Ν. Ζ. ν. Π. Π., Αγωγή αρ. 183/2014, 19/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A187 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 183/2014 Ν. Ζ. Ενάγων v. Π. Π. Εναγόμενος Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Φ.Τ. Αποστολίδης μαζί με Κ. Καμπανέλα Για Εναγόμενο: Α.Ι. Κίτσιος μαζί με Σ.Ι. Κίτσιος και Ρ. Σάββα (κα) για Α.Ι. Κίτσιος ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Το πλαίσιο της διαφοράς Ο Ενάγων, ιδιοκτήτης αγροκτήματος με πορτοκάλια «Μέρλιν» στο Τραχώνι, ισχυρίζεται πως, περί την 09.03.2013, συμφώνησε με τον Εναγόμενο να του πωλήσει την παραγωγή του έναντι €4.500,00, υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος, με τους δικούς τους εργάτες, θα συνέλεγε όλα τα πορτοκάλια που βρίσκονταν πάνω στα δέντρα, εκτός από τα «Ποιότητας Α» που θα άφηνε πάνω στα δέντρα. Το ποσό των €4.500,00 θα πληρώνονταν αμέσως μετά την αποκοπή, τοις μετρητοίς. Είναι η θέση του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος, κατά παράβαση αυτής της συμφωνίας, κατά την αποκοπή, απέκοψε και πορτοκάλια «Ποιότητας Α», η αξία των οποίων ανέρχεται σε €2.400,
- Η συνολική ποσότητα των πορτοκαλιών που αποκόπηκαν ήταν 24.200 κιλά, αξίας €6.900,
- Επιπλέον, δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό ως αντάλλαγμα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντος, και περί την 17.05.2013, προσέφερε στον Ενάγοντα επιταγή μόνον για το ποσό των €3.000,00, που ο Ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει. Είναι η θέση του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος του και ότι θα πρέπει να τον αποζημιώσει στο ποσό των €6.900,00 που αφορά στο συμφωνημένο ποσό των €4.500,00, και στο επιπλέον ποσό των €2.500,00 ως η αξία των πορτοκαλιών «Ποιότητας Α» που απέκοψε κατά παράβαση της συμφωνίας. Ο Εναγόμενος, με την υπεράσπισή του, ισχυρίζεται πως δεν είχε ο ίδιος προσωπικά οποιαδήποτε συναλλαγή με τον Ενάγοντα, εφόσον δεν διεξάγει επιχειρήσεις ως άτομο, ούτε είναι έμπορος εσπεριδοειδών, αλλά ήταν η εταιρεία του, [], που συνήψε μία συμφωνία με τον Ενάγοντα, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, που είναι η αγορά πορτοκαλιών για χυμοποίηση, και όχι η εμπορία επιτραπέζιων πορτοκαλιών. Η συμφωνία ήταν να γίνει συγκομιδή πορτοκαλιών υπό την επίβλεψη του Ενάγοντος, και, όταν εκείνος απουσίαζε, να γίνει κατόπιν συνεννόησης με αντιπρόσωπό του, που ήταν συνεχώς παρών και έλαβε και μέρος στη συγκομιδή. Αρκετές φορές, ήταν παρών και ο Ενάγων. Ένα μεγάλο μέρος των πορτοκαλιών ήταν μικρά. Άλλα, πιο μεγάλα, λόγω της ωρίμανσής τους, είχαν πέσει από τα δέντρα πριν από τη συμφωνία. Ένα άλλο μέρος θα έμενε στα δέντρα κατόπιν συνεννόησης με τον Ενάγοντα. Αρκετά από εκείνα που είχαν παραμείνει στα δέντρα προφανώς έπεσαν στη συνέχεια, λόγω της ωρίμανσής τους. Για το τι εννοούσε «μεγάλα πορτοκάλια» ο Ενάγων, είχε αναφέρει στον Εναγόμενο πως θα ήταν παρών ο επιστάτης του ή ο ίδιος και θα του εξηγούσε, όπως και έγινε. Μέρος του εργατικού δυναμικού που έκοψε τα πορτοκάλια ήταν άτομα που είχε φέρει ο επιστάτης του Ενάγοντος. Πορτοκάλια που ο Ενάγων αποκαλούσε «Ποιότητας Α», μεγάλου μεγέθους, δεν ήταν χρήσιμα για τον σκοπό που θα χρησιμοποιούνταν από την εταιρεία. Το τίμημα που συμφωνήθηκε ήταν €3.000,00, και όχι €4.500,00, που η εταιρεία προσέφερε στον Ενάγοντα με επιταγή μετά τη συγκομιδή, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, και ο Ενάγων αρνήθηκε να την παραλάβει. Ακόμα και η εύλογη αμοιβή για τα πορτοκάλια που παραλήφθηκαν, δεν υπερβαίνει το ποσό των €2.550,
- Ο Ενάγων, κατά τη θέση του Εναγόμενου, επισκέπτονταν καθημερινά το αγρόκτημα κατά τη διάρκεια της αποκοπής, που διήρκησε τέσσερις ημέρες. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι αποκόπηκαν πορτοκάλια «Ποιότητας Α» που θα παρέμεναν στα δέντρα, αξίας €2.400,00, ή και ότι μαζεύτηκαν από το αγρόκτημα 24.200 κιλά. Ήταν πολύ μικρότερη η ποσότητα των πορτοκαλιών που μαζεύτηκαν. Ούτε έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα, ούτε εφαρμόζονται οι σχετικές αρχές στην προκειμένη περίπτωση. Ζητά την απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντος. Ο Ενάγων, με απαντητικό δικόγραφο, θέτει πως ουδέποτε ο Εναγόμενος είχε αναφέρει στον Ενάγοντα πως ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας [] και γενικότερα με άλλην από την προσωπική του ιδιότητα, ούτε και όταν ο Ενάγων οχλούσε τον Εναγόμενο για να πληρώσει, παρά αυτό επικαλείται πρώτη φορά με το δικόγραφό του, κακόπιστα κατά τη θέση του Ενάγοντος, γιατί είναι ο ίδιος προσωπικά υπεύθυνος έναντι στον Ενάγοντα. Είναι ο Εναγόμενος που προσέγγισε τον Ενάγοντα. Επισκέφθηκε αυτόβουλα το αγρόκτημά του και του ζήτησε τη συγκομιδή των ώριμων φρούτων. Ο Ενάγων επιμένει στη δική του εκδοχή ως προς το τι συμφωνήθηκε. Η συγκομιδή θα γίνονταν αποκλειστικά από τους εργάτες του Εναγόμενου. Ο επιστάτης του Ενάγοντος δεν θα λάμβανε μέρος σε οποιαδήποτε ενέργεια συγκομιδής ή στην αποκοπή, ούτε είχε τέτοια εντολή από τον Ενάγοντα, και δεν ήταν παρών κατά τον χρόνο της αποκοπής, ούτε θα ασχολούνταν και δεν ασχολήθηκε με την εξεύρεση εργατών. Ο Ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς περί υπερβολικής ωρίμανσης και πτώσης των φρούτων από τα δέντρα ή ότι τα πορτοκάλια «Ποιότητας Α» δεν ήταν χρήσιμα για τον σκοπό που θα χρησιμοποιούνταν. Η συμφωνία ήταν για €4.500,00 και δεν τίθεται θέμα εύλογης αμοιβής, ενώ ισχύουν και οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επίδικο εκ των δικογράφων είναι καταρχήν εάν ο Εναγόμενος συνήψε τη συμφωνία με τον Ενάγοντα ή με την εταιρεία του και κατά τρόπο ώστε να εξαιρείται της προσωπικής ευθύνης. Σε περίπτωση που ο Εναγόμενος δεσμεύεται από τη συμφωνία αυτή προσωπικά, απασχολεί ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενό της, ιδίως όσον αφορά το αντάλλαγμα, κι αν υπήρξε μη εκπλήρωση ή και παράβασή της με τη συγκομιδή που έγινε, που να δίδει δικαίωμα στον Ενάγοντα για τη θεραπεία που ζητά, της απόδοσης της συμφωνημένης και τυχόν απολεσθείσας αξίας, ή εάν ο Ενάγων απώλεσε οποιοδήποτε δικαίωμα απορρέει από τη συμφωνία αυτή επειδή δεν δέχθηκε την προσφερόμενη πληρωμή. Διαδικασία Για τη διαφορά, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία, που διήρκησε περίπου 7 ώρες και 35 λεπτά. Για την απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντος, προσέφεραν μαρτυρία ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ1), ο κύριος Π.Π. (ΜΕ2) και ο κύριος Α.Π.Α. (ΜΕ3), που όλοι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο του Εναγόμενου, ενώ, για την απόδειξη της υπεράσπισης του Εναγόμενου, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον ίδιο τον Εναγόμενο (ΜΥ1), που επίσης αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντος. Τηρήθηκαν πρακτικά της διαδικασίας παρουσίασης της μαρτυρίας, στα οποία βρίσκεται και το σύνολο της μαρτυρίας. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, δια γραπτών αγορεύσεων, και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν παρατίθεται αυτούσιο ή δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Μαρτυρία και εξέταση της υπόθεσης Ακούγεται μαρτυρία μόνον σε σχέση με τα θέματα που αμφισβητούνται και θα πρέπει να αποφασιστούν. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[1], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[2]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Τα συμβαλλόμενα μέρη Σε σχέση με το θέμα αυτό, ο Ενάγων (ΜΕ1), κατά την κυρίως εξέτασή του, για μέρος της οποίας κατατέθηκε γραπτή δήλωση[3] (Έγγραφο Α), επανέλαβε ό,τι ανέφερε και στο δικόγραφό του, πως η συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο και ουδέποτε, όταν μιλούσε μαζί του, αποκάλυψε πως ενεργούσε ως διευθυντής της εταιρείας [] και ότι τα πορτοκάλια θα πωλούνταν στην εταιρεία αυτή, την ύπαρξη της οποίας αγνοούσε μέχρι και την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου. Ακόμα και όταν ο Ενάγων μιλούσε με τον Εναγόμενο για την πληρωμή του χρέους, ουδέποτε έγινε νύξη πως επρόκειτο για χρέος της εταιρείας του. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως, κατά τη συνάντησή του με τον Εναγόμενο, που έγινε στο γραφείο του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος είχε πάει ντυμένος με συνηθισμένα ρούχα, τον χαιρέτισε, και του είπε ότι ενδιαφέρεται για τα πορτοκάλια «Μέρλιν». Ο Ενάγων δεν τον ρώτησε τι δουλειά κάνει, ούτε ο Εναγόμενος είπε στον Ενάγοντα πως είναι επιχειρηματίας και έχει εταιρεία που ασχολείται με χυμούς. Και ο λόγος που δεν δέχθηκε την επιταγή ήταν επειδή ήταν από άγνωστη εταιρεία. Ο Εναγόμενος (ΜΥ1), στη δική του μαρτυρία, για μέρος της οποίας κατατέθηκε γραπτή δήλωση[4] (Έγγραφο Β), ανέφερε πως είναι έμπορος - επιχειρηματίας και ασκεί τις δραστηριότητές του μέσω εταιρειών στις οποίες είναι μέτοχος και διευθυντής. Ανέφερε συνολικά έξι εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η [], που ασχολείται με χυμούς πορτοκαλιών, ροδιού και άλλους χυμούς. Διαθέτει χιλιάδες εκχυμωτές σε όλη την Κύπρο, σε διάφορα σημεία, καφετέριες, φούρνους, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, κ.λπ.. Πέραν της διάθεσης των μηχανημάτων - εκχυμωτών, παρέχει στους πελάτες και τα πορτοκάλια που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή φρέσκων χυμών. Γύρω στις αρχές Μαρτίου 2013, του τηλεφώνησε ο Ενάγων και του είπε ότι είναι ιδιοκτήτης πορτοκαλεώνα με πορτοκάλια «Μέρλιν», στο χωριό Τραχώνι, και τον προσκάλεσε στο γραφείο του για να δουν αν μπορούν να συμφωνήσουν. Πράγματι, επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στο γραφείο του και του εξήγησε για τις δραστηριότητες των εταιρειών του και ότι για την αγορά πορτοκαλιών για χυμό και γενικά την επιχείρηση για χυμό η δουλειά γίνεται από την εταιρεία του [] και ότι τα πορτοκάλια που θα αγόραζαν, εάν συμφωνούσαν, θα πήγαιναν για χυμό και για κανένα άλλο σκοπό. Μάλιστα, όταν συζήτησαν ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας, ανέφερε ότι θα έφερνε το μπλοκ με τα συμβόλαια της εταιρείας του που είχε στο αυτοκίνητο, για να υπογράψουν, όπως γίνεται με όλους τους πελάτες, αλλά ο Ενάγων του είπε πως δεν χρειάζεται και ότι του είχε εμπιστοσύνη. Ο ίδιος δεν επέμενε στη γραπτή συμφωνία, επειδή και ο Ενάγων του ανέφερε τη γνωριμία για αρκετά χρόνια με μέλη της οικογένειάς του και την εκτίμηση που τους είχε. Θεωρούσε, όμως, δεδομένο πως η συμφωνία ήταν με την εταιρεία, και όταν θα πληρώνονταν, η απόδειξη θα έβγαινε πάνω στην εταιρεία. Δεν ασκεί εμπορική ή επιχειρηματική δραστηριότητα ως άτομο, επομένως η συμφωνία έγινε υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της εταιρείας του. Προσκόμισε πιστοποιητικά εγγραφής των εταιρειών του, μεταξύ των οποίων και της προαναφερόμενης εταιρείας (Τεκμήρια 6 και 7), στα οποία αναφέρεται η ιδιότητά του, και το όνομά του ως ήταν πριν από την αλλαγή ονόματος (Τεκμήριο 5). Όλες οι φωτογραφίες που δείχνουν τις μεταφορές (Τεκμήριο 4) έχουν πάνω τους το λογότυπο της εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως τα κιβώτια, παρόλο που ανήκουν επίσης στην εταιρεία, επειδή είχαν εισαχθεί από την Ελλάδα, για λόγους κόστους, επειδή τα εργοστάσια χρέωναν επιπλέον για την επιγραφή, προτίμησαν να τα φέρουν χωρίς επιγραφή γιατί τα χρησιμοποιούν οι ίδιοι από τους κήπους τους προς το εργοστάσιό τους μόνον, κάθε χρόνο φέρνουν κιβώτια, εδώ και 20 χρόνια. Το όχημα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 4) είναι στο όνομά του γραμμένο γιατί η άδεια στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών είναι εκδομένη στο όνομά του και δεν μπορεί να εκδοθεί στο όνομα της εταιρείας. Οι άλλες εταιρείες του ασχολούνται με διαφορετικά αλλά παρεμφερή αντικείμενα. Η επιγραφή «Zummo» πάνω στο όχημα που απεικονίζεται στις φωτογραφίες είναι το λογότυπο του χυμοποιείου, και η [] είναι η εταιρεία που εμπορεύεται τα φρούτα. Δεν έχει σχέση με την Ισπανική εταιρεία που φέρει στην επωνυμία της τη λέξη "Zummo". Τον Ενάγοντα ουδέποτε τον είδε πριν από τη συνάντησή τους, ούτε γνώριζε κανένα τηλέφωνό του, ή που είναι το γραφείο του, όταν ο Ενάγων τον πήρε τηλέφωνο, του συστήθηκε και του ανάφερε πού είναι το γραφείο του για να τον επισκεφθεί. Του υποβλήθηκε πως ο Ενάγων δεν διέθετε τέτοιο γραφείο, ήταν δημόσιος υπάλληλος, και όσοι ήθελαν τα πορτοκάλια του, πήγαιναν στο αγρόκτημα. Ο Εναγόμενος επανέλαβε με σταθερότητα, αναφέροντας πως ο Ενάγων δεν βρίσκεται στο αγρόκτημα, αλλά μόνον ο αντιπρόσωπος του βρίσκεται εκεί, το γραφείο υπάρχει, αλλά, όπως ενημερώθηκε, το έχει κλειστό. Του υποβλήθηκε πως ανήκει στην κόρη του και το ενοικιάζει σε τρίτα πρόσωπα και δεν ήταν ποτέ του Ενάγοντος, και ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν γνωρίζει πού είναι τιτλοποιημένο το γραφείο ή το αγρόκτημα, απλά τον ενημέρωσε πού θα βρίσκεται και πήγε και τον βρήκε. Πάντοτε, όλες οι δουλειές του, με όλους τους παραγωγούς και πελάτες, είναι μέσω της εταιρείας του, που την εκπροσωπεί ως διευθυντής. Ο ίδιος ουδέποτε είχε βιβλιάριο επιταγών προσωπικά. Η εταιρεία του είναι γνωστή στην αγορά εδώ και 20 χρόνια ως αγοράστρια πορτοκαλιών αυτού του είδους και ενδιαφερόμενοι επικοινωνούν μαζί της για να επισκεφθεί τους κήπους και να αγοράσει με το κιλό ή κατ' αποκοπή ποσού, όλες οι πράξεις ελέγχονται από ελεγκτικό γραφείο και κατατίθενται στον Έφορο Εταιρειών. Όταν η σύμβαση δεν είναι γραπτή αλλά προφορική, το ερώτημα εάν το πρόσωπο που ισχυρίζεται πως ενήργησε ως αντιπρόσωπος άλλου προσώπου[5] είναι προσωπικά υπεύθυνο έναντι στον τρίτο, προσδιορίζεται στο πλαίσιο του ιστορικού βάσει του οποίου συνάφθηκε η σύμβαση[6]. Όταν ένας αντιπρόσωπος, κατά τη σύναψη μιας σύμβασης με τρίτο πρόσωπο, αποκαλύπτει την ύπαρξη (ή αυτή ευλόγως εικάζεται) ενός εντολέα για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, αλλά όχι το όνομά του, δεν ευθύνεται από μόνο το γεγονός ότι δεν αποκάλυψε το όνομα του εντολέα του[7], αλλά μπορεί να καταστεί υπεύθυνος ή να μην απαλλαχθεί από την προσωπική ευθύνη (not exonerated), για παράδειγμα, λόγω εμπορικής χρήσης[8] ή γενικότερα υπό το σύνολο των περιστάσεων. Ακόμα και σε περίπτωση που αποκαλύψει και την ιδιότητά του και το όνομα του αντιπροσωπευόμενου, είναι δυνατόν να διατηρήσει προσωπική ευθύνη[9]. Υπάρχει διάσταση των πραγματικών εκδοχών, ως προς το ποιος προσέγγισε ποιον, και κατά πόσον αποκαλύφθηκε η ιδιότητα του Εναγόμενου και το όνομα του νομικού προσώπου της εταιρείας του, ενώ συνιστούν κοινό τόπο τα γεγονότα πως η συμφωνία συνάφθηκε σε χώρο που χρησιμοποιούνταν ως γραφείο του Ενάγοντος, και όχι σε γραφείο κάποιας εταιρείας του Εναγόμενου, από τον Εναγόμενο που συνομίλησε με τον Ενάγοντα αλλά εκπροσωπεί και έξι εταιρείες, και ότι ήταν μια εμπορικής φύσης συμφωνία, ασχέτως του πώς εκτελέστηκε (με τι κιβώτια μαζεύτηκαν τα πορτοκάλια, σε ποιον ανήκαν αυτά ή το φορτηγό ή τι επιγραφές είχαν). Ως προκύπτει και λογικά από το αντικείμενό της, αλλά και από τη μαρτυρία του Εναγόμενου που ήταν πειστική επ' αυτού, ο Εναγόμενος δεν ήθελε πορτοκάλια σε τέτοια ποσότητα για προσωπική του χρήση ή για ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα, και, ως γεγονός, είναι για τους σκοπούς μιας εκ των εταιρειών του που συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα, και δεν προκύπτει διάσταση στο ότι η συμφωνία συνάφθηκε από τον Εναγόμενο για λογαριασμό της [], την οποίαν ο Ενάγων, πράγματι, εκπροσωπεί. Και να μην αναφέρθηκε με συγκεκριμένα λόγια στον Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος ενεργεί εκπροσωπώντας άλλο πρόσωπο (ένα νομικό πρόσωπο), και ειδικότερα την [], το γεγονός ότι κάποιον άλλον εκπροσωπεί θα μπορούσε λογικά να εικάζεται από τον Ενάγοντα. Προς αυτή την κατεύθυνση, δεν ήταν εξάλλου πειστικός ο λόγος του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος πήγε να τον βρει στον δικό του χώρο, από μόνος του, ξέροντας πού να τον βρει (αλλά κατά τα λοιπά χωρίς να γνωρίζει τα δέντρα, τα οποία έπρεπε στη συνέχεια να επιθεωρήσει για να αξιολογήσει την πρόταση του Ενάγοντος), με απλά ρούχα εργάτη, και του είπε ότι θέλει να κόψει μεγάλη ποσότητα πορτοκαλιών από το αγρόκτημά του (η αποκοπή των οποίων θα διαρκούσε για ημέρες), και ότι ο Ενάγων απλώς συμφώνησε μαζί του, χωρίς να γνωρίζει με ποιον συμφωνεί, και για ποιο σκοπό. Δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντος ότι δεν γνώριζε ούτε μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει πως ο Εναγόμενος εκπροσωπεί μιαν εταιρεία. Αντίστοιχα, δεν φαίνεται συμβατό με τα γεγονότα που ανέφερε ο Εναγόμενος και την εκδοχή του - ότι ήταν ο Ενάγων που επικοινώνησε μαζί του -, να μπήκε ο Εναγόμενος στη διαδικασία, όταν επισκέφθηκε τον Ενάγοντα που τον κάλεσε, να του παρουσιάσει και ποιος είναι, πόσες εταιρείες έχει, και ποιαν από όλες εκπροσωπεί. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος εκπροσωπεί έξι νομικά πρόσωπα με παρεμφερή αντικείμενα δεν καθιστά εύκολη, για οποιονδήποτε, την εικασία, ποιο από αυτά εκπροσωπεί κάθε φορά που συνάπτει μια συμφωνία και ποια τελικά θα χρησιμοποιήσει τα πορτοκάλια. Δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι αποκάλυψε στον Ενάγοντα και το όνομα της εκπροσωπούμενης εταιρείας. Για τον Ενάγοντα, εξάλλου, δεν ήταν σημαντική η ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου του, αλλά το αντικείμενο της συμφωνίας. Δεν διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία ότι εάν ο Ενάγων γνώριζε ότι η πώληση είναι για λογαριασμό της εταιρείας του Εναγόμενου, δεν θα πωλούσε. Τις περιστάσεις εμπλουτίζουν γεγονότα που επίσης δεν είναι σε πεδίο αμφισβήτησης: ότι ο αντιπροσωπευόμενος είναι νομικό πρόσωπο που εκπροσωπείται αναγκαστικά από φυσικό πρόσωπο και ο Εναγόμενος ήταν σε κάθε ουσιώδη χρόνο διευθυντής αλλά και μέτοχος· η χρήση γραπτής συμφωνίας ήταν, με βάση όσα ανέφερε ο Εναγόμενος, συνήθης πρακτική της εκπροσωπούμενης εταιρείας του, και όμως αποφεύχθηκε με κριτήρια ατομικά του Εναγόμενου (γνωριμία του Ενάγοντος με οικείους, κ.λπ.), εκφράζοντας προς τον Ενάγοντα πως, ανεξαρτήτως της φαινόμενης αντιπροσωπείας, υπάρχει και δυνατότητα ανάληψης προσωπικής ευθύνης· πρόκειται για προσωπική εταιρεία του Εναγόμενου, αποφάσεις για την οποία λαμβάνει ο ίδιος, και της περιουσίας της οποίας επωφελείται και ο ίδιος ως μέτοχος, και που περιέχει στην επωνυμία της το όνομά του[10], κατά τρόπο που εξωτερικεύει ταύτιση του προσώπου του Εναγόμενου με το πρόσωπο της εταιρείας του· η εταιρεία [] και δι' αυτής ο Εναγόμενος επωφελήθηκαν της συμφωνίας, εφόσον απέκοψαν πορτοκάλια από τον πορτοκαλεώνα. Υπό όλες τις περιστάσεις, ασχέτως εάν η συμφωνία συνάφθηκε από τον Εναγόμενο για λογαριασμό της [] και για τη δική της επιχειρηματική δραστηριότητα κατά τρόπο που δεσμεύεται η εταιρεία αυτή[11], και πρόκειται για πρόσωπα με ξεχωριστές νομικές προσωπικότητες, ο Εναγόμενος δεν εξαιρείται της προσωπικής ευθύνης έναντι στον τρίτο, δηλαδή στον Ενάγοντα, δεν ανέτρεψε επιτυχώς το τεκμήριο της ατομικής του δέσμευσης[12], και δεν είναι απορριπτέα η αγωγή του Ενάγοντος γι' αυτό τον λόγο. Ασχέτως εάν, με βάση τη δική του συμβατική σχέση με την εταιρεία του, τυχόν χρέος που διαπιστωθεί ότι υπάρχει μπορεί να πληρώσει η εταιρεία του, την οποία, επίσης, θα μπορούσε να προσεπικαλεστεί. Παρεμβάλλεται, επειδή υπάρχει εκτεταμένη σχετική εισήγηση στην αγόρευση του συνηγόρου του Εναγόμενου σχετικά με την ιδιοκτησία του πορτοκαλεώνα, πως δεν τέθηκε στα δικόγραφα ζήτημα κύρους ή νομιμότητας της συμφωνίας γιατί συνάφθηκε από μη δικαιούχο. Εάν ο Εναγόμενος είχε τέτοια θέση, θα έπρεπε να τη δικογραφήσει με ξεκάθαρους θετικούς ισχυρισμούς, στρέφοντας τη δίκη στο ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του Ενάγοντος να συμφωνεί και κατ' επέκταση να ενάγει βάσει της συμφωνίας. Η απλή άρνηση της αναφοράς του Ενάγοντος ότι είναι ιδιοκτήτης, λόγω άγνοιας, δεν αρκεί, ενώ ο Εναγόμενος δεν αρνείται ότι αποκόπηκαν πορτοκάλια από τον πορτοκαλεώνα, κατόπιν της συμφωνίας που συνάφθηκε με τον Ενάγοντα, στο πλαίσιο της οποίας οφείλονταν πληρωμή. Γι' αυτό ο Εναγόμενος προσέφερε την επιταγή στον Ενάγοντα, επειδή έλαβε από τον Ενάγοντα τη συμφωνημένη παροχή, που μπορούσε, όπως φαίνεται, να διαθέσει. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο που η μαρτυρία του ΜΕ2, κτηματολογικού λειτουργού δεν ήταν καθόλου χρήσιμη για την υπόθεση, αυτό που είπε ο ΜΕ1 δεν είναι ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, αλλά ότι ήταν. Σε μεταγενέστερο χρόνο, μεταβίβασε το ακίνητο στα παιδιά του, διατηρώντας την επικαρπία του πορτοκαλεώνα εφ' όρου ζωής. Η μεταγενέστερη μεταβίβαση του τίτλου του ακινήτου δεν επηρεάζει το δικαίωμά του να ενάγει βάσει της συμφωνίας που συνήψε για τους καρπούς του ακινήτου που, όταν συνάφθηκε η συμφωνία, του ανήκαν. Η αντεξέταση του Ενάγοντος, συναρτώμενη με την όλη μαρτυρία, δεν κλόνισε την αξιοπιστία της αναφοράς του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Ενάγων ήταν ιδιοκτήτης και σήμερα απλώς επικαρπωτής του πορτοκαλεώνα, ενώ δεν προσκομίστηκε από την πλευρά του Εναγόμενου σχετική με το θέμα αυτό αντικρουστική μαρτυρία. Τι συμφωνήθηκε Ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας, ο ΜΕ1 ανέφερε και στη δια ζώσης μαρτυρία του ότι θα πωλούσε στον Εναγόμενο την παραγωγή πορτοκαλιών, πλην των πορτοκαλιών «Ποιότητας Α» που θα έμεναν στα δέντρα, έναντι €4.500,00, που θα πληρώνονταν τοις μετρητοίς. Για τον σκοπό αυτό, τον προσδιορισμό της τιμής, ο Εναγόμενος είχε προηγουμένως επιθεωρήσει τα δέντρα. Kατά την εκδοχή του Ενάγοντος, η συγκομιδή θα γίνονταν από τον Εναγόμενο, με μέσα του Εναγόμενου, χωρίς τη συμμετοχή του επιστάτη ή του Ενάγοντος. Με τη δική του μαρτυρία, ο ΜΥ1, θέτει πως ο Ενάγων, όντως, πρότεινε να έμεναν πάνω στα δέντρα τα μεγάλα πορτοκάλια και να μαζεύονταν τα υπόλοιπα, έναντι €4.500,00, και, πράγματι, έγινε επιθεώρηση των δέντρων από τον Εναγόμενο, αλλά, επειδή ο Εναγόμενος, με την εμπειρία του, υπολόγισε πως θα συνέλεγε 20 τόνους, τα μεγάλα πορτοκάλια ήταν πολύ λίγα, ενώ υπήρχε και καρπόπτωση, με δεδομένο και το ότι η τιμή κυμαίνεται σε 14-15σεντ το κιλό, απέρριψε την πρόταση του Ενάγοντος για το τίμημα των €4.500,00, αντιπροτείνοντας το τίμημα των €3.000,00, που τελικά ο Ενάγων, παρά την αρχική αρνητική αντίδρασή του, δέχθηκε, για να μην χάσει τον αγοραστή που είχε ετοιμαστεί να φύγει. Η συμφωνία συνάφθηκε τελικά για τις €3.000,
- Προκύπτει, από τις δύο μαρτυρίες, ότι εκείνο που εννοεί ο Ενάγων ως πορτοκάλια «Ποιότητας Α», παρόλο που ο Ενάγων απέφυγε να απαντήσει ξεκάθαρα κατά την αντεξέτασή του, είναι εκείνο που εννοεί και ο Εναγόμενος ως «μεγάλα πορτοκάλια»· πορτοκάλια μεγαλύτερου μεγέθους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για βρώση. Η διάσταση παραμένει στο εάν η σύμβαση συνάφθηκε με την αποδοχή της πρότασης του Ενάγοντος για €4.500,00 ή με την αποδοχή κάποιας αντιπρότασης του Εναγόμενου για €3.000,00, και πώς θα γίνονταν η πληρωμή. Επίσης, εάν η συγκομιδή θα γίνονταν με ή χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του Ενάγοντος ή αντιπροσώπου του, για σκοπούς ελέγχου των πορτοκαλιών που θα αποκόπτονταν ως μέρος της συμφωνίας σχετικά με τα πορτοκάλια «Ποιότητας Α» ή τα μεγάλα πορτοκάλια ή εάν το κριτήριο για το ποια πορτοκάλια στα δέντρα είναι «Ποιότητας Α» αφέθηκε στην αποκλειστική κρίση του Εναγόμενου δια των εργατών που θα χρησιμοποιούσε για να αποκόψουν τα πορτοκάλια. Εκκινώντας από το τελευταίο, κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 δέχθηκε ότι ο επιστάτης του, τον οποίον εργοδοτεί για πολλά χρόνια και στον οποίον έχει εμπιστοσύνη, και ο οποίος ενημερώθηκε για τη συμφωνία, θα επέβλεπε τη διαδικασία της αποκοπής. Μάλιστα, όταν άρχισε η αποκοπή, ο Εναγόμενος κάλεσε τον Ενάγοντα, για να έρθει και ο επιστάτης του. Η λογική προέκταση των γεγονότων, όπως αυτά μαρτυρήθηκαν και από τον ΜΕ1, είναι πως, κατά τη διαδικασία της αποκοπής, θα προσδιορίζονταν από τον Ενάγοντα, δια του επιστάτη του, επί τόπου, ποια πορτοκάλια θα ήταν επιθυμητό να μείνουν στα δέντρα, και άρα να εξαιρεθούν από τη συμφωνία. Εφόσον και η αναφορά σε πορτοκάλια «Ποιότητας Α» ή μεγαλύτερου μεγέθους, που προσδιορίζει το αντικείμενο της σύμβασης, ήταν πολύ γενική και μη επιδεκτική περαιτέρω συγκεκριμενοποίησης εκ των προτέρων, ο Εναγόμενος δεν ήταν δυνατόν να ασκεί ο ίδιος κρίση, δική του, για το ποιο πορτοκάλι θεωρείται «Ποιότητας Α» ή «μεγαλύτερο» για τον Ενάγοντα και δεν πρέπει να αποκοπεί, χωρίς ο Ενάγων να γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει. Ωστόσο ο ΜΕ1 αρνήθηκε τη σχετική υποβολή, λέγοντας πως ο Εναγόμενος «ψεύδεται, τα μεγάλα φαίνονταν καθαρά» και ότι είναι εικασίες πως ο επιστάτης έπρεπε να καθορίζει τα μεγάλα πορτοκάλια που εξαιρούνταν της συμφωνίας. Έπειτα, ο ΜΕ1 προσπάθησε, προκειμένου να δικαιολογήσει τον μετέπειτα ισχυρισμό του για παράβαση της σύμβασης από τον Εναγόμενο με την αποκοπή και πορτοκαλιών μεγάλου μεγέθους, να θέσει ότι δεν ήταν υποχρεωμένος ο Ενάγων, δια του επιστάτη του ή άλλως πώς, να είναι παρών. Εάν, όμως, δεν ήταν παρών, ο ίδιος ή ο επιστάτης του, ο Εναγόμενος θα έπρεπε να αποφασίσει ο ίδιος ποια πορτοκάλια είναι «Ποιότητας Α» και ποια όχι, αναλόγως με το πώς «φαίνονται» στον ίδιο, ζήτημα ως προς το οποίο, επίσης, δεν υπάρχει αποδοχή από μέρους του Ενάγοντος, δημιουργώντας αντίφαση. Δηλαδή, από τη μία να πρέπει να αποφασίζει ο Εναγόμενος ποια πορτοκάλια είναι μεγάλα και θα μείνουν στα δέντρα, από την άλλη η επιλογή του Εναγόμενου (και αφού θα έχει ήδη αποκόψει τα πορτοκάλια που θεωρεί πως δεν είναι «Ποιότητας Α») να θεωρείται παράβαση της συμφωνίας, εάν με αυτήν δεν συμφωνεί ο Ενάγων, που απλώς μπορεί να μην συμφωνεί. Αυτή η προσπάθεια του Ενάγοντος κλόνισε την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας, επίδραση που εκτάθηκε στη συνέχεια και στις αναφορές του για το ύψους του ανταλλάγματος. Ο ΜΕ1 επέμεινε ότι η τιμή που συμφωνήθηκε ήταν εκείνη των €4.500,
- Ο λόγος του, ότι έγινε αποδεκτή από τον Εναγόμενο η δική του πρόταση για €4.500,00, μετά από την επιθεώρηση που διενήργησε ο Εναγόμενος, χωρίς οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, δεν περιστοιχίζεται από επιπλέον γεγονότα ή από άλλα στοιχεία. Ο ΜΕ3, επιστάτης του, στο πλαίσιο της δικής του μαρτυρίας, ανέφερε πως ο Ενάγων του είπε για μια συμφωνία ύψους €4.500,00, αλλά πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, που ο ΜΕ3 είχε κάθε λόγο να δώσει, με τρόπο που να υποστηρίζει την εκδοχή του Ενάγοντος, εργοδότη του σε εξηρτημένη εργασία. Ο ΜΕ1 δεν ανέφερε πώς ο ίδιος υπολόγισε και πρότεινε το ποσό των €4.500,00 στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος είναι πρόσωπο έμπειρο στην εμπορία πορτοκαλιών, ενώ ο Ενάγων παράλληλα ανέφερε, κατά την αντεξέτασή του, ότι ο ίδιος δεν πήγαινε συχνά στον πορτοκαλεώνα και έχει τον επιστάτη του εκεί για τις δουλειές, έτσι αποφεύγοντας να δώσει και άλλες απαντήσεις ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της συμφωνίας. Επίσης, δεν συνόδευσε τον Εναγόμενο κατά την επιθεώρηση των δέντρων, αλλά, όπως είπε για τον Εναγόμενο, «έφυγε από το γραφείο μου και ήρθε μετά από δύο ώρες και κλείσαμε συμφωνία για €4.500,00 για την αγορά των φρούτων». Βασίζεται, ο Ενάγων, σε μια εκδοχή περί έλλειψης διαπραγμάτευσης και αποδοχής από τον Εναγόμενο της δικής του πρότασης, μετά την επιθεώρηση των δέντρων, υπό ένα πρίσμα ότι ήταν ο Εναγόμενος που ήθελε συνεργασία μαζί του και πήγε και τον βρήκε (με ρούχα εργάτη, σε ένα γραφείο που υποτίθεται πως δεν έχει ή είναι συνέχεια κλειστό, και χωρίς να το γνωρίζει ο Ενάγων) και του είπε ότι θέλει να αγοράσει την παραγωγή, γενικά, την οποία ο Ενάγων, με άγνωστο τρόπο, εκτίμησε σε €4.500,00, με εξαίρεση τα πορτοκάλια «Ποιότητας Α». Δεν επρόκειτο, όμως, για προϊόν που δεν μπορούσε ο Εναγόμενος να βρει οπουδήποτε αλλού ή τουλάχιστον δεν μαρτυρείται κάτι τέτοιο, για να αποδέχονταν οποιαδήποτε τιμή πρότεινε ο Ενάγων. Εξ ου και ζήτησε επιθεώρηση των δέντρων, και έγινε. Ο Ενάγων λογικά είχε αμεσότερη ανάγκη (λόγω της φύσης των προϊόντων) να διαθέσει την παραγωγή στο εμπόριο. Συνθήκες που δίδει δηλαδή η αντικειμενική όψη των πραγμάτων, και που απέχουν από τη μαρτυρία του Ενάγοντος. Παράλληλα, ο λόγος που ο Ενάγων ανέφερε πως δεν αποδέχθηκε την επιταγή των €3.000,00 που του δόθηκε ήταν ότι η επιταγή ήταν μιας εταιρείας, όχι ότι συμφώνησε περισσότερα. Κατά την αντεξέτασή του, μετά που ήδη είχε αναφέρει κατ' επανάληψη πως δεν δέχθηκε την επιταγή της εταιρείας γιατί δεν την γνώριζε την εταιρεία (παρόλο που φέρει το όνομα του Εναγόμενου), σε ένα σημείο ανέφερε, για πρώτη φορά, ερωτώμενος για την επιταγή, ότι συμφώνησαν άλλο ποσό. Της πρότασης του Ενάγοντος για €4.500,00, αδιαμφισβήτητα, μεσολάβησε η επιθεώρηση των δέντρων από τον Εναγόμενο, και δεν υπήρξε συμπεριφορά του Εναγόμενου που να υποδηλώνει άμεση αποδοχή ή αποδοχή υπό τον όρο της επιθεώρησης. Ο σκοπός της επιθεώρησης ήταν για να δει ο Εναγόμενος τα δέντρα και να αξιολογήσει την πρόταση του Ενάγοντος. Ότι έπρεπε να γίνει επιθεώρηση από τον Εναγόμενο ενισχύει και την εκδοχή του Εναγόμενου ότι ήταν ο Ενάγων που επικοινώνησε με τον Εναγόμενο, γνωρίζοντας πως εμπορεύεται φρούτα, και του είπε να πάει να τον βρει σε ένα γραφείο. Το Δικαστήριο δυστυχώς δεν πείστηκε, από τον ΜΕ1 ή τον ΜΕ3, ότι ο Εναγόμενος επέστρεψε από την επιθεώρηση και απλώς δέχθηκε την πρόταση των €4.500,00 και ότι έτσι συνάφθηκε η συμφωνία για €4.500,
- Η μαρτυρία του ΜΕ1 επί αυτού ήταν γενική, σε ουσιώδες ζήτημα, παρόλο που είχε μνήμη του ότι ήταν μετά από δύο ώρες που επέστρεψε ο Εναγόμενος στο γραφείο του από την επιθεώρηση. Από την άλλη, ο λόγος του ΜΥ1, ότι προτάθηκε μεν από τον Ενάγοντα αρχικά το ποσό των €4.500,00, αλλά, μετά την επιθεώρηση των δέντρων, αντιπροτάθηκε το ποσό των €3.000,00, ήταν φυσικός και εξηγείται και με αναφορά σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και υπολογισμούς του Εναγόμενου, σε σχέση με την ποσότητα των πορτοκαλιών στα δέντρα, που είδε κατά την επιθεώρηση, την καρπόπτωση που παρατήρησε και εξήγησε με αναφορά στον ψεκασμό που έγινε, και τις τιμές, όπως και με τη λειτουργία της εμπορικής φύσης συναλλαγής, όπου είθισται η διαπραγμάτευση. Περιέχει, επίσης, λεπτομέρεια, ότι ο Εναγόμενος έκανε να φύγει γιατί ο Ενάγων επέμενε στην πρότασή του, και τελικά του είπε να μείνει, δεχόμενος την αντιπρόταση. Ως προς τη πραγματική αυτή λεπτομέρεια, την ουσιώδη, τη σκηνή, ότι ο Εναγόμενος αντιπρότεινε κάτι, ο Ενάγων αρχικά επέμενε στη δική του αρχική πρόταση, ο Εναγόμενος την απέρριψε ως μη ενδιαφέρουσα, κάνοντας να φύγει, και ότι στη συνέχεια ο Ενάγων τον κράτησε πίσω, δεχόμενος την αντιπρότασή του, δεν υπήρξε αντεξέταση σε βαθμό που να κλονιστεί η αξιοπιστία του Εναγόμενου. Ο λόγος του Εναγόμενου, με τη σταθερότητα, την εσωτερική λογική συνοχή του και τη φυσικότητά του επί όλων των σημείων του, έδειξε στο Δικαστήριο πως μπορεί να βασιστεί σε αυτόν, για να οδηγηθεί στην αλήθεια σε σχέση με το ύψος του συμφωνημένου τιμήματος, που είναι πως η σύμβαση συνάφθηκε με την αποδοχή της αντιπρότασης του Εναγόμενου για €3.000,00, και όχι με την αποδοχή της πρότασης του Ενάγοντος για €4.500,
- Δικογράφησε και μαρτύρησε ο Ενάγων πως η συμφωνία ήταν η πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος να γίνει σε μετρητά. Η συμφωνία έγινε προφορικά κατ' επιλογή του Ενάγοντος, ενώ η πρακτική της Εναγόμενης ήταν άλλη. Ο Ενάγων φρόντισε, ως μάρτυρας, να δώσει έμφαση στο ότι δεν είχε γραφείο, δεν ασχολούνταν με το περβόλι, τον βρήκε ο Εναγόμενος και όχι το αντίθετο, κ.λπ.. Δεν υπάρχει δικογραφημένη βάση ότι η συναλλαγή ήταν παράνομη λόγω άλλης ενασχόλησης του Ενάγοντος ή προσπάθειάς του να μη φανεί το έσοδο (illegality), δεν υπάρχουν στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορεί να καταλήξει σε τέτοια διαπίστωση, που να οδηγεί σε μη εκτελεστότητα της συμφωνίας, και δεν θα υπάρξει αναγκαστικά και περαιτέρω ενασχόληση. Εξάλλου, με την έγερση της αγωγής από μέρους του Ενάγοντος και τη μαρτυρία του, δεν είναι εφικτό να προκύψει απόκρυψη ενασχόλησης ή εσόδου. Ότι η πληρωμή συμφωνήθηκε να γίνει τοις μετρητοίς, δεν αντικρούστηκε με αντεξέταση ή με άλλη μαρτυρία, ούτε ο Εναγόμενος μαρτύρησε πως η αντιπρότασή του διαφοροποίησε και ως προς τον τρόπο πληρωμής, να γίνονταν με επιταγή, και είναι αποδεκτό αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντος, ότι η συμφωνία ήταν η πληρωμή θα γίνονταν σε μετρητά. Τι εκπληρώθηκε ή δεν εκπληρώθηκε Για το θέμα αυτό, σχετικές είναι οι μαρτυρίες των ΜΕ1, ΜΕ3 και ΜΥ
- Οι αναφορές του ΜΕ1 και οι παρατηρήσεις του (Τεκμήριο 1) ήταν εξ ακοής του ΜΕ3, επιστάτη, στη μαρτυρία του οποίου παρέπεμψε πολλές φορές κατά τη μαρτυρία του, χωρίς να είναι σε θέση ο ίδιος να πει με δική του γνώση ότι ο Εναγόμενος απέκοψε και πορτοκάλια «Ποιότητας Α» ή πώς κατέληξε στις παρατηρήσεις σε σχέση με την ποσότητα (Τεκμήριο 1), χωρίς ο ίδιος να είναι παρών κατά την αποκοπή και μεταφορά, επειδή όπως είπε ήταν απασχολημένος με το θέμα του αδελφού του, και χωρίς να γίνει αναφορά σε συγκεκριμένη διαδικασία καταμέτρησης ή ζυγίσματος μετά την αποκοπή και πριν από τη φόρτωση και μεταφορά. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στο Τεκμήριο 1 που προσκόμισε ο ΜΕ1, για να θεωρήσει ότι εκείνες οι ποσότητες αποκόπηκαν, εφόσον δεν εξηγήθηκε το έγγραφο αυτό, πώς παράχθηκε, με βάση ποιες πληροφορίες, που προέκυψαν με ποια διαδικασία. Θα εξηγήσει στη συνέχεια περαιτέρω λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το Τεκμήριο 1 ως αξιόπιστη μαρτυρία. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι πληροφορίες του περβολάρη του και τήρησε σιωπή όταν του υποβλήθηκε πως είναι αυθαίρετες οι αναφορές, στη συνέχεια ανέφερε πως είναι σωστές χωρίς να εξηγεί πώς υποστηρίζει την ορθότητά τους, ενώ οι αναφορές του ως προς το πότε ετοιμάστηκε το έγγραφο αυτό και πώς ήταν ασταθείς και μη συνεκτικές, δείχνοντας στο Δικαστήριο ότι ο ΜΕ1 προσπαθούσε να αποφύγει να απαντήσει επί θεμάτων σχετικών με την αποκοπή γιατί απλώς δεν γνωρίζει και ό,τι γνωρίζει είναι ό,τι του είπε ο περβολάρης του, οπότε και όποτε αισθάνονταν δυσκολία να απαντήσει, σε εκείνον παρέπεμπε. Παρότι δεν είχε προσωπική γνώση, αρνήθηκε την υποβολή ότι η ποσότητα των πορτοκαλιών που έκοψε ο αγοραστής ήταν 18.960 κιλά και η αξία τους €2.800,00, ενώ αναφέρονταν στα εργατικά χέρια που χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος για την αποκοπή των φρούτων με υποτιμητικό τρόπο «Σύριοι παράνομοι μετανάστες», και πάλι, χωρίς ο ίδιος να έχει προσωπική γνώση. Όταν του υποβλήθηκε πως στην αποκοπή συμμετείχαν και οικείοι του επιστάτη του, απάντησε πως δεν γνωρίζει, αλλά μπορεί να τον καλέσει να πει. Ούτε οι φωτογραφίες που προσκομίστηκαν από τον ΜΥ1 (Τεκμήρια 3, 4) βοηθούν το Δικαστήριο να διαπιστώσει είτε την ποσότητα είτε την ποιότητα των πορτοκαλιών που αποκόπηκαν από το περβόλι του Ενάγοντος. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβολή ότι κάποια στιγμή πήγε και είδε στα κιβώτια πορτοκάλια που του φάνηκαν πιο μεγάλα, αρχίζοντας να δημιουργεί θέμα, αλλά μη εξηγώντας πώς ακριβώς εξέλαβε πως ο Εναγόμενος παράβηκε τη συμφωνία. Παρουσίασε οξυθυμία και απαντούσε μονολεκτικά και απότομα κατά την αντεξέτασή του, που ήταν λεπτομερής, και δεν μπόρεσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσής του. Ερωτώμενος, για παράδειγμα, αν θα έπρεπε να αποκοπούν πρώτα τα μεγάλα, τα δικά του πορτοκάλια, και μετά να γίνει η αποκοπή της παραγωγής που θα πωλούνταν, απάντησε «ρωτήστε τον περβολάρη μου και τον αγοραστή». Στη συνέχεια, όταν ερωτήθηκε να πει κατά πόσο τα μεγάλα πορτοκάλια πέφτουν με φυσικό τρόπο από το δέντρο, απάντησε με έπαρση ότι δεν είναι η δουλειά του και ότι ο δικηγόρος ρωτά πράγματα εκτός θέματος, ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του χαρακτήρισε «ανόητες» τις ερωτήσεις του δικηγόρου του Εναγόμενου. Δεν ρωτούσε πράγματα εκτός θέματος, ο δικηγόρος του Εναγόμενου· ρωτούσε για να εξάγει πληροφορίες που ο ίδιος ο Ενάγων θα έπρεπε να είχε δώσει, για να εξηγήσει στο Δικαστήριο την υπόθεσή του, και την απαίτησή του που βασίζεται σε δικές του θέσεις ότι ο Εναγόμενος παράβηκε τη συμφωνία τους, αποκόπτοντας και πορτοκάλια «Ποιότητας Α». Γιατί η εκδοχή του Εναγόμενου είναι πως δεν απέκοψε μεγάλα πορτοκάλια ή «Ποιότητας Α», αλλά δεν αποκλείεται ορισμένα εξ αυτών να έπεσαν στο έδαφος φυσιολογικά είτε από το κούνημα είτε από καρπόπτωση. Το Δικαστήριο δυστυχώς δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του ΜΕ1, ως αυτή δόθηκε, για να διαπιστώσει γεγονότα σχετικά με την αποκοπή των πορτοκαλιών. Η μαρτυρία του ΜΕ3 δυσκόλεψε το Δικαστήριο γιατί προσφέρθηκε χωρίς φροντίδα της πλευράς του Ενάγοντος να υπάρχει διερμηνεία, και λόγω των δυσκολιών του ΜΕ3 στη χρήση της ελληνικής γλώσσας, κατ' επιλογή του και εν γνώσει των κινδύνων που προκύπτουν από μια τέτοια επιλογή. Ο ΜΕ3 διέψευσε καταρχάς τον Ενάγοντα ως προς τα όσα αρχικά ανέφερε, πως ο επιστάτης του δεν συμμετείχε με κάποιον τρόπο στη συγκομιδή, εφόσον ο ΜΕ3 ανέφερε πως είχε φέρει στο μάζεμα και τον αδελφό και δύο φίλους του, κάτι που του επέτρεψε ο Εναγόμενος. Γνώριζε, ο ΜΕ3, πως τα μεγάλα πορτοκάλια θα έπρεπε να μείνουν πάνω, και ο ίδιος να επιβλέπει τη διαδικασία. Σε σχέση με πόσα και ποια πορτοκάλια απέκοψε ο Εναγόμενος, δια των εργατών στους οποίους ανέθεσε την εργασία, ο ΜΕ3, ανέφερε πως ο ίδιος είπε στον ΜΕ1 να γράψει τις πληροφορίες στο Τεκμήριο 1, και οι υπολογισμοί είναι σωστοί, όπως αντλεί πληροφορίες από «δεφτέρι» που τηρούσε σε κάθε ουσιώδη χρόνο. Εκείνο δεν μπόρεσε να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία, λόγω του ότι ήταν συνταγμένο σε γλώσσα που το Δικαστήριο δεν γνωρίζει (αραβικά) και για την οποία δεν προσφέρθηκε μετάφραση. Ο ΜΕ3 δεν μπόρεσε κατά την αντεξέτασή του να αναγνώσει το Τεκμήριο 1, παρόλο που ανέφερε πως γνωρίζει ελληνικά και πήγε σχολείο. Ενώ ο ΜΕ1 είχε πει πως ήταν ο ίδιος που διαπίστωσε πως είχε κομμένα μεγάλα πορτοκάλια, ο ΜΕ3, διαψεύδοντας και αυτή την εκδοχή του ΜΕ1, όπως είπε είναι ο ίδιος (ο ΜΕ3) που πήγε να δει τι πορτοκάλια κόβονται και διαπίστωσε πως είχαν αποκοπεί «όλα», μεγάλα και μικρά, και είχε επισημάνει ότι η συμφωνία ήταν τα μεγάλα να μείνουν πάνω στα δέντρα. Η αναφορά του ΜΕ3 ότι αποκόπηκαν «όλα» ήταν απόλυτη. Παρά ταύτα, ο ΜΕ3 δεν εξήγησε, εφόσον ανέφερε πως διαπίστωσε πως αποκόπηκαν μεγάλα πορτοκάλια, και ο ίδιος δεν ήταν εκεί να το αποτρέψει ως θα έπρεπε, γιατί δεν τα αφαίρεσε από τα κιβώτια, επιτρέποντας τη μεταφορά τους. Υποτίθεται, τότε, πως του είπε, ο Εναγόμενος, πως θα τα βρει μετά με τον Ενάγοντα, και ο Ενάγων του είπε «εντάξει», και ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Δεν εξήγησε, ο ΜΕ3, εάν στους υπολογισμούς του, στο «δεφτέρι» του ή στο Τεκμήριο 1, υπολόγισε τότε και εκείνα τα πορτοκάλια που κατά τη θέση του αποκόπηκαν και τοποθετήθηκαν στα κιβώτια και μεταφέρθηκαν (εφόσον ήταν να τα βρουν στη συνέχεια μεταξύ τους ο Εναγόμενος και ο Ενάγων), και γιατί ο Ενάγων, εφόσον επέτρεψε την αποκοπή, ισχυρίζεται παράβαση και απαιτεί κάποια πρόσθετη αξία για εκείνα, ως ζημιά. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε πως ήταν όλα μέσα στα κιβώτια και δεν μέτρησε. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί από την εκδοχή του ΜΕ3, που υποτίθεται πως παρακολουθούσε την αποκοπή όλες τις ημέρες, ότι διαπίστωσε πως αποκόπηκαν μεγάλα πορτοκάλια μετά την αποκοπή τους, «όλα» μάλιστα, και πως ο ίδιος το υπέδειξε, και ο Ενάγων, τον οποίον ενημέρωσε, ενέκρινε την αποκοπή, και ήταν να τα βρουν μετά με τον Εναγόμενο. Εάν ήταν παρών κατά τη διάρκεια της αποκοπής, ο ΜΕ3, όπως συμφωνήθηκε, δεν θα είχαν αποκοπεί πορτοκάλια που ο Ενάγων ή ο ίδιος θα θεωρούσαν «Ποιότητας Α» (εκτός εάν άσκησε τη δική του κρίση με τρόπο που εκ των υστέρων διαφώνησε ο Ενάγων), υποδεικνύοντας σχετικά. Εάν διαπίστωνε πως αποκόπηκαν και πορτοκάλια «Ποιότητας Α», γιατί λόγου χάριν κάποια στιγμή έπρεπε να απομακρυνθεί για επείγοντα λόγο και επέτρεψε τη συνέχιση της διαδικασίας της αποκοπής στην απουσία του (π.χ. το περιστατικό με τον αδελφό του Ενάγοντος), το ευλόγως αναμενόμενο, ήταν να μην επέτρεπε έστω να απομακρυνθούν από την ιδιοκτησία του Ενάγοντος, ή εάν τροποποιούνταν η συμφωνία ώστε να επιτρέπει την περίληψη και πορτοκαλιών «Ποιότητας Α», να γίνει διαχωρισμός και καταγραφή στο «δεφτέρι» του των πορτοκαλιών «Ποιότητας Α» που τελικά θα διατίθεντο στον Εναγόμενο. Η μαρτυρία του ΜΕ3 ήταν γενική και αόριστη σε σχέση με τα γεγονότα κατά την αποκοπή και άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα πως ο ΜΕ3 προσπάθησε να δικαιολογήσει την εκ των υστέρων παρατήρηση του ΜΕ1 ότι δεν έμεινε τίποτε στα δέντρα. Εξ ου και προέκυψε ισχυρισμός ότι τα πήρε όλα ο Εναγόμενος, χωρίς συμφωνία ή καταγραφή, κι ενώ είχε συμφωνηθεί επίβλεψη από τον ΜΕ3 που λειτουργούσε ως εκπρόσωπος του Ενάγοντος. Και οι μετέπειτα αναφορές στο φαινόμενο της καρπόπτωσης ήταν επίσης γενικές, προς άρνηση ότι υπάρχει το φαινόμενο. Μεταγενέστερα δέχθηκε πως μπορεί να έχουν πέσει πορτοκάλια κατά τη διαδικασία αποκοπής, που διήρκησε για κάποιες ημέρες, αλλά δεν έμειναν στο έδαφος. Η θέση του ΜΕ3, σε μεταγενέστερο σημείο, είναι ότι οι οικείοι του, που επίσης μάζευαν φρούτα, ακολούθησαν τις οδηγίες του και άφηναν πάνω στα δέντρα τα μεγάλα πορτοκάλια, αλλά μετά τα είδε κομμένα και του είπαν ότι τους είπε ο Εναγόμενος να τα κόψουν. Όταν του υποδείχθηκε πως ο Εναγόμενος δεν ήταν συνέχεια εκεί και δεν συνέβη κάτι τέτοιο, απάντησε πως είχε άνθρωπο δικό του εκεί. Σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασής του, σε σχέση με το εάν οι εργάτες έκοβαν με τα χέρια τα πορτοκάλια ή με άλλα εργαλεία, ο μάρτυρας απάντησε «δεν είδα εγώ κύριε». Όσον αφορά για το πόσα κιβώτια μεταφέρθηκαν, όταν του υποβλήθηκε πως η παλέτα δεν χωρεί όσα κιβώτια ισχυρίζεται απάντησε στην αρχή πως δεν έχει σχέση το μέγεθος της παλέτας και στη συνέχεια ότι δεν ξέρει γιατί δεν είδε τα κιβώτια ή κιβώτια ίδια με εκείνα που του υποδείχθηκαν και οι υπολογισμοί του, όπως παρουσιάστηκαν, ήταν κάπως χονδρικοί, με βάση τη γνωστή χωρητικότητα του κιβωτίου και το βάρος του πορτοκαλιού και του κάθε κιβωτίου, και ενώ δεν έγινε κανονική καταμέτρηση ή ζύγιση μετά την αποκοπή. Παρά ταύτα, ο ΜΕ3 είχε μια απόλυτη στάση σε σχέση με τους αριθμούς των κιβωτίων που κατέγραψε, εν τέλει ασχέτως του πόσα πορτοκάλια είχε μέσα το καθένα, λέγοντας «εγώ ξέρω κάσια όχι κιλά». Αναφέρθηκε σε τιμές αγοράς φρουταρίας, ενώ ο Ενάγων είναι παραγωγός και δεν πουλά σε τιμές εμπόρου. Ο ΜΕ3 ανέφερε στο Δικαστήριο, μη πειστικά, πως δεν μίλησε με τον Ενάγοντα για την υπόθεση, ενώ είναι υπάλληλός του, το μετέφερε ακόμα και στο Δικαστήριο, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του Ενάγοντος (92 ετών). Το Δικαστήριο, έχοντας επισημάνει αδυναμίες στη μαρτυρία του ΜΕ3 που θεωρεί πως είναι ουσιώδεις, και ήδη εξηγούνται πιο πάνω, δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στη μαρτυρία αυτή, για να προβεί σε διαπιστώσεις ως προς το τι πράγματι συνέβη κατά τη διαδικασία της αποκοπής. Σε σχέση με τα γεγονότα κατά την αποκοπή, ο ΜΥ1 ανέφερε πως τα πορτοκάλια μεγάλου μεγέθους ή «Ποιότητας Α», όπως τα αποκαλούσε ο Ενάγων, δεν ήταν χρήσιμα για τον σκοπό του, ούτε εμπορεύεται επιτραπέζια πορτοκάλια. Ο ΜΕ3 ήταν συνεχώς παρών κατά την αποκοπή, στην οποία συμμετείχαν και οικείοι του, και κάποιες φορές έρχονταν τα πρωϊνά και ο Ενάγων. Συνεννοήθηκε με τον Ενάγοντα και τον επιστάτη του από την 09.03.2013, πήρε το φορτηγό με άδεια τα κιβώτια και την επόμενη ημέρα, 10.03.2013, είχε αρχίσει η αποκοπή. Ο ίδιος πήρε τέσσερις εργάτες και ήρθαν και τέσσερα άτομα που ειδοποίησε ο ΜΕ
- Μόλις άρχισαν την αποκοπή, λίγη ώρα μετά, τους επισκέφθηκε και ο Ενάγων, που είχε αναφέρει εκεί, και στην παρουσία του ΜΕ3, να μένουν τα μεγάλα πορτοκάλια πάνω, για να έβρισκε εκείνος αγοραστή. Σε ένα κιβώτιο βρήκε 2-3 πορτοκάλια που θεώρησε «μεγάλα» και έκανε παρατήρηση στον ΜΕ
- Ακολούθως, κάτι είχε συμβεί με τον αδελφό του και είχαν μεταβεί στο σημείο να βοηθήσουν. Την 10.03.2013, κόπηκαν και φορτώθηκαν στο φορτηγό 480 κιβώτια (12 παλέτες x 40 κιβώτια) και σχόλασαν ώρα 5:00 γιατί οι εργάτες δυσκολεύθηκαν να τα γεμίσουν, τα πλείστα κιβώτια δεν ήταν καλά γεμισμένα (δηλαδή 16-17 κιλά το κάθε ένα), επί 480 κιβώτια, γύρω στα 8.160,00 κιλά. Τις επόμενες τρεις ημέρες, από την 11.03.2013 μέχρι και την 13.03.2013, έκοβαν μόνοι τους οι εργάτες του ΜΕ3, και φόρτωσαν την 13.03.2013 ακόμα ένα φορτηγό 480 κιβώτια προς 18 κιλά το κάθε ένα, 8.640,00 κιλά. Την 15.03.2013 τον ειδοποίησε ο ΜΕ3 ότι έχει ακόμα περίπου 120 κιβώτια στο χωράφι και ο Εναγόμενος έστειλε οδηγό να τα πάρει, αλλά ο Ενάγων τους είπε να μην τα πάρουν, να κάνει διαλογή και μετά. Τελικά, έλεγξε λίγα και δεν έβρισκε μεγάλα πορτοκάλια και τους είπε να τα πάρουν. Έτσι, μεταφέρθηκαν ακόμα 120 κιβώτια με αυτοκίνητο Ford που χωρεί μόνον 60 γι' αυτό έγιναν δύο διαδρομές, συνολικά ακόμα 2.160,00 κιλά (120 κιβώτια προς 18 κιλά). Η συνολική ποσότητα ήταν γύρω στα 18.960,
- Η αξία των πορτοκαλιών που αποκόπηκαν με βάση την τιμή πώλησης των συγκεκριμένων πορτοκαλιών για χυμό, που ήταν 14-15σεντ το κιλό, δεν μπορούσε να ξεπερνά το ποσό των €2.844,
- Επειδή είχαν συμφωνήσει €3.000,00, πληρώθηκε εκείνο το ποσό, που όμως ο Ενάγων δεν παρέλαβε. Ο λόγος του ΜΥ1 ήταν ξεκάθαρος, σταθερός, με λογική συνοχή και ο ΜΥ1 δεν αντεξετάστηκε επί των συγκεκριμένων υπολογισμών του κατά τρόπο που να κλονιστεί η αξιοπιστία του, ούτε έχουν διαπιστωθεί στη μαρτυρία του αδυναμίες ή αντιφάσεις. Τα κιβώτια που χρησιμοποιήθηκαν ήταν δικά του, δηλαδή της εταιρείας του, και ήταν σε καλύτερη θέση να γνωρίζει τον αριθμό και τη χωρητικότητά τους, εφόσον δεν συμφωνήθηκε και δεν έγινε κάποια άλλη διαδικασία καταμέτρησης και ζύγισης. Η εκδοχή του συνάδει με την αδιαμφισβήτητη αντίδραση του Ενάγοντος να μην δεχθεί την επιταγή των €3.000,00, που συμφωνήθηκε, γιατί βασικά του δημιουργήθηκε η υποψία ότι αποκόπηκαν και μεγάλα πορτοκάλια ή «Ποιότητας Α». Είχε δει, ο Ενάγων, τα 2-3 πορτοκάλια σε κάποια κιβώτια που ήταν πιο μεγάλα, οπότε έκανε τη σχετική παρατήρηση, και στη συνέχεια έλεγξε τα τελευταία κιβώτια, επειδή είχε μια τέτοια υποψία. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ1 ως μαρτυρία της αλήθειας για τα γεγονότα που σχετίζονται με την αποκοπή. Όσον αφορά τη μη αποδοχή της επιταγής, παρόλο που η συμφωνία ήταν η πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος τοις μετρητοίς, ο λόγος για τον οποίον ο Ενάγων ανέφερε πως δεν αποδέχθηκε την επιταγή δεν ήταν ότι δεν συμφωνούσε με τον τρόπο αποπληρωμής (με επιταγή), αλλά με το ότι η επιταγή προέρχονταν από την εταιρεία του Εναγόμενου, ή και ότι δεν ήταν όλο το ποσό που, κατ' αυτόν, συμφωνήθηκε. Ο ΜΕ1 δεν έπεισε το Δικαστήριο ως προς τους λόγους που δεν αποδέχθηκε την πληρωμή με επιταγή. Η αναφορά πως επρόκειτο για επιταγή άγνωστης εταιρείας ήταν προφανής πρόφαση, εφόσον η πληρωμή με επιταγή κατά πάσα πιθανότητα θα ικανοποιούσε τη συμβατική υποχρέωση, ακόμα κι αν ο Ενάγων θεωρούσε την προσωπική εταιρεία του Εναγόμενου ως τρίτο πρόσωπο. Ενδεχομένως οι λόγοι να μην έχουν να κάνουν με το ότι πλήρωνε η εταιρεία και όχι ο Εναγόμενος προσωπικά, ούτε με το ύψος του ποσού, αλλά με το ότι η πληρωμή ήταν με επιταγή, που εάν ο Ενάγων αποδέχονταν, θα φαίνονταν η συναλλαγή του με τη συγκεκριμένη εταιρεία (για τον ίδιο λόγο που δεν ήθελε να υπογράψει έγγραφη συμφωνία, δεν ήθελε να λάβει και επιταγή από την εταιρεία), ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι άγνωστο κι αν η προσφορά της επιταγής από τον Εναγόμενο έγινε υπό όρους (π.χ. να υπάρξει εξόφληση), που ο Ενάγων δεν μπόρεσε να αποδεχθεί γιατί είχε την πεποίθηση ότι οφείλεται μεγαλύτερο ποσό, λόγω της αποκοπής και πορτοκαλιών «Ποιότητας Α», ως ήταν η υποψία του που τον οδήγησε να κάνει και διαλογή στα τελευταία κιβώτια. Εν πάση περιπτώσει, η συμφωνία, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ήταν να πληρωθεί το συμφωνηθέν ποσό τοις μετρητοίς. Δεν θεωρώ ότι, με την προσφορά της επιταγής από τον Εναγόμενο και τη μη αποδοχή της από τον Ενάγοντα (για οποιουσδήποτε δικούς του λόγους) επέρχεται, υπό όλες τις περιστάσεις, απαλλαγή από τη συμβατική υποχρέωση πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος. Όμως και η παράλειψη πληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος από τον Εναγόμενο ή την εταιρεία του, υπό τις περιστάσεις, με δεδομένη την προσφορά του ποσού σε επιταγή, και την εξήγηση των λόγων (δεν διαθέτει προσωπικό βιβλιάριο επιταγών), και ένεκα του ότι δεν δόθηκε έμφαση από τα μέρη στον τρόπο πληρωμής ως να ήταν ένας ουσιώδης όρος, δεν απολήγει σε παράβαση της συμφωνίας. Σύνοψη ευρημάτων Συνοψίζοντας τα ευρήματα που προκύπτουν από την αποδεκτή μαρτυρία και τα γεγονότα που συνομολογούνται και συνθέτουν το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο κινείται το Δικαστήριο: Κατά τις αρχές Μαρτίου του 2013, ο Ενάγων, που σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν δικαιούχος πορτοκαλεώνα, συμφώνησε με τον Εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της προσωπικής εταιρείας του [] και κατά τρόπο που δεν εξαιρείται της ευθύνης έναντι στον Ενάγοντα, την αγορά της παραγωγής πορτοκαλιών «Μέρλιν» για χυμοποίηση, έναντι τιμήματος €3.000,00, που θα πληρώνονταν σε μετρητά μετά την αποκοπή. Από την πωλούμενη παραγωγή εξαιρούνταν τα πορτοκάλια μεγάλου μεγέθους ή «Ποιότητας Α», που ήταν κατάλληλα για βρώση, τα οποία θα έμεναν πάνω στα δέντρα. Για τον σκοπό αυτό, παρών κατά τη διαδικασία της αποκοπής θα ήταν και ο Ενάγων δια του επιστάτη του, ο οποίος θα καθόριζε τα πορτοκάλια που δεν θα έπρεπε να αποκοπούν. Χρησιμοποιήθηκαν κιβώτια που έφερε ο Εναγόμενος, μέγιστης χωρητικότητας 18 κιλά το καθένα. Την 10.03.2013, κόπηκαν και φορτώθηκαν 480 κιβώτια (12 παλέτες x 40 κιβώτια) μη καλά γεμισμένα, με 17 κιλά το κάθε ένα. Τις επόμενες τρεις ημέρες, από την 11.03.2013 μέχρι και την 13.03.2013, αποκόπηκαν και την 13.03.2013 φορτώθηκαν ακόμα 480 κιβώτια, με 18 κιλά το κάθε ένα. Την 15.03.2013, φορτώθηκαν ακόμα 120 κιβώτια 18 κιλά το κάθε ένα. Η συνολική ποσότητα πορτοκαλιών που αποκόπηκαν ήταν γύρω στα 18.960,
- Η αξία των πορτοκαλιών που αποκόπηκαν με βάση την τιμή πώλησης των συγκεκριμένων πορτοκαλιών για χυμό, προς 15σεντ το κιλό, ήταν €2.844,
- Κατά τη διάρκεια της αποκοπής, ο Ενάγων ήταν με την υποψία πως είχαν αποκοπεί και μεγάλα πορτοκάλια, κάτι το οποίο, όμως, δεν φαίνεται να συνέβη, οπότε, όταν τελείωσε η διαδικασία της αποκοπής και ο Εναγόμενος του έδωσε επιταγή της εταιρείας του για το ποσό των €3.000,00, ο Ενάγων δεν την αποδέχθηκε, με την πρόφαση ότι στην επιταγή αναγράφονταν το όνομα άγνωστης εταιρείας. Συμπεράσματα και κατάληξη Έχοντας καταλήξει στα πιο πάνω αναφερόμενα ευρήματα, προκύπτει και πως ο Ενάγων δεν απέδειξε πως δικαιούται σε αποζημιώσεις από τον Εναγόμενο για μη εκπλήρωση ή για αντισυμβατική συμπεριφορά που απολήγει σε παράβαση σύμβασης ή αναφορικά με κάποια απολεσθείσα αξία πορτοκαλιών «Ποιότητας Α». Το συμφωνηθέν τίμημα, όμως, των €3.000,00, δεν πληρώθηκε, και δεν υπήρξε απαλλαγή από τη συμβατική υποχρέωση πληρωμής του, με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Ενάγων μπορεί να διεκδικεί την πληρωμή του ποσού που ήταν πληρωτέο με βάση τη συμφωνία (action in debt). Αυτό το ποσό θα επιδικαστεί προς όφελος του Ενάγοντος, ως επαρκής θεραπεία του. Όσον αφορά την απαίτηση του Ενάγοντος για τα έξοδα της διαδικασίας, υπάρχει εισήγηση της πλευράς του Εναγόμενου πως, σε περίπτωση κατάληξης σαν αυτήν, τα έξοδα της διαδικασίας δεν θα πρέπει να επιβαρύνουν τον Εναγόμενο, εφόσον ο Εναγόμενος προσέφερε το ποσό που θεωρούσε οφειλόμενο με επιταγή, ο Ενάγων δεν το αποδέχθηκε, ενώ μπορούσε να το αποδεχθεί, και δεν χρειάζονταν αγωγή για τη διεκδίκησή του. Με αυτή τη λογική, είναι η θέση, μπορεί οποιοσδήποτε να μην αποδέχεται την πληρωμή που γίνεται, και να εγείρει αγωγή, για να διεκδικεί και έξοδα. Τα έξοδα της διαδικασίας στα οποία υποβλήθηκε ο Ενάγων, όμως, δεν ήταν μόνον το αποτέλεσμα της δικής του άρνησης να δεχθεί την πληρωμή με επιταγή - ενώ συμφωνήθηκε η πληρωμή να γίνει σε μετρητά - ή της πεποίθησής του ότι δικαιούται σε περισσότερα, ως προς την απόδειξη της οποίας απέτυχε. Και ο Εναγόμενος ή η εταιρεία του δεν φαίνεται να επέμειναν στην εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης για πληρωμή και ικανοποίηση του Ενάγοντος, ενώ έλαβαν τα πορτοκάλια, και ήταν γνωστό ότι ο Ενάγων δεν ενήργησε χαριστικά, είχε να παίρνει, και δεν είχε εγκαταλείψει την απαίτησή του. Επίσης, δεν τερματίστηκε η συμφωνία με τον Ενάγοντα, λόγω παράλειψης του Ενάγοντος να αποδεχθεί την παροχή του Εναγόμενου ή της εταιρείας του, δηλαδή την πληρωμή. Ο Ενάγων κίνησε την αγωγή και αναμένει την εκδίκασή της για αρκετά χρόνια, παρά την προχωρημένη ηλικία του, για να μπορέσει να εισπράξει το λαβείν του. Αντιμετώπισε, μάλιστα, ισχυρισμούς του Εναγόμενου που συνιστούσαν έντονη προσπάθεια αποφυγής του χρέους. Το αίτημα του Εναγόμενου ήταν να απορριφθεί η αγωγή. Δεν δέχθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο απόφαση για το ποσό των €3.000,00, παρά το γεγονός πως, όπως λέει και ο συνήγορός του, είχε προσφέρει αυτό το ποσό στον Ενάγοντα, και δηλώνει τώρα έτοιμος για την πληρωμή του. Ο Ενάγων προκλήθηκε και έπρεπε να μπει σε διαδικασία να αποδείξει πως δικαιούται το ποσό των €3.000,00, υποκείμενος στον κίνδυνο να μην καταφέρει να το πράξει, λόγω των εγγενών αποδεικτικών δυσκολιών που επιφέρει, μεταξύ άλλων, το πέρασμα του χρόνου. Εάν ήταν η κοινή επιθυμία των μερών να επιλύσουν τη μεταξύ τους διαφορά ανέξοδα, χωρίς να δεσμεύονται και από τους κανόνες της δικαστικής διαδικασίας, θα μπορούσαν να το πράξουν. Δόθηκαν οι ευκαιρίες και από το Δικαστήριο, οι διάδικοι να καθορίσουν ή διαμορφώσουν οι ίδιοι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, όπως οι ίδιοι θέλουν. Αμφότερες οι πλευρές επέλεξαν τελικά τη δικαστική επίλυση. Δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο εάν ο Εναγόμενος πλήρωσε στο Δικαστήριο (payment into court) το ποσό των €3.000,00, ώστε τα έξοδα που δημιουργήθηκαν μετά από τέτοια κατάθεση να επιδικαστούν προς όφελός του. Υπήρχε η δυνατότητα. Δεν θεωρώ ότι θα πρέπει, υπό το σύνολο των περιστάσεων, να υπάρξει εξαιρετική απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποίαν έχουν προκύψει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €3.000,00, πλέον νόμιμος τόκος, πλέον για τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ (subject: civil jurisdiction/other actions/final judgement αναφορά: contract-payment-action in debt) [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [2] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
- [3] Άρθρο 25 περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [4] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Κεφ.
- [5] Άρθρο 142 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [6] N & J Vlassopulos Ltd v Ney Shipping Ltd, The Santa Carina [1977] 1 Lloyd's Rep 478, CA. [7] Άρθρα 191-193 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, Hutchinson v Tatham
(1873)LR 8 CP 482, Southwell v Bowditch
(1876)1 CPD 374, CA, Hobhouse v Hamilton
(1826)1 Hog 401, Franklyn v Lamond
(1847)4 CB 637, Wakefield v Duckworth & Co [1915] 1 KB 218, CA. [8] Anglo Overseas Transport Ltd v Titan Industrial Corpn (United Kingdom) Ltd [1959] 2 Lloyd's Rep 152, Perishables Transport Co Ltd v N Spyropoulos (London) Ltd [1964] 2 Lloyd's Rep 379. [9] Halsbury's Laws of England/Agency (Volume 1
(2017))/7. Relations between Agent and Third Persons/
(1)Liabilities of Agent/(i) On Contracts/
- Identity of principal disclosed. [10] Bridges and Salmon Ltd v The Swan (Owner), The Swan [1968] 1 Lloyd's Rep
- [11] Άρθρο 186 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- [12] Άρθρο 190 § 2(β) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο