← Κύπρος

B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. Ε. Χ. κ.α., Αγωγή αρ. 3306/2014, 7/11/2022

B2KAPITAL CYPRUS LTD ν. Ε. Χ. κ.α., Αγωγή αρ. 3306/2014, 7/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3306/2014 B2KAPITAL CYPRUS LTD Ενάγουσα v.

  1. Ε. Χ.
  2. Α. Χ.
  3. Χ. Κ.
  4. Γ. Μ. Εναγόμενοι Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Επ. Κορακίδης μαζί με Ελ. Κορακίδου (κα) για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Θ. Χατζηστερκώτης για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, δημοσιεύεται κατόπιν αιτήματος της πλευράς της Ενάγουσας στο οποίο δεν υπήρξε ένσταση, και με σχετική επεξεργασία) Η Ενάγουσα, εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων που εξαγόρασε την επίδικη απαίτηση από την Bank of Cyprus Public Co Ltd στα ελληνικά Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, τράπεζα που απέκτησε τα συμβατικά δικαιώματα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (προηγούμενα Marfin Popular Bank Public Co Ltd), αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων ποσό €10.105,26, πλέον τόκο προς 14% ετησίως επί του ποσού των €9.587,03 από την 24.06.2014 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, ως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου που ανοίχθηκε στο όνομα της Εναγόμενης 1 βάσει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 20.08.2009, υπό τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 2, 3 και
  5. Το δάνειο που χορηγήθηκε από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd στην Εναγόμενη 1 ήταν για ποσό €13.000,00, πληρωτέο με 84 μηνιαίες δόσεις εκ €217,68 έκαστη, από 12.09.2009 μέχρι εξόφλησης, και η διευκόλυνση θα χρεώνονταν με τόκο, όπως προνοείται σ' αυτήν. Είναι η θέση της Ενάγουσας, που προωθεί τη σχετική απαίτηση, πως η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώσει συμφωνημένες δόσεις, με αποτέλεσμα τη δημιουργία καθυστερήσεων στον λογαριασμό δανείου, οπότε η Τράπεζα, με επιστολές της ημερομηνίας 20.08.2009 και 18.11.2013 ενημέρωσε τους Εναγόμενους σχετικά με τις καθυστερήσεις, προειδοποιώντας τους για τη λήψη μέτρων, και την 04.02.2014 τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου και απαίτησε την πληρωμή του, πλην όμως, χωρίς οποιαδήποτε ανταπόκριση μέχρι σήμερα. Η Εναγόμενη 1 και οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, με ξεχωριστά δικόγραφα, αρνήθηκαν την απαίτηση της Ενάγουσας, για διάφορους λόγους που εξέθεσαν διαζευκτικά, και που, κατά την ακρόαση, περιορίστηκαν τελικά στο ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, σε συνάρτηση με τη νομιμότητα των χρεώσεων που καταχωρίστηκαν από την Τράπεζα στον λογαριασμό δανείου και με ό,τι είχε συμφωνηθεί από τα μέρη. Παρεμβάλλεται πως, ο συνήγορος των Εναγόμενων θέτει, στην αγόρευσή του, ζήτημα νομιμοποίησης της Ενάγουσας να συνεχίζει την αγωγή. Όμως, η ειδοποίηση που καταχωρίστηκε με βάση τον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 169(Ι)/2015 δεν παραμερίστηκε, ούτε ζητήθηκε οποτεδήποτε ο παραμερισμός της, συνεπώς ούτε και δόθηκε οποτεδήποτε η ευκαιρία στην Ενάγουσα να ακουστεί επί μιας τέτοιας θέσης, που μόνον στην αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόμενων τέθηκε. Στο στάδιο της ακρόασης της αγωγής, το Δικαστήριο ακούει τη μαρτυρία επί της ουσίας της διαφοράς. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί ευλόγως στην αμφιβολία ότι οι δικηγόροι που καταχώρισαν την σχετική ειδοποίηση δεν ήταν και εξουσιοδοτημένοι να το πράξουν. Για την απόδειξη της απαίτησής της, η Ενάγουσα προσκόμισε μαρτυρία από τον κύριο Α.Κ. (ΜΕ1) και τον κύριο Α. Β. (ΜΕ2), που αμφότεροι αντεξετάστηκαν από τον συνήγορο των Εναγόμενων. Οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν, καταθέτοντας στο Δικαστήριο γραπτώς το σύνολο της επιχειρηματολογίας τους. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Ο ΜΕ1, υπάλληλος της Ενάγουσας και υπεύθυνος του επίδικου λογαριασμού, που είχε στην κατοχή του τα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση, υιοθέτησε γραπτή δήλωσή του για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του[1] (Έγγραφο Α), και προέβη στην κατάθεσή τους. Κατέθεσε: - βεβαίωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 20.11.2017 σε σχέση με την άδεια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 1), - πιστοποιητικό μετονομασίας της Marfin Popular Bank Public Co Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd το 2012 (Τεκμήριο 2), - αντίγραφο του διατάγματος του Διοικητική της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 29.03.2013 που αναφέρεται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ΚΔΠ104/2013 (Τεκμήριο 3), - βεβαίωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 09.12.2016 σε σχέση με την άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών της Bank of Cyprus Public Co Ltd κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 4), - κατάλογο εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων που αδειοδοτήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (Τεκμήριο 5), - πιστό αντίγραφο της άδειας λειτουργίας της Ενάγουσας ως εταιρείας εξαγοράς ημερομηνίας 10.05.2018 (Τεκμήριο 6), - το έγγραφο της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 20.08.2009, μεταξύ της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και της Εναγόμενης 1, στο οποίο υπάρχουν ενσωματωμένες οι συμφωνίες εγγύησης των Εναγόμενων 2, 3 και 4 ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 7), αναφέροντας, ο μάρτυρας, πως ο λογαριασμός δανείου αρχικά είχε αριθμό [] και μετέπειτα αριθμό [], - έγγραφο συγκατάθεσης της πρωτοφειλέτριας για την αποκάλυψη πληροφοριών για την οικονομική της κατάσταση προς τους εγγυητές ημερομηνίας 20.08.2009 (Τεκμήριο 8), - επιστολές προς τους προτιθέμενους εγγυητές ημερομηνίας 20.08.2009 (Τεκμήρια 9, 10, 11), - δηλώσεις των εγγυητών ημερομηνίας 20.08.2009 ότι δεν επιθυμούν να λάβουν νομική συμβουλή (Τεκμήρια 12, 13, 14), - επιστολές της Bank of Cyprus Public Co Ltd προς την πρωτοφειλέτρια και τους εγγυητές ημερομηνίας 18.11.2013 (Τεκμήριο 15α-δ), - επιστολές της Bank of Cyprus Public Co Ltd προς την πρωτοφειλέτρια και τους εγγυητές ημερομηνίας 04.02.2014 (Τεκμήριο 16α-δ), σε σχέση με τις οποίες, όπως αναφέρει ο μάρτυρας, δεν υπήρξε ανταπόκριση από τους Εναγόμενους, - επιστολές από την Bank of Cyprus Public Co Ltd προς την πρωτοφειλέτρια και τους εγγυητές ημερομηνίας 14.05.2020 σε σχέση με την εξαγορά της πιστωτικής διευκόλυνσης από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 17α-δ), - επιστολές της Ενάγουσας προς την πρωτοφειλέτρια και τους εγγυητές ημερομηνίας 13.05.2020 σε σχέση με την εξαγορά της πιστωτικής διευκόλυνσης (Τεκμήριο 18α-η), - αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού δανείου συνοδευόμενες από πιστοποιητικό ότι αποτελούν μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας[2] που υπογράφει ο μάρτυρας (Τεκμήριο 19), που αναφέρει πως, με την εξαγορά της επίδικης διευκόλυνσης από την Ενάγουσα, τα τραπεζικά βιβλία της Bank of Cyprus Public Co Ltd που τηρούνταν σε φυσική μορφή ή σε ηλεκτρονική μορφή και αφορούσαν τις πιστώσεις που εξαγόρασε η Ενάγουσα, παραχωρήθηκαν στην Ενάγουσα και αποτελούν πλέον μέρος του αρχείου της επιχείρησης της Ενάγουσας, και - αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 20), που ανέφερε πως έχει ετοιμάσει ο ίδιος, αφαιρώντας χρεώσεις πλην της επιβολής τόκου και χωρίς οποιαδήποτε αύξηση του επιτοκίου, με υπολογισμό του τόκου με χρήση ως διαιρέτη του ημερολογιακού έτους που αποτελείται από 365 ή 366 (δίσεκτα έτη) ημέρες. Στην αναδομημένη κατάσταση, όπως εξηγεί, από την 08.05.2020, ημερομηνία εξαγοράς, το επιτόκιο μειώθηκε σε 8% ετησίως. Κατά την αντεξέταση του, ο μάρτυρας ανέφερε, ερωτώμενος σχετικά, πως το τραπεζικό αρχείο περιλαμβάνει όλες τις χρεωπιστώσεις στον λογαριασμό, και σήμερα είναι στον έλεγχό του, έχει πρόσβαση, και μπορεί να εκτυπώσει οτιδήποτε χωρίς περιορισμό. Τα επιμέρους έγγραφα, που συνιστούν «αποδεικτικά στοιχεία», όπως ήταν η έκφραση που χρησιμοποίησε ο συνήγορος των Εναγόμενων, φυλάγονται σε άλλο αρχείο, όχι στο ηλεκτρονικό. Η μαρτυρία του, όπως ανέφερε, βασίζεται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως δεν υπάρχουν αποδείξεις για τις καταχωρίσεις στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε, και ο μάρτυρας εξήγησε πως οι πράξεις που είναι καταχωρισμένες έγιναν στο παρελθόν και φαίνονται ποιες είναι, αλλά όσον αφορά τις χρεώσεις, μόνον οι χρεώσεις τόκων υπάρχουν, που υπολογίστηκαν με βάση το συμβατικό επιτόκιο, δηλαδή με το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, πλέον την προσαύξηση, χωρίς να χρεωθεί τόκος υπερημερίας. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε προφανώς στο Τεκμήριο 20, που είναι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, δείχνοντας, μέσα από τις απαντήσεις του, πως περιορίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας στο υπόλοιπο του Τεκμηρίου
  6. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως το επιτόκιο που χρησιμοποίησε για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 20 είναι λανθασμένο, θέση με την οποία διαφώνησε. Όσον αφορά τον διαιρέτη, για τον υπολογισμό του τόκου, ανέφερε πως, μέχρι την 31.12.2014, χρησιμοποιούνταν το εμπορικό έτος με 360 ημέρες, και από τη 31.12.2015 το ημερολογιακό έτος με 365 και 366 στα δίσεκτα έτη. Ο μάρτυρας δεν αποδέχθηκε τη θέση του συνηγόρου των Εναγόμενων πως ο υπολογισμός του επιτοκίου με βάση τις 360 ημέρες δεν επιτρέπει στον καταναλωτή να πληροφορείται το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο και ότι δημιουργείται πρόσθετη επιβάρυνση, απαντώντας πως, μέχρι την 31.12.2014, ήταν νόμιμη η χρήση του. Ανέφερε πως δεν γνωρίζει τι είναι τοκοχρεωλυτική μέθοδος κ.λπ., στο υπόλοιπο καταλήγει με βάση πρόγραμμα που υπάρχει και υπολογίζει τους τόκους, και δεν είναι εφικτός ο υπολογισμός τους με υπολογιστική μηχανή. Ο συνήγορος των Εναγόμενων έβαλε στη διαδικασία τον μάρτυρα να κάνει υπολογισμούς μαθηματικών πράξεων εντός της αίθουσας. Ως αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής, προκλήθηκε σύγχυση στον μάρτυρα, που απλώς επικαλέστηκε το αυτόματο σύστημα υπολογισμού, εξηγώντας τη διαδικασία που ακολούθησε για να παραχθεί το Τεκμήριο
  7. Τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν αυτά που έδιδε ήδη το αρχείο, και το Τεκμήριο
  8. Εξήγησε την κεφαλαιοποίηση. Έγινε προσπάθεια να του υποβληθεί πως η μέθοδος είναι λανθασμένη και διαφώνησε. Εξήγησε όλες τις χρεώσεις για τις οποίες ερωτήθηκε. Στις καταχωρίσεις που υπάρχουν στο Τεκμήριο 20 την 31.12.2020, αναφέρθηκε ότι έγινε λάθος, καθότι αναφέρεται και μία κατάθεση την 31.12.2020 μετά την χρέωση τόκων την 03.01.
  9. Ο συνήγορος των Εναγόμενων, χρησιμοποιώντας το λάθος, υπόβαλε στον μάρτυρα πως είναι και το υπόλοιπο λάθος και η όλη κατάσταση λογαριασμού αναξιόπιστη. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως, με βάση έγγραφο που υπάρχει (Τεκμήριο 21), φαίνεται και μια αύξηση €700,00 σε 17 ημέρες από την 06.06.2014, που άλλαξε ο λογαριασμός, μέχρι την 23.06.
  10. Ο μάρτυρας εξήγησε με βάση τις αρχικές αναλυτικές καταστάσεις του Τεκμηρίου 19, μετά από μελέτη τους για αρκετά λεπτά, πώς προκύπτουν τα ποσά που αναφέρθηκαν στα διάφορα έγγραφα, περιλαμβανομένων των εγγράφων που δόθηκαν για σκοπούς έγερσης αγωγής. Στις επιστολές τερματισμού, είναι η θέση του, αναφέρεται το ποσό και οι τόκοι που προστίθενται, το ορθό υπόλοιπο όμως είναι αυτό που αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού. Το Τεκμήριο 21, όπως είπε, δεν είναι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, για να φαίνεται η συνέχεια, το υπόλοιπο κατά την 23.06.2014 είναι αυτό που φαίνεται στο Τεκμήριο
  11. Ο μάρτυρας ανέφερε πως θεωρεί ορθό το Τεκμήριο 19, στη βάση του οποίου προέκυψε και το Τεκμήριο
  12. Για την αναδόμηση, ξεκίνησε από το άνοιγμα του λογαριασμού. Αρνήθηκε την υποβολή πως δεν μπορεί να αποδείξει το υπόλοιπο με τα υφιστάμενα έγγραφα. Κατά την επανεξέτασή του, ο μάρτυρας διευκρίνισε πως δεν παρέλειψε κάποια πίστωση όταν ετοίμαζε το Τεκμήριο 20 με βάση το Τεκμήριο
  13. Ο ΜΕ2, λειτουργός της Ενάγουσας αναφορικά με υποθέσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων που οδηγούνται στα δικαστήρια, κατέθεσε επίσης γραπτή δήλωση, για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασής του[3] (Έγγραφο Β), αναφέροντας σε αυτήν πως και ο ίδιος γνωρίζει τα γεγονότα και έχει στην κατοχή του έγγραφα. Κατέθεσε: - τους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς της Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Τεκμήριο 22), στους οποίους παραπέμπει η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 20.08.2009 και τον Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων που ίσχυε κατά τη σύναψη της συμφωνίας (Τεκμήριο 23), - αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ο ίδιος, χωρίς οποιαδήποτε χρέωση, πλην της επιβολής τόκου, χωρίς οποιαδήποτε αύξηση τόκου, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, με χρήση του ημερολογιακού έτους 365/366, λαμβάνοντας υπόψη μόνον τις πιστώσεις που αναφέρονται στις αρχικές καταστάσεις, και με χρήση του 8% από την 08.05.2020, που είναι η ημερομηνία εξαγοράς (Τεκμήριο 24). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 24, όπως ανέφερε ο μάρτυρας αυτός, το υπόλοιπο του δανείου, την 31.12.2021, ήταν €18.998,32, ποσό στο οποίο περιορίζεται η αξίωση της Ενάγουσας, με τόκο προς 8% ετησίως από την 01.01.
  14. Αντεξετάστηκε και ο ΜΕ2 εκτενώς σε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Οι αναδομημένες καταστάσεις που ετοίμασε, όπως αναφέρει, βασίστηκαν στο ηλεκτρονικό αρχείο και στο τραπεζικό βιβλίο. Έγιναν με σκοπό να περιοριστούν τα όποια επίδικα θέματα, όπως παραδείγματος χάριν χρεώσεις, που ίσως θεωρούνται υπερβολικές, παρόλο που οι όποιες χρεώσεις που έγιναν, είπε, ήταν σύμφωνα με τα έγγραφα που έχουν υπογραφθεί, έχουν γίνει σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και τους καταλόγους χρεώσεων. Εισήγαγε στον υπολογιστή τις πληροφορίες που χρειάζεται, λαμβάνοντάς τες από το Τεκμήριο 19, και παράχθηκε η αναδομημένη κατάσταση, αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις, όπως τα ασφάλιστρα ζωής που είχαν χρεωθεί, ασχέτως εάν ο ίδιος θεωρεί πως τις δικαιούται η Ενάγουσα, κράτησε το επιτόκιο στο συμβατικό, δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε αύξηση του επιτοκίου παρόλο που υπήρξαν αυξήσεις του βασικού επιτοκίου σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις στην εφημερίδα, μείωσε το επιτόκιο στο 8% από το 10,5% όταν η συγκεκριμένη διευκόλυνση μεταφέρθηκε στην Ενάγουσα, εξ ου και το υπόλοιπο ήταν €22.506,65 και κατά την ίδια περίπου περίοδο το 2020 ήταν €16.885,88, περίπου €4.000,00 πιο κάτω. Ακολουθείται η ίδια μέθοδος με την κεφαλαιοποίηση, όπως ανέφερε, γίνεται δύο φορές τον χρόνο, κάθε κατάθεση πάει έναντι του κεφαλαίου, οι τόκοι κρατούνται κάπου στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και κεφαλαιοποιούνται. Το «σύστημα» στο οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυρας, όπως διευκρίνισε, είναι απλά μία Excel, δική του. Το Τεκμήριο 20 είναι από διαφορετικό σύστημα, το Τεκμήριο 24 είναι από την Excel. Έγινε επίσης προσπάθεια σύγχυσης και του συγκεκριμένου μάρτυρα από τον συνήγορο των Εναγόμενων, με διενέργεια μαθηματικών πράξεων την ώρα της δίκης, οπότε ο μάρτυρας απάντησε, κάποια στιγμή: «δεν γίνεται να κάνω την πράξη που ζητείτε γιατί είναι λανθασμένα τα δεδομένα, μου έχεις υποβάλει να κάνω μια πράξη για να φέρει άλλο αποτέλεσμα και δεν στηρίζεται στον τρόπο υπολογισμού». Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως ο ανατοκισμός και η κεφαλαιοποίηση γίνονταν τέσσερις φορές τον χρόνο, και ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο κεφαλαιοποίησης, με βάση το Τεκμήριο 19, και την χρήση των "value dates". Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως χρησιμοποίησε την τοκοχρεωλυτική μέθοδο, ο μάρτυρας διαφώνησε, λέγοντας πως εκείνη είναι κάτι διαφορετικό. Υποβλήθηκε στον ίδιο πως θα έπρεπε να χρεώνονταν το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και ο μάρτυρας απάντησε πως κάθε τράπεζα έχει το δικό της βασικό επιτόκιο και επηρεάζεται από τα αντίστοιχα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, χωρίς η τελευταία να καθορίζει τα βασικά επιτόκια των τραπεζών, τα οποία ρυθμίζονται από τις συμφωνίες με τους πελάτες τους, όπως στην προκειμένη περίπτωση, χρησιμοποιήθηκε ό,τι προβλέπονταν στη συμφωνία. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως οι αρχικοί λογαριασμοί είναι ελλιπείς γιατί δεν έχουν συνέχεια, εφόσον σταματούν το 2016, ο μάρτυρας διαφώνησε με την έλλειψη συνέχειας, αναφέροντας πως έχουν αποτυπωθεί στις καταστάσεις λογαριασμού όλες οι πράξεις. Ακούγεται μαρτυρία μόνον σε σχέση με τα θέματα που αμφισβητούνται και πρέπει να αποφασιστούν. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά και οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[4], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[5]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, η Ενάγουσα φέρει το βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, τη σύναψη των επίδικων πιστωτικών συμφωνιών, τους όρους τους, την παραβίαση συγκεκριμένων συμβατικών όρων, τον επακόλουθο τερματισμό, και το οφειλόμενο υπόλοιπο[6]· επίσης, τη σύναψη και το περιεχόμενο των συμφωνιών εξασφαλίσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εναγόμενοι δεν επέμειναν στην αμφισβήτηση της σύναψης των συμφωνιών δανείου και εγγυήσεων, με τους όρους που περιέχονται σε αυτές (Τεκμήριο 7), ότι η Εναγόμενη 1 δεν πλήρωσε όλες τις συμφωνημένες δόσεις, και ότι η Ενάγουσα τερμάτισε τη διευκόλυνση λόγω των καθυστερήσεων. Αμφισβητήθηκε το υπόλοιπο και η μαρτυρία που ακούστηκε εστιάστηκε σε αυτό. Συναφώς αναφέρεται πως, σύμφωνα με το άρθρο 36 § 1(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, σε οποιαδήποτε πολιτική διαδικασία, εάv τo αμφισβητoύμεvo ζήτημα συvίσταται εv όλω ή εv μέρει εκ ζητημάτωv λoγαριασμώv, τo Δικαστήριov μπορεί, σε οποιονδήποτε χρόνο, vα διατάξει όπως η όλη διαφoρά ή θέμα, ή οποιοδήποτε ζήτημα ή αμφισβητούμενο πραγματικό γεγovός δικαστεί εvώπιov ειδικoύ ή απλoύ διαιτητή, που θα συμφωνηθεί από τους διαδίκους, ή σε περίπτωση ασυμφωνίας τους, που ορίζεται από το Δικαστήριο ή εvώπιov επισήμoυ διαιτητή ή υπαλλήλoυ τoυ Δικαστηρίoυ. Αυτό γιατί τα ζητήματα που αφορούν λογαριασμούς ή τη λογιστική ορθότητα χρεωστικών υπολοίπων μακροχρόνιων σχέσεων με συνεχή χρεωπιστωτική ροή, τις περισσότερες φορές, δεν είναι κατάλληλα για εξέταση εντός της δικαστικής αίθουσας ή σε περιβάλλον δικαστηρίου, χωρίς τα απαραίτητα μέσα, διαθέσιμο χρόνο, και συνεχή δυνατότητα αναδρομής σε δεδομένα, βάσει των οποίων μπορούν να γίνονται πράξεις και υπολογισμοί. Η αξιοπιστία των μαρτύρων που καταθέτουν καταστάσεις λογαριασμών, που προκύπτουν στο πλαίσιο λειτουργίας μιας συμβατικής σχέσης, δεν προσεγγίζεται με την υποβολή των μαρτύρων σε μαθηματικές ασκήσεις, για να διαπιστωθεί η ικανότητά τους σε υπολογισμούς, και, αντιπαραβολικά προς αυτήν, να κριθεί και η ορθότητα των αφαιρέσεων ή των προσθέσεων ή οποιωνδήποτε άλλων πράξεων περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμών. Δεν είναι αναξιόπιστος ένας μάρτυρας επειδή το μυαλό του, την ώρα της δίκης, δεν λειτουργεί όπως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής. Όπως δεν είναι για τον λόγο αυτό αναξιόπιστοι οι ΜΕ1 και ΜΕ
  15. Ασφαλώς, ο μάρτυρας που καταθέτει μια κατάσταση λογαριασμού μέσα από την οποία προσπαθεί να εξηγήσει το οφειλόμενο ποσό, θα πρέπει να εξηγεί τι περιέχει και πώς γίνονται οι διάφοροι υπολογισμοί, για να καταστεί κατανοητό στο Δικαστήριο πώς προκύπτει το υπόλοιπο που διεκδικείται με βάση αυτήν. Η λογιστική ανακρίβεια ή το λάθος, θα πρέπει να υποδεικνύονται, ώστε να τυγχάνουν διόρθωσης, να μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο σε ορθά δεδομένα. Το Δικαστήριο δεν υπολογίζει το οφειλόμενο υπόλοιπο βάσει κατάστασης λογαριασμού, αλλά βάσει της σύμβασης, ως προς την οποία η τήρηση κατάστασης λογαριασμού από τον συμβαλλόμενο λειτουργεί βοηθητικά. Λέχθηκαν πολλά, και από τον συνήγορο των Εναγόμενων στην αγόρευσή του, για τον τρόπο με τον οποίον η Ενάγουσα υπολόγισε το χρέος, μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασαν οι μάρτυρές της. Η επίδικη συμφωνία είναι συμφωνία που, όπως άλλωστε αναφέρεται ξεκάθαρα σ' αυτήν, ρυθμίζεται από τη νομοθεσία περί καταναλωτικής πίστης (regulated consumer credit agreement). Κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ήταν σε ισχύ ο περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμος 39(Ι)/2001, ως είχε τροποποιηθεί μέχρι τον Νόμο 92(Ι)/2007, και έπειτα μέχρι τον Νόμο 107(Ι)/2010, που περιόρισε την εμβέλειά του σε άλλες πιστωτικές συμφωνίες, ενόψει της θέσπισης του εναρμονιστικού περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου 106(Ι)/
  16. Ήταν σε ισχύ και το σχετικό κοινοτικό πλαίσιο που θέτει τις βασικές αρχές που συνιστούν το ιδιαίτερο κεφάλαιο της προστασίας της καταναλωτικής πίστης. Στις ρυθμισμένες από τον νόμο συμφωνίες (ως ίσχυε ο Νόμος 39(Ι)/2001 και δεν εξαιρούσε την επίδικη κατά τη σύναψή της), είτε είναι συμφωνίες δανείου είτε είναι συμφωνίες ενοικιαγοράς, υπάρχει το «κόστος πίστωσης» (το σύνολο όλων των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων και λοιπών εξόδων, τις οποίες ο καταναλωτής καλείται να πληρώσει για την πίστωση που του παραχωρείται) και το «συνολικό ετήσιος ποσοστό επιβάρυνσης» (ΣΕΠΕ) (το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του ποσού της παρεχόμενης πίστωσης το οποίο εξισώνει σε ετήσια βάση την παρούσα αξία του συνόλου των τρεχουσών ή μελλοντικών υποχρεώσεων που έχουν συμφωνηθεί από τον πιστωτή και τον καταναλωτή) που υπολογίζεται σύμφωνα με τύπο και με βάση κριτήρια που καθορίζονται στον νόμο. Το κόστος πίστωσης και το ΣΕΠΕ αποκαλύπτονται στη συμφωνία, με τρόπο διαφανή, για την προστασία του καταναλωτή, κατ' επέκταση συμφωνούνται. Ακριβώς, για να αποφεύγεται η αδιαφάνεια και η έλλειψη κατανόησης ως προς το τι πράττει ο πιστωτής σε σχέση με την χρέωση των διαφόρων τόκων και εξόδων του. Είναι δυνατόν να μεταβάλλεται το κόστος πίστωσης κατά τη διάρκεια της σχέσης, όπως προβλέπεται και στη συμφωνία (εάν, λόγου χάριν, μεταβάλλεται το ΒΕΤ ή το περιθώριο ή η διάρκεια αποπληρωμής ή το ύψος των δόσεων, κ.λπ.), αλλά ο καταναλωτής θα πρέπει να το γνωρίζει σε κάθε περίπτωση. Είναι, θα μπορούσε να λεχθεί, ένα ισχυρό όπλο γι' αυτόν το συνολικό κόστος πίστωσης που εκτίθεται στη συμφωνία, το οποίο θα πρέπει να αντιπαραβάλλει έναντι σε αξίωση του πιστωτή που εικάζει πως το υπερβαίνει. Είναι και ό,τι σημαντικό διακρίνει αυτή την πιστωτική συμφωνία από άλλες δανειακές συμβάσεις, οι οποίες προβλέπουν απλώς και μόνον τον τοκισμό και τον τρόπο τοκισμού της διευκόλυνσης. Παρόλο που η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 είναι βάσει της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε, και δεν φάνηκε στο Δικαστήριο γενικά αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στους υπολογισμούς του Τεκμηρίου 20 με ασφάλεια, καθότι ο ΜΕ1 δεν υποστήριξε την ορθότητά του, κατά τη διάρκεια της κάπως επίμονης αντεξέτασής του. Αντ' αυτού, προσκομίστηκε από την Ενάγουσα το Τεκμήριο 24 δια του ΜΕ
  17. Όσον αφορά το Τεκμήριο 24, δεν ήταν αρκετά ξεκάθαρες οι απαντήσεις του ΜΕ2, κατά την αντεξέτασή του, ως προς τον υπολογισμό του τόκου και την χρέωσή του στον λογαριασμό, σε συνάρτηση με την αφαίρεση των πιστώσεων, με αναφορά σε ό,τι συμφωνήθηκε. Αν και το Τεκμήριο 24, κατά τον χρόνο τερματισμού της επίδικης διευκόλυνσης, δίδει χρεωστικό υπόλοιπο χαμηλότερο και από το προϋπολογισμένο κόστος πίστωσης, και θα μπορούσε να αποτελέσει βάση διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, εφόσον πρόκειται για υπολογισμό που δεν αποδέχθηκαν οι Εναγόμενοι, πιο σταθερή και ασφαλής βάση υπολογισμού από το Δικαστήριο του ποσού που οφείλεται με βάση την επίδικη συμφωνία, με βάση τις αρχές της καταναλωτικής πίστης, είναι η ίδια η συμφωνία, σε συνάρτηση με τις πληρωμές που έγιναν έναντι, και τον χρόνο τερματισμού. Το Τεκμήριο 19 είναι οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, που τηρούνταν από την Τράπεζα κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης με την Εναγόμενη 1, και αποτυπώνουν την εξέλιξή της. Δεν προσκομίστηκε αντίστοιχη κατάσταση λογαριασμού που να τηρήθηκε από την Εναγόμενη
  18. Το άρθρο 22 του Κεφ. 9, το οποίο επικαλείται ο συνήγορος των Εναγόμενων στην αγόρευσή του, δεν εφαρμόζεται είτε στις περιστάσεις είτε στο στάδιο αυτό. Αφενός, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για καταχωρίσεις σε τραπεζικά βιβλία (να αποδειχθεί σε μια δίκη ότι υπάρχουν τέτοιες καταχωρίσεις σε τραπεζικά βιβλία), αλλά εξ ακοής μαρτυρία της Τράπεζας (Τεκμήριο 19), δια της Ενάγουσας που προωθεί την απαίτηση, για τις χρεωπιστώσεις που έγιναν στο πλαίσιο συμβατικής σχέσης όπου το ένα μέρος ήταν η Τράπεζα και το άλλο ο καταναλωτής· για την απόδειξη χρέους βάσει πιστωτικής συμφωνίας που συνάπτει Τράπεζα δεν υπάρχει διαφορετικό βάρος ή προϋποθέσεις απόδειξης από αυτά που ισχύουν για την απόδειξη οποιουδήποτε άλλου εμπορικού χρέους. Αφετέρου, προσκομίστηκε βεβαίωση με βάση το άρθρο 35 του Κεφ.9 και το Τεκμήριο 19 κατατέθηκε στο Δικαστήριο και αποτέλεσε μάλιστα και σημείο αναφοράς κατ' επανάληψη κατά τη δίκη, ώστε να μην ευδοκιμεί ισχυρισμός περί της αποδεκτότητας σε στάδιο αγόρευσης. Ουδέποτε αμφισβητήθηκε πως όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 19 είναι χρεωπιστώσεις που, ως γεγονός, έγιναν. Εάν νόμιμα ή συμβατικά έγιναν, με βάση ό,τι ισχύει στην αναμεταξύ των διαδίκων σχέση, είναι άλλο θέμα, που δεν σχετίζεται με το άρθρο 22 του Κεφ.
  19. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει για την ορθότητα των πιστώσεων του Τεκμηρίου 19, εφόσον δεν υποδείχθηκε οποιαδήποτε καταχωρισμένη πίστωση που να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι πιστώσεις που έγιναν έναντι του δανείου, από την αρχή της λειτουργίας του, μέχρι τον τερματισμό της διευκόλυνσης, ως αναφέρονται στο Τεκμήριο 19, το οποίο αρχίζει από μηδενικό υπόλοιπο, ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €8.877,
  20. Τα Τεκμήρια 20 και 24 είναι απλώς πρόσθετη εργασία που έγινε από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 αντίστοιχα βάσει του Τεκμηρίου 19 και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση το άρθρο 22 του Κεφ.9 με έγγραφα που ετοιμάζουν ή και προφορική μαρτυρία που δίδουν πρόσωπα επί χρεωπιστώσεων για να αποδείξουν την απαίτησή τους για το χρέος που, κατά τη θέση τους, προκύπτει απ' αυτές. Δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα λογιστικής συνέχειας με το Τεκμήριο 19, που να εμποδίζει το Δικαστήριο να προβεί στους υπολογισμούς του, ώστε να αδυνατεί να καταλήξει κάπου. Τα δεδομένα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πως το δάνειο που λήφθηκε από την Εναγόμενη 1, βάσει της συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 7), ήταν ποσό €13.000,00 (fixed-sum credit). Το αρχικά υπολογισμένο και συμφωνημένο κόστος πίστωσης ήταν €5.435,12 και η Εναγόμενη 1 ανέλαβε να αποπληρώσει το συνολικό ποσό των €18.435,12, με μηνιαίες δόσεις εκ €217,68, από την 12.09.2009 μέχρι την 12.08.2016 (84 μήνες), που θα κάλυπταν τόκο και κεφάλαιο. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι το ΣΕΠΕ ή το κόστος πίστωσης μεταβλήθηκαν καθόλου, ή και με σχετική ενημέρωση της Εναγόμενης
  21. Το ποσό που πλήρωσε η Εναγόμενη 1 αντιστοιχεί στις συμφωνημένες δόσεις από την 12.09.2009 μέχρι την 12.12.2012 (€8.707,20) και σε μέρος της δόσης ημερομηνίας 12.01.2013 (εκ €170,12). Η λειτουργία του δανείου τερματίστηκε με τις επιστολές ημερομηνίας 04.02.
  22. Τότε, ήταν ληξιπρόθεσμες οι δόσεις από την 12.01.2013 (μέρος εκ €47,56) μέχρι την 12.01.2014, που ανέρχονται συνολικά σε €2.659,
  23. Οφείλεται το ποσό των ληξιπρόθεσμων δόσεων, και περαιτέρω δεν καταβλήθηκε από την Εναγόμενη 1 το ποσό των €6.898,08, που περιλαμβάνει μέρος του δανείου και μέρος κόστους πίστωσης μέχρι και την 12.08.
  24. Προστίθεται ο συμβατικός τόκος επί των ληξιπρόθεσμων δόσεων (δηλαδή επί του ποσού των €2.659,72), που η Ενάγουσα ανέφερε - και δεν αμφισβητήθηκε - πως ήταν 10,5%, από τον χρόνο που οι ληξιπρόθεσμες δόσεις κατέστησαν πληρωτέες, μέχρι την 08.05.2020, και 8,00% (που έγινε μείωση κατά τη μεταφορά στην Ενάγουσα) από την 08.05.2020 μέχρι την εξόφλησή τους, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως· ως ήταν ο τρόπος υπολογισμού καθ' όλη τη διάρκεια της συμφωνίας και ως προβλέπεται στους γενικούς όρους και κανονισμούς της Marfin Popular Bank Public Co Ltd που ίσχυαν για όλους τους πελάτες της (Τεκμήριο 22), στους οποίους παραπέμπει το Τεκμήριο
  25. Η Ενάγουσα δεν προωθεί απαίτηση για τόκο υπερημερίας. Στις συμφωνίες που διέπει η καταναλωτική πίστη, δεν χρεώνεται συμβατικός τόκος και τόκος υπερημερίας επί ποσών που δεν κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, όταν το κόστος πίστωσης που χρεώνεται (και επιδικάζεται) περιλαμβάνει ήδη τον συμβατικό τόκο, εν προκειμένω μέχρι και την 12.08.
  26. Η αγωγή καταχωρίστηκε πολύ πριν από την αναμενόμενη λήξη της συμφωνίας. Δεν τίθεται θέμα πρόωρης εξόφλησης και μείωσης του κόστους πίστωσης. Ο τόκος επί του υπόλοιπου ποσού, των μη ληξιπρόθεσμων δόσεων δανείου, που θα επιδικαστεί προς όφελος της Ενάγουσας ως εύλογη αποζημίωσή της, θα είναι ο νόμιμος τόκος, με μετάθεση της ημερομηνίας έναρξής του την 12.08.2016[7]. Η φόρμουλα υπολογισμού της αποζημίωσης στις συμφωνίες καταναλωτικής πίστης σκοπεύει να μην οδηγήσει σε υπεραποζημίωση του πιστωτή εξαιτίας του ναυαγίου της. Ταυτόχρονα, να μην δημιουργήσει οδό ανεξέλεγκτου πολλαπλασιασμού του χρέους του καταναλωτή, δυσανάλογα σε σχέση με το προκαθορισμένο κόστος, και κατά τρόπο που θα αναιρείται ο ίδιος ο σκοπός και όλη η βάση των αρχών της συμφωνίας, ως συμφωνία καταναλωτικής πίστης. Ο υφιστάμενος υπολογισμός φέρνει την Ενάγουσα όσο το δυνατόν εγγύτερα σε θέση να λάβει ό,τι θα λάμβανε εάν εκπληρώνονταν κανονικά η συμφωνία της με την Εναγόμενη
  27. Δεν υποδείχθηκε από τους Εναγόμενους οποιοδήποτε διαφορετικό υπόλοιπο, ενώ προκύπτει ότι λήφθηκε και δεν αποπληρώθηκε από την Εναγόμενη 1 το δάνειο (δεν επιστράφηκε καν όλο το ποσό που ελήφθη ως δάνειο), και δεν συντρέχει κάποιος λόγος απαλλαγής της Εναγόμενης 1 από τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία. Η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, στο σύνολό της, επαρκεί για την απόδειξη της απαίτησής της και του προαναφερόμενου ποσού, το οποίο καλύπτεται και από τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόμενων 2, 3 και 4, των οποίων, επίσης, δεν συντρέχει λόγος απαλλαγής από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Η Τράπεζα ή η Ενάγουσα σήμερα, δεν φαίνεται να παράβηκε οποιαδήποτε πρόνοια οποιουδήποτε νόμου, που να καθιστά τις συμφωνίες μη εκτελεστές. Επίσης, δεν συμφωνώ με τη θέση που απλώς εξέφρασε ο συνήγορος των Εναγόμενων στην αγόρευσή του, ότι η Τράπεζα παραβίασε ουσιώδη όρο των επίδικων συμφωνιών σε σχέση με τον τοκισμό. Έχοντας υπόψη και τα προαναφερόμενα. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση: Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €9.557,
  28. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τόκο επί του ποσού των €2.659,72 προς 10,5% ετησίως, από την 12.01.2013 μέχρι και την 07.05.2020 και προς 8,00% από την 08.05.2020 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές ετησίως, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, νόμιμο τόκο επί του ποσού των €6.898,08, από την 12.08.2016 μέχρι εξόφλησης. Ακολουθώντας τον κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, καθότι δεν φαίνεται να υπάρχει εξαιρετικός λόγος απόκλισης, οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 να πληρώσουν στην Ενάγουσα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, τα έξοδα της αγωγής όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  29. [2] Άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  30. [3] Άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  31. [4] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw

(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [5] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552. [6] Βλ. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 ΑΑΔ
  1. [7] Άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.