← Κύπρος

Ε. Χ. ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 2567/2018, 7/11/2022

Ε. Χ. ν. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 2567/2018, 7/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2567/2018 Ε. Χ. Ενάγουσα v.

  1. ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
  2. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι v. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ-ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ Τριτοδιάδικος v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος 2 Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: Μ. Αναστασίου για Ευαγόρας Αναστασίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1: Μ. Βασιλείου (κα) για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2: Αν. Μελάς, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για Τριτοδιάδικο: Κ. Κνώφου για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, και δημοσιεύεται για ενημέρωση για ζήτημα ευρύτερου ενδιαφέροντος, με σχετική επεξεργασία) Το πλαίσιο της διαφοράς Η Ενάγουσα, ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμό εγγραφής [], αξιώνει €2.300,
  3. Είναι η θέση της πως, περί την 17.02.2018, ενώ το όχημά της ήταν σταθμευμένο σε δημόσιο χώρο στάθμευσης που διαχειρίζεται ο Δήμος Λεμεσού («ο Δήμος»), στην οδό Χριστόδουλου Χατζηπαύλου, παρά το παλιό λιμάνι, ξέσπασε έντονη βροχόπτωση, μεγάλη ποσότητα νερού εισέρρευσε στον χώρο στάθμευσης, που πλημμύρισε, με αποτέλεσμα το όχημά της να καταστραφεί ολοσχερώς. Με σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης καθηκόντων που δικογραφεί, καταλογίζει ευθύνη τόσο στον Δήμο, όσο και στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων («το ΤΑΥ») δια του Γενικού Εισαγγελέα. Ισχυρίζεται πως παρέλειψαν να προβούν σε προπαρασκευή δικτύου όμβριων υδάτων στην περιοχή της επίχωσης ή σε επέκταση ή αναβάθμιση του συστήματος υποδοχής όμβριων υδάτων ή να ασκήσουν τον επιβαλλόμενο έλεγχο κατά την κατασκευή του αποχετευτικού έργου ή να προβούν σε αναγκαίες κατασκευές ή εργασίες, περιλαμβανομένων αυλακιών ή απορροφητικών λάκκων ή να τοποθετήσουν αντλίες για την απάντληση, ή και να ασκήσουν έλεγχο διαχείρισης των επιφανειακών υδάτων, προσοχή και φροντίδα, και ως αποτέλεσμα των παραλείψεών τους για πρόληψη, επήλθε το πλημμύρισμα του χώρου στάθμευσης και η ζημιά στο σταθμευμένο όχημα. Ο Δήμος, στην υπεράσπισή του, δεν αρνείται πως σε κάθε ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης ή διαχειριστής του χώρου στάθμευσης. Αρνείται, όμως, τόσο ότι πλημμύρισε ο χώρος στάθμευσης όσο και ότι το όχημα της Ενάγουσας ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης και υπέστη ζημιά, ως προς την οποία, εάν συνέβη, ισχυρίζεται, η Ενάγουσα δεν έλαβε μέτρα για να την περιορίσει. Αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη του, λέγοντας, αφενός, πως η προπαρασκευή δικτύου όμβριων υδάτων ή η επέκταση ή αναβάθμιση του συστήματος υποδοχής τους ή ο έλεγχος της κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος και οι σχετικές με αυτό εργασίες και οποιαδήποτε αντιπλημμυρική πρόνοια ήταν στα καθήκοντα του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας (ΣΑΛΑ), που προσεπικαλέστηκε για συνεισφορά ή αποζημίωση και ακολούθως καταχώρισε και έκθεση απαίτησης εναντίον του, ή του ΤΑΥ. Αφετέρου, τόσο έντονη βροχόπτωση που μπορεί να προκαλέσει πλημμύρα, είναι η θέση του, συνιστά φυσικό συμβάν που δεν θα μπορούσε να προβλέψει η ανθρώπινη σωφροσύνη. Ο ίδιος, όπως αναφέρει, έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα προς συμμόρφωση με οποιαδήποτε δικά του καθήκοντα. Στις λεπτομέρειες αμέλειας που δικογραφεί ο Δήμος εναντίον του ΣΑΛΑ, ισχυρίζεται πως το ΣΑΛΑ παρέλειψε να προβεί στην απόφραξη της εξόδου του οχετού που συγκέντρωσε τα όμβρια ύδατα από μεγάλη έκταση στην περιοχή ή να εμποδίσει τη συσσώρευση ή υπερχείλιση και να λάβει μέτρα για την κατάλληλη και ικανοποιητική απορρόφηση ή απορροή ή να κατασκευάσει ή να συντηρεί κατάλληλα το κεντρικό αποχετευτικό σύστημα, με επαρκείς εξόδους διαφυγής, επαναλαμβάνοντας και τις λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης καθηκόντων που εκθέτει η Ενάγουσα. Το ΤΑΥ, δια του Εναγόμενου 2, στην ίδια γραμμή με την υπεράσπιση του Δήμου, αρνείται ότι υπήρξε πλημμύρισμα του χώρου στάθμευσης που προκάλεσε ζημιά στο όχημα της Ενάγουσας ή ότι εκείνο ήταν σταθμευμένο εκεί, και ισχυρίζεται, αφενός, πως εάν συνέβη έντονη βροχόπτωση στην έκταση που περιγράφει η Ενάγουσα, ήταν θεομηνία ή σπάνιο καιρικό φαινόμενο που δεν δημιουργεί αστική ευθύνη· συναφώς, αναφέρει πως, σύμφωνα με τα διαθέσιμα μετεωρολογικά δεδομένα, το ύψος της βροχόπτωσης κατά την επίδικη ημερομηνία, ήταν το μεγαλύτερο που είχε καταγραφεί τα τελευταία 43 χρόνια, ενώ προσεγγίζει το μέγιστο ημερήσιο καταγεγραμμένο ύψος βροχόπτωσης των τελευταίων 102 ετών, με πιθανότητα εμφάνισης, κατά μέσο όρο, 1 φορά κάθε 60 χρόνια. Αφετέρου, είναι η θέση του Εναγόμενου 2 πως ούτε το ΤΑΥ ούτε άλλο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αρμόδιο ή έχει ευθύνη μελέτης ή κατασκευής ή συντήρησης και λειτουργίας ή επιδιόρθωσης συστήματος αποχέτευσης όμβριων υδάτων στη περιοχή. Τέτοια ευθύνη είχε, όπως αναφέρει, ο Δήμος. Χωρίς βλάβη της θέσης αυτής, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελείτο από το ΤΑΥ το έργο διασύνδεσης της Λεωφόρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ με τον παραλιακό δρόμο, στο πλαίσιο του οποίου ήδη είχε γίνει, κατά τον επίδικο χρόνο, αναβάθμιση του δικτύου αποχέτευσης όμβριων υδάτων, καθώς και αναβάθμιση του οχετού όμβριων υδάτων στον ποταμό Γαρύλλη, σύμφωνα με τα σχέδια που είχαν υιοθετηθεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 και το ΣΑΛΑ. Το σύστημα αυτό, όμως, είναι ανεξάρτητο και ουδεμία σχέση έχει με το υπόλοιπο σύστημα όμβριων υδάτων του παραθαλάσσιου πάρκου και των χώρων στάθμευσης του παραλιακού δρόμου, για την κατασκευή και συντήρηση και λειτουργία ή επιδιόρθωση του οποίου την αποκλειστική ευθύνη είχε ο Δήμος, υιοθετώντας τις λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης καθηκόντων που εκθέτει η Ενάγουσα ως δικές του λεπτομέρειες αναφορικά με τον Δήμο. Όσον αφορά τη ζημιά που ισχυρίζεται η Ενάγουσα, την οποίαν αρνείται, τη θεωρεί μη συναφή, αλλά και διογκωμένη. Το ΣΑΛΑ, στη δική του υπεράσπιση έναντι στην απαίτηση του Δήμου, δεν παραδέχεται οποιαδήποτε ευθύνη του για συνεισφορά ή αποζημίωση, λέγοντας πως το ΣΑΛΑ εγκαθιδρύθηκε με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου (ΚΔΠ 248/1980) και η λειτουργία του άρχισε το 1990, και με βάση το διάταγμα αυτό, η καθορισμένη περιοχή του αφορά μόνον το αποχετευτικό σύστημα λυμάτων, ενώ με νεότερο διάταγμα περιλήφθηκαν και τα συστήματα αποχέτευσης όμβριων υδάτων. Το παραθαλάσσιο πολυλειτουργικό πάρκο (επίχωση) και οι χώροι στάθμευσης έγιναν σε τεμάχιο που ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία, και το ΣΑΛΑ δεν έχει αρμοδιότητα, εξουσία, κατοχή ή ευθύνη για την περιοχή. Το υφιστάμενο δίκτυο όμβριων υδάτων βόρεια του χώρου στάθμευσης όπου σημειώθηκε η πλημμύρα που ισχυρίστηκε η Ενάγουσα κατασκευάστηκε από τον Δήμο πριν από την εγκαθίδρυση του ΣΑΛΑ, και ο Δήμος ευθύνεται για τη συντήρηση ή αναβάθμιση του αποχετευτικού δικτύου όμβριων υδάτων στον χώρο στάθμευσης της επίχωσης. Γενικότερα, τα υφιστάμενα δίκτυα όμβριων υδάτων σχεδιάστηκαν και κατασκευάστηκαν πριν από την εγκαθίδρυση του ΣΑΛΑ, ενώ η αναβάθμισή τους είναι αδύνατη ή παρεμποδίζεται και από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, λόγω ύπαρξης αρχαιοτήτων. Ο παραλιακός δρόμος ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το δίκτυο όμβριων υδάτων του παραλιακού δρόμου κατασκευάστηκε και συντηρείται και κατέχει υπό την ευθύνη του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, γίνονταν εργασίες με αναθέτουσα αρχή το Τμήμα Δημοσίων Έργων, για τη βελτίωση του δρόμου που συνδέει τη Λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ με τον παραλιακό δρόμο της Λεμεσού, που επηρέασαν ή μείωσαν την παροχετευτικότητα ή διοχέτευση των όμβριων υδάτων προς τη θάλασσα. Το ΣΑΛΑ ούτε υποχρεούνταν να παραλάβει ούτε παρέλαβε οχετούς όμβριων υδάτων και εν γένει αντιπλημμυρικά έργα που κατασκευάστηκαν από άλλους. Ο Δήμος δεν μεταβίβασε στο ΣΑΛΑ τα έργα και στοιχεία ενεργητικού σε σχέση με τα όμβρια ύδατα και διατήρησε την κυριότητα των υπονόμων του αποχετευτικού συστήματος όμβριων υδάτων που βρίσκονται εντός των δημοτικών ορίων. Το ΣΑΛΑ δεν έχει αρμοδιότητα ή εξουσία ή υποχρέωση ή ευθύνη για την κατασκευή, συντήρηση ή καθαρισμό των δρόμων ή των ποταμών ή των δημόσιων αυλακιών ή ρεμάτων ή χειμάρρων ή υδατορεμάτων, αλλά τέτοια υποχρέωση έχουν οι ιδιοκτήτες ή κάτοχοι ή διαχειριστές τους, οι Εναγόμενοι 1 ή και
  4. Το ΣΑΛΑ, όπως αναφέρει, δεν έχει επίσης την αρμοδιότητα ή εξουσία να κατασκευάζει ή συντηρεί συστήματα αποχέτευσης εντός ιδιωτικής περιουσίας ή περιουσίας που ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε τοπική αρχή, εν προκειμένω του Δήμου. Το ΣΑΛΑ δικογραφεί λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης καθηκόντων του Δήμου και ξεχωριστά της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία προσεπικαλείται δια του Εναγόμενου 2, για συνεισφορά, εκθέτοντας τα ίδια σε έκθεση απαίτησής του εναντίον του Εναγόμενου
  5. Ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να προβούν σε προπαρασκευή δικτύου όμβριων υδάτων στην περιοχή της επίχωσης παρά το παλιό λιμάνι ή στην παρακείμενη περιοχή ή να εκτείνουν, αναβαθμίσουν, συντηρήσουν ή καθαρίσουν το υφιστάμενο σύστημα υποδοχής όμβριων υδάτων, και να επιδείξουν έλεγχο και επιμέλεια κατά τον χρόνο κατασκευής του αποχετευτικού έργου στην περιοχή. Υπήρξε επέμβαση και διατάραξη ή μετακίνηση ή μπάζωμα ποταμών, χειμάρρων, φυσικών υδατοστρεμάτων και ρεμάτων ώστε να μετακυληθεί η τροφοδότηση ή να διοχετεύεται η ροή υδάτων σε άλλες περιοχές από τις φυσικές κοίτες ή οδούς διέλευσης, παροχέτευσης και διοχέτευσης. Κατασκεύασαν δρόμους εντός των δημοτικών ορίων με λανθασμένες προδιαγραφές ή με επανειλημμένες επιστρώσεις, το οδόστρωμα ψήλωσε και τα πεζοδρόμια έγιναν πιο χαμηλά ώστε περιορίστηκε ο χώρος διέλευσης των όμβριων υδάτων στους δρόμους και προκλήθηκε υπερχείλιση και διοχέτευση σε άλλες περιοχές. Κατά την έκδοση αδειών ή αδειών διαχωρισμού σε οικόπεδα ή οικοδομικών και πολεοδομικών αδειών, παρέλειψαν να επιβάλουν επαρκείς όρους στους αιτούντες ή δικαιούχους της γης, για τη δημιουργία αντιπλημμυρικών έργων ή τέτοιων έργων που να δημιουργούν νέα αποχετευτικά συστήματα όμβριων υδάτων ή να ενισχύουν τα υφιστάμενα. Υπήρχαν σκουπίδια και άχρηστα υλικά ή εγκαταλελειμμένος εξοπλισμός ή υλικά οικοδομής και άλλα στους δημόσιους δρόμους, στους δημοτικούς ποταμούς, στα ρυάκια ή τα υδατοστρέματα, που έκλεισαν ή περιόρισαν τη δυναμικότητα διαχείρισης ή διάθεσης ή υποδοχής όμβριων υδάτων και τη λειτουργία ή και κατάργησαν τη λειτουργία του συστήματος αποχέτευσης όμβριων υδάτων. Γενικότερα, με τις πράξεις ή παραλείψεις τους διοχετεύτηκαν όμβρια ύδατα ή εισέρρευσαν ανεξέλεγκτα στον χώρο στάθμευσης και πρόσθετα δεν τοποθέτησαν ή δεν έθεσαν σε λειτουργία αντλίες για την άντληση και απομάκρυνση των όμβριων υδάτων. Πέραν αυτών, είναι η θέση του ΣΑΛΑ πως η θρυλούμενη πλημμύρα προκλήθηκε λόγω της επέλευσης απρόβλεπτου καιρικού συμβάντος. Ο Δήμος, με απαντητικό δικόγραφο, αρνείται την ευθύνη που του καταλογίζει το ΣΑΛΑ. Ομοίως, ο Γενικός Εισαγγελέας για το ΤΑΥ αλλά και ευρύτερα για την Κυπριακή Δημοκρατία, επαναλαμβάνει όσα στο υφιστάμενο δικόγραφο της υπεράσπισής του στην απαίτηση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, απαντώντας στις υπερασπίσεις του Δήμου και του Γενικού Εισαγγελέα για το ΤΑΥ, με σχετικά απαντητικά δικόγραφα, ισχυρίζεται πως η ζημιά στο όχημά της, όπως και σε άλλα οχήματα που ήταν σταθμευμένα στον ίδιο χώρο, ήταν πραγματική και απασχόλησε και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δια των οποίων ο Δήμος κάλεσε τους πληγέντες να υποβάλουν τις απαιτήσεις τους για κάλυψη των ζημιών τους. Η Ενάγουσα στάθμευσε, όπως λέει, νόμιμα στον χώρο στάθμευσης, χωρίς η ίδια να έπρεπε, λογικά, να λάβει προληπτικά μέτρα ή να προβεί σε ενέργειες, για να αποφευχθεί το πλημμύρισμα του χώρου και κατ' επέκταση του οχήματός της. Η πλημμύρα που έγινε την 17.02.2018 δεν ήταν τέτοια που να σηματοδοτεί απρόβλεπτο φυσικό συμβάν ή σπάνιο καιρικό ή μετεωρολογικό φαινόμενο. Η Ενάγουσα εμμένει στην ευθύνη που καταλογίζει στους Εναγόμενους 1 και
  6. Επίδικα, στη διαφορά μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 1 και 2, είναι εάν όντως την 17.02.2018 το όχημα της Ενάγουσας ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης του Δήμου, και εάν ο Δήμος ή το ΤΑΥ είχαν οποιαδήποτε καθήκοντα έναντι στην Ενάγουσα, και κατά πόσον υπήρξε παράβασή τους. Έπειτα, εάν το όχημα της Ενάγουσας υπέστη ζημιά, και η αιτιώδης συνάφειά της με κάποιαν ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) των Εναγόμενων 1 και 2, και το ύψος της. Σε περίπτωση που διαγνωστεί ευθύνη του Δήμου, τότε θα απασχολήσει περαιτέρω η απαίτησή του για συνεισφορά ή αποζημίωση εναντίον του ΣΑΛΑ, και σε περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση του Δήμου εναντίον του ΣΑΛΑ, τότε θα απασχολήσει περαιτέρω η απαίτηση του ΣΑΛΑ για συνεισφορά ευρύτερα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα. Διαδικασία Η δίκη διεξήχθη με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Για την απόδειξη της απαίτησής της εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, κατέθεσε ενόρκως η Ενάγουσα (ΜΕ1). Για την υπόθεση του Δήμου (υπεράσπιση έναντι στην απαίτηση της Ενάγουσας και απαίτησή του έναντι στον ΣΑΛΑ), κατέθεσαν ενόρκως ο κύριος Α.Χ., δημοτικός μηχανικός (ΜΥ1) και η κυρία Μ.Π. νομικός λειτουργός (ΜΥ2). Για το ΤΑΥ και την Κυπριακή Δημοκρατία (υπεράσπιση έναντι στην απαίτηση της Ενάγουσας και υπεράσπιση έναντι στην απαίτηση του ΣΑΛΑ) κατέθεσαν ενόρκως η κυρία Ε.Θ., λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού του Τμήματος Δημοσίων Έργων (ΜΥ3) και ο κύριος Α.Θ., υδρολόγος στο Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού του Τμήματος Δημοσίων Έργων (ΜΥ4). Για το ΣΑΛΑ (υπεράσπιση έναντι στην απαίτηση του Δήμου και απαίτηση έναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία) κατέθεσαν ενόρκως ο κύριος Μ.Β., διευθυντής τεχνικών υπηρεσιών του ΣΑΛΑ (ΜΤ5) και ο κύριος Μ.Α. ιδιώτης πολιτικός μηχανικός (ΜΤ6). Δεν υπήρξε αντεξέταση. Το σύνολο της μαρτυρίας, ως αυτή προσκομίστηκε, είναι στον φάκελο της διαδικασίας. Οι συνήγοροι όλων των διαδίκων αγόρευσαν, με γραπτές αγορεύσεις, που είναι επίσης στον φάκελο της διαδικασίας. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν γίνεται ειδική ή λεπτομερής μνεία. Νομικές πτυχές, μαρτυρία και εξέταση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του. Παρόλο που σε περίπτωση πρόκλησης ζημιάς λόγω πλημμύρας είναι δυνατή η χρήση βάσεων αγωγής και εκτός της αμέλειας, όπως λόγου χάριν της οχληρίας (nuisance), στην προκειμένη περίπτωση, βάση της αγωγής της Ενάγουσας είναι η αμέλεια (negligence), δια παραλείψεων, που η Ενάγουσα εκθέτει, και εστιάζουν στην είσοδο και συσσώρευση του νερού της βροχής μέσα στον χώρο στάθμευσης και στην αποτυχία απάντλησης ή λήψης άλλων μέτρων για την αποφυγή του πλημμυρίσματος του χώρου στάθμευσης. Δεν εμποδίζεται ένας ενάγων να βασίσει την αγωγή του παράλληλα σε αμέλεια και σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος (breach of statutory duty). Όπως πράττει η Ενάγουσα. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές βάσεις αγωγής, που ακόμα κι αν θα μπορούσαν να ομοιάζουν ως προς το τι πρέπει να αποδεικνύεται, είναι παραπλανητική η αναλογία, εφόσον το επίπεδο του νόμιμου καθήκοντος είναι διαφορετικό από το επίπεδο επιμέλειας, ενώ οι βάσεις αγωγής συνδέονται και με διαφορετικές υπερασπίσεις, κάποιες από τις οποίες δεν είναι διαθέσιμες σε περίπτωση παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Εάν ο νομοθέτης απαίτησε από τον εναγόμενο να λάβει ορισμένα μέτρα προφύλαξης, το Δικαστήριο δεν θα αναγνωρίσει, λόγου χάριν, τη δυνατότητα του εναγόμενου να απέχει από το νόμιμο καθήκον του για λόγους που αφορούν στον ενάγοντα ή συμβατικά. Λόγω της διάστασης των βάσεων αγωγής, θα πρέπει οι λεπτομέρειες αμέλειας να δικογραφούνται ξεχωριστά από τις λεπτομέρειες παράβασης νόμιμου καθήκοντος. Χωρίς να σημαίνει πως είναι μοιραία για την αγωγή η λάθος δικογράφηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Η βάση αγωγής της παράβασης του νόμιμου καθήκοντος Η βασική απαίτηση για να επιτραπεί μια αγωγή για αποζημίωση λόγω παράβασης νόμιμου καθήκοντος είναι ο νόμος να επιβάλλει καθήκον στον εναγόμενο κατά τρόπο που μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, περιλαμβανομένου του ενάγοντος, να προορίζεται να επωφεληθεί από ένα τέτοιο καθήκον, και ο ενάγων να ζημιώνεται ως αποτέλεσμα τέτοιας παράβασης. Εναπόκειται στον νομοθέτη να καθορίσει πότε ένας νόμος δίδει το δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις. Μπορεί να το πράττει ρητά ή σιωπηρά, οπότε να είναι θέμα ερμηνείας από το Δικαστήριο, η οποία γίνεται με σημείο αναφοράς το σύνολο του νόμου ή και την ιστορική του εξέλιξη[5]. Εάν προβλέπεται σ' έναν νόμο το καθήκον αλλά όχι η συνέπεια της παράβασής του, με οποιονδήποτε τρόπο, μπορεί να θεωρηθεί πως ένα πρόσωπο που ζημιώνεται από την παράβαση αυτού του καθήκοντος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση, ειδάλλως η πρόβλεψη του καθήκοντος στον νόμο δεν θα ήταν παρά μια «ευσεβής φιλοδοξία»[6]. Μπορεί, επίσης, ο νόμος να προβλέπει ποινική ευθύνη, αλλά να σιωπά ως προς το ζήτημα της αστικής ευθύνης, όπου με δεδομένο τον σκοπό του νόμου, μπορεί να ερμηνευθεί πως δίδει και τη δυνατότητα αστικής ευθύνης[7]. Όταν ο νόμος αφορά σε ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, μπορεί ευκολότερα να συναχθεί πως δημιουργεί και δικαίωμα αστικής αποζημίωσης, αλλά υπάρχει μεγαλύτερος δισταγμός όταν η ζημιά είναι μόνον οικονομική, ο εναγόμενος δημόσια αρχή και ο νόμος ρυθμίζει κυρίως τα καθήκοντα ή τις εξουσίες της, επειδή δεν ασκήθηκε μια εξουσία[8]. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτύχει αγωγή κατά μιας δημόσιας αρχής για παράβαση νόμιμου καθήκοντος, όταν η αξίωση βασίζεται στην ακατάλληλη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Υπάρχουν οι περιπτώσεις στις οποίες η δημόσια αρχή ασκεί διακριτική ευχέρεια, για παράδειγμα σχετικά με ζητήματα πολιτικής ή σχεδιασμού, και εκείνες όπου λαμβάνει αποφάσεις λειτουργικές. Όταν η εξουσία της δημόσιας αρχής είναι διακριτική, η ευθύνη δεν μπορεί να στηρίζεται σε αμέλεια, σε λάθος κρίσης, αλλά είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η δημόσια αρχή ενήργησε με κακή πίστη[9]. Όταν η απόφαση της δημόσιας αρχής λαμβάνεται με καλόπιστο τρόπο που δεν μπορεί να θεωρηθεί εντελώς παράλογος ή ανεύθυνος, δεν μπορεί να υποστηρίξει αγωγή για αστική ευθύνη. Στην Atkinson v Newcastle and Gateshead Waterworks Co

(1877)2 Ex D 441, CA, η νομοθετική υποχρέωση διατήρησης μιας ορισμένης πίεσης νερού στους σωλήνες κρίθηκε πως ήταν απλώς ένα δημόσιο καθήκον, που δεν έδιδε στον ενάγοντα δικαίωμα αγωγής για αποζημίωση, όταν το σπίτι του κάηκε, λόγω ανεπαρκούς πίεσης νερού στους σωλήνες. Είναι σημαντικός ο προσδιορισμός της κατηγορίας των προσώπων που θέλησε να προστατεύσει ο νομοθέτης. Ο ενάγων, που βασίζεται σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος, θα πρέπει να αποδεικνύει πως ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η παράβαση του συγκεκριμένου νόμου να δίδει δικαίωμα αποζημίωσης σε συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων. Θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια για το τι πρέπει να αποδεικνύει ο ενάγων σε αγωγή για παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Στην Kane v New Forest District Council [2001] 3 All ER 914, CA - άλλο, αντίθετο παράδειγμα - κρίθηκε ότι η πολεοδομική αρχή όφειλε καθήκον σε έναν τραυματισμένο πεζό, όταν επέτρεψε να ανοίξει ένα μονοπάτι με πρόσβαση σε δρόμο για το κοινό, παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως δεν είχε επαρκή οπτική γωνία. Έγινε η διάκριση μεταξύ μιας απλής παράλειψης δράσης και μιας παράλειψης ενέργειας που δημιούργησε πηγή κινδύνου. Μένοντας προς το παρόν στο πότε ο νόμος δίδει δικαίωμα αστικής αποζημίωσης, ο Lord Diplock, στην Lonrho Ltd v Shell Petroleum Co Ltd (No 2) [1982] AC 173, 185, είχε θέσει ως κανόνα πως, όταν ένας νόμος δημιουργεί υποχρέωση και επιβάλλει την εκτέλεσή της με συγκεκριμένο τρόπο, η εκτέλεσή της δεν μπορεί να επιβληθεί με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ωστόσο, σε νόμους όπου ο μόνος τρόπος επιβολής της εκτέλεσης είναι η δίωξη για ποινικό αδίκημα, αναγνωρίζονται δύο κατηγορίες εξαιρέσεων από αυτό τον κανόνα. Η πρώτη εξαίρεση είναι πως, κατά τη συγκρότηση του νόμου, προφανώς η υποχρέωση ή η απαγόρευση επιβλήθηκε προς όφελος ή την προστασία μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ατόμων. Η δεύτερη εξαίρεση είναι πως ο νόμος δημιουργεί ένα δημόσιο δικαίωμα διαθέσιμο σε όλους τους πολίτες, και ένα συγκεκριμένο μέλος του κοινού υφίσταται ιδιαίτερη, άμεση και ουσιαστική ζημία, διαφορετική από αυτήν που είναι κοινή για το γενικότερο κοινό[10]. Για να προωθηθεί μια αγωγή για παράβαση νόμιμου καθήκοντος, ο ενάγων θα πρέπει να θέτει ξεκάθαρα και επαρκώς τα εξής: (α) ότι ο συγκεκριμένος νόμος, ορθά ερμηνευμένος, επιβάλλει στον εναγόμενο καθήκον που αποσκοπεί στην προστασία μιας κατηγορίας προσώπων, στην οποία ανήκει και ο ενάγων, (β) ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να εκτελέσει αυτό το καθήκον (οπότε θα πρέπει να αποδεικνύεται το οφειλόμενο επίπεδο επιμέλειας, που στην περίπτωση της εκ του νόμου απορρέουσας ευθύνης δεν σχετίζεται με το μέτρο του μέσου λογικού προσώπου υπό τις περιστάσεις, και το γεγονός της παράβασης), και (γ) η παράβαση έχει προκαλέσει στον εναγόμενο ζημιά του είδους που προβλέπεται στον νόμο[11], η οποία (δ) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του νόμιμου καθήκοντος. Πρόκειται για προϋποθέσεις που θα πρέπει να αποδεικνύει ο ενάγων, που έχει το ίδιο βάρος απόδειξης που έχει και σε άλλες υποθέσεις[12]. Όταν η παράβαση που ισχυρίζεται ο ενάγων έχει τη μορφή παράλειψης, υπάρχει η δυσκολία πως το Δικαστήριο πρέπει να υποθέσει τι θα είχε συμβεί εάν ο εναγόμενος είχε συμμορφωθεί με το καθήκον του. Για παράδειγμα, σε υποθέσεις βιομηχανικών ασθενειών, που είναι μια ομάδα υποθέσεων όπου είθισται η χρήση βάσεων αγωγής για παράλειψη εκπλήρωσης νόμιμων καθηκόντων, υιοθετήθηκε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, εφόσον θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί ότι η παράλειψη του εργοδότη ήταν η μόνη ή η αποκλειστική αιτία της νόσου, οπότε εκεί η βασική απαίτηση για τον ενάγοντα είναι να αποδείξει ότι η αποτυχία του εναγόμενου να ενεργήσει αύξησε ουσιαστικά τον κίνδυνο της ασθένειας[13]. Αυτή η διαδικασία απαιτεί από το Δικαστήριο να προβεί σε μια διαδικασία συμπερασματικής συλλογιστικής, αλλά δεν συνεπάγεται καμία αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Συνήθως, η παρατεταμένη έκθεση στις συνθήκες που δημιουργούν νόσο είναι αρκετή[14] και μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ευθύνης όταν ένα άτομο έχει εκτεθεί σε συνθήκες που είναι πιθανό να προκαλέσουν την ασθένεια, που ξεκινά με έναν τυπικό τρόπο, με τον οποίο η νόσος θα ξεκινούσε σε τέτοιες καταστάσεις[15]. Ακόμη και όταν ο εναγόμενος μπορεί να επιτύχει την απαραίτητη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της ζημίας που υπέστη, ο εναγόμενος μπορεί να είναι σε θέση να αποφύγει την ευθύνη, επισημαίνοντας κάποιαν άλλη σημαντική αιτία που συνδυάζεται με την παράβαση καθήκοντός του. Όπου μπορεί να αποδειχθεί ότι η πραγματική αιτία ήταν η σκόπιμη πράξη του ενάγοντος, ο εναγόμενος δεν θα είναι υπεύθυνος. Αλλά δεν θα συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα όταν, για παράδειγμα, τραυματιστεί ένας υπάλληλος, ο οποίος προσπαθεί να απομακρύνει έναν επικείμενο κίνδυνο, όταν ο τραυματισμός προκαλείται άμεσα από την παράβαση του εκ του νόμου καθήκοντος, που επιδίωκε να αποτρέψει. Σε αγωγή για παράβαση καθήκοντος, συνήθως, δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος ανέθεσε το νόμιμο καθήκον του σε άλλο πρόσωπο (delegation of duty), περιλαμβανομένου του ενάγοντος[16]. Όταν το νόμιμο καθήκον είναι αυστηρό, ο εναγόμενος μπορεί να απαλλαγεί της ευθύνης εάν έπραξε ό,τι θα ήταν εφικτό ή (χρησιμοποιείται και η έκφραση) ευλόγως εφικτό να πράξει. Το να πράξει, ο εναγόμενος, αυτό που είναι εφικτό ή ευλόγως εφικτό διαφέρει από το να ασκήσει εύλογη επιμέλεια, γιατί προϋποθέτει την έρευνας για το τι είναι εφικτό[17]. Το επίπεδο είναι υψηλότερο, αντικειμενικό, αν και μπορεί να ληφθεί υπόψη η γνώση στον κλάδο στον οποίον αφορά ο νόμος, τη δεδομένη στιγμή. Ο εναγόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για την μην εφαρμογή μεθόδου που δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί[18] ή για την παράληψη προφύλαξης έναντι κινδύνων που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν γνωστό πως υπήρχαν[19]. Η Ενάγουσα, στην αγωγή της, δεν συγκεκριμενοποιεί τον νόμο στον οποίον αναφέρεται και το συγκεκριμένο νομικό καθήκον του οποίου ισχυρίζεται παράβαση. Κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε να αναφερθεί συγκεκριμένα στον νόμο του οποίου υπήρξε, κατά τη θέση της, παράβαση από τους Εναγόμενους 1 και 2, για να μπορέσει να προσεγγιστεί από τους Εναγόμενους 1 και 2 η ερμηνεία του νόμου και εάν υφίσταται ή όχι τέτοιο νόμιμο καθήκον έναντι στην Ενάγουσα ή που να περιλαμβάνει κατηγορία προσώπων στην οποία να ανήκει η Ενάγουσα. Να γίνει χρήση των ανάλογων υπερασπίσεων, εάν υπάρχουν. Η σύγχυση στην αγωγή της Ενάγουσας προκάλεσε και σύγχυση στις υπερασπίσεις των Εναγόμενων και έπειτα προσεπικλήσεις που δημιούργησαν περαιτέρω διαδικασία και κόστος, δημιουργώντας την εικόνα, στην όλη διαδικασία, πως οι αρχές δεν ξέρουν τι καθήκοντα έχουν, και με βάση ποιους νόμους. Στην αγόρευσή του, ο συνήγορος της Ενάγουσας, επικαλέστηκε τον περί Αξιολόγησης, Διαχείρισης και Αντιμετώπισης των Κινδύνων Πλημμύρας Νόμο 70(Ι)/2010, για να εξηγήσει γιατί η Ενάγουσα ενήγαγε τον Δήμο και το ΤΑΥ. Η γενική αναφορά του συνηγόρου της Ενάγουσας σε «ευθύνες και καθήκοντα ως προς την αντιμετώπιση και αξιολόγηση πλημμύρας . . που δεν εκτέλεσαν» δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις απόδειξης, που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως. Ειδικότερα, ο εναρμονιστικός Νόμος 70(Ι)/2010, προβλέπει πως και τον τρόπο με τον οποίον η αρμόδια αρχή, δηλαδή το ΤΑΥ, διεξάγει προκαταρκτική αξιολόγηση των κινδύνων πλημμύρας βάσει της οποίας προσδιορίζει τις περιοχές για τις οποίες υπάρχουν σοβαροί δυνητικοί κίνδυνοι πλημμύρας ή η πιθανότητα να σημειωθεί πλημμύρα, και καταρτίζει, και ακολούθως επικαιροποιεί στα χρονοδιαγράμματα που δίδει ο νόμος, χάρτες επικινδυνότητας πλημμύρας, χάρτες κινδύνων πλημμύρας και σχέδια διαχείρισης των κινδύνων πλημμύρας, σε επίπεδο περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού, και μεριμνά ώστε αυτά να καθίστανται διαθέσιμα στο κοινό, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που ενέχουν θέματα εθνικής ασφάλειας, ενθαρρύνοντας επίσης την ενεργό συμμετοχή των ενδιαφερομένων και του κοινού. Ο Νόμος 70(Ι)/2010 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την αγωγή της Ενάγουσας, πέραν του ότι δεν επιβάλλει κάποιο καθήκον είτε στον Δήμο είτε στο ΤΑΥ έναντι σε κατηγορία προσώπων που να περιλαμβάνει την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν παραπέμπει σε οποιονδήποτε άλλον νόμο, που να εξηγεί σε ποιο νόμιμο καθήκον του Δήμου ή του ΤΑΥ αναφέρεται. Το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να ανατρέξει από μόνο του στο σύνολο της νομοθεσίας, για να εντοπίσει νόμο που πιθανόν να εννοεί η Ενάγουσα αλλά να μην ανέφερε είτε στο δικόγραφό της είτε στη μαρτυρία της είτε στην επιχειρηματολογία του συνηγόρου της. Η Ενάγουσα επέτυχε να αποδείξει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν κάποιο νόμιμο καθήκον έναντί της με βάση συγκεκριμένο νόμο, και η εξέταση σε αυτή τη βάση αγωγής τελειώνει αναγκαστικά εδώ. Η βάση αγωγής της αμέλειας Όπως αναφέρθηκε, η αγωγή της Ενάγουσας βασίζεται και στην αμέλεια. Σύμφωνα με το άρθρο 51 και τα επόμενα άρθρα του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, που συνοψίζουν και τις σχετικές νομολογιακές αρχές, «αμέλεια» συvίσταται, μεταξύ άλλων, στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία, υπό τις περιστάσεις, λoγικό συvετό πρόσωπo θα τελoύσε͘. Αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί μόvoν υπέρ του προσώπου έναντι στο oπoίo o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Υπoχρέωση vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στην περίπτωση κατόχου ή κυρίου ακίvητης ιδιoκτησίας έvαvτι κάθε πρoσώπoυ που βρίσκεται εvτός αυτής ώστε κατά τη συvήθη πoρεία τωv πραγμάτωv vα επηρεάζεται από αμέλεια. Ο κάτoχoς ακίvητης ιδιoκτησίας δεv υπέχει τέτoια υπoχρέωση σε σχέση με τηv κατάσταση ή τη συvτήρηση ή τηv επισκευή της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας έvαvτι απλoύ αδειoύχoυ (bare licensee) o oπoίoς βρίσκεται εvτός της, παρά μόvo για πρoειδoπoίηση αυτoύ, για oπoιoδήπoτε κρυμμέvo ή απαρατήρητo κίvδυvo, τov oπoίo o κάτoχoς γvωρίζει ή πρέπει κατά τεκμήριo vα θεωρηθεί ότι γvωρίζει. "Απλός αδειoύχoς" σημαίvει oπoιoδήπoτε πρόσωπo εισέρχεται vόμιμα σε ακίvητη ιδιoκτησία, άλλως παρά σε σχέση με εργασία στηv oπoία έχει συμφέρov o κάτoχoς της ακίvητης ιδιoκτησίας͘, ή κατά τη vόμιμη εκτέλεση δημόσιoυ καθήκovτoς, και περιλαμβάvει τoυς πρoσκαλεσμέvoυς χωρίς αμoιβή και τoυς υπηρέτες τoυ κατόχoυ της ακίvητης ιδιoκτησίας. Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από διαφυγή πράγματoς, περιλαμβανομένου νερού, διαφυγή τoυ oπoίoυ εvδέχεται vα πρoκαλέσει ζημιά, και ότι o εvαγόμεvoς ήταv o ιδιoκτήτης ή κάτoχoς της ιδιoκτησίας από τηv oπoία έγιvε η διαφυγή, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίσταται αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τη διαφυγή[20]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται ότι o εvάγων στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά[21]. Υπό το δόγμα αυτό, res ipsa loquitur[22], ο ενάγων μπορεί να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας, όταν δεν είναι εφικτό γι' αυτόν να αποδείξει ακριβώς τη σχετική πράξη ή παράλειψη στη ροή των γεγονότων, που οδήγησε στο συμβάν, και με βάση τη μαρτυρία ως έχει τη δεδομένη στιγμή, είναι πιθανότερο η πραγματική αιτία του ατυχήματος να ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου ή του προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο εναγόμενος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη άσκησης εύλογης επιμέλειας για την ασφάλεια του ενάγοντος. Ειδικότερα, θα πρέπει να υφίσταται καταρχήν εύλογη απόδειξη αμέλειας, και το βάρος βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος. Συναφώς, αυτή που πρέπει να δικογραφείται και να εξηγείται επαρκώς στο δικόγραφο του ενάγοντος είναι η αμέλεια, που δίδει και τη σχετική βάση αγωγής[23]. Όταν τα γεγονότα που προκάλεσαν το συμβάν τελούν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου, και το συμβάν δεν προκύπτει στη συνήθη πορεία των πραγμάτων όταν ασκείται η δέουσα επιμέλεια, συνιστά εύλογη απόδειξη πως, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον εναγόμενο περί του αντιθέτου, το συμβάν έλαβε χώρα λόγω μη άσκησης δέουσας επιμέλειας από μέρους του εναγόμενου[24]. Όπως υποδείχθηκε και στην Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All ER 822, δεν είναι αναγκαίο να δικογραφείται το δόγμα res ipsa loquitur, που εκφράζει απλώς κανόνα απόδειξης βασισμένο στο δίκαιο και την κοινή λογική[25]· αρκεί να αποδεικνύονται τα γεγονότα που καθιστούν το δόγμα αυτό εφαρμόσιμο. Η ίδια προσέγγιση υφίσταται και στην εγχώρια νομολογία, όπου βρίσκουμε και κάποια κωδικοποίηση στο άρθρο 55 του Κεφ.148· προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος αυτού αποτελεί η ουσιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται, και δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την αμέλεια[26]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια, συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια, ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς, ή τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας. Η υπεράσπιση του ασυνήθους φυσικού συμβάντος (damnum fatale ή act of God ή vis major ή inevitable accident) εμπερικλείει το δόγμα actus Dei nemini facit injuriam, μια πράξη από τον Θεό δεν προκαλεί νομικά επιλήψιμη βλάβη σε οποιονδήποτε, που συνδέεται με την αρχή ότι δεν θα ήταν δίκαιο να υπάρχει ανθρώπινη ευθύνη για πράξεις που προέρχονται από τον Θεό. Η υπεράσπιση αφορά σε περιστάσεις τις οποίες καμία ανθρώπινη πρόβλεψη δεν μπορεί να αντιμετωπίσει, και τις οποίες η ανθρώπινη σύνεση δεν είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίσει ως ενδεχόμενες, επομένως, όταν συμβούν, είναι καταστροφές που δεν συνεπάγονται την υποχρέωση πληρωμής για τις συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από αυτές[27]. Τέτοιες περιστάσεις μπορούν να περιλαμβάνουν σεισμούς, ηφαιστειακές εκρήξεις, πυρκαγιές, πλημμύρες. Η δυνατότητα προβολής της υπεράσπισης αυτής μπορεί να εξαιρεθεί από νόμο. Αποτελεί θέμα πραγματικό κατά πόσο μια περίσταση συνιστά damnum fatale[28], κατ' επέκταση και εάν μια εξαιρετικά βίαιη βροχόπτωση είναι συμβάν που θα μπορούσε να προβλεφθεί ή όχι[29]. Σε συνήθεις υποθέσεις αμέλειας, η υπεράσπιση αυτή συμπλέκεται για να δομηθεί το καθήκον επιμέλειας επί του οποίου θα αξιολογηθεί συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη[30]. Σε υποθέσεις όπου η ζημιά προκλήθηκε από πλημμύρα, αναμένονται καταρχάς λεπτομέρειες αμέλειας (averments of culpa) του προσώπου που ενάγεται, που μπορεί να προβάλει την υπεράσπιση του damnum fatale, η λειτουργία της οποίας είναι πως ο εναγόμενος δεν θα θεωρηθεί πως απέτυχε να ασκήσει εύλογη επιμέλεια έναντι στον κίνδυνο πλημμύρας, αποτυγχάνοντας να λάβει προφυλάξεις, έναντι σε ένα συμβάν που δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί[31], όπως ήταν η περίπτωση στην Tennent v Earl of Glasgow
(1864)2 M (HL)
  1. Το συμβάν θα πρέπει να είναι φυσικό, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, και να είναι πέρα από αυτό που είναι ευλόγως προβλέψιμο και αποτρέψιμο. Σε περίπτωση που προκύπτει πλημμύρα μετά από παρεμβολή σε φυσικό ρέμα, δεν διατίθεται αυτή η άμυνα, ακόμα κι αν η βροχόπτωση ήταν ασυνήθιστη, όπου όμως θα πρέπει να αποδειχθεί πως δεν θα συνέβαινε η πλημμύρα, εάν δεν υπήρχε η παρέμβαση σε αυτήν[32]. Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, εάν δηλαδή υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω αυτής, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo, λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ ενάγοντος στη ζημιά[33]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα συvιστά υπεράσπιση τo ότι o ενάγων είχε γvώση και αvτίληψη ή πρέπει vα θεωρηθεί τo έχει γvώση και αvτίληψη της κατάστασης πραγμάτωv πoυ πρoκαλεί τη ζημιά και ότι εκoύσια εξέθεσε τov εαυτό τoυ ή τηv ιδιoκτησία τoυ σε αυτήν[34]. Η τελευταία υπεράσπιση δεv εφαρμόζovται σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα, αv τo αδίκημα αυτό oφειλόταv στη μη επλήρωση υπoχρέωσης πoυ επιβάλλεται στov εvαγόμεvo από oπoιoδήπoτε voμoθέτημα. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα συvιστά υπεράσπιση και τo γεγovός ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή τελέστηκε δυvάμει και σύμφωvα με τις διατάξεις oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς[35]. Καθήκον επιμέλειας Ότι η Ενάγουσα ήταν σταθμευμένη εντός του χώρου στάθμευσης του Δήμου αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2, με γενική άρνηση, ωστόσο η Ενάγουσα μαρτύρησε γι' αυτό το γεγονός, και ο λόγος της, παρόλη τη γενικότητα της μαρτυρίας της στο σύνολό της ή και τις αδυναμίες της, που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, επί τούτου του γεγονότος δεν φάνηκε στο Δικαστήριο ανειλικρινής. Ότι επινόησε πως το όχημά της ήταν σταθμευμένο στον συγκεκριμένο χώρο, χωρίς πράγματι να είναι, προκειμένου να αξιώσει αποζημίωση από τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του χώρου στάθμευσης. Έναντι στη μαρτυρία της Ενάγουσας πως στάθμευσε εντός του χώρου στάθμευσης, δεν υπάρχει αντίστοιχη συγκεκριμένη αντικρουστική μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, πως έγινε κάποιος έλεγχος των σταθμευμένων οχημάτων στον συγκεκριμένο χώρο, χωρίς να είναι σ' αυτόν και το όχημα της Ενάγουσας. Η δε μαρτυρία της Ενάγουσας, ΜΕ1, ότι στάθμευσε στον συγκεκριμένο χώρο «κατά ή περί την 17.02.2018» είναι αποδεκτή. Έπειτα, δεν υπάρχει ισχυρισμός πως η Ενάγουσα δεν βρίσκονταν νόμιμα εντός του χώρου στάθμευσης. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η Ενάγουσα «κατά ή περί την 17.02.2018» βρίσκονταν σταθμευμένη νόμιμα στον χώρο στάθμευσης του Δήμου. Στο πλαίσιο των προαναφερόμενων αρχών, ο Δήμος, ως κύριος ή κάτοχος του χώρου στάθμευσης εντός του οποίου βρίσκονταν η Ενάγουσα «κατά ή περί την 17.02.2018» ώστε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να μπορεί να επηρεαστεί από αμέλεια, είχε την υποχρέωση να μην επιδείξει αμέλεια. Η υποχρέωση του Δήμου έναντι στην Ενάγουσα, που ήταν απλώς αδειούχος στον χώρο στάθμευσης του Δήμου, δεν αφορά στην στατική κατάσταση ή τη συvτήρηση του χώρου, περιλαμβανομένου του συστήματος σε σχέση με τα όμβρια ύδατα. Ειδικότερα, η Ενάγουσα, που απλώς στάθμευσε το όχημά της στον χώρο στάθμευσης, κατά τεκμήριο νόμιμα, δεν μπορεί να θεωρηθεί προσκεκλημένη (invitee), εφόσον δεν κατέδειξε πως εισήλθε στον χώρο για εργασία για την οποία είχε συμφέρον και ο Δήμος[36], αλλά μπορεί να θεωρηθεί απλή αδειούχος. Έπειτα, δεν προκύπτει, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι ο τρόπος με τον οποίον τα όμβρια ύδατα απομακρύνονται από τον χώρο στάθμευσης δεν εντάσσεται στην κατάσταση ή τη συντήρηση του χώρου στάθμευσης[37]. Η υποχρέωση του Δήμου ήταν να προειδοποιήσει την Ενάγουσα για oπoιoνδήπoτε κρυμμέvo ή απαρατήρητo κίvδυvo εντός ή επί του χώρου, τov oπoίoν o Δήμος γvώριζε ή έπρεπε κατά τεκμήριo vα γvωρίζει. Ο κίνδυνος να «πλημμυρίσει» ο χώρος στάθμευσης, από έντονη βροχόπτωση σε συνάρτηση με τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης των όμβριων υδάτων, για την Ενάγουσα, ήταν στο πλαίσιο εντός κρυμμένου ή απαρατήρητου κινδύνου, που δεν φαίνεται και δεν θα μπορούσε να δει και να αποφύγει. Το καθήκον του Δήμου να προειδοποιήσει την Ενάγουσα για τον κίνδυνο αυτό, «πλημμυρίσματος» ή μεγάλης εισροής νερού και ενδεχομένου ζημιάς στα σταθμευμένα οχήματα, σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης, καλύπτει και τον ασυνήθιστο κίνδυνο, τον οποίον, όμως, ο κάτοχος, εν προκειμένω ο Δήμος, όφειλε να γνωρίζει. Δηλαδή, η μικρή πιθανότητα εκδήλωσης του κινδύνου, δεν απαλλάσσει τον κάτοχο από την υποχρέωση πληροφόρησης, όταν ο κίνδυνος είναι προβλεπτός. Συναφώς, και σε σχέση με όσα αναφέρονται από τον Δήμο, ότι η έντονη και παρατεταμένη βροχόπτωση κατά τον επίδικο χρόνο ήταν περιστατικό damnum fatale, δεν θα συμφωνήσω. Πέραν του ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν προσκόμισαν κάποιο στοιχείο που να υποστηρίζει τη θέση αυτή, που έρχεται σε αντίθεση με τη θέση των ιδίων ότι δεν επήλθε πλημμύρισμα του χώρου από έντονη βροχόπτωση, η πολύ έντονη βροχόπτωση, που απλώς μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από όσο συνήθως, δεν είναι καταστροφικό συμβάν που δεν μπορεί να προβλέψει η ανθρώπινη σωφροσύνη και έξω από τον ανθρώπινου νου, ώστε να απαλλάσσει από την ευθύνη. Ασχέτως εάν δεν εμφανίζεται συχνά ή εάν εμφανίζεται σπάνια τέτοια βροχόπτωση (όπως υποστήριξε στη δική του υπόθεση ο ΣΑΛΑ δια των ΜΤ5 και ΜΤ6 και της έγγραφης μαρτυρίας που προσκόμισαν), δεν είναι απρόβλεπτο καιρικό φαινόμενο να βρέξει πολύ έντονα και για παρατεταμένη ώρα. Έτσι, δεν απαλλάσσεται ο Δήμος από την υποχρέωση πληροφόρησης της Ενάγουσας ότι, σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης (που δεν εμφανίζεται συχνά), μπορεί να εισέλθει μεγάλη ποσότητα νερού στον χώρο στάθμευσης ή να πλημμυρίσει, με κίνδυνο να προκληθούν ζημιές στα σταθμευμένα οχήματα. Πέρα από αυτό το καθήκον του Δήμου, ως κυρίου ή κατόχου του χώρου στάθμευσης στο οποίο βρίσκονταν νόμιμα η Ενάγουσα «κατά ή περί την 17.02.2018», το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί, από την ενώπιον του μαρτυρία, πως υπήρξε οποιοδήποτε άλλο καθήκον επιμέλειας του Δήμου έναντι στην Ενάγουσα. Ούτε ότι το ΤΑΥ είχε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας έναντι στην Ενάγουσα, ενόσω η Ενάγουσα βρίσκονταν στον χώρο στάθμευσης του Δήμου. Όσον αφορά το ΤΑΥ, δεν φαίνεται να συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης. Η Ενάγουσα δεν ανέφερε τέτοια σύνδεσή του, και η ΜΥ3 αναφέρει, στη δική της μαρτυρία, που δεν αμφισβητήθηκε, πως η ευθύνη για τη συντήρηση, επιδιόρθωση ή διαχείριση και λειτουργία του συστήματος όμβριων υδάτων του παραθαλάσσιου πάρκου και των χώρων στάθμευσης του παραλιακού δρόμου ανήκει στον Δήμο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούνταν μεν από το Τμήμα Δημοσίων Έργων το έργο σύνδεσης της Λεωφόρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ με τον παραλιακό δρόμο, στο πλαίσιο του οποίου είχε ήδη γίνει αναβάθμιση του δικτύου αποχέτευσης όμβριων υδάτων, καθώς και αναβάθμιση του οχετού όμβριων υδάτων στον ποταμό Γαρύλλη, σύμφωνα με τα σχέδια που είχαν υιοθετηθεί από το ΣΑΛΑ, το ΤΑΥ και τον Δήμο, αλλά το σύστημα αυτό είναι ανεξάρτητο και ουδεμία σχέση έχει με το υπόλοιπο σύστημα όμβριων υδάτων του παραθαλάσσιου πάρκου και των χώρων στάθμευσης του παραλιακού δρόμου, για τη συντήρηση ή λειτουργία ή επιδιόρθωση του οποίου αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο Δήμος. Το Δικαστήριο, έχοντας αυτή τη μαρτυρία της ΜΥ3 ενώπιον του, και καμία αντίθετη μαρτυρία της Ενάγουσας, δεν μπορεί να διαπιστώσει σύνδεση του ΤΑΥ με τον χώρο στάθμευσης στον οποίο βρίσκονταν η Ενάγουσα, ενώ η Ενάγουσα δεν συνέδεσε με τη μαρτυρία της το νερό που κατά τη θέση της εισέρρευσε στον χώρο στάθμευσης όπου βρίσκονταν το όχημά της, με «πλημμύρα» στην ευρύτερη περιοχή της Λεμεσού, ή και με τρόπο που να εισέρχεται υπό κάποιο συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας του ΤΑΥ έναντι στην Ενάγουσα. Ο ΜΥ4 εξήγησε απλώς τα νόμιμα καθήκοντα του ΤΑΥ, για τα οποία υπήρξε ήδη προηγουμένως διαπίστωση πως δεν αποδείχθηκαν από την Ενάγουσα με τον τρόπο που πρέπει. Εξήγησε, ο ΜΥ4, ότι αρμοδιότητες του ΤΑΥ περιορίζονται σε θέματα που αφορούν σε πλημμύρες από ποτάμια, ορεινούς χείμαρρους, αστοχία φράγματος, εφήμερα ρέματα της Μεσογείου και πλημμύρες από τη θάλασσα σε παράκτιες περιοχές και το «πλημμύρισμα» του χώρου στάθμευσης στην επίχωση, που ισχυρίζεται η Ενάγουσα, δεν έχει σχέση με την υπερχείλιση κάποιου φυσικού εγγεγραμμένου υδατορέματος. Έχοντας υπόψη πως η Ενάγουσα δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο καθήκον επιμέλειας του ΤΑΥ έναντί της, και δεν υπάρχει οτιδήποτε στη μαρτυρία των ΜΥ3 και ΜΥ4 που να την καθιστά αναξιόπιστη και μη αποδεκτή, και δι' αυτής προκύπτει το αντίθετο, η διαπίστωση είναι πως δεν έχει αποδειχθεί από την Ενάγουσα κάποιο καθήκον επιμέλειας του ΤΑΥ έναντι στην Ενάγουσα. Όσον αφορά την τύχη της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του ΤΑΥ, Εναγόμενου 2, σφραγίζεται με αυτή τη διαπίστωση. Παράβαση καθήκοντος επιμέλειας Προχωρώντας με βάση το καθήκον του Δήμου, ως κύριου ή κατόχου του χώρου στάθμευσης στον οποίον βρίσκονταν η Ενάγουσα, να μην επιδείξει αμέλεια, που είναι η μόνη βάση αγωγής της Ενάγουσας που μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω, και ειδικότερα το καθήκον του να πληροφορήσει την Ενάγουσα για τον κρυμμένο και απρόβλεπτο κίνδυνο του «πλημμυρίσματος» του χώρου στάθμευσης σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης που ο Δήμος όφειλε να γνωρίζει, ο Δήμος έχει και το βάρος απόδειξης ότι δεν ήταν αμελής σε σχέση με την εκτέλεση του συγκεκριμένου (περιορισμένου σε σχέση με τον απλό αδειούχο) καθήκοντός του (άρθρο 51 § 2 Κεφ. 148). Δεν αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε ότι η βροχόπτωση ήταν πολύ έντονη «περί την 17.02.2018». Αυτό λέει και η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε παράλειψη του Δήμου να εκτελέσει το συγκεκριμένο καθήκον του. Από την άλλη, ο Δήμος ανέφερε πως έλαβε «όλα τα αναγκαία μέτρα». Δεν εξήγησε, όμως, ποια ακριβώς είναι τα μέτρα που έλαβε, και δεν υπήρξε μαρτυρία πως υπήρξε τέτοια προειδοποίηση, έγγραφη (λ.χ. κάποια τοποθετημένη σήμανση) ή προφορική, πριν ή μετά το ξέσπασμα της βροχής ή καθ' όλη τη διάρκειά της. Το εύρημα είναι αναγκαστικά πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε προειδοποίηση, και κατ' επέκταση ότι υπήρξε παράβαση του προαναφερόμενου καθήκοντος του Δήμου να προειδοποιήσει την Ενάγουσα, κατ' επέκταση αμέλεια του Δήμου. Ζημιά Δεν αρκεί η διαπίστωση περί ύπαρξης αμέλειας, λόγω μη απόδειξης από τον Δήμο ότι δεν ήταν αμελής σε σχέση με την εκτέλεση του συγκεκριμένου καθήκοντος πληροφόρησης της Ενάγουσας, ως απλού αδειούχου στον χώρο στάθμευσης του, για τον κίνδυνο πλημμυρίσματος, σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης. Η Ενάγουσα θα πρέπει να αποδείξει την επέλευση του κινδύνου και την αιτιώδη συνάφειά της ζημιάς της με την επέλευση του κινδύνου και την παράλειψη του Δήμου να της παρέχει την προαναφερόμενη προειδοποίηση για τον κίνδυνο. Η ΜΕ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησής της, το οποίο επαναλαμβάνει ενόρκως, μεταφέροντας ακόμα και τις διαζευκτικές αναφορές. Αναφέρει πως «κατά ή περί την 17.02.2018», είχε σταθμευμένο το όχημά της εντός του δημόσιου χώρου στάθμευσης επί της επίχωσης, ότι υπήρξε έντονη βροχόπτωση ή ανεξέλεγκτη ροή επιφανειακών υδάτων, μεγάλη ποσότητα των οποίων εισχώρησε εντός του χώρου στάθμευσης, που πλημμύρισε, με αποτέλεσμα να πλημμυρίσει και το αυτοκίνητό της, προκαλώντας της ζημιάς που είναι η ολοκληρωτική καταστροφή του, αξίας €2.300,
  2. Αναφέρει, στη μαρτυρία της, πως προσκομίζει τηλεομοιότυπο μήνυμά της ημερομηνίας 27.02.2018, τηλεομοιότυπο μήνυμά της ημερομηνίας 21.03.2018 προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού, εκτίμηση ζημιών με αριθμό Ap-18-201, και επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 24.04.2018, τα οποία, όμως, δεν επισυνάπτει ως τεκμήρια στην ένορκη της δήλωση, και που τελικά δεν προσκομίζει και δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ότι «πλημμύρισε» ο χώρος στάθμευσης και ότι προκλήθηκε ζημιά στο σταθμευμένο όχημα της Ενάγουσας αμφισβητείται από τον Δήμο. Ο ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως δεν προκλήθηκε πλημμύρα ή ανεξέλεγκτη ροή υδάτων την 17.02.2018 και ουδέποτε εισέρρευσε στον χώρο στάθμευσης της επίχωσης νερό σε ποσότητα ώστε να πλημμυρίσει όχημα. Η ΜΥ2 επαναλαμβάνει, με το ίδιο λεκτικό, ό,τι και ο ΜΥ1, πως είναι αμφισβητούμενο κατά πόσο η Ενάγουσα υπέστη ό,τι λέει, και απλώς προσκομίζει στο Δικαστήριο και τις επιστολές ημερομηνίας 27.02.2018 (Τεκμήριο 1) και 24.04.2018 (Τεκμήριο 2), μεταξύ της Ενάγουσας και του Δήμου. Στο Τεκμήριο 1, δεν αναφέρεται κάποια περαιτέρω πληροφορία σε σχέση με τα γεγονότα. Ζητήθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας η πληροφόρηση εάν υπάρχει διαδικασία αποζημίωσης και επαλήθευσης της ζημιάς της ως πληγείσας από την πλημμύρα. Στο Τεκμήριο 2, ο δημοτικός γραμματέας παρέπεμψε στην Επαρχιακή Διοίκηση, η οποία είχε αναλάβει την επιθεώρηση, καταγραφή και εκτίμηση ζημιών λόγω του καιρικού φαινομένου, αρνούμενος οποιαδήποτε ευθύνη του Δήμου. Ότι η ακρόαση γίνεται με γραπτή μαρτυρία, δια ενόρκων δηλώσεων, δεν αφαιρεί από την ανάγκη η μαρτυρία προσκομίζεται σε γραπτή μορφή να αποτυπώνει όσα θα εκφράζονταν και όπως θα εκφράζονταν και με προφορική μαρτυρία του ίδιου προσώπου. Με προσοχή. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αναζητά μαρτυρία που δεν προσκομίζεται ενώπιον του ή να βοηθά οποιονδήποτε διάδικο να αποδείξει την υπόθεσή του. Η μαρτυρία της Ενάγουσας για τη ζημιά της ήταν πολύ γενική και αόριστη, χωρίς συγκεκριμένο γεγονοτικό πλαίσιο, που να δίδει ολοκληρωμένη την ιστορία της. Πότε ακριβώς στάθμευσε στον χώρο στάθμευσης του Δήμου, πριν ή μετά την έναρξη της βροχής, πού ακριβώς στάθμευσε, πού βρίσκονταν όταν έβρεχε, πόση ώρα έμεινε σταθμευμένο το όχημα της στον χώρο στάθμευσης, πότε η ίδια διαπίστωσε κάποια ζημιά, τι ακριβώς αντίκρυσε στον χώρο στάθμευσης και στο όχημά της, είχε εισέλθει νερό που, και μέχρι πού έφτανε, μπήκε εντός του οχήματος, με ποιον τρόπο, ήταν κλειδωμένο το όχημα, τι έκανε η Ενάγουσα, πώς απομάκρυνε το όχημά της από τον χώρο στάθμευσης. Οι αναφορές της Ενάγουσας, πλήρως απογυμνωμένες από τα γεγονότα και τη ροή των γεγονότων, δεν έχουν ρεαλιστική ή απτή διάσταση, για να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε σχετικά δικαστικά ευρήματα. Αναφέρει, η Ενάγουσα, γενικά και αόριστα, μιαν εκτίμηση, που δεν προσκομίζει τελικά, μα ούτε επεξηγεί η ίδια, πότε πήρε το όχημά της σε εκτιμητή, σε ποιον εκτιμητή, τι διαπίστωσε ακριβώς ο εκτιμητής, γιατί δεν παρουσιάζεται η μαρτυρία από τον εκτιμητή. Στις επιστολές που ανέφερε, αλλά δεν προσκόμισε, ή σε αυτές που προσκόμισε η ΜΥ2, δεν καλείται ο Δήμος να εκτιμήσει κάποια ζημιά του οχήματος, ούτε γίνεται αναφορά σε κάποιαν εκτίμηση, παρά το ότι γίνεται και εκεί γενική αναφορά σε ζημιά ύψους €2.500,00 (άλλο ποσό). Το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε εικόνα για το τι πραγματικά συνέβη στον χώρο στάθμευσης και στο όχημα της Ενάγουσας, ενόσω η Ενάγουσα είχε σταθμεύσει το όχημά της εντός αυτού «κατά ή περί την 17.02.2018». Η αναφορά της Ενάγουσας για «πλημμύρισμα» του χώρου στάθμευσης και του οχήματός της, ώστε να επέλθει καταστροφή του, αναγκαστικά, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί και να δώσει βάση σε εύρημα ότι ο χώρος στάθμευσης του Δήμου όντως πλημμύρισε και ως αποτέλεσμα τούτου το όχημα της Ενάγουσας που ήταν σταθμευμένο εντός αυτού «κατά ή περί την 17.02.2018», καταστράφηκε ολοσχερώς. Έπειτα, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει κάποια ζημιά της Ενάγουσας με την παράλειψη του Δήμου να πληροφορήσει την Ενάγουσα για τον συγκεκριμένο κίνδυνο. Ότι εάν η Ενάγουσα λάμβανε την πληροφόρηση από τον Δήμο για τον συγκεκριμένο κίνδυνο, δεν θα στάθμευε το όχημά της στον συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης, και έτσι θα αποφεύγονταν η ζημιά στο όχημά της. Αυτό θα συνέβαινε ή επειδή η βροχόπτωση ήταν πολύ έντονη ή το όχημά της ήταν σε τέτοια κατάσταση, οπουδήποτε κι αν ήταν σταθμευμένο, θα υφίστατο ζημιά. Ασφαλώς, η πραγματική βάση που μπορεί να βασίσει σχετικούς ισχυρισμούς, δεν μπορεί να υποτεθεί, και η σωρεία των κενών και των ερωτηματικών, που αφήνει η ίδια η μαρτυρία της Ενάγουσας και τολμώ να πω ο πρόχειρος τρόπος παρουσίασής της, είναι τέτοια, που εμποδίζει την Ενάγουσα στο να αποδείξει την υπόθεσή της. Ενόψει του ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε στο Δικαστήριο ότι υπέστη συγκεκριμένη ζημιά το όχημά της μετά από «πλημμύρισμα» του χώρου στάθμευσης όπου ήταν σταθμευμένο το όχημά της «κατά ή περί την 17.02.2018», και ότι τέτοια ζημιά τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη του Δήμου να την πληροφορήσει για τον κίνδυνο «πλημμυρίσματος» του χώρου στάθμευσης σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλογίσει οποιαδήποτε ευθύνη στον Δήμο, Εναγόμενο 1, για την παράλειψή του αυτή, προς όφελος της Ενάγουσας. Η διαπίστωση αυτή, σφραγίζει την τύχη της αγωγής της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου
  3. Άλλα ζητήματα Υπό τις περιστάσεις, κρίνω πως δεν χρειάζεται η εξέταση της απαίτησης του Δήμου εναντίον του ΣΑΛΑ και του ΣΑΛΑ εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ακόμα, όμως, κι αν ο Δήμος έπρεπε να αποζημιώσει την Ενάγουσα για την παράλειψή του να την ενημερώσει πως σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης, υπάρχει ο κίνδυνος «πλημμυρίσματος» του χώρου στάθμευσης, δεν θα μπορούσε να επιτύχει η δική του απαίτηση εναντίον του ΣΑΛΑ. Ο Δήμος δεν θα αποδείκνυε, με την υφιστάμενη μαρτυρία του, την ύπαρξη νόμιμου καθήκοντος του ΣΑΛΑ ή του ΤΑΥ. Για το ΤΑΥ δόθηκε προηγουμένως απάντηση, σε σχέση με την Ενάγουσα. Ισχύει η ίδια. Ο ΜΥ1 επαναλαμβάνει όσα και στο δικόγραφό του ο Δήμος, ότι ο ίδιος δεν έχει κάποιαν ευθύνη, αλλά την όποια ευθύνη έχουν το ΣΑΛΑ και η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του ΤΑΥ. Η προπαρασκευή δικτύου όμβριων υδάτων, όπως αναφέρει, η επέκταση και αναβάθμιση του συστήματος υποδοχής όμβριων υδάτων, ο έλεγχος κατά τον χρόνο κατασκευής του αποχετευτικού έργου σε ολόκληρη την περιοχή της μείζονος Λεμεσού, περιλαμβανομένης της περιοχής της επίχωσης της οδού Χριστόδουλου Χατζηπαύλου παρά το παλιό λιμάνι, η κατασκευή έργων αποχέτευσης όμβριων υδάτων, η λήψη αναγκαίων μέτρων κατά τον σχεδιασμό και εκτέλεση ή αναβάθμιση και συντήρηση του συστήματος υποδοχής όμβριων υδάτων εντός του χώρου στάθμευσης, η κατασκευή οχετών όμβριων υδάτων και αντιπλημμυρικών έργων, ο έλεγχος διαχείρισης επιφανειακών υδάτων, η κατασκευή αυλακιών και απορροφητικών λάκκων σε δημόσιους χώρους και χώρους στάθμευσης, η τοποθέτηση και λειτουργία αντλιών και άλλα προληπτικά μέτρα είναι στα καθήκοντα του ΣΑΛΑ και της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του ΤΑΥ. Το ΣΑΛΑ και το ΤΑΥ δεν σχετίζονται με την κατοχή του χώρου στάθμευσης και το καθήκον του κατόχου του χώρου, βάσει του οποίου θα μπορούσε να προωθηθεί η αγωγή της Ενάγουσας, ενώ η μαρτυρία του ΜΥ1, εκ μέρους του κατόχου, έναντι του ΣΑΛΑ και του ΤΑΥ, δεν ικανοποιεί τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις απόδειξης νόμιμου καθήκοντος, εφόσον δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο νόμο, συγκεκριμένη παράβαση, συγκεκριμένη ζημιά, αιτιωδώς συνδεδεμένη με την επίδικη ζημιά. Περαιτέρω, ο ΜΤ5, στην επαρκώς αντικρουστική μαρτυρία του εκ μέρους του ΣΑΛΑ, προσκόμισε το βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 3), στο οποίο αναφέρονται οι σπουδές του σε πρώτο πτυχίο ως πολιτικός μηχανικός σε Αμερικανικό πανεπιστήμιο, και η εργασιακή πείρα του, ως πολιτικός μηχανικός. Δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του. Ο ΣΑΛΑ, όπως αναφέρει, εγκαθιδρύθηκε με την ΚΠΔ248/1980 και άρχισε να λειτουργεί το
  4. Περιοχή του είχε καθοριστεί μόνον όσον αφορά το αποχετευτικό σύστημα λυμάτων, ενώ με το διάταγμα 212/1998 που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα την 26.08.1988, περιλήφθηκαν και τα συστήματα αποχέτευσης όμβριων υδάτων. Η επίχωση και οι χώροι στάθμευσης έγιναν σε τεμάχιο της Κυπριακής Δημοκρατίας και ο ΣΑΛΑ δεν έχει εξουσία για την περιοχή. Το υφιστάμενο δίκτυο όμβριων υδάτων, βόρεια του χώρου στάθμευσης, κατασκευάστηκε από τον Δήμο πριν από την εγκαθίδρυση του ΣΑΛΑ, και ευθύνεται ο Δήμος για τη συντήρηση και αναβάθμισή του, εάν είναι επιτρεπτό και από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Ο ΣΑΛΑ δεν είναι υποχρεωμένος, όπως αναφέρει, να παραλαμβάνει ούτε παρέβαλε οχετούς όμβριων υδάτων και εν γένει αντιπλημμυρικά έργα που κατασκεύασαν άλλοι, ούτε ο Δήμος προσφέρθηκε οποτεδήποτε να παραδώσει στον ΣΑΛΑ τα εν λόγω δίκτυα. Ο Δήμος γενικά δεν μεταβίβασε στον ΣΑΛΑ έργα και στοιχεία ενεργητικού που έχουν σχέση με τα όμβρια ύδατα και διατήρησε την κυριότητα, κατοχή, διαχείριση και ευθύνη συντήρησης των υπόνομων του αποχετευτικού συστήματος όμβριων υδάτων που βρίσκονται στα δημοτικά όρια. Ο παραλιακός δρόμος ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το δίκτυο όμβριων υδάτων του παραλιακού δρόμου κατασκευάστηκε, συντηρείται και κατέχεται και είναι υπό την ευθύνη του Τμήματος Δημοσίων Έργων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, έγιναν εργασίες για τη βελτίωση του δρόμου που συνδέει τη Λεωφόρο Φραγκλίνου Ρούσβελτ με τον παραλιακό δρόμο, με αναθέτουσα αρχή το Τμήμα Δημοσίων Έργων, που επηρέασαν ή μείωσαν την παροχετευτικότητα των όμβριων υδάτων προς τη θάλασσα. Ο ΣΑΛΑ, όπως αναφέρει ο μάρτυρας, δεν έχει αρμοδιότητα η εξουσία ή ευθύνη για την κατασκευή, συντήρηση ή τον καθαρισμό δρόμων, ποταμών, δημόσιων αυλακιών, ρεμάτων, χειμάρρων και υδατοστρεμάτων, αλλά τέτοια έχουν μόνον οι ιδιοκτήτες ή κάτοχοί τους. Ούτε κατασκευάζει και συντηρεί συστήματα αποχέτευσης εντός ιδιωτικής περιουσίας ή περιουσίας που ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία ή την τοπική αρχή. Ο μάρτυρας επαναλαμβάνει με τη μαρτυρία του όσα εκθέτει ο ΣΑΛΑ στο δικόγραφό του ως λεπτομέρειες αμέλειας ή παράβασης καθηκόντων του Δήμου. Η μαρτυρία του ΜΤ5, αναφορικά με τα καθήκοντα του ΣΑΛΑ και την απουσία σχέσης του με τη λειτουργία συστήματος στον χώρο στάθμευσης του Εναγόμενου 1, μαρτυρία που δεν είναι αναξιόπιστη για οποιονδήποτε λόγο, σε συνάρτηση με την απουσία συγκεκριμένης μαρτυρίας του Δήμου για τέτοια σχέση, δεν θα επέτρεπε στο Δικαστήριο διαφορετικά ευρήματα, σε σχέση με την ευθύνη. Οι ΜΥ1, ΜΥ2, ΜΥ3, ΜΥ4, ΜΤ5, ΜΤ6 ανέφεραν, διαζευκτικά, πως οι βροχοπτώσεις της 17.02.2018 ήταν απρόβλεπτο και ασύνηθες καιρικό φαινόμενο, damnum fatale. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, οι ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν προσκόμισαν συγκεκριμένα στοιχεία. Η ΜΥ3, χωρίς να αναφέρει προσόντα με βάση τα οποία εκφέρει τέτοια γνώμη, ανέφερε πως το περιστατικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ατυχές ή απρόβλεπτο φυσικό καιρικό φαινόμενο ή θεομηνία, που εμφανίζεται μία φορά στα 60 χρόνια, με διάστημα επαναφοράς μεγαλύτερο από εκείνο του σχεδιασμού αντιπλημμυρικών έργων σε αγωγούς όμβριων υδάτων, και που δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί από τον μέσο λογικό άνθρωπο και να ανατραπεί από ανθρώπινη οξύνοια ή εύλογη επιμέλεια. Αναφέρει πως προσκομίζει αντίγραφο έκθεσης εμπειρογνωμοσύνης του ΣΑΛΑ σχετικά με το γεγονός της 16ης και 17ης Φεβρουαρίου του 2018, που επιβεβαιώνει ότι το περιστατικό οφείλεται σε θεομηνία ή ασυνήθιστο καιρικό φαινόμενο, και δεν προκλήθηκε λόγω λανθασμένης κατασκευής ή συντήρησης του δικτύου, που εν πάση περιπτώσει δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του τμήματος της, ούτε λόγω αμέλειας ή παραλείψεων του τμήματος σχετικά με τον έλεγχο διαχείρισης επιφανειακών νερών και τη διοχέτευση όμβριων υδάτων. Ωστόσο, η αναφερόμενη από τη μάρτυρα έκθεση δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη της δήλωση που είναι καταχωρισμένη στο Δικαστήριο. Προφανώς, όμως, βασίζεται στη μαρτυρία του ΣΑΛΑ σχετικά με την υπεράσπιση της θεομηνίας. Ο ΜΥ4 ανέφερε πως επρόκειτο για ασυνήθιστο καιρικό φαινόμενο ή θεομηνία, με τον ίδιο λόγο που χρησιμοποιείται και στη μαρτυρία της ΜΥ3, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση της γνώμης αυτής. Ο ΜΤ5 ανέφερε γενικά πως επρόκειτο για ασυνήθιστο καιρικό φαινόμενο που επανεμφανίζεται κάθε 60 χρόνια και δεν μπορούσε να προβλεφθεί, χωρίς να επεξηγεί αυτή τη γνώμη του, που, και πάλι, δεν μπορεί να προσεγγιστεί ως επαρκώς τεκμηριωμένη γνώμη ειδικού επιστήμονα. Ο ΜΤ6, ο οποίος έκανε λεπτομερέστερη αναφορά, αναφέρει πως είναι ιδιώτης πολιτικός μηχανικός. Προσκομίζει βιογραφικό του (Τεκμήριο 4), στο οποίο αναφέρονται σπουδές πρώτου πτυχίου σε Αγγλικό πανεπιστήμιο, ως πολιτικός μηχανικός και πείρα σχετική με μελέτες και επίβλεψη έργων υδραυλικής μηχανικής και τον σχεδιασμό γενικών σχεδίων όμβριων και λυμάτων. Δεν έχει οποιαδήποτε προσόντα ή ειδικές γνώσεις μετεωρολογίας ή συναφείς, ώστε να πείθει το Δικαστήριο πως μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στη γνώμη του, ως σε γνώμη ειδικού. Έπειτα, προσκομίζει στοιχεία βροχόπτωσης που δόθηκαν στο ΣΑΛΑ από το Τμήμα Μετεωρολογίας σε σχέση με τη βροχόπτωση της 16ης προς 17η Φεβρουαρίου 2018 (Τεκμήριο 5). Το Τεκμήριο 5, όμως, αναφέρει ποσότητες βροχής την 16.02.2022 από ώρα 0:27 μέχρι ώρα 07:38 και δεν καλύπτει την 17.02.2022, ούτε αναφέρεται σε πιο συγκεκριμένες περιοχές. Ο μάρτυρας προσκόμισε, επίσης, πίνακα στον οποίον αποτυπώνονται οι καμπύλες ανάλυσης έντασης - περιόδου επαναφοράς (IDF Curves) που αφορούν την ευρύτερη περιοχή της Λεμεσού (Τεκμήριο 6), αλλά που δεν εστιάζει στην 17.02.
  5. Αναφέρει, ο ΜΤ6, πως του ανατέθηκε από τον ΣΑΛΑ η ετοιμασία έκθεσης εμπειρογνωμοσύνης σχετικά με το πλημμυρικό γεγονός την 16ης - 17ης Φεβρουαρίου 2018 στην περιοχή της Λεμεσού και πως κατόπιν έρευνας ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 7). Στη δισέλιδη επιστολή του (Τεκμήριο 7), ο ΜΥ1, βασίζεται στο Τεκμήριο 5, λέγοντας ότι εκείνο καλύπτει και τις πρωινές ώρες της 17ης Φεβρουαρίου 2018, χωρίς αυτό να φαίνεται από το ίδιο το Τεκμήριο
  6. Αναφέρεται σε υπολογισμούς μοντέλων του Ολοκληρωμένου Σχεδίου Όμβριων Υδάτων της Μείζονος Λεμεσού του 2003 ή σε μελέτες του 2004 και του 2008, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά εάν μέχρι και το 2018 επήλθε διαφοροποίηση των δεδομένων. Ο μάρτυρας δεν εξήγησε τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε για να ερμηνεύσει ή και να συσχετίσει το Τεκμήριο 5 με το Τεκμήριο 6 ή τις παλαιότερες μελέτες που ανέφερε, δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε βιβλιογραφία και δημοσιεύσεις για τέτοια μεθοδολογία, δεν ανέφερε οποιουσδήποτε περιορισμούς (limitations) και κατ' επέκταση δεν έπεισε το Δικαστήριο για την επιστημονικότητα της αναφοράς του, εφόσον δεν κατέχει και τα προσόντα ή την εμπειρία[38]. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, ούτε στο πλαίσιο εξέτασης των λοιπών απαιτήσεων για συνεισφορά ή αποζημίωση, να βασιστεί στη γνώμη του ΜΤ6 ως σε γνώμη εμπειρογνώμονος, και δεν έχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον του, για να καταλήξει σε εύρημα ότι την 17.02.2018 υπήρξε τόσο έντονη βροχόπτωση, που εκτός από απλώς ένα φαινόμενο που δεν εμφανίζεται συχνά, είναι και έξω από την ανθρώπινη λογική ή δυνατότητα πρόβλεψης, που να ανάγεται σε απρόβλεπτο καιρικό συμβάν damnum fatale. Θα αποτύγχανε η θέση ή η υπεράσπιση. Συμπεράσματα - Κατάληξη Έχοντας κατά νου το νομικό πλαίσιο, και τα γεγονότα της υπόθεσης όπως εκτέθηκαν στο Δικαστήριο, όπως και γενικότερα ό,τι έχει αναφερθεί, καταλήγω πως η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι το όχημά της, κατά ή περί την 17.02.2018, ήταν σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης του Δήμου και ότι ο Δήμος, ως κάτοχος του χώρου στάθμευσης έναντι σε απλό αδειούχο, είχε καθήκον να την προειδοποιήσει ότι, σε περίπτωση έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης, υπάρχει ο κίνδυνος πλημμυρίσματος του χώρου στάθμευσης, που ήταν κρυμμένος κι απαρατήρητος για την Ενάγουσα, αλλά που ο Δήμος όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει ή να προβλέψει. Η Ενάγουσα, πέρα από το προαναφερόμενο καθήκον του Δήμου ως κατόχου του χώρου στάθμευσης στον οποίον βρίσκονταν, δεν απέδειξε οποιοδήποτε νόμιμο καθήκον του Δήμου ή του ΤΑΥ έναντι σε κατηγορία προσώπων που να την περιλαμβάνει, ούτε άλλο καθήκον επιμέλειας του Δήμου, ούτε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας του ΤΑΥ. Δεν έχει αποδειχθεί από τον Δήμο ότι παρείχε οποτεδήποτε την προαναφερόμενη προειδοποίηση στην Ενάγουσα, κατ' επέκταση προέκυψε ότι υπήρξε παράβαση από τον Δήμο αυτού του καθήκοντός του, για προειδοποίηση σε σχέση με τον κίνδυνο. Η βροχόπτωση της 17.02.2018 ήταν έντονη ή και ασυνήθιστη, αλλά δεν ήταν damnum fatale, εκτός της ανθρώπινης σωφροσύνης. Η Ενάγουσα δεν απέδειξε πως, κατά ή περί την 17.02.2018, που το όχημά της ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης του Δήμου, συνέβη όντως «πλημμύρισμα» του χώρου στάθμευσης λόγω της έντονης και παρατεταμένης βροχόπτωσης, και ότι το όχημά της υπέστη ζημιά ολοκληρωτικής καταστροφής, που να τελεί και σε αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του κινδύνου και την παράλειψη του Δήμου να της παρέχει την προαναφερόμενη προειδοποίηση για τον κίνδυνο. Γι' αυτό, η αγωγή της Ενάγουσας δεν μπορεί να έχει επιτυχία, και απορρίπτεται. Κατ' επέκταση, η απαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον του Τριτοδιάδικου και η απαίτηση του Τριτοδιάδικου εναντίον του Εναγόμενου 2 απορρίπτονται. Όσον αφορά τα έξοδα, είναι κατανοητή η ανάγκη της Ενάγουσας ή το αίσθημα αδικίας που μπορεί να αποκομίσει εάν, ενώ δεν θα αποζημιωθεί, όπως ευελπιστούσε, θα πρέπει να πληρώσει έξοδα. Τα έξοδα δεν συνιστούν μηχανισμό κατευνασμού των αισθημάτων αδικίας που μπορεί να αισθάνεται ένας διάδικος από το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Από την άλλη, δεν είναι επιθυμητό να αποτελέσουν ένα νέο πεδίο εξελισσόμενης αντιδικίας. Δεν θα πρέπει να υπάρξει πλήρης απόκλιση από τον κανόνα που ισχύει σε σχέση με τα έξοδα. Οι λόγοι απορρέουν από τους ίδιους λόγους για τους οποίους δεν έχει επιτύχει η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  7. Ιδίως εναντίον του Εναγόμενου 2, η Ενάγουσα δεν στοιχειοθέτησε καν οποιοδήποτε καθήκον, που να της δίδει δικαίωμα αγωγής. Ακολουθώντας, όμως, το αποτέλεσμα της κάθε διαδικασίας, όπως εξελίχθηκε η υπόθεση, θα επωμιστούν σχεδόν όλοι τα έξοδα άλλων, εκτός από τον Εναγόμενο
  8. Ο Εναγόμενος 1, που ήταν επίσης επιτυχής διάδικος στην απαίτηση της Ενάγουσας, παρά το ότι υπήρξε διαπίστωση αμέλειάς του, προκάλεσε έξοδα, με την προσεπίκληση του Τριτοδιάδικου. Ο τελευταίος, ομοίως, με την προσεπίκληση του Εναγόμενου 2 εκ μέρους ευρύτερα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Ενάγουσα να πληρώσει τα έξοδα του Εναγόμενου 2, που προέκυψαν στο πλαίσιο της δικής της απαίτησης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εναπόκειται στον Εναγόμενο 2 να μην επιδιώξει, εάν ο ίδιος επιθυμεί, την είσπραξη των εξόδων του από την Ενάγουσα, για οποιουσδήποτε άλλους λόγους δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 1 και την απαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον του Τριτοδιάδικου και την απαίτηση του Τριτοδιάδικου εναντίον του Εναγόμενου 2, κρίνω δικαιότερο, υπό τις περιστάσεις, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη
(1995)1 ΑΑΔ 530. [2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339. [3] Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21. [4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ
  1. [5] Cutler v Wandsworth Stadium Ltd [1949] AC
  2. [6] Cutler v Wandsworth Stadium Ltd [1949] AC 398,
  3. [7] Black v Fife Coal Co Ltd 1912 SC (HL) 33, 45, Groves v Lord Wimborne [1898] 2 QB 402, CA. [8] Monaghan v Glasgow Corpn 1955 SC
  4. [9] Bonthrone v Secretary of State for Scotland
(1981)1987 SLT 34, OH, Ross v Secretary of State for Scotland 1990 SLT 13, OH. [10] Βλ. τον λόγο του Brett J στην Benjamin v Storr
(1874)LR 9 CP 400. [11] Gorris v Scott
(1874)LR 9 Exch
  1. [12] Wardlaw v Bonnington Castings Ltd 1956 SC (HL) 26,
  2. [13] M'Ghee v National Coal Board 1973 SC (HL)
  3. [14] Quinn v Cameron and Roberton Ltd 1957 SC (HL) 22, 1957 SLT
  4. [15] Gardiner v Motherwell Machinery and Scrap Co Ltd 1961 SC (HL) 1 2, M'Ghee v National Coal Board 1973 SC (HL)
  5. [16] Bett v Dalmeny Oil Co Ltd
(1905)7 F
  1. [17] Lee v Nursery Furnishings Ltd [1945] 1 All ER 387, CA. [18] Adsett v K and L Steelfounders and Engineers Ltd [1953] 2 All ER
  2. [19] Richards v Highway Ironfounders (West Bromwich) Ltd [1957] 2 All ER
  3. [20] Άρθρο 52 Κεφ.
  4. [21] Άρθρο 55 Κεφ.
  5. [22] Scott v. London and St Katherine Docks Co
(1865)3 H & C 596, Ex Ch. [23] Esso Petroleum Co Ltd v. Southport Corpn [1956] AC 218. [24] Scott v. London and St Katherine Docks Co
(1865)3 H & C 596, Ex Ch. [25] Smith v. Fordyce [2013] EWCA Civ 320. [26] Savvides v. Mesaritis
(1985)1 CLR 261, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614 και αρκετές άλλες, έως και τις πιο πρόσφατες Επίσημος Παραλήπτης v. Αντωνίου, Πολιτικές Εφέσεις 377/2012 και 383/2012, ημερομηνίας 20.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A382, D. Skaros Enterprises Ltd v. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση 496/2012, ημερομηνίας 26.09.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394, Αριστοδήμου ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Παλιομετόχου, Πολιτική Έφεση 46/2013, ημερομηνίας 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A441. [27] Tennent v Earl of Glasgow
(1864)2 M (HL) 22, 27, Lord Westbury LC. [28] Caledonian Rly Co v Greenock Corpn 1917 SC (HL) 56, 65, Lord Dunedin. [29] Νεοφύτου ν. Τταβά
(2012)1ΑΑΔ 1352. [30] Tennent v Earl of Glasgow
(1864)2 M (HL) 22, Jacksons (Edinburgh) Ltd v Constructors John Brown Ltd 1965 SLT 37, OH. [31] Tennent v Earl of Glasgow
(1864)2 M (HL) 22. Cf Kerr v Earl of Orkney
(1857)20 D 298, Caledonian Rly Co v Greenock Corpn 1917 SC (HL)
  1. [32] Stirling v North of Scotland Hydro-Electric Board 1965 SLT 229, OH. [33] Άρθρο 57 Κεφ.
  2. [34] Άρθρο 59 Κεφ.
  3. [35] Άρθρο 60 Κεφ.
  4. [36] Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1 ΑΑΔ 1712, Σχολική Εφορεία Στροβόλου ν. Στεργίδου, Πολιτική Έφεση 8/2011, ημερομηνίας 04.03.2016, ECLI:CY:AD:2016:D143. [37] Βλ. και Α.Π. Φραγκεσκίδης & Σια ν. Μάμα
(1989)1 ΑΑΔ 70, Σχολική Εφορεία Στροβόλου ν. Στεργίδου, Πολιτική Έφεση 8/2011, ημερομηνίας 04.03.2016, ECLI:CY:AD:2016:D143. [38] Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Aρ.1)
(2013)1 ΑΑΔ 438 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.