Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Κ. Κ. κ.α., Αρ. Αγωγής 3106/19, 6/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3106/19 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από Λευκωσία Εναγόντων -και-
- Κ. Κ., από τη Λεμεσό
- Σ. Σ., από τη Λεμεσό
- Κ. Λ., υπό την ιδιότητά της ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Ε. Γ. Λ., από τη Λεμεσό Εναγόμενων Ημερομηνία: 6.9.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Διονυσίου Για Εναγόμενο 1: κα. Βερεσιέ Για Εναγόμενους 2 και 3: κα. Αντωνίου Αίτημα για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Στην Κλήση για Οδηγίες που εξέδωσαν οι Ενάγοντες στις 19.7.21, αιτήθηκαν όπως οι Εναγόμενοι τους παρέχουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, αναφορικά με συγκεκριμένες παραγράφους των αντίστοιχων Υπερασπίσεων που οι τελευταίοι καταχώρησαν. Κατέγραψαν το αίτημά τους στο σώμα της Κλήσης, αφού προηγουμένως κοινοποίησαν αυτό σε δύο επιστολές, αμφότερες ημερομηνίας 16.7.21 και απευθυνόμενες αντιστοίχως προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου 1 και των Εναγόμενων 2 και 3, κατ' ακολουθία της σχετικής πρόνοιας της Διαταγής 19, θεσμού 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Ως δηλώθηκε από κοινού στο Δικαστήριο κατά την εμφάνιση των δικηγόρων των διαδίκων στις 9.6.22, το αίτημα ικανοποιήθηκε εν μέρει και μόνον από τους Εναγόμενους 2 και 3 και σχετικό προς τούτο έγγραφο φαίνεται να καταχωρήθηκε στις 13.7.
- Μετά την μερική ικανοποίηση του αιτήματος από τους Εναγόμενους 2 και 3, αλλά και μετά την απόσυρση συγκεκριμένων αιτημάτων από τους Ενάγοντες, απέμειναν ως επίδικα για να αποφασιστούν ενδιαμέσως από το Δικαστήριο, τα αιτήματα των Εναγόντων να τους παρασχεθούν λεπτομέρειες από τους Εναγόμενους σε σχέση με τις παραγράφους α. και 3.α. των αντίστοιχων επιστολών τους προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου 1 και των Εναγόμενων 2 και 3, ημερομηνίας 16.7.21, μια και οι Εναγόμενοι πρόβαλαν ένσταση στο να δώσουν τις εν λόγω αιτούμενες λεπτομέρειες.
- Όσων αφορά τον Εναγόμενο 1, ζητούνται λεπτομέρειες σχετικά με τις παραγράφους 5, 7, 8 και 9 της Υπεράσπισης του και συγκεκριμένα «[σ]ε τι συνίστανται οι κατ' ισχυρισμό παράνομες επιβολές τόκου υπερημερίας και/ή υπερχρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις τόκων και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις και/ή παράνομα έξοδα», που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους και «[π]οια είναι τα ποσά και/ή οι χρεώσεις» που αμφισβητούνται από τον Εναγόμενο
- Όσων αφορά τους Εναγόμενους 2 και 3, ζητούνται λεπτομέρειες σχετικά με τις παραγράφους 14 και 16 της κοινής Υπεράσπισής τους και συγκεκριμένα να δοθούν λεπτομέρειες για τις «κατ' ισχυρισμό παράνομες και/ή παράτυπες και/ή καταχρηστικές και/ή μονομερείς χρεώσεις και/ή επιβολές τόκου υπερημερίας» και να απαντηθεί το ερώτημα ποια είναι τα ποσά και/ή οι χρεώσεις που αμφισβητούν οι Εναγόμενοι.
- Το Δικαστήριο, έχοντας δώσει την ευκαιρία στα διάδικα μέρη να τοποθετηθούν γραπτώς στο μεσοδιάστημα εάν το επιθυμούσαν, όρισε το ζήτημα για Ακρόαση και την ημέρα εκείνη παρέλαβε από αυτά γραπτές αγορεύσεις, χωρίς να παρεμβληθεί οποιοδήποτε άλλο διάβημα.
- Οι μεν Ενάγοντες, με την αγόρευσή τους Έγγραφο «Α», προκρίνουν, με εκτενή αναφορά σε Νομολογία, ότι, σε περίπτωση που δεν παρασχεθούν οι ζητούμενες λεπτομέρειες, ενδεχομένως να καταληφθούν προ εκπλήξεως κατά τη δίκη, επειδή οι συγκεκριμένες αναφορές στα δικόγραφα των Εναγόμενων, είναι γενικές και αόριστες και χρήζουν διευκρινίσεων. Το ζήτημα, ισχυρίζονται, άπτεται και της οικονομίας της δίκης μέσω του περιορισμού των επιδίκων θεμάτων, αφού με την έγκριση του αιτήματος θα έχουν σαφή, πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης των Εναγόμενων. Δεν σκοπεύουν να αλιεύσουν μαρτυρία, αλλά ζητούν να αποκαλυφθεί το τι πρόκειται οι Εναγόμενοι να προσπαθήσουν να αποδείξουν. Πιο συγκεκριμένα, θεωρούν ότι από τη στιγμή που προβάλλεται ισχυρισμός παρανομίας, οι Εναγόμενοι θα πρέπει να εξειδικεύσουν σε τι συνίσταται η παρανομία αυτή και, όπου προβάλλονται ισχυρισμοί περί παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμών, αυτοί θα πρέπει περιέχουν τις απαραίτητες λεπτομέρειες, παρά το γεγονός ότι τα επίδικα γεγονότα είναι στη γνώση των Εναγόντων. Τούτα ζητούνται ούτως ώστε οι Ενάγοντες να γνωρίζουν και το τι ακριβώς αμφισβητείται αλλά και ουσιώδη γεγονότα τα οποία σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να δικογραφηθούν.
- Οι δικηγόροι του Εναγόμενου 1 δεν καταχώρησαν δική τους αγόρευση, αλλά υιοθέτησαν το Έγγραφο «Β», δηλαδή τη γραπτή αγόρευση που καταχώρησαν οι δικηγόροι των Εναγόμενων 2 και
- Στην κοινή λοιπόν αγόρευσή τους, οι Εναγόμενοι, συνοπτικά, αντιτάσσουν ότι το βάρος απόδειξης τυχόν χρεωστικού υπολοίπου βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων και αφού ήταν οι ίδιοι οι Ενάγοντες που τηρούσαν το σχετικό τραπεζικό λογαριασμό, οι Ενάγοντες γνωρίζουν και την κίνησή του. Οι θέσεις των Εναγόμενων στις Υπερασπίσεις είναι επαρκώς σαφείς και οι Ενάγοντες, από τη μία, γνωρίζουν τι πρόκειται να αντιμετωπίσουν στη δίκη και από την άλλη, οι ισχυρισμοί παρανομίας και υπερχρεώσεων είναι γνωστοί σε αυτούς. Οι λεπτομέρειες συνεπώς που αναζητούν οι Ενάγοντες βρίσκονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που οι ίδιοι κατέχουν και τυχόν χορήγηση του διατάγματος θα επέτρεπε την αλίευση μαρτυρίας και θα αντέστρεφε το βάρος απόδειξης.
- Το αίτημα των Εναγόντων εδράζεται στα όσα προνοούνται στη Διαταγή 19, θεσμό 6 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, ο οποίος αναφέρει ότι: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just.»
- Ενώ, ο θεσμός 4 της ίδιας Διαταγής αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved [.]».
- Απλή ανάγνωση των πιο πάνω φανερώνει αφενός ότι η μαρτυρία που ο διάδικος θα προσκομίσει στη δίκη δεν έχει θέση στα δικόγραφά του και αφετέρου ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών για οποιοδήποτε δικογραφημένο ζήτημα, στην κατάλληλη όμως περίπτωση.
- Η σχετική επί του θέματος Νομολογία ερμηνεύει το πιο πάνω διαδικαστικό πλαίσιο με τρόπο που καταδεικνύεται ότι τα δικόγραφα, θα πρέπει να περιέχουν επαρκείς πληροφορίες, έτσι ώστε να μην καταλαμβάνεται το ένα μέρος προ εκπλήξεως αναφορικά με την υπόθεση του άλλου[1]. Το τι συμπεριλαμβάνεται στο δικόγραφο είναι τα ουσιώδη γεγονότα και όχι η μαρτυρία που τα αποδεικνύει[2] και είναι δικαίωμα του αντιδίκου να γνωρίζει το τι πρόκειται να αποδειχθεί, σε αντίθεση με το πως πρόκειται να αποδειχθεί, κατά τη δίκη[3]. «. [Ν]ομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικογραφήματα, [.] όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικογραφήματα»[4].
- Στη σελίδα 1106 του συγγράμματος Bullen & Leake, Principles οf Pleadings, 12η έκδοση, υπό την επικεφαλίδα «Pleading» αναφέρεται ότι, όπου ο εναγόμενος βασίζεται στην υπεράσπιση της παρανομίας, πρέπει να εγείρει ξεκάθαρα την υπεράσπιση εκείνη με το δικόγραφό του, και πρέπει να δηλώσει τα γεγονότα, ή να αναφερθεί σε γεγονότα που αναφέρονται ήδη στην Έκθεση Απαίτησης, ούτως ώστε να δείξει καθαρά ποια είναι η παρανομία[5].
- Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 και συγκεκριμένα στη σελίδα 447 υπό τον τίτλο «All Material Facts», με αναφορές σε Αγγλική Νομολογία, καταγράφεται μεταξύ άλλων, ελεύθερα μεταφρασμένο, ότι είναι απόλυτα απαραίτητο όπως το δικόγραφο δηλώνει εκείνα τα γεγονότα που θα θέσουν τους εναγόμενους σε επιφυλακή και να τους επεξηγούν τι πρόκειται να συναντήσουν εάν η υπόθεση οδηγηθεί σε δίκη [.] Ουδείς ισχυρισμός θα παραλείπεται ο οποίος είναι απαραίτητος για επιτυχή έκβαση [...][6].
- Ερμηνεία της φράσης «All Material Facts» εντοπίζεται στη σελίδα 86, της 16ης έκδοσης του συγγράμματος Odgers on Pleading and Practice, όπου, σε ελεύθερη και πάλι μετάφραση, επεξηγείται ότι η λέξη «material» σημαίνει γεγονός αναγκαίο για το σκοπό της διαμόρφωσης μιας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται και όσον αφορά την υπεράσπιση[7].
- Επιστρέφοντας τώρα στα της ενώπιον μου περίπτωσης, κρίνω ορθό όπως καταγράψω επακριβώς τις επίμαχες παραγράφους των αντίστοιχων Υπερασπίσεων, προκειμένου να εξηγήσω την κατάληξή μου, έχοντας εξετάσει, τόσο αυτές, όσο και το αίτημα των Εναγόντων, αλλά και οτιδήποτε άλλο τα διάδικα μέρη έθεσαν ενώπιον μου, υπό το πρίσμα του πιο πάνω νομικού πλαισίου.
- Στις παραγράφους 5, 7, 8 και 9 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας στο αναφερόμενο δήθεν συμφωνημένο ποσοστό είναι παράνομη και ουδέποτε οι Ενάγοντες προέβησαν σε διόρθωση του εκάστοτε οφειλομένου ποσού παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Εναγόμενου [.]
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 αγνοεί, αμφισβητεί και αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων που περιέχονται στις παραγράφους 15, 16 και 17 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών των και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες προέβησαν εις υπερχρεώσεις, τοκογλυφικές πράξεις και παράνομες χρεώσεις εις το λογαριασμό του Εναγόμενου. Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έγινε τερματισμός της επίδικης συμφωνίας και ουδέποτε έλαβε επιστολή από τους Ενάγοντες.
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 αμφισβητεί και αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 18 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες προκάλεσαν προβλήματα εις τον Εναγόμενο αρ. 1 και εις τους ιδίους λόγω του παράτυπου και/ή παράνομου συμπεριφοράς τους να υπερχρεώνουν τόκους και να επιβάλλουν παράνομες χρεώσεις και έξοδα.
- Ο Εναγόμενος αρ. 1 αμφισβητεί και αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 19 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί τους είναι αόριστοι, το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο είναι διογκωμένο και εξωπραγματικό με χρεώσεις αδικαιολόγητες. Επίσης ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό είναι υπερβολικό και εμπεριέχει παράνομους και αντισυμβατικές χρεώσεις και δεν δικαιολογείται από τη συμφωνία δανειοδοτήσεως ούτε από το νόμο και η συμπεριφορά των Εναγόντων να επιβάλλουν επιτόκιο κατά το δοκούν συνιστά κατάχρηση.»
- Στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 γίνεται αναφορά σε παράνομη επιβολή επιτοκίου υπερημερίας. Ο ισχυρισμός είναι συγκεκριμένος αλλά, θεωρώ, όχι αρκούντως σαφής. Ο Εναγόμενος 1 φαίνεται να ισχυρίζεται ότι, κατά την επιβολή του επιτοκίου υπερημερίας στον επίδικο λογαριασμό, οι Ενάγοντες, ενήργησαν κατά παράβαση του Νόμου. Δεν αναφέρεται, αλλ' ούτε προκύπτει, οτιδήποτε άλλο. Ούτε παρατίθενται λεπτομέρειες που να παραπέμπουν στην κατ' ισχυρισμό νομική υποχρέωση των Εναγόντων με αντίστοιχες αναφορές στα γεγονότα εκείνα που κατ' ισχυρισμό τους καθιστούν «ένοχους» για την παραβίασή της. Ούτε ο χρόνος, αλλ' ούτε και οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε η κατ' ισχυρισμό παράνομη ενέργεια παρατίθενται, έστω και κατά προσέγγιση, ώστε να τεθεί το ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο της υπεράσπισης της παρανομίας που εγείρει ο Εναγόμενος
- Μια και ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 είναι ότι οι Ενάγοντες παρανόμως επέβαλαν επιτόκιο υπερημερίας, ο ισχυρισμός, λογικά, έχει προκύψει από συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία, και πάλι λογικά, θα εμφαίνονται και οι αντίστοιχες, κατ' ισχυρισμό, ενέργειες ή πράξεις ή παραλείψεις των Εναγόντων. Είναι ακριβώς αυτές τις λεπτομέρειες των ενεργειών των Εναγόντων που αναμένεται ο Εναγόμενος 1 να προσδιορίσει και όχι να παραθέσει την μαρτυρία, δηλαδή τα συγκεκριμένα στοιχεία με τα οποία ενδεχομένως να προσβλέπει να αποδείξει τις ενέργειες αυτές. Υπό το φως των προαναφερθέντων νομολογιακών αρχών, κρίνω ότι σε σχέση με την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως καταγράφεται κατωτέρω.
- Όμοια είναι και η κατάληξή μου όσων αφορά τις λοιπές επίδικες παραγράφους της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 στις οποίες γίνεται αναφορά σε παράνομες χρεώσεις και έξοδα και τούτο επειδή στις παραγράφους εκείνες δεν συγκεκριμενοποιείται το είδος των χρεώσεων και εξόδων και κατά συνέπεια κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν τι πρόκειται να προσπαθήσει να αποδείξει ο Εναγόμενος 1 κατά τη δίκη. Από τη στιγμή που δεν συγκεκριμενοποιείται το είδος των χρεώσεων και εξόδων και δεν δίδονται άλλες λεπτομέρειες ή γεγονότα τα οποία να επεξηγούν στο τι συνίσταται ή στο που έγκειται η ισχυριζόμενη παρανομία, σε σχέση με τις χρεώσεις και τα έξοδα αυτά, διαπιστώνω ότι το είδος της κατ' ισχυρισμό παρανομίας των χρεώσεων και εξόδων δεν προσδιορίζεται επαρκώς, αλλ' ούτε μπορεί, έστω λογικά, να εξαχθεί συμπέρασμα ως προς τούτο. Η αναφορά σε «χρεώσεις και έξοδα» είναι τόσο γενική που θεωρώ ότι πράγματι χρήζει ρύθμισης δυνάμει των σχετικών προνοιών του θεσμού 6 της Διαταγής 19, ως κατωτέρω πρόκειται να διατάξω, διότι, σε διαφορετική περίπτωση οι Ενάγοντες δεν μπορούν να αναμένουν το τι πρόκειται να αποδειχθεί κατά τη δίκη.
- Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω για το ζήτημα των αναφορών σε παρανομία, έρχομαι τώρα στο αίτημα που σχετίζεται με τις αναφορές σε υπερχρεώσεις, αντισυμβατικές χρεώσεις και υπερχρεώσεις τόκων, όπως διατυπώνονται στις επίμαχες παραγράφους 7, 8 και 9 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου
- Πάντοτε υπό το φως το πιο πάνω καθιερωμένων αρχών, θεωρώ ότι και σε αυτή την περίπτωση η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 είναι τόσο γενική που θα πρέπει η πλευρά του να παρέχει σχετικές λεπτομέρειες ως πιο κάτω διατάσσεται. Εξηγώ: Οι όροι υπερχρέωση και χρέωση, που χρησιμοποιούνται στις επίμαχες παραγράφους, αναφέρονται διαζευκτικά τόσο σε σχέση με το Νόμο, όσο και σε σχέση με τη «συμφωνία δανειοδοτήσεως» (βλ. παράγραφο 9 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1). Με τους ισχυρισμούς παρανομίας το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί ανωτέρω. Σε σχέση με την επίδικη κατ' ισχυρισμό συμβατική ή άλλη σχέση μεταξύ των διαδίκων (βλ. αναφορά σε «αντισυμβατική χρέωση»), οι εν λόγω όροι δεν προσδιορίζουν επαρκώς σε τι συνίστανται οι πράξεις ή παραλείψεις των Εναγόντων, οι οποίες αποτελούν κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις, αντισυμβατικές χρεώσεις και υπερχρεώσεις τόκων. Με το ίδιο σκεπτικό που λογικά θα αναμενόταν από τους Ενάγοντες να δικογραφήσουν γεγονότα πέραν του απλού ισχυρισμού ότι οι Εναγόμενοι παράβηκαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και γι' αυτό κινείται εναντίον τους η παρούσα διαδικασία, έτσι και ο Εναγόμενος 1 δεν μπορεί να θεωρεί ότι θέτει ολοκληρωμένη εικόνα της υπερασπιστικής του γραμμής με τις απλές αναφορές του σε υπερχρεώσεις, αντισυμβατικές χρεώσεις και υπερχρεώσεις τόκων, εν τη απουσία άλλων γεγονότων ή λεπτομερειών. Δεν προσδιορίζει ούτε τους όρους της κατ' ισχυρισμό παραβιασθείσας υπό των Εναγόντων «συμφωνίας δανειοδοτήσεως», ούτε γεγονότα που να περιγράφουν τις κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικές τούτες ενέργειες και κατά συνέπεια ούτε το εύρος της υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 μπορεί εύλογα να αποτιμηθεί και να προβλεφθεί. Οι λεπτομέρειες που αποζητούν να γνωρίζουν οι Ενάγοντες είναι, θεωρώ, ουσιαστικές και εάν παρατίθεντο, ενδεχομένως αφενός να περιόριζαν τα επίδικα θέματα σε ανάλογη έκταση, αλλά και αφετέρου, και ίσως σημαντικότερα, να απέκλειαν το ενδεχόμενο οι Ενάγοντες να βρεθούν προ εκπλήξεως σε σχέση με ουσιαστικά γεγονότα, κατά τη δίκη.
- Όσων αφορά τους Εναγόμενους 2 και 3, στις παραγράφους 14 και 16 της κοινής Υπεράσπισής τους αναγράφονται τα ακόλουθα: «
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή απορρίπτουν την παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων. Περαιτέρω και άνευ βλάβης της πιο πάνω άρνησης ακόμα και να αποδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, το απαιτούμενο ποσό είναι αποτέλεσμα παράνομων και/ή παράτυπων και/ή καταχρηστικών και/ή μονομερών χρεώσεων και/ή τόκων υπερημερίας που επεβλήθεισαν από τους Ενάγοντες ενεργώντας από θέση ισχύος κατά παράβαση άρθρων του Συντάγματος. [.]
- Οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους του λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγόντων που προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως τους καθώς και τις αξιώσεις που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) - (δ) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης και αναφέρουν ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων είναι παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή υπερβολικές και/ή διογκωμένες, καλούν δε τους Ενάγοντες σε απόδειξη των ποσών που ισχυρίζονται ότι οφείλουν οι Εναγόμενοι.»
- Εν όψει του σκεπτικού και κατάληξής μου στις παραγράφους 17 έως 19 ανωτέρω όσων αφορά την Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1, η κατάληξή μου, όσων αφορά και τις πιο πάνω παραγράφους 14 και 16 της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 2 και 3 και του σχετικού αιτήματος που προβάλλεται από τους Ενάγοντες, δεν μπορεί να είναι διαφορετική. Όπως και ο Εναγόμενος 1, έτσι και οι Εναγόμενοι 2 και 3, εγείρουν, μεταξύ άλλων, υπεράσπιση παρανομίας χρεώσεων, τόκων υπερημερίας και αξιώσεων, χωρίς να δικογραφούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες γεγονότων που να δεικνύουν την πραγματική υπόσταση του ισχυρισμού τούτου, θέτοντας καθ' αυτό τον τρόπο ένα γενικό και ασαφές πλαίσιο στη γραμμή που πρόκειται υπερασπιστικά να ακολουθήσουν και παραλείποντας να υποδείξουν ποια είναι εν τέλει τα γεγονότα εις τα οποία συνίσταται η κατ' ισχυρισμό παρανομία στις εγειρόμενες περιπτώσεις. Ομοίως θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθούν λεπτομέρειες και σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί παράτυπων, μονομερών και καταχρηστικών χρεώσεων, ούτως ώστε να προσδιοριστεί με σαφήνεια η υπερασπιστική γραμμή των Εναγόμενων 2 και 3 και να αποφευχθεί ο κίνδυνος να αφεθούν οι Ενάγοντες να πιθανολογούν αναφορικά με το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών, αλλά και να βρεθούν προ εκπλήξεως κατά τη δίκη.
- Σε σχέση με τα αιτήματα των Εναγόντων στη δεύτερη πρόταση της παραγράφου α. όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 και στη δεύτερη πρόταση της παραγράφου 3α. όσον αφορά τους Εναγόμενους 2 και 3, στις αντίστοιχες επιστολές, δηλαδή να αναφέρουν «ποια είναι τα ποσά και/ή οι χρεώσεις» που αμφισβητούνται και «σε ποιο ποσό συμποσούνται», αυτά κρίνω τίθενται εκ του περισσού, εν όψει των αιτημάτων για παροχή λεπτομερειών που προηγούνται. Ειδικά από τη στιγμή που το Δικαστήριο, ως αναφέρεται ανωτέρω, έχει διαπιστώσει ότι πράγματι οι επίδικοι ισχυρισμοί θα πρέπει να συμπληρωθούν με περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και επ' αυτού πρόκειται να διατάξει την παροχή τέτοιων λεπτομερειών, δεν έχει καταδειχθεί από τους Ενάγοντες η απαιτούμενη αναγκαιότητα για έκδοση επιπρόσθετης διαταγής επί του συγκεκριμένου αιτήματος. Έχει ήδη υποδειχθεί ότι κύριος σκοπός της επίμαχης δικονομικής διάταξης είναι η παροχή των λεπτομερειών εκείνων που είναι ουσιώδεις για να σχηματιστεί η θέση της αντίδικης πλευράς επί των ήδη προβεβλημένων ισχυρισμών της, ούτως ώστε ο αιτητής να γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει κατά τη δίκη. Στη προκείμενη περίπτωση, ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται με το να διαταχθούν οι Εναγόμενοι να παρέχουν λεπτομέρειες επί των ήδη προβεβλημένων δια των δικογράφων ισχυρισμών τους και κατά συνέπεια δεν κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω σε οποιαδήποτε επιπρόσθετη διαταγή στη βάση των εν λόγω αιτημάτων.
- Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, τα αντίστοιχα αιτήματα των Εναγόντων επιτυγχάνουν μερικώς και εκδίδονται αντίστοιχα διατάγματα με τα οποία: (Α) διατάσσεται ο Εναγόμενος 1, εντός 14 ημερών από σήμερα, να παρέχει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σύμφωνα με την παράγραφο α. της επιστολής των δικηγόρων των Εναγόντων προς τους δικηγόρους του ημερομηνίας 16.7.21, εκτός σε σχέση με τη δεύτερη πρόταση της εν λόγω παραγράφου και (Β) διατάσσονται οι Εναγόμενοι 2 και 3, εντός 14 ημερών από σήμερα, να παρέχουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σύμφωνα με την παράγραφο 3α. της επιστολής των δικηγόρων των Εναγόντων προς τους δικηγόρους τους ημερομηνίας 16.7.21, εκτός σε σχέση με τη δεύτερη πρόταση της εν λόγω παραγράφου. Σε περίπτωση που οι Ενάγοντες, έχοντας παραλάβει τις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, επιθυμούν να καταχωρίσουν Απάντηση, να το πράξουν εντός 14 ημερών από την ημέρα που θα παραλάβουν τα σχετικά έγγραφα από έκαστη εκ των Εναγόμενων πλευρών.
- Σε σχέση με τα έξοδα και εν όψει και της μερικής έγκρισης του αιτήματος των Εναγόντων, αφενός όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του κατά το ήμισυ και αφετέρου, σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3, τα έξοδα επίσης επιδικάζονται εναντίον τους και υπέρ των Εναγόντων επίσης κατά το ήμισυ. Τα επιδικασθέντα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης.
- Η υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες και Προγραμματισμό στις 24.10.22 και ώρα 9.00 π.μ. με αναγκαία την παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων. (Υπ.).......... Π. Αγαπητός (Ε.Δ) ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. Κρις (Χρίστος) Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 και Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.α. ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1. A.A.Δ. 649 [2] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 157 [3] βλ. Andreas Savvides Kapatais v. The London & Lancashire Insurance Co. Ltd. (V.24) 1 C.L.R. 66, 14 Μαΐου 1959, στην οποία η αναφορά είναι αυτολεξεί: «The Opponent is entitled to know what is to be proved, as distinct from how it is to be proved [.]» [4] βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου (Άλλως Τάκη) Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 669 [5] Στο κείμενο: «[.] Where the defendant relies upon the defence of illegality, he should distinctly raise that defence by his pleading, and should state the facts or refer to facts already stated in the Statement of Claim, so as to show clearly what the illegality is. If a man "intends to charge illegality, he must state facts for the purpose of showing what the illegality is" (Bullivant v. Att.-Gen. for Victoria
(1901)A.C. 196, per Lord Davey at 204)» [6] Στο κείμενο: «The general rule is thus stated by Cotton, L.J., in Philipps v. P., 4 Q.B.D. p. 139:- 'In my opinion it is absolutely essential that the pleading, not to be embarrassing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they have to meet when the case comes on for trial. Each party must plead all the material facts on which he means to rely at the trial; otherwise he is not entitled to give any evidence of them at the trial. No averment must be omitted which is essential to success. Those facts must be alleged which must, not may, amount to a cause of action (West Rand Co. v. Rex,
(1905)2 ·K.B. 399; see Ayers v. Hanson,
(1912)W.N. 193)». [7] Στο κείμενο: «The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if anyone. 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad". (Per Scott, L.J., in Bruce v. Odhams Press, Ltd.,
(1936)1 K.B. at p. 712). The same principle applies to defences». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο