← Κύπρος

CAC Coral Ltd ν. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4120/2014, 21/10/2022

CAC Coral Ltd ν. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4120/2014, 21/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A201 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4120/2014 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων Και

  1. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd
  2. Μ. Ζ. του Δ.
  3. Nicolaou & Zavos Properties Ltd
  4. Michalis D. Zavos Investments Ltd Εναγομένων -------------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 9.10.2015 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων Και
  5. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd
  6. Μ. Ζ. του Δ.
  7. Heathrow Estates Ltd
  8. Michalis D. Zavos Investments Ltd Εναγομένων ----------------------------- Και βάσει Ειδοποιήσεως δυνάμει του άρθρου 18

(4)του Ν.169(Ι)/15 ημερ. 8.4.2019 Μεταξύ: CAC Coral Ltd Εναγόντων Και 1. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd 2. Μ. Ζ. του Δ. 3. Heathrow Estates Ltd 4. Michalis D. Zavos Investments Ltd Εναγομένων -------------------------------------- Και βάσει Ειδοποιήσεως ημερ. 4.3.2022 Μεταξύ: CAC Coral Ltd Εναγόντων Και 1. D. Zavos Group (Larnaka) Ltd 2. Μ. Ζ. του Δ. 3. Heathrow Estates Ltd 4. Kravey Investments Ltd Εναγομένων --------------------------- Αίτηση Εναγoμένων ημερ. 9.5.2022 για Τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Ε. Μιχαηλίδου για PHC Tsangarides LLC Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Σοφοκλέους για Μ.Π. Σοφοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές αιτούνται την τροποποίηση της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης δια της προσθήκης: (
  1. i)Ισχυρισμών στην Υπεράσπιση περί εκδικητικής και ή καταχρηστικής και ή μεροληπτικής και ή κακόπιστης και ή παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους των Εναγόντων αναφορικά με την καταχώριση της Αγωγής και τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων, καθώς επίσης και περί πρόκλησης τεράστιων ζημιών στους τελευταίους. (
  2. ii)Ισχυρισμών στην Υπεράσπιση περί μη νομιμοποίησης των Εναγόντων να χρεώνουν προσαυξήσεις και ή τόκους υπερημερίας από τις 19.8.14 μέχρι και σήμερα συνεπεία του πρόωρου και ή παράνομου και ή καταχρηστικού τερματισμού και ή της εκδικητικής και ή καταχρηστικής και ή μεροληπτικής συμπεριφοράς των Εναγόντων. (iii) Δέκα συνολικά παραγράφων στην Ανταπαίτηση προβάλλοντας ισχυρισμούς περί γνώσης των Εναγόντων ότι ο σκοπός της δανειοδότησης στους Εναγόμενους ήταν η ανάπτυξη και ανέγερση ενός κτιριακού συγκροτήματος (το έργο) και ότι η αποπληρωμή των δανείων θα γινόταν με την έκδοση βεβαίωσης απαλλαγής της κάθε μονάδας προς τον προτιθέμενο αγοραστή, κάτι το οποίο οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να πράξουν μετά τον τερματισμό με αποτέλεσμα τη μη δυνατότητα πώλησης των υπό ανέγερση μονάδων από τους Εναγόμενους 1 και την αποπληρωμή του δανείου. (
  3. iv)Έξι νέων αξιώσεων στην Ανταπαίτηση για το ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να επιβάλλουν αυξημένο επιτόκιο προς 11% ετησίως από τις 19.8.14 μέχρι εξοφλήσεως, για αποζημιώσεις ύψους €800.000 ως απώλεια κερδών συνεπεία των πράξεων και ή παραλείψεων των Εναγόντων, για αποζημιώσεις που αντιστοιχούν στη μείωση του κύκλου εργασιών των Εναγομένων 1 και για παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά την προετοιμασία της Αγωγής για ακρόαση, περί τις αρχές Μαρτίου 2022 και στα πλαίσια συζητήσεων με τους δικηγόρους των Εναγομένων, διαπιστώθηκε ότι κάποιοι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν είχαν διατυπωθεί με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο και είναι ελλιπείς και περαιτέρω έχουν προκύψει νέα γεγονότα τα οποία έχουν πλέον αποκρυσταλλώσει την Ανταπαίτηση τους. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, η αιτούμενη τροποποίηση αφορά σημαντικά και σχετικά με την υπόθεση γεγονότα τα οποία θα πρέπει να επιτραπεί στους Εναγόμενους να τα προβάλουν για σκοπούς ορθής παρουσίασης και προώθησης της υπόθεσης τους. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 2. Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. 3. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία οι Εναγόμενοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν σε ενωρίτερο στάδιο. 4. Η Αίτηση δεν είναι καλόπιστη καθότι η επικαλούμενη αναγκαιότητα τροποποίησης ήταν εμφανής από πολύ προηγουμένως. 5. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία. 6. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας υπόθεσης των Εναγομένων. 7. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει τους Ενάγοντες σε δύσκολη και ή δυσμενή θέση καθότι αυτοί, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, εν τω μεταξύ απέστειλαν τη γραπτή δήλωση του πρώτου τους μάρτυρος με τα έγγραφα τα οποία θα προταθούν ως τεκμήρια ενόψει προετοιμασίας των δύο πλευρών για την επικειμένη ημερομηνία ακρόασης. 8. Τυχόν έγκριση της Αίτησης παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων δυνάμει του άρθρου 30 του Συντάγματος. 9. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΔΜ, ο οποίος εργάζεται στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd και είναι αποσπασμένος στους Ενάγοντες δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημ. 30.10.20 μεταξύ των δύο αυτών οργανισμών. Ο ΔΜ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων δυνάμει της παλαιάς Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της Αγωγής στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε στις 29.9.14, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση στις 9.10.14, οι Ενάγοντες καταχώρισαν τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης στις 21.10.15 και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 13.9.
  1. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 17.11.16 και στις 10.1.17 το Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου διατάγματα εκατέρωθεν ένορκης αποκάλυψης. Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης των Εναγόντων καταχωρίστηκε στις 30.3.17 και των Εναγομένων στις 6.4.
  2. Εν τω μεταξύ είχε μεσολαβήσει η εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα και ακολούθησε η εκδίκαση μεταγενέστερης αίτησης για τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος. Η Αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 6.7.18 και έκτοτε αναβάλλετο για ακρόαση. Πριν τις 13.5.22, ημερομηνία ορισμού της Αγωγής για ακρόαση, μεσολάβησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Για σκοπούς υποστήριξης της Αίτησης ο Εναγόμενος 2, στην ένορκη του δήλωση, αναφέρει πως η αναγκαιότητα για τροποποίηση διεφάνη περί τις αρχές Μαρτίου του 2022 κατά την προετοιμασία για ακρόαση της Αγωγής και τη συζήτηση με τους δικηγόρους των Εναγομένων. Βασικά επικαλείται δύο λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση. Ο πρώτος αφορά τη μη ξεκάθαρη και σαφή διατύπωση κάποιων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ο δεύτερος την ύπαρξη νέων γεγονότων μετά την καταχώριση του δικογράφου τους τα οποία έχουν πλέον αποκρυσταλλώσει την Ανταπαίτηση τους. Οι ισχυρισμοί περί της όποιας συμπεριφοράς των Εναγόντων η οποία οδήγησε στον τερματισμό των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων 1 και στην πρόωρη καταχώριση της Αγωγής σαφώς και αφορούν τη χρονική περίοδο πριν τον τερματισμό και την καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Επομένως αυτά τα δεδομένα ήταν γνωστά στους Εναγόμενους πριν καν την καταχώριση της Αγωγής. Παρομοίως, και ο ισχυρισμός και η συναφής αξίωση στην Ανταπαίτηση περί της μη νομιμοποίησης των Εναγόντων να επιβάλλουν αυξημένο επιτόκιο από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι τις 19.8.14, αφορά γεγονότα τα οποία είχαν προκύψει δύο έτη πριν την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων και τα οποία σαφώς και ήταν γνωστά σε αυτούς από τότε. Για τους πιο πάνω ισχυρισμούς και αξιώσεις που επιχειρείται να προστεθούν με την αιτούμενη τροποποίηση, δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη συμπερίληψης τους στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η οποία καταχωρίστηκε δύο έτη μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό και την καταχώριση της Αγωγής. Κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου 2, η εξεύρεση αγοραστή των επίδικων ακινήτων έναντι του συνολικού ποσού των €800.000 και η άρνηση των Εναγόντων να συνεργαστούν προς υλοποίηση αυτής της πώλησης, τοποθετείται κατά το 2016, έτος καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 δεν προσδιορίζει επακριβώς πότε εντός του 2016 επεσυνέβη το ισχυριζόμενο γεγονός και δεν μπορεί να διαφανεί κατά πόσο αυτό έγινε πριν ή μετά τις 13.9.16, ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Αυτή η παράλειψη αφήνει κενό και δημιουργεί αναπάντητα ερωτήματα προς το Δικαστήριο ως προς το όλο ζήτημα και κυρίως τη γνώση και συμπεριφορά των Εναγομένων κατά το στάδιο καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Υπενθυμίζεται ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως αυτό το γεγονός και η συνακόλουθη στάση των Εναγόντων προκάλεσε σε αυτούς ζημιά, την οποία μάλιστα και αξιώνουν με την αιτούμενη τροποποίηση. Και γι΄ αυτό το ζήτημα οι Εναγόμενοι δεν προβάλλουν οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη συμπερίληψης αυτού του ισχυρισμού και της συναφούς αξίωσης σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο μετά το 2016, δηλαδή από το 2017 και μετέπειτα, ειδικότερα εφόσον υπήρξαν διαβήματα στη διαδικασία της παρούσας Αγωγής μέχρι τον ορισμό της για ακρόαση. Υπενθυμίζεται ότι εντός του 2017, και συγκεκριμένα στις 6.4.17 καταχωρίστηκε η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από πλευράς των Εναγομένων και στις 15.9.17 εκδικάστηκε η αίτηση ημ. 7.7.17 για τροποποίηση του διατάγματος. Δεδομένου ότι προβάλλονται γεγονότα του 2016, παραμένει παντελώς άγνωστο το γιατί, κατά τον χρόνο ετοιμασίας της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης που αφορούσε την ουσία της Αγωγής ή και κατά την όποια συζήτηση και προετοιμασία για την ακρόαση της αίτησης ημ. 7.7.17, ή ακόμα σε οποιοδήποτε άλλο μεταγενέστερο στάδιο μέχρι και την υποβολή της υπό κρίση Αίτησης δεν διαπιστώθηκε η ανάγκη υποβολής και δεν προωθήθηκε αίτημα για τροποποίηση για να συμπεριληφθεί αυτό το προβαλλόμενο ως σημαντικό για τους Εναγόμενους και την υπεράσπιση τους γεγονός και αξίωση. Εκτός από τη ρητή και συγκεκριμένη αναφορά στα ως άνω ισχυριζόμενα γεγονότα του 2016, οι Εναγόμενοι επικαλούνται την ύπαρξη ενδιαφερόμενων αγοραστών και την άρνηση των Εναγόντων να συνεργαστούν, μέχρι και το
  3. Είναι δε αξιοσημείωτο πως οι σχετικοί ισχυρισμοί οι οποίοι επιχειρείται να προβληθούν με την προτεινόμενη τροποποίηση παρουσιάζουν μια διαρκή και συνεχή εξέλιξη των γεγονότων σε βάθος χρόνων, ήτοι από το 2016 μέχρι και το 2021, χωρίς όμως και πάλι σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο από το 2016 και για έξι ολόκληρα έτη να διαπιστωθεί η ανάγκη συμπερίληψης αυτών στο δικόγραφο των Εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει η όποια αιτιολόγηση του διαρρεύσαντος χρόνου μέχρι τη διαπίστωση της ανάγκης για τροποποίηση σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς δεν φαίνεται να συνάδει με το περιεχόμενο των ίδιων των ισχυρισμών. Και τούτο καθότι, ενώ στην αιτούμενη τροποποίηση οι Εναγόμενοι επικαλούνται μια γενική κατάσταση πραγμάτων διαρκείας σειράς ετών (από το 2016 μέχρι και το 2021) γενικά και αόριστα, στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 2 τοποθετεί το ουσιαστικό μέρος των ίδιων γεγονότων να έχουν λάβει χώρα περί το
  4. Αυτή η θέση του αναιρεί τους ίδιους τους προτεινόμενους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται βάσιμη και πειστική σε ό,τι αφορά το υπόβαθρο της αίτησης. Επιπλέον, ούτε και ευσταθεί η θέση του Εναγομένου 2 πως εξαιτίας των διαφόρων περιορισμών λόγω της πανδημίας δεν υπήρχε η δυνατότητα ουσιαστικής προετοιμασίας της υπόθεσης με τους δικηγόρους των Εναγομένων πριν τον Μάρτιο του
  5. Και τούτο, καθότι δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 τοποθετεί την πρώτη εξεύρεση αγοραστή και την απώλεια ποσού εκ €800.000 το 2016, θέματα τα οποία μάλιστα επιθυμεί να συμπεριλάβει στην Ανταπαίτηση και πως η Αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 6.7.18, πολύ πριν την εμφάνιση της πανδημίας. Ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως τα γεγονότα προέκυψαν κατά κύριο λόγο εντός του 2021, κάτι το οποίο βεβαίως δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, τότε και πάλι η πανδημία δεν φαίνεται να αποτελεί βάσιμο λόγο για την παντελή απραξία καταχώρισης της Αίτησης για ένα ολόκληρο έτος μέχρι και τον Μάιο του
  6. Όπως προκύπτει από τον φάκελο, η Αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 15.2.21, ακολούθως για οδηγίες στις 20.4.21 κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων των Εναγομένων για σκοπούς ενδεχόμενης διευθέτησης, μετά ξανά για ακρόαση στις 8.11.21, ξανά για ακρόαση στις 26.1.22 κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων, μετά στις 10.3.22 κατόπιν εκ νέου αιτήματος των Εναγόντων και ξανά στις 13.5.22, χωρίς οποτεδήποτε να γίνεται επίκληση ή να έχει διαφανεί η όποια δυσκολία προετοιμασίας λόγω της πανδημίας από πλευράς Εναγομένων. Εδώ είναι χρήσιμο να σημειωθεί, για ό,τι αξίζει, η κοινή θέση των δύο πλευρών πως η διαπίστωση για τροποποίηση προέκυψε μετά την παράδοση (στις 26.1.22, σύμφωνα με τον φάκελο) στους δικηγόρους των Εναγομένων της γραπτής δήλωσης του πρώτου προτεινόμενου μάρτυρος των Εναγόντων και των εγγράφων που προτίθετο να καταθέσει ως τεκμήρια στα πλαίσια ακρόασης της Αγωγής. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, παραμένει παντελώς ανεξήγητη η παράλειψη συμπερίληψης στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των προτεινόμενων ισχυρισμών επί γεγονότων τα οποία χρονικά τοποθετούνται πριν τον τερματισμό και πριν την καταχώριση της Αγωγής. Παντελώς ανεξήγητη παραμένει επίσης η παράλειψη αναφοράς στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς των Εναγόντων κατά το 2016 με αποτέλεσμα την πρόκληση στους Εναγόμενους ζημιάς εκ €800.000 ή ακόμα η διαπίστωση αυτής της παράλειψης σε οποιοδήποτε στάδιο στα έξι έτη, ήτοι από το 2016 μέχρι και το
  7. Περαιτέρω διαπιστώνεται η προβολή ισχυρισμών οι οποίοι δεν συνάδουν με την αντίστοιχη αναφορά του Εναγομένου 2 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και τέλος, η δικαιολογία που παρουσιάζει δεν κρίνεται βάσιμη και λογική υπό τις περιστάσεις. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου απολήγουν στην κατά κύριο λόγο πολυετή καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης χωρίς την όποια ή επαρκή αιτιολόγηση για την καθυστέρηση αυτή και ειδικότερα δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα των ισχυρισμών των Εναγομένων. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Επί αυτής της κατάληξης, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 663 η οποία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης είναι διαφορετικά καθότι εδώ παρατηρείται πολυετής και παντελής έλλειψη αιτιολόγησης για πλείστα των ζητημάτων τα οποία ήταν γνωστά στους Εναγόμενους πριν καν την καταχώριση της Αγωγής και κάποια πριν καν την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους ενώ η όποια αιτιολόγηση για τα υπόλοιπα καταρρίπτεται και δεν κρίνεται επαρκής να προσφέρει μια γνήσια και, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, επαρκή δικαιολογία για την τόση καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Τέλος το Δικαστήριο συνεκτιμά το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2014 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης και γενικά η όλη στάση των Εναγομένων αναπόφευκτα πλήττουν τα δικαιώματα των Εναγόντων σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούσαν να θεραπευτούν με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και επομένως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1-4 - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΕΕ/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.