεν εκδόθηκε δελτίο αποστολής, και το εμπόρευμα, 23.170 MT αραβόσιτος με προέλευση τη Ρουμανία, αξίας €265,00 ανά ΜΤ, συνολικής αξίας €6.140,05 πλέον €307,00 Φ.Π.Α. που δίδουν σύνολο €6.447,05, παραλήφθηκε (shipped) από την αποθήκη της Ενάγουσας στο Βασιλικό. Το τιμολόγιο φέρει υπογραφή πελάτη και την ίδια ένδειξη για τόκο 9% σε περίπτωση καθυστέρησης. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 3, η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο αυτό στο όνομα του Εναγόμενου βάσει του waybill 058968 (αποθήκη στο Βασιλικό) ιδίας ημερομηνίας, για 15.710 ΜΤ αραβόσιτο με προέλευση τη Σερβία, αξίας €284,00 ανά ΜΤ, συνολικής αξίας €4.461,64 πλέον €223,08 Φ.Π.Α. που δίδουν σύνολο €6.447,
  2. Το τιμολόγιο δεν φέρει υπογραφή πελάτη, φέρει την ίδια ένδειξη σε σχέση με τον τόκο, και αναφορικά με το εμπόρευμα αυτό εκδόθηκαν ζυγιστικό δελτίο και δελτίο αποστολής την ίδια ημέρα, βάσει των οποίων θέτει πως το εμπόρευμα μεταφέρθηκε και παραδόθηκε στον Εναγόμενο. Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 4, η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο αυτό στο όνομα του Εναγόμενου βάσει του waybill 060121 (αποθήκη στην Αραδίππου) ιδίας ημερομηνίας, για 11.060 ΜΤ σογιάλευρο με προέλευση την Αργεντινή, από γενετικά τροποποιημένους σπόρους σόγιας ποπ-04032-6, πρωτεΐνη κατά 47% και κατά 3,5% κυτταρίνη, αξίας €367,00 ανά ΜΤ, συνολικής αξίας €4.059,02 πλέον €202,95 Φ.Π.Α. που δίδουν σύνολο €4.261,
  3. Το τιμολόγιο δεν φέρει υπογραφή πελάτη, φέρει την ίδια ένδειξη σε σχέση με τον τόκο, και αναφορικά με το εμπόρευμα εκδόθηκαν ζυγιστικό δελτίο και δελτίο αποστολής, την ίδια ημέρα, βάσει των οποίων η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως το εμπόρευμα μεταφέρθηκε και παραδόθηκε στον Εναγόμενο. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1, την 20.01.2012, ο Εναγόμενος πλήρωσε στην Ενάγουσα €10.000,00, που πιστώθηκε στον λογαριασμό του, χωρίς να εκφράσει παράπονο. Η Ενάγουσα αξίωσε κατ' επανάληψη, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς από τον Εναγόμενο το υπόλοιπο οφειλόμενο. Απέστειλε στον Εναγόμενο και επιστολή δια των δικηγόρων της, ημερομηνίας 11.04.2017 (Τεκμήριο 6). Ο Εναγόμενος υπόσχονταν ότι θα εξοφλούσε, και αυτός είναι ο μόνος λόγος που η Ενάγουσα δεν κινήθηκε νωρίτερα, και εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρει ο ΜΕ1, κινήθηκε εντός του χρονικού ορίου που μπορούσε, με βάση τον νόμο, να κινηθεί. Ο Εναγόμενος, με τη δική του μαρτυρία, δέχεται πως με την Ενάγουσα είχαν εμπορική συνεργασία περί το 2011, βάσει της οποίας προμηθεύονταν με ζωοτροφές και εκδίδονταν τιμολόγια επί πιστώσει, διατηρώντας εμπορικό λογαριασμό στον οποίον χρεώνονταν τα τιμολόγια και πιστώνονταν τα αντίστοιχα ποσά που ο ίδιος κατέβαλλε. Δεν προσκομίζει κάποια δική του κατάσταση λογαριασμού, στην οποία να αναφέρονται διαφορετικές χρεωπιστώσεις, παρά το γεγονός ότι η συνεργασία του με την Ενάγουσα ήταν εμπορική. Δεν συμφωνεί ότι θα έπρεπε να πληρώνει και τόκο, σε περίπτωση καθυστέρησης, προς 9%. Θεωρεί ότι δεν οφείλει κάποιο ποσό στην Ενάγουσα γιατί η Ενάγουσα δεν προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις για κάποια οφειλή του, και ότι έπρεπε στο Τεκμήριο 5 να υπάρχει και η πίστωση του ποσού €4.391,66, που η Ενάγουσα δέχεται ότι επίσης πληρώθηκε από τον Εναγόμενο. Όσον αφορά τα γεγονότα, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης του, ότι η Ενάγουσα παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία και λόγω της καθυστέρησής της δεν μπορεί να διεκδικήσει οποιοδήποτε ποσό εναντίον του και ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε. Κατά την αντεξέτασή του, εστίασε περισσότερο στο γεγονός ότι η Ενάγουσα διεκδικεί στη βάση μη υπογεγραμμένων από τον ίδιο εγγράφων και στο ότι πέρασαν αρκετά χρόνια. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5, που προσκόμισε ο ΜΕ1, την 01.01.2012, και όπως ορθά επισήμανε και ο Εναγόμενος, καταχωρίστηκαν από την Ενάγουσα μαζί όλα τα τιμολόγια που είχαν μέχρι τότε εκδοθεί στο όνομα του Εναγόμενου. Όχι με μία πράξη χρέωσης, αλλά ούτε και με τη σειρά που δείχνει η ημερομηνία έκδοσης των τιμολογίων. Υπήρξε η έκδοση του τιμολογίου 02179 ημερομηνίας 09.09.2011 για €3.845,00, και η έκδοση του τιμολογίου 02286 ημερομηνίας 21.09.2011 για €5.609,
  4. Αμφότερα είναι μεταγενέστερα των Τεκμηρίων 1, 2 και
  5. Μέχρι την 01.01.2012, δεν υπήρχε λογαριασμός στον οποίον να φαίνονται οι χρεωπιστώσεις σε ροή που να αντανακλά και την πραγματική ροή της συμβατικής σχέσης. Αν και ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ανοίχθηκε λογαριασμός από την Ενάγουσα που ενημερώνονταν με τις χρεωπιστώσεις του, στο Τεκμήριο 5, οι καταχωρήσεις που έγιναν την 01.01.2012 δεν φαίνονται ορθές. Πέραν του ότι δεν καταχωρήθηκαν με την ορθή χρονολογική τους σειρά, το Τεκμήριο 1 εκδόθηκε για ποσό €6.283,46 και δεν καταχωρείται στο Τεκμήριο 5 ως εκδόθηκε, μαζί με την πίστωση του ποσού των €4.391,66, που ανέφερε στη μαρτυρία του ο ΜΕ1, αλλά καταχωρείται ένα ποσό €1.891,80, ως το υπόλοιπο του Τεκμηρίου
  6. Την 20.01.2012, λίγες ημέρες μετά, ο Εναγόμενος πλήρωσε €10.000,
  7. Συνεχίστηκε τότε η συνεργασία των διαδίκων, με την έκδοση του Τεκμηρίου
  8. Σε αντίθεση με ό,τι ανέφερε o ΜΕ1, βάσει της χρονολογικής σειράς των τιμολογίων, και εφόσον η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται σε συγκεκριμένα τιμολόγια (και όχι στα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου του 2011), στα οποία εστιάστηκε και η δίκη, η πίστωση των €10.000,00, που αδιαμφισβήτητα έγινε από τον Εναγόμενο, ευλόγως, θα έπρεπε να εξοφλούσε τα Τεκμήρια 1 (το υπόλοιπο των €1.891,80) και 2 (€6.447,05) και μέρος του Τεκμηρίου 3 (εκ €1.661,15), αφήνοντας οφειλόμενο το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 3, εκ €3.023,
  9. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε άλλα τιμολόγια· ούτε δικογραφήθηκαν, ούτε προσκομίστηκαν, για την απόδειξη υπολοίπου που τυχόν απορρέει και από αυτά. Το Δικαστήριο δεν θα ήταν ασφαλές να βασιστεί στο Τεκμήριο 5 ως σε αξιόπιστη κατάσταση λογαριασμού, με δεδομένα τα εμφανή λάθη που παρουσιάζει η κατάσταση αυτή, σε σχέση με τις μαρτυρούμενες πράξεις. Με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος αμφισβητεί τις χρεώσεις της Ενάγουσας και η Ενάγουσα βασίζει την απαίτησή της σε συγκεκριμένα τιμολόγια. Οι πιστώσεις δεν αμφισβητούνται από τον Εναγόμενο. Ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε, σε άγνωστη ημερομηνία, το ποσό των €4.391,66, δεν αμφισβητείται από τον ίδιο. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι το ποσό των €4.391,66 καταλογίστηκε έναντι του πρώτου σε σειρά εκδοθέντος τιμολογίου, του Μαρτίου του 2011 (Τεκμήριο 1), αφήνοντας υπόλοιπο του εν λόγω τιμολογίου το ποσό των €1.891,
  10. Το τι καλύπτει, όμως, η επίσης αδιαμφισβήτητη πληρωμή από τον Εναγόμενο του ποσού των €10.000,00, την 20.01.2012, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι δεν καλύπτει τα Τεκμήρια 1 και 2 και μέρος του Τεκμηρίου
  11. Ως προς τη λοιπή μαρτυρία του ΜΕ1, συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε, και το κοινά παραδεκτό πλαίσιο της ύπαρξης και λειτουργίας μιας εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου, όπου ο Εναγόμενος προμηθεύονταν προϊόντα και η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια. Πρόκειται για τιμολόγια Φ.Π.Α., που συνοδεύονται από δελτία αποστολής και ζυγιστικά δελτία. Φέρουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες και, ακόμα κι αν δεν φέρουν υπογραφές του Εναγόμενου, ο ΜΕ1, με τη δική του μαρτυρία, συμπληρώνει τη μαρτυρία όσον αφορά τα γεγονότα, ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, στις τιμές που αναφέρονται, αγοράστηκαν από τον Εναγόμενο στον οποίον παραδόθηκαν, αλλά δεν πληρώθηκαν. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να ωθεί το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία αυτή, ως αξιόπιστη μαρτυρία, με εξαίρεση τα σημεία που προαναφέρθηκαν. Ο ΜΥ1, που δεν αρνείται την εμπορική συνεργασία του με την Ενάγουσα, δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι εξόφλησε. Όσον αφορά την πληρωμή του €4.391,66, ο ΜΕ1 ανέφερε πως αφαιρέθηκε από το τιμολόγιο του Τεκμηρίου
  12. Ο Εναγόμενος δεν δίδει άλλη εξήγηση γιατί πλήρωσε το συγκεκριμένο ποσό στην Ενάγουσα. Έναντι ποιου τιμολογίου. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να αμφισβητήσει το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 1, που ήταν το πρώτο σε σειρά τιμολόγιο που η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως εκδόθηκε το πλαίσιο της σχέσης τους. Θα ήταν, όμως, ένα εύλογο ερώτημα: εάν ο Εναγόμενος αμφισβήτησε την ενέργεια της Ενάγουσας να εκδώσει τα έγγραφα του Τεκμηρίου 1, γιατί την πλήρωσε €4.391,66, και γιατί συνέχισε τη συνεργασία μαζί της, στους επόμενους μήνες, έπειτα πληρώνοντάς την ακόμα €10.000,
  13. Δεν εξήγησε, ο Εναγόμενος, σε τι ακριβώς αφορά η πληρωμή που έκανε, των €10.000,00, σε ποια τιμολόγια, κι αν εκείνα τα τιμολόγια στα οποία αφορά ήταν άλλα από αυτά των Τεκμηρίων 1, 2 και
  14. Τα μόνα άλλα τιμολόγια που εκδόθηκαν πριν από την πληρωμή των €10.000,00, ήταν τα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου του 2011, που όμως δεν είναι επίδικα· ο Εναγόμενος δεν ανέφερε ότι με την πληρωμή του εξόφλησε εκείνα. Ταυτόχρονα, αναφέρεται στο τιμολόγιο του Τεκμηρίου 2 ως εξοφλημένο. Αρκέστηκε να πει, ο ΜΥ1, πως πλήρωσε μόνον τα υπογεγραμμένα τιμολόγια, μα το μόνο τιμολόγιο που υπογράφθηκε, κατά την Ενάγουσα, είναι αυτό του Τεκμηρίου 2, ως προς το οποίο δεν συνάδει πληρωμή συνολικά €14.391,66 από τον Εναγόμενο, που προφανώς πλήρωσε και ορισμένα μη υπογραμμένα τιμολόγια. Ενόψει του ότι και οι αναφορές του ΜΥ1 ήταν γενικές και αόριστες, δεν θεωρώ πως ο ΜΥ1 είπε την αλήθεια ως προς το ότι συμφώνησαν με την Ενάγουσα να πληρώνει μόνον υπογραμμένα τιμολόγια, και ότι έτσι έκανε. Έπειτα, έναντι στη συγκεκριμένη μαρτυρία της Ενάγουσας ότι παραδίδονταν τα εμπορεύματα στον Εναγόμενο, εξ ου και εκδίδονταν σχετικά δελτία αποστολής και ζυγίσματος, ο Εναγόμενος δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι τιμολογήθηκαν στο όνομά του εμπορεύματα που όμως δεν παρέλαβε, ότι τα τιμολόγια παρέμειναν σε ισχύ, και ο ίδιος έκανε και πληρωμές, ή ότι οι συμφωνημένες ή εύλογες αξίες των εμπορευμάτων που περιγράφονται στα τιμολόγια ήταν διαφορετικές από αυτές που αναγράφονται στα ίδια και μαρτυρεί ο ΜΕ
  15. Η επιχειρηματολογία του Εναγόμενου σε σχέση με τα γεγονότα δεν είχε πραγματική, απτή διάσταση, παρά μόνον βασίζονταν - και σταματούσε - στο ότι δεν είχε θέσει κάπου την υπογραφή του. Οι προφορικές συμφωνίες είναι, επίσης, δεσμευτικές, και επιδεκτικές απόδειξης. Δεν χρειάζεται πάντοτε να υπάρχει υπογραφή εγγράφου, για να αποδειχθεί ένα γεγονός. Ο ΜΥ1 απέφυγε να δώσει μια συγκροτημένη εκδοχή ως προς τον τρόπο λειτουργίας της συμβατικής σχέσης του με την Ενάγουσα. Αρκέστηκε στο να προκαλέσει την αποδεικτική δεινότητα της Ενάγουσας (κάτι που βέβαια δικαιούται να πράξει), παράλληλα χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία την πάροδο του χρόνου, μέχρι και σήμερα. Σε ορισμένα σημεία, έγινε διακριτή η παρουσία κυνισμού. Θα μπορούσε, κατά τον ΜΥ1, ο ΜΕ1 να έστελνε τον υπάλληλό του στην φάρμα άλλου προσώπου, και να έλεγε ότι παραλάμβανε ο ίδιος τα προϊόντα, εάν, κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχει δελτίο παραλαβής, που να υπογράφει ο ίδιος. Πέρα από την παρορμητικότητα του επιχειρήματος (γιατί κατά τα λοιπά η δίκη δεν κινήθηκε σε πλαίσιο ότι η Ενάγουσα εξαπάτησε τον Εναγόμενο, χρεώνοντάς τον με συγκεκριμένα προϊόντα που παρέδωσε αλλού), ο ΜΥ1 ανέφερε, από τη μια, με απόλυτο μάλιστα τρόπο, πως ουδέποτε είχαν παραληφθεί από τον ίδιο προϊόντα που να μην πλήρωσε, από την άλλη, όταν ερωτήθηκε γιατί πλήρωσε €10.000,00, είπε ότι πλήρωσε για τα υπογεγραμμένα τιμολόγια, που δεν θυμάται ποια ήταν, και έπειτα ότι ήταν «για να πάει το πάσα κακό», αλλά δεν τα βρήκαν με την Ενάγουσα. Αυτό που άφησε να διαφανεί, μέσα από τη γενικότητα και αοριστία των αναφορών του, ήταν ότι προσδοκούσε, με την πληρωμή του ποσού εκείνου, που ήταν πολύ χαμηλότερο από τα ποσά που είχαν τιμολογηθεί από την Ενάγουσα (με υπογραφή ή χωρίς), να συνέχιζε τη συνεργασία του με την Ενάγουσα, χωρίς η Ενάγουσα να διεκδικούσε ή να έμπαινε σε τέτοια διαδικασία, να διεκδικήσει οτιδήποτε άλλο. Δεν εξήγησε στο Δικαστήριο κάποια διαφωνία του με συγκεκριμένες χρεώσεις της Ενάγουσας, για συγκεκριμένο λόγο. Αντέστρεψε, με έκδηλη πονηριά, αν και καθόλου πειστικά, το επιχείρημα (στη βάση της προσπάθειάς του να πει ότι με τις €10.000,00 εξόφλησε), πάλι σε υποθετική βάση, ότι εάν ήταν κακοπληρωτής, γιατί η Ενάγουσα να εκδώσει και το Τεκμήριο
  16. Προφανώς, τότε, αποδέχεται ότι συνεχίστηκε η συνεργασία του με την Ενάγουσα, και κατέληξε στην αγορά του εμπορεύματος για το οποίο η Ενάγουσα εξέδωσε το Τεκμήριο
  17. Μα το ερώτημα θα μπορούσε να ήταν και αλλιώς, στην ίδια υποθετική βάση, εάν ο ίδιος θεωρούσε ότι η Ενάγουσα τον εξαπατούσε, με αυθαίρετες χρεώσεις, γιατί συνέχισε τη συνεργασία μαζί της, ερώτημα που ισχύει παράλληλα με τους λόγους που πλήρωσε €10.000,00, αλλά χωρίς απαίτηση εξοφλητικής απόδειξης, ενώ υποτίθεται ήταν ένα ποσό που πληρώθηκε για «να πάει το πάσα κακό». Όταν υποβλήθηκε στον ΜΥ1 πως δεν εξόφλησε με την πληρωμή του ποσού των €10.000,00, απάντησε και πάλι υποθετικά, πως, με την ευκολία που εκδίδονται τιμολόγια, θα μπορούσε η Ενάγουσα να του ζητά και €100.000,00, και ο ίδιος να πρέπει να τα πληρώσει χωρίς να χρειάζεται υπογραφή ή παραλαβή. Προφανώς και δεν είναι ό,τι πει η Ενάγουσα, αλλά η αξιοπιστία είναι κρίσιμη όταν η διάγνωση και ανασύνθεση των γεγονότων βασίζεται αρκετά σε αυτήν. Δεν φαίνεται στο Δικαστήριο να εκδόθηκαν με ευκολία τα επίδικα τιμολόγια στα οποία αναφέρθηκε ο ΜΕ1, αλλά βασίζονταν σε waybills, και ήταν τιμολόγια Φ.Π.Α.· εκδίδονταν, όπως φαίνεται, για να πληρωθούν, όχι για να εκδοθούν και να παραμείνουν απλήρωτα, αλλά στο μεταξύ η Ενάγουσα να επιβαρυνθεί με την έκδοσή τους. Ότι ο Εναγόμενος δεν έθεσε οπουδήποτε την υπογραφή του ή και εφόσον η συμφωνία των μερών ήταν εν πολλοίς προφορική, δεν εμποδίζει την Ενάγουσα να προσκομίσει μαρτυρία ότι όντως αγοράστηκαν και παραδόθηκαν τα προϊόντα[5]· τέτοια μαρτυρία που βασικά προσκόμισε, δια του ΜΕ1, των τιμολογίων (ένα εκ των οποίων φέρει και υπογραφή του Εναγόμενου), και των δελτίων αποστολής και ζυγιστικών δελτίων. Η μαρτυρία του Εναγόμενου περιείχε διαζευκτικότητα (που δεν επιτρέπεται σε ένορκες δηλώσεις) αλλά και σχολιασμό, αντί συγκεκριμένη αναφορά στα επίδικα γεγονότα που μαρτυρούν ό,τι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Εκεί όπου γίνεται αναφορά σε γεγονότα, όπως για παράδειγμα στην ειδοποίησή του από την Ενάγουσα, και πάλι, ο ΜΥ1, προβαίνει σε γενικές αρνήσεις. Παράλληλα, όμως, δεν εξηγείται και με την αναγωγή στη λογική των πραγμάτων, δικηγόροι στους οποίους κατέφυγε η Ενάγουσα για την είσπραξη του ποσού που θεωρούσε χρέος, να μπήκαν στη διαδικασία και να συνέταξαν από μόνοι επιστολή ως προειδοποιητική επιστολή προς τον Εναγόμενο, με ημερομηνία του 2017, για να δείξουν απλώς στο Δικαστήριο ότι όχλησαν τον Εναγόμενο, χωρίς να το έχουν πράγματι πράξει. Ο Εναγόμενος, παράλληλα, δεν εξηγεί το σταμάτημα της εμπορικής συνεργασίας του με την Ενάγουσα, μετά την έκδοση του τιμολογίου του Τεκμηρίου 4, που εκδόθηκε μετά την αποτυχία των διαδίκων «να τα βρουν» με την πληρωμή των €10.000,
  18. Ενώ ο Εναγόμενος παραπονείται για την πάροδο του χρόνου, και ο ίδιος καταλογίζει σήμερα, επίσης τόσα χρόνια μετά, υπό τύπο υπεράσπισης, αντισυμβατική συμπεριφορά στην Ενάγουσα, για άγνωστες υπερχρεώσεις του. Τι έκανε, όμως, και ο ίδιος όλα τα χρόνια που παρήλθαν, για να επιλύσει τη διαφορά του με την Ενάγουσα, που δέχεται πως υπήρχε; Ανέμενε την Ενάγουσα να τον ενάγει και ό,τι και όποτε καταφέρει να αποδείξει ή ισχύει ό,τι συγκεκριμένα μαρτύρησε ο ΜΕ1, ακόμα και χωρίς πολλή κατατοπιστική λεπτομέρεια, ότι ο Εναγόμενος υπόσχονταν στην Ενάγουσα ότι θα τακτοποιούσε το χρέος του. Η μαρτυρία του Εναγόμενου, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν μπορεί να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως μαρτυρία της αλήθειας, για το ποια εμπορεύματα αγόρασε και παρέλαβε ο Εναγόμενος στο πλαίσιο της αδιαμφισβήτητης εμπορικής σχέσης του με την Ενάγουσα και ποια/πώς πλήρωσε, ή εάν ειδοποιήθηκε για οφειλή ή όχι· για να βασιστεί το Δικαστήριο πάνω σε εκείνην, και να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με το τι συνέβη στη συμβατική σχέση των μερών, πόσω μάλλον για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπήρξε και εξόφληση. Ως προς την εξόφληση, είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος που είχε το βάρος απόδειξης. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα γεγονότα ως συνομολογούνται, η Ενάγουσα, ημεδαπή εταιρεία που ασχολείται με την εισαγωγή, επεξεργασία και εμπορία πρώτων υλών ζωοτροφών, σόγιας και σιτηρών, από το 2011, διατηρούσε με τον Εναγόμενο εμπορική συνεργασία, στη βάση της οποίας προμήθευε τον Εναγόμενο με προϊόντα της και εξέδιδε στο όνομα του Εναγόμενου τιμολόγια επί πιστώσει. Στο πλαίσιο της συνεργασίας της με τον Εναγόμενο, εκδόθηκαν τα τιμολόγια των Τεκμηρίων 1, 2, 3 και 4, για τα εμπορεύματα που περιγράφουν, που παραδόθηκαν στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος πλήρωσε στην Ενάγουσα ποσό €4.391,66 που καταλογίστηκε έναντι του τιμολογίου του Τεκμηρίου 1, και την 20.01.2012 πλήρωσε επιπλέον το ποσό των €10.000,00, με το οποίο εξοφλήθηκαν τα Τεκμήρια 1 και 2 και μέρος του Τεκμηρίου 3, εκ €1.661,15, αφήνοντας οφειλόμενο το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 3, εκ €3.023,
  19. Η συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου συνεχίστηκε και μετά την 20.01.2012, με την έκδοση του Τεκμηρίου 4, για €4.261,
  20. Ο Εναγόμενος, όμως, δεν πλήρωσε οποιοδήποτε άλλο ποσό στην Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί σε ειδοποιήσεις της Ενάγουσας, περιλαμβανομένης της επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 11.04.2017 (Τεκμήριο 6), και μέχρι σήμερα παραμένει οφειλόμενο το συνολικό ποσό των €7.285,
  21. Τα νομικά σημεία Ο Εναγόμενος εγείρει το θέμα της καθυστέρησης υπό την ομπρέλα του δόγματος laches. Η Ενάγουσα ενάγει βάσει συμφωνίας και ο χρόνος για την έγερση της αξίωσής της ενώπιον του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/
  22. Το δόγμα laches μπορεί να προβληθεί ως υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, εκεί όπου δεν υπάρχει νομοθετικά προβλεπόμενη περίοδος εντός της οποίας ο ενάγων μπορεί να ενάγει[6]. Το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη του αυτεπάγγελτα την παραγραφή της έγερσης αγωγής[7], αλλά, όταν ο εναγόμενος εγείρει δια του δικογράφου του ζήτημα καθυστέρησης που εμποδίζει τον ενάγοντα να διεκδικήσει εναντίον του, και επηρεασμού των δικαιωμάτων του, ακόμα κι αν δεν αναφέρει ρητά τη λέξη «παραγραφή», το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εάν ο ενάγων κινήθηκε με βάση όσα προβλέπει ο Νόμος 66(Ι)/2012[8]. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, ωστόσο, με τον τροποποιητικό Νόμο 207(Ι)/2015, ο χρόνος παραγραφής, μεταξύ άλλων αυτός που καθορίζει το άρθρο 7 § 1 για τις αγωγές που αφορούν συμβάσεις (6 χρόνια), αρχίζει να υπολογίζεται από την 01.01.
  23. Με την έναρξη του υπολογισμού να τοποθετείται στην 01.01.2016, μέχρι την 27.03.2019, ημερομηνία που κινήθηκε η αγωγή, δεν φαίνεται να είχε συμπληρωθεί ο χρόνος εντός του οποίου η Ενάγουσα θα μπορούσε να κινήσει αγωγή για είσπραξη του ποσού που διεκδικεί με βάση σύμβαση. Η συνταγματικότητα του Νόμου 66(Ι)/2012 ή του Νόμου 207(Ι)/2015, με αναφορά στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων σε εύλογο χρόνο και το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη σχετικά με την αποδεικτική ικανότητα των διαδίκων στην πάροδο του χρόνου, δεν προσβάλλεται, ούτε υπάρχει κάποια εισήγηση πως ο χρόνος των 6 ετών από την 01.01.2016 δεν είναι εύλογος. Πέραν τούτου, εφόσον η σχέση της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο εξελίχθηκε μη ομαλά, και δεν διακόπηκε με συμφωνημένο τρόπο, και εφόσον, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ο Εναγόμενος οχλήθηκε, θα έπρεπε να διατηρηθούν τυχόν στοιχεία προς απόδειξη της εκδοχής της μιας ή της άλλης πλευράς. Ο Εναγόμενος δεν αναφέρθηκε σε καταστροφή συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, που υπήρχαν διαθέσιμα. Η απλή επίκληση αδυναμίας ανάκλησης γεγονότων που έγιναν προ επτά ετών, στο πλαίσιο εμπορικής συνεργασίας, για την οποία θα αναμένονταν η τήρηση κατάλληλων αρχείων και από τις δύο πλευρές, για τους σκοπούς των επιχειρήσεών τους, δεν εξισώνεται αυτομάτως με μη δίκαιη δίκη ή με παραβίαση δικαιώματος του Εναγόμενου. Το τιμολόγιο (invoice) συνιστά την γραπτή απόδοση του λογαριασμού για το τι διαμείφθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, τι αγοράστηκε, πότε, και σε ποιαν αξία. Περιέχει αναφορά σε γεγονότα, η ανάγκη απόδειξης των οποίων δεν αναιρείται με αυτή την έκδοση του τιμολογίου[9], όπως ούτε με την καταχώρησή του σε κατάσταση λογαριασμού ή σε έγγραφο που φέρεται ως κατάσταση λογαριασμού. Τα τιμολόγια που δεν υπογράφονται από τον αγοραστή συνιστούν απλώς λίστες με τα προϊόντα τα οποία περιγράφουν, και θα πρέπει να αποδειχθεί από τον πωλητή ότι όντως υπήρξε η συμφωνία πώλησης, ότι παραδόθηκαν, και ότι υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει την αξία των προϊόντων αυτών. Η απαίτηση της Ενάγουσας είναι βάσει της συμφωνίας της με τον Εναγόμενο, η ύπαρξη και λειτουργία της οποίας δεν αμφισβητήθηκε. Ένεκα της μη προσκόμισης οποιωνδήποτε άλλων τιμολογίων και της μη αποδοχής της κατάστασης λογαριασμού που προσκόμισε η Ενάγουσα ως ορθής και αξιόπιστης κατάστασης λογαριασμού, και εφόσον η Ενάγουσα κινείται με βάση συγκεκριμένα τιμολόγια, δεν μπορεί να αποδειχθεί οφειλή στο ύψος που ζητά η Ενάγουσα με την αγωγή της, αλλά έχει αποδειχθεί επαρκώς πως οφείλεται από τον Εναγόμενο στην Ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό των €3.023,57 που αφορά στο Τεκμήριο 3 και το ποσό των €4.261,97 που αφορά στο Τεκμήριο 4, που δίνουν σύνολο €7.285,
  24. Θα εκδοθεί απόφαση για το ποσό αυτό. Όσον αφορά τον τόκο 9%, που διεκδικεί η Ενάγουσα, τα τιμολόγια στα Τεκμήρια 3 και 4, που έχουν αποδειχθεί ως οφειλόμενα, δεν φέρουν την υπογραφή του Εναγόμενου, και δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου ειδικά για χρέωση τόκου προς 9% ετησίως επί του ποσού για το οποίο υπάρχει καθυστέρηση[10]· σε συνάρτηση με το ότι η αναφορά επί των ανυπόγραφων τιμολογίων σε «late payments» είναι γενική και αόριστη. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το τιμολόγιο του Τεκμηρίου 2, που φέρει ίδια προειδοποίηση, δεν συνιστά επαρκή μαρτυρία συμφωνίας μεταξύ των μερών για χρέωση τόκου προς 9% γενικά σε κάθε τιμολόγηση και καθυστέρηση πληρωμής. Εξάλλου, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Ενάγουσα χρέωσε τόκο 9% στα τιμολόγια που είχαν εξοφληθεί από τον Εναγόμενο με καθυστέρηση, και ότι η σχέση λειτούργησε στην πράξη σε μια τέτοια αποδεκτή βάση. Ως αποτέλεσμα της μη απόδειξης συμφωνίας για τόκο στο ύψος του 9% σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής, θα επιδικαστεί ο νόμιμος τόκος, από την καταχώριση της αγωγής της Ενάγουσας. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €7.285,54, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα - ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής, ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει -, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, σε κλίμακα €2.000 - €10.
  25. (Υπ.)........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides

(1970)1 C.L.R. 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367. [5] Χριστοδουλίδου v. Μocassino Shoes Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 294, Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 462. [6] Archbold v Scully
(1861)9 HL Cas 360 σε 383, από Lord Wensleydale, Re Pauling's Settlement Trusts, Younghusband v Coutts & Co [1961] 3 All ER 713 σε 735, από Wilberforce, J., επικυρωθείσα [1964] Ch 303 σε 353, CA. [7] Άρθρο 20 του Νόμου 66(Ι)/2012 [8] Άρθρο 21 του Νόμου 66(Ι)/2012. [9] Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 AAΔ
  1. [10] Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. DDB (Cyprus) Advertising Ltd, Πολιτική Έφεση 7/2013, ημερ.19.02.2020, ECLI:CY:AD:2020:A
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.