← Κύπρος

Ε. Κ. ν. Χ. Ξ., Αρ. Αγωγής: 1443/2019, 13/7/2022

Ε. Κ. ν. Χ. Ξ., Αρ. Αγωγής: 1443/2019, 13/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A191 Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1443/2019 Μεταξύ: Ε. Κ., εξ' Ύψωνα Ενάγουσας - και - Χ. Ξ., εξ' Ύψωνα Εναγόμενου Ημερομηνία: 13.07.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: Μαρκίδης (κος) Για την Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: Πιτσιορλούνγκ (κος) Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 4.12.20 Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση, η Ενάγουσα ζητά όπως εκδοθεί υπέρ της συνοπτική απόφαση στη βάση της Διαταγής 18 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην Αγωγή με την οποία αξιώνει από εκείνον ποσό €3870 ως καθυστερημένα δεδουλευμένα ενοίκια, διάταγμα να εκκενώσει και να της παραδώσει την ελεύθερη κατοχή της οικίας της, ενδιάμεσα κέρδη προς €430 μηνιαίως από 1.6.19, δηλωτική απόφαση ότι η ίδια δικαιούται σε κατοχή της οικίας, νόμιμους τόκους και έξοδα. Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 19.7.19 η Ενάγουσα καταχώρισε σχετικό Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και ο Εναγόμενος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 11.9.19, αλλά και Υπεράσπιση στις 16.11.20, κατόπιν σχετικής Αίτησης της Ενάγουσας για απόφαση λόγω παράλειψής του να το πράξει εντός του καθορισμένου χρόνου. Η κρίσιμη Αίτηση καταχωρίστηκε στις 4.12.20 και βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.18, θεσμό 1(
  2. a)και (b), 2 και 9, Δ.48 θεσμοί 1 - 9, στη Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωσή του Μ. Μ., γενικού πληρεξούσιου αντιπρόσωπου της Ενάγουσας δυνάμει του Τεκμηρίου 1 που επισυνάπτεται σε αυτή. Συνοπτικά, ο ομνύοντας αναφέρει ότι συμμετείχε στη διαδικασία ενοικίασης ενεργώντας για λογαριασμό της Ενάγουσας. Η επίδικη οικία δεν εμπίπτει εντός ορίων ελεγχόμενης περιοχής. Με προφορική συμφωνία μεταξύ του και του Εναγόμενου, ο δεύτερος, ενοικίασε την οικία από την 1.9.2018 μέχρι την 31.8.19 έναντι μηνιαίου ενοικίου πληρωτέου την πρώτη μέρα εκάστου μήνα ενοικίασης με περίοδο χάριτος επτά ημερών. Για την περίοδο 1.9.2018 και 1.5.2019, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε ενοίκια και οφείλει ποσό €3870. Κατόπιν μη συμμόρφωσης του Εναγόμενου με προειδοποιητική επιστολή (Τεκμήριο 2), οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν επιστολή τερματισμού στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 3). Τον κάλεσαν, μεταξύ άλλων, να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή της οικίας εντός 21 ημερών. Ούτε με αυτή την επιστολή συμμορφώθηκε και έκτοτε διαμένει στην οικία χωρίς να πληρώνει ενοίκια. Ο ομνύοντας θεωρεί ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση και ότι καθυστέρησε ένα και πλέον έτος να καταχωρίσει Υπεράσπιση και όταν το έπραξε συμπεριέλαβε γενικές και αόριστες αρνήσεις. Με ειδοποίηση που καταχώρισε μόλις στις 13.1.22, ο Εναγόμενος ενίσταται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Προτάσσει 6 λόγους ένστασης με τους οποίους αμφισβητεί τα τυπικά και τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά της Αίτησης και αναφέρει ότι η Αιτήτρια παραπλάνησε το Δικαστήριο. Με τους δύο τελευταίους λόγους ένστασης, ο Εναγόμενος προκρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος, ζητήματα που, ιδωμένα σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την Ένσταση, αλλά και με το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, κρίνονται άσχετα. Τη συνοδευτική ένορκη δήλωση ορκίζεται ο ίδιος ο Εναγόμενος. Όλα όσα ενόρκως δηλώνει, όπως και στην περίπτωση του Ενάγοντος, λαμβάνονται υπόψη και όπου απαιτείται για σκοπούς της παρούσας απόφασης γίνονται αναφορές σε συγκεκριμένα σημεία. Περιληπτικά, αποδέχεται την ιδιότητα της Ενάγουσας και το γεγονός ότι ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος 23/83 δεν εφαρμόζεται στην επίδικη ενοικίαση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί προφορικής συμφωνίας αντιτάσσει ότι η συμφωνία ήταν γραπτή και επισυνάπτει αντίγραφό της (Τεκμήριο 1 ένστασης), παρά τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του στην καταχωρημένη Υπεράσπισή του ότι η συμφωνία ήταν προφορική. Ισχυρίζεται ότι τα ενοίκια θα πληρωθούν προς την Ενάγουσα από το Τμήμα Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας, αλλά και ότι αυτά έχουν πληρωθεί (παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης Εναγόμενου). Επισυνάπτει σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και αντίγραφο βεβαίωσης από την πιο πάνω αναφερόμενη Υπηρεσία (Τεκμήριο 2 ένστασης). Κατά τα άλλα, αρνείται τους ισχυρισμούς της πλευράς της Ενάγουσας και θεωρεί τις επιστολές που έλαβε ως μέτρο πίεσης και ενοχλητικές και ζητά τα δικαιώματα που του παρέχει ο Νόμος (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης Εναγόμενου). Δεν εξειδικεύει ποια δικαιώματα είναι αυτά. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Η πλευρά του Ενάγοντος θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της σχετικής Διάταξης του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και ότι ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε υπεράσπιση για το ποσό που απαιτείται. Περιόρισε δε την απαίτηση για οφειλόμενα καθυστερημένα ενοίκια σε €1053,20 που απομένουν μετά την αφαίρεση των ενοικίων που πληρώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές (σελίδα 10 της γραπτής του αγόρευσης) μετά την έγερση της Αγωγής. Ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος εξακολουθεί να μην καταβάλλει ενοίκια, παραβιάζοντας την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Έστω, υποστηρίζει η πλευρά της Ενάγουσας, και να καταδειχθεί ότι κάποια ποσά καταβλήθηκαν με αναφορά στο Τεκμήριο 2 ένστασης, αυτό δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στις λοιπές θεραπείες που αξιώνει. Από την άλλη πλευρά, ο δικηγόρος του Εναγόμενου υποστηρίζει ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, μια και, ως η αναφορά του, καταχωρίστηκε μετά τις πληρωμές που έγιναν από τις αρμόδιες αρχές προς την Ενάγουσα (3η σελίδα, 2η παράγραφος της γραπτής του αγόρευσης). Η Ενάγουσα απέκρυψε τη γραπτή σύμβαση από το Δικαστήριο και τόσο η υπό κρίση Αίτηση, αλλά ακόμη και η Αγωγή, είναι έκθετες σε απόρριψη. Ουδείς εκ των ομνυόντων στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που υποστήριξαν Αίτηση και Ένσταση αντεξετάστηκαν από το δικηγόρο της άλλης πλευράς και δεν ζητήθηκε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική με το υπό κρίση ζήτημα είναι η Διαταγή 18 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η εμβέλεια, ο σκοπός και η εφαρμογή της ερμηνεύθηκαν σε σωρεία υποθέσεων και η σχετική Νομολογία είναι ομολογουμένως πλούσια. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτηριστικά αναφέρει ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου [...]»[1]. Στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου v Θεράποντα Αναστασίου

(2013)1 Α.Α.Δ.148, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «[...] το μόνο ουσιαστικό που έχει να κάμει ο αιτητής είναι να επιβεβαιώσει την απαίτηση με αναφορά στα γεγονότα, που εκτίθενται στο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό και δεν έχει ουσιαστική υπεράσπιση [...]», και έπειτα ότι «[...] η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ.1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων [...]». Στη δε L.C.A Domiki Limited v. Ice Developers Ltd, Πολ. Έφεση 473/2011, απόφαση ημερομηνίας 28ης Σεπτεμβρίου 2017 ειπώθηκε ότι: «[...] εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη [...]». Πιο πρόσφατα αναφέρθηκε ότι: «[.] «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Όπου όμως το βάρος τεκμηρίωσης ύπαρξης Υπεράσπισης μετέρχεται στον εναγόμενο - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - αυτός θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για διεξαγωγή δίκης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Κριτήριο που δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της Δ.17 (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912)»[2]. Προκύπτει ότι τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιηθούν από τον αιτούντα Ενάγοντα και τα οποία η Νομολογία καθιέρωσε ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη σχετική δικονομική πρόνοια είναι ότι: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και (γ) η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης πρέπει να γίνεται από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και του βάσιμου της αξίωσης, καθώς και να δηλώνει ρητά ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση σε αυτή. Από τη στιγμή που το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου, «[...] Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του εναγόμενου (Kyprianides ν. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, 269) και το δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση (Christodoulou ν. Erotocritou ΧΧΙ C.L.R. 175). Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώρηση εμφάνισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα κι' όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (Jacobs v. Booth's Distillery Co [1901] 85 L.T. 262). Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης ((Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω)»[3]. Τέλος, στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999 λέχθηκε ότι «...όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές επί των γεγονότων της υπό κρίση αίτησης, διαφαίνεται πως η πλευρά του Ενάγοντος ικανοποίησε τις προϋποθέσεις και κατά συνέπεια απέσεισε το «βάρος» που της αντιστοιχεί, πάντοτε εντός πλαισίου της συγκεκριμένης διαδικασίας μια και: (α) την ένορκη δήλωση ορκίζεται ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, ο οποίος ανέλαβε και ενεπλάκη ενεργά και προσωπικά στην ενοικίαση της επίδικης οικίας προς τον Εναγόμενο, (β) στην ένορκη δήλωσή του αναφέρει ρητώς την πεποίθησή του ότι o Εναγόμενoς δεν έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην Αγωγή (παράγραφοι 12 και 13), (γ) από το φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται ότι η Αγωγή ξεκίνησε με την καταχώριση ειδικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, (δ) ο Εναγόμενος καταχώρισε, αρχικά αυτοπροσώπως, Σημείωμα Εμφάνισης στις 6.8.2019 και Υπεράσπιση, δια των τότε δικηγόρων του στις 16.11.
  1. Εν όψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Εναγόμενος, με τα όσα ο ίδιος πρόβαλε με την ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 13.1.22, έχει καταδείξει ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα στην υπό κρίση Αγωγή στο μέτρο που αυτό κρίνεται ικανοποιητικό με τις πιο πάνω αρχές της Νομολογίας κατά νούν. Η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου φανερώνει δύο κύρια ζητήματα τα οποία αντιτάσσει στις αξιώσεις και ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Το πρώτο αφορά την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και το δεύτερο την καταβολή ενοικίων στην Ενάγουσα από την αρμόδια αρχή, μια και ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Για οτιδήποτε άλλο περιέχεται στην Αίτηση, αντιπαραβάλλεται απλώς η άρνηση του Εναγόμενου με ισχυρισμούς περί κατάχρησης της διαδικασίας και παραπλάνησης του Δικαστηρίου από την πλευρά της Ενάγουσας. Ως αναφέρθηκε ήδη, το γεγονός της ιδιοκτησίας της επίδικης οικίας και η μη εφαρμογή του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν.23/1983) είναι παραδεκτά. Ως προς το πρώτο ζήτημα, πράγματι διαπιστώνεται ότι, ως Τεκμήριο 1 ένστασης, επισυνάπτεται έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Ενοικιαστήριο Έγγραφο» και το οποίο αναφέρει τα ονόματα των διαδίκων και φαίνεται να αφορά την ενοικίαση της επίδικης οικίας από την 1.9.2018 και για ένα έτος, μέχρι δηλαδή την 31.8.2019 έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους €430 το οποίο είναι «προπληρωτέον» την 1η μέρα εκάστου μηνός. Η πλευρά της Ενάγουσας δεν πραγματεύεται το εν λόγω έγγραφο ή την ύπαρξή του. Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της λαμβάνεται μόνον ως δεδομένη η επισύναψή του (σελίδα 6 της γραπτής αγόρευσης υπό τον τίτλο «Υπαγωγή του Κανόνα Δικαίου επί των πραγματικών γεγονότων»), παρά το γεγονός ότι ο ισχυρισμός του ομνύοντος στην Αίτηση ήταν ότι η συμφωνία ενοικίασης ήτο προφορική (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 4.12.20). Από την άλλη, η πλευρά του Εναγόμενου δεν επεξηγεί πως η ύπαρξη του εγγράφου τούτου συνιστά υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος αρκείται στο να αναφέρει ότι η ενοικίαση ήταν γραπτή, αφορούσε την περίοδο στην οποία αναφέρεται και συνάδει με την περίοδο που αναφέρει και η πλευρά της Ενάγουσας και ότι καταχωρήθηκε στις αρμόδιες αρχές. Δεν προβάλλεται οτιδήποτε άλλο ως αμφισβήτηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας ως προς είτε τη διάρκεια της ενοικίασης, το ύψος των ενοικίων, τη συχνότητα πληρωμών ή την διαδικασία τερματισμού, πέραν της άρνησης του περιεχομένου των επιστολών και του χαρακτηρισμού τους ως ενοχλητικές ή εν πάση περιπτώσει οτιδήποτε που να θέτει εν αμφιβόλω τους όρους με τους οποίους η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ενοικιάστηκε η επίδικη οικία. Συνδυαστικά και εν σχέση προς το δεύτερο ζήτημα, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι τα επίδικα ενοίκια έχουν πληρωθεί από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές και επισυνάπτει το Τεκμήριο 2 ένστασης, στη 2η σελίδα του οποίου φαίνεται ότι τους μήνες Αύγουστο και Οκτώβριο του έτους 2019, οι αρμόδιες αρχές κατέγραψαν καταβολή, και τούτο αναδρομικώς, κάποιων ποσών προς την Ενάγουσα. Τα ποσά που αναφέρονται στη στήλη με τίτλο «Ποσό επιδότησης €» είναι €224,00 για όλους τους αντίστοιχους μήνες εκτός του Αυγούστου του 2019 το οποίο είναι €352,80 και προφανώς δεν αντιστοιχούν στο συμφωνηθέν ενοίκιο των €430 μηνιαίως όπως αυτό καταγράφεται τόσο στην Αίτηση αλλά και στο ίδιο το Τεκμήριο 1 ένστασης που παρέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Η αριθμητική διαφορά δεν επεξηγείται, ούτε δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να δύνανται να εκληφθούν έστω ως ενδεικτικές της υπεράσπισης που ο Εναγόμενος προβάλλει. Απόδειξη εξόφλησης ή έστω ισχυρισμός προς τούτο, ή ακόμα καταβολής οποιουδήποτε άλλου ποσού σε βαθμό που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε δικάσιμο θέμα επί του υπολειπόμενου οφειλόμενου ποσού των ενοικίων ή έστω του χρόνου καταβολής μέρους των ενοικίων δεν παρατίθενται. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι τα ενοίκια έχουν πληρωθεί, αλλά δεν υπάρχει οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό, μια και είναι προφανές ότι οι πληρωμές δεν καλύπτουν το ποσό που αναφέρεται στο ίδιο το Τεκμήριο 1 της ένστασης, δηλαδή τα €
  2. Επίσης, χωρίς να γίνεται ξεκάθαρη αναφορά ή να παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή ισχυρισμοί που ενδεχομένως να δύνανται να εκληφθούν ως Υπεράσπιση, ο Εναγόμενος, στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 13.1.22 και αρνούμενος τις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την Αίτηση, ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ανέφερε στην Ενάγουσα ότι είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και ότι τα ενοίκια θα πληρώνονταν απευθείας από την αρμόδια αρχή. Δεν επεξηγείται με ποιο τρόπο ο ισχυρισμός αυτός συνάδει με τα γεγονότα που ο ίδιος ο Εναγόμενος εισαγάγει ως προς τα ποσά που πληρώθηκαν και το χρόνο πληρωμής τους. To αποτέλεσμα της μη παράθεσης οποιωνδήποτε λεπτομερειών ή στοιχείων που να καταδεικνύουν με ποιο τρόπο τα όσα καταγράφει ο Εναγόμενος αποτελούν υπεράσπιση στις απαιτήσεις της Ενάγουσας, για έκαστο εκ των πιο πάνω ζητημάτων είναι ότι δεν αποκαλύπτεται τι απομένει για το Δικαστήριο ως δικάσιμο θέμα, μετά και την αφαίρεση των παραδεχτών πληρωμών που έγιναν μετά την καταχώριση της Αγωγής από την αρμόδια αρχή προς την Ενάγουσα. Υπενθυμίζεται ότι το κλητήριο καταχωρίστηκε στις 19.7.19 ενώ, από το ίδιο το Τεκμήριο 2 ένστασης (δεύτερη στήλη υπό τον τίτλο («Μήνας Καταβολής»)), προκύπτει ότι η πρώτες πληρωμές από την αρμόδια αρχή έγιναν «τον 08/2019» και οι τελευταίες τον «10/2019». Η απαίτηση της Ενάγουσας αφορά ανάκτηση κατοχής της επίδικης οικίας, καθότι η ενοικίασή της τερματίστηκε λόγω μη πληρωμής του συμφωνηθέντος ενοικίου, οφειλόμενα καθυστερημένα ενοίκια, ως αυτά περιορίστηκαν δια μέσου της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της στο υπόλοιπο μετά τις πληρωμές που έγιναν μετά την καταχώριση της Αγωγής και ενδιάμεσα οφέλη για την παραμονή του Εναγόμενου στην επίδικη οικία μετά τον τερματισμό της ενοικίασης. Από τα όσα ο Εναγόμενος παρέθεσε, πέραν της γενικής άρνησης, διαφαίνεται ότι σύναψε συμφωνία με την Ενάγουσα, βάσει της οποίας μόνο μέρος του ενοικίου καταβλήθηκε αναδρομικά και μετά την καταχώριση της Αγωγής προς την Ενάγουσα. Συνεπώς, υπεράσπιση, έστω και λιγότερο από πιθανή, δεν προβάλλεται. Οι απαιτήσεις της Ενάγουσας όσων αφορά το υπόλοιπο των οφειλόμενων ενοικίων, μια ζητείται πλέον η έκδοση συνοπτικής απόφασης για το υπόλοιπο και μόνον (σελίδα 10 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου της Ενάγουσας), τα ζητήματα του τερματισμού της συμφωνίας ενοικίασης, της παραμονής του Εναγόμενου στην επίδικη οικία και των ενδιαμέσως οφειλόμενων ενοικίων, δεν συναντούν οποιαδήποτε υπεράσπιση από τον Εναγόμενο. Συμπεραίνεται ότι ο Εναγόμενος, ενώ είχε κάθε ευκαιρία και δικαίωμα να το πράξει μέσω της ένορκης δήλωσής του που στήριξε την ένσταση, δεν αποκάλυψε γεγονότα είτε ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, είτε ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί και να αντικρούσει επί της ουσίας την απαίτηση της Ενάγουσας η οποία είναι ξεκάθαρη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και βάσει της Διαταγής 18, θεσμός 4[4] αλλά και αντλώντας καθοδήγηση από την Ετήσια Πρακτική του 1958, σελίδα 247, όπου στην παράγραφο με τον τίτλο «Amount Claimed» αναφέρεται: «As above stated, affidavit in support must go to whole claim, and application should accordingly be for full amount claimed; but once the condition precedent of verifying whole claim has been fulfilled in good faith, subsequent admission of defence as to part will not preclude judgment as to residue of claim under r.4, infra (Rye v Hawkes, 16 L.R. Ir. 12). Where part of the claim has been paid since the action commenced, judgment should be for amount actually due at the time of application* (Hodges v Callaghan, 2 C.B. (N.s.) 306; Hughes v. Justin, (1894] 1 Q. B. 667; Muir v. Jenks & Co., [1913] 2 K. B. 412, C. A.)[.]»., κρίνω ότι η Αίτηση πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει. *Η υπογράμμιση δική μου. Εκδίδονται συνακόλουθα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου: (Α) Απόφαση για ποσό €1053,20 ως οφειλόμενα ενοίκια για την ενοικίαση της οικίας που ευρίσκεται στην οδό [ ] αριθμός 50, στον [ ], Λεμεσού μέχρι και την 31.8.2019, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έγερσης της Αγωγής. (Β) Απόφαση όπως ο Εναγόμενος καταβάλλει στην Ενάγουσα ποσό €430 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από την 1.9.2019 μέχρι την ημέρα παράδοσης της ελεύθερης κατοχής της οικίας που ευρίσκεται στην οδό [ ] αριθμός 50, στον [ ], Λεμεσού. (Γ) Διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος διατάσσεται όπως, εντός 30 ημερών από την επίδοση σε αυτόν του παρόντος διατάγματος, παραδώσει στην Ενάγουσα ελεύθερη κατοχή της οικίας που ευρίσκεται στην οδό [ ] αριθμός 50, στον [ ], Λεμεσού, δια της παράδοσης των κλειδιών αυτής στο δικηγόρο της Ενάγουσας Κωνσταντίνο Μαρκίδη. Ως προς το έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [2] BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Πολ. Έφεση 504/2012, απόφαση ημερομηνίας 17ης Μαΐου 2018 [3] Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 [4] If it appears that the defence set up by the defendant applies only to a part of the plaintiff's claim, or that any part of his claim is admitted, the plaintiff shall have judgment forthwith for such part of his claim as the defence does not apply to or as is admitted, subject to such terms (if any) as to suspending execution, or the payment of the amount levied or any part thereof, into Court by the sheriff, the taxation of costs, or otherwise, as the Court may think fit. And the defendant may be allowed to defend as to the residue of the plaintiff's claim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.