← Κύπρος

Gordian Holdings Ltd ν. Panicos Hoglastos Casual Wear Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4253/2014, 2329/2015, 21/10/2022

Gordian Holdings Ltd ν. Panicos Hoglastos Casual Wear Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4253/2014, 2329/2015, 21/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A202 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4253/2014 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας Και

  1. Panicos Hoglastos Casual Wear Ltd
  2. Π. Χ.
  3. Ι. Π. Χ.
  4. Hoglastos (Properties) Ltd Eναγομένων ---------------------------------- Αρ. Αγωγής 2329/2015 Μεταξύ: Gordian Holdings Ltd Ενάγουσας Και
  5. Panicos Hoglastos Casual Wear Ltd
  6. Χ. Π.
  7. Χ. Ι. Eναγομένων ----------------------------- Αίτηση Εναγομένης 3 ημερ. 16.9.2021 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 3 - Αιτήτρια: κ. Α. Αργυρού για Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγομένη 3 - Αιτήτρια ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα - Καθ' ης να προχωρήσει με την πώληση μέσω πλειστηριασμού και ή άλλως πως του εκεί περιγραφόμενου ενυπόθηκου ακινήτου μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής και ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας η οποία αναφέρει πως ο Εναγόμενος 2 είναι ο εν διαστάσει σύζυγος της και οι δύο τους είναι διευθυντές της Εναγομένης
  8. Η Εναγομένη 3 αναφέρεται στο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα στις διάφορες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από την Ενάγουσα προς την Εναγομένη 1, την παροχή εξασφαλίσεων από τους υπόλοιπους Εναγόμενους και την έγερση των δύο υπό κρίση Αγωγών στις οποίες οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, οι τροποποιητικές συμφωνίες αυτών και όλες οι εξασφαλίσεις είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες. Ακολούθως η Εναγομένη 3 αναφέρεται στις προσπάθειες των μερών για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης και παρουσιάζει αναδομημένες οικονομικές καταστάσεις τις οποίες ετοίμασε ο ΜΤ, χρηματοοικονομικός σύμβουλος, οι οποίες δείχνουν το υπόλοιπο να ανέρχεται περίπου στα €3εκ. το οποίο υπερκαλύπτεται από την αξία των υπόλοιπων ενυπόθηκων ακινήτων χωρίς να είναι αναγκαία η πώληση του υπό κρίση ακινήτου το οποίο αποτελεί την πρώτη και μοναδική κατοικία της Εναγομένης
  9. Τέλος ισχυρίζεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Η Αίτηση καταχωρίστηκε καταχρηστικά και κακόπιστα. 2) Η Αιτήτρια κωλύεται να εγείρει την Αίτηση καθότι είχε αποσύρει προγενέστερη πανομοιότυπη αίτηση στα πλαίσια των ίδιων Αγωγών. 3) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. 4) Η μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης δεν είναι δικονομικά ορθή καθότι αποτελεί αντιγραφή των δικογράφων των Εναγομένων στις υπό κρίση Αγωγές και ή είναι αντιφατική και ή παραπλανητική. 5) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 6) Η Αιτήτρια φαίνεται να δέχεται την εγκυρότητα και ή το νομότυπο των επίδικων συμφωνιών και να παραδέχεται την οφειλή κατ' ελάχιστον ποσού εκ €3εκ. 7) Το μόνο γνήσιο επίδικο θέμα είναι ο καθορισμός του ακριβούς οφειλόμενου ποσού κάτι το οποίο δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΔΤ, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου και από τις 18.1.20 στο αντίστοιχο τμήμα της Ενάγουσας. Και ο ΔΤ αναφέρεται στο ιστορικό και τα γεγονότα που αφορούν τις υπό κρίση πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις, καθώς επίσης και στην επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης των Αγωγών. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων του ΜΤ, ισχυριζόμενος ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι καθόλα έγκυρες και νομότυπες και ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ξεπερνά τα €5εκ. Ο ΔΤ παρουσιάζει τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2020 και 2021 οι οποίες καταδεικνύουν ότι αυτή είναι φερέγγυα και δύναται να καλύψει οποιαδήποτε τυχόν ζημιά ήθελε προκληθεί στην Αιτήτρια και επεξηγεί γιατί θεωρεί τη συμπεριφορά της τελευταίας ότι οδηγεί το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ της Ενάγουσας. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και ανέφεραν κάποιες επιπρόσθετες διευκρινίσεις. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Στις υπό κρίση Αγωγές η Ενάγουσα ζητά διάφορα ποσά ως ισχυριζόμενα οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει των επίδικων συμφωνιών και διατάγματα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Το κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαίτησης στις δύο Αγωγές επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 3 στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης
  2. Στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους και στις δύο Αγωγές, Τεκμήρια 2 και 4 στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 3, οι Εναγόμενοι ζητούν απόφαση πως η διαδικασία είναι πρόωρη και ή καταχρηστική, δήλωση πως η Εναγομένη 1 περιήλθε σε οικονομική δυσπραγία εξαιτίας του αλόγιστου τρόπου διαχείρισης των επίδικων λογαριασμών της από την Ενάγουσα και τιμωρητικές αποζημιώσεις συνεπεία των πιο πάνω. Διαζευκτικά ζητούν δήλωση ότι οι συμφωνίες ματαιώθηκαν λόγω απρόβλεπτων γεγονότων, απόφαση για πληρωμή με δόσεις προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού ήθελε κριθεί οφειλόμενο, διάταγμα απόσυρσης του ονόματος των Εναγομένων από το σύστημα Άρτεμις και αποζημιώσεις συνεπεία της καταχώρισης του ονόματος τους στο Άρτεμις. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση των αξιώσεων της Εναγομένης 3 αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής. Και τούτο καθότι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της η Εναγομένη 3 εγείρει ζήτημα νομιμότητας της διαδικασίας των δύο Αγωγών και εγκυρότητας των επίδικων συμφωνιών, επιρρίπτει ευθύνη στην Ενάγουσα για τον τρόπο διαχείρισης των επίδικων λογαριασμών και ζητά αποζημιώσεις γι' αυτή τη συμπεριφορά της και για την καταχώριση του ονόματος της στο σύστημα Άρτεμις. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο επισημαίνει αρχικά ότι η Εναγομένη 3 στην ένορκη της δήλωση αναγνωρίζει την υπογραφή συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου προς την Εναγομένη 1 (η οποία αντικαταστάθηκε από τη Gordian), την υπογραφή τροποποιητικών αυτών συμφωνιών και την παραχώρηση εξασφαλίσεων, ήτοι υποθηκών από τους Εναγόμενους 2-4, ενώ επικαλείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για την παραχώρηση ως εξασφαλίσεων προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων 2-4 καθώς επίσης και ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης της Εναγομένης
  3. Παρά ταύτα, ακολούθως στην ένορκη της δήλωση όσο και στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της και στις δύο Αγωγές, τις οποίες η ίδια παρουσιάζει ως Τεκμήρια 2 και 4 αντίστοιχα, βασικά παραδέχεται τη σύναψη όλων των πιο πάνω, πλην όμως αμφισβητεί την εγκυρότητα και νομιμότητα τους. Η Εναγομένη 3 αναλώνει μεγάλο μέρος της ένορκης της δήλωσης ισχυριζόμενη ότι οι υπό κρίση συμφωνίες είναι παράνομες και άκυρες, πλην όμως αυτό το ζήτημα δεν αναπτύσσεται ούτε στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της ούτε και κατά τις προφορικές του διευκρινίσεις. Υπάρχει μόνο μια γενική αναφορά στην αγόρευση πως τα όσα αναφέρει η Εναγομένη 3 στην ένορκη της δήλωση και τα τεκμήρια που τη συνοδεύουν είναι ικανά να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης της και ακολούθως γίνεται εκτενής αναφορά μόνο στο ζήτημα του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου
  4. Και κατά την προφορική του αγόρευση δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενασχόληση ούτε καν αναφορά στους λοιπούς ισχυρισμούς περί ακυρότητας και παρανομίας των συμφωνιών, παρά μόνο ο κ. Αργυρού περιορίστηκε και πάλι στο θέμα του τρόπου χρέωσης και κατάληξης στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο και στην ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού που παρουσιάζει η Ενάγουσα. Υπό το φως αυτών των δεδομένων το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτοί οι ισχυρισμοί δεν προωθούνται και έχουν εγκαταλειφθεί και επομένως δεν δύνανται να τύχουν εξέτασης. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί δυνατή η εξέταση τους, τότε το Δικαστήριο αναφέρει πως η Εναγομένη 3 προβάλλει βασικά τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
(1)Η συμφωνία για παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη καθότι υπεγράφη υπό συνθήκες που προκάλεσε η Ενάγουσα εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι είναι ισχυρό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και επιβάλλοντας καταχρηστικούς και αυθαίρετους όρους.
(2)Η εγγύηση δεν καλύπτει την εν λόγω συμφωνία καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε ενημέρωσε τους εγγυητές για τις όποιες τροποποιήσεις στη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού.
(3)Η Ενάγουσα δεχόταν την υπέρβαση του ορίου με επιπλέον επιτόκιο το οποίο επέβαλλε, με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους της που έφθανε τα όρια τοκογλυφίας.
(4)Οι όροι της συμφωνίας είναι άκυροι και ή καταχρηστικοί καθότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ή αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους και ή παραχωρούσαν μονομερή δικαιώματα στην Ενάγουσα.
(5)Η συμφωνία δανείου είναι επίσης άκυρη και ή ακυρώσιμη για τους ίδιους λόγους ως αυτή για την παραχώρηση ορίου.
(6)Οι τροποποιητικές συμφωνίες εξυπηρετούσαν μόνο τα συμφέροντα της Ενάγουσας μεταβάλλοντας την τιμολόγηση του δανείου.
(7)Οι όροι των τροποποιητικών συμφωνιών είναι άκυροι και ή καταχρηστικοί για τους ίδιους λόγους ως αναφέρονται στην παρ.
(4)ανωτέρω και ειδικότερα οι όροι καθορισμού και μεταβολής του επιτοκίου αποτελούν προϊόν εξαναγκασμού και ή πίεσης και ή οι όροι χρέωσης υπερημερίας είναι ιδιαίτερα επαχθείς και ή ετεροβαρείς.
(8)Κατά την περίοδο υπογραφής των εν λόγω συμφωνιών, η Ενάγουσα όφειλε να προβεί σε αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης 1, να αρνείτο να της παράσχει χρηματοδότηση, να την προειδοποιούσε έναντι των κινδύνων που υπήρχαν ή δυνατό να επέλθουν, να προέβλεπε τη δυσκολία ή αδυναμία της να τηρεί το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών, να βεβαιωνόταν πως η Εναγομένη 1 αντιλαμβάνετο τους όρους και τις επιπτώσεις αύξησης των επιτοκίων, να παρείχε την κατάλληλη καθοδήγηση και ή ενημέρωση για τη φύση των προσφερόμενων υπηρεσιών και γενικά είχε καθήκον επιμέλειας κατά την αξιολόγηση του αιτήματος της και ή για την καταλληλότητα της χρηματοδότησης.
(9)Οι εγγυήσεις είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες καθότι αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων και ή καθότι έγιναν χωρίς αντάλλαγμα και ή συνεπεία ψευδών παραστάσεων και ή ψυχικής πίεσης και ή οικονομικού εξαναγκασμού και ή καθότι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ή καθότι η Ενάγουσα δεν τους ενημέρωσε για τις συνέπειες και τους κινδύνους των πράξεων της.
(10)Η παροχή των υποθηκών είναι επαχθής και ή άδικη καθότι η Ενάγουσα ώθησε τους Εναγόμενους 2-4 να τις παραχωρήσουν εν γνώσει τους ότι οι δεσμεύσεις ήταν ιδιαίτερα επαχθείς για αυτούς, δεν προέτρεψε τους Εναγόμενους να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν την παραχώρηση τους, υπάρχουν αδικαιολόγητες και ή υπερβολικές χρεώσεις τόκων και οι υποθήκες αντίκεινται στον νόμο για τους εγγυητές και στις Ευρωπαϊκές οδηγίες.
(11)Η υπογραφή του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ήταν προϊόν δόλου και ή εξαπάτησης και ή παραπλάνησης και ή ψευδών παραστάσεων.
(12)Τα ισχυριζόμενα ποσά τόκου είναι παράνομα, καταχρηστικά και αντισυμβατικά. Η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται ότι κατά το 2011, στα πλαίσια της οικονομικής κρίσης, η Εναγομένη 1 επηρεάστηκε στις εισπράξεις της και αδυνατούσε να αποπληρώσει τις δόσεις της προς την Ενάγουσα. Λόγω της άρνησης της Ενάγουσας να αντιληφθεί την κατάσταση, αυτή, χωρίς προειδοποίηση, δεν εξαργύρωνε τις επιταγές της Εναγομένης 1 με αποτέλεσμα αφενός να πληγεί τόσο η εμπορική φήμη της τελευταίας όσο και να υποστεί οικονομική ζημιά, και αφετέρου τον τερματισμό το 2013 από την Ενάγουσα των υπό κρίση λογαριασμών και την καταχώριση των στοιχείων των Εναγομένων στο σύστημα Άρτεμις. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε την αδυναμία της Εναγομένης 1 να λάβει χρηματοδότηση από άλλα πιστωτικά ιδρύματα, προκαλώντας της περαιτέρω ζημιές. Η Εναγομένη 3 αναφέρει πως ακολούθησε η καταχώριση της Αγωγής 2329/15 που αφορά τρεχούμενο λογαριασμό και ενώ εκκρεμούν οι δύο Αγωγές, έλαβε ειδοποίηση ΙΑ για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της. Σύμφωνα πάντα με την Εναγομένη 3, στις 11.5.22 είχε καταχωρίσει αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγόρευσης της πώλησης του υπό κρίση ενυπόθηκου ακινήτου, στην οποία η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση, όμως τελικώς η Ενάγουσα δήλωσε ότι η ημερομηνία του πλειστηριασμού (25.5.22) αναστέλλετο για τρεις μήνες με σκοπό την ενδεχόμενη διευθέτηση των Αγωγών. Στις 17.6.22 οι Εναγόμενοι υπέβαλαν πρόταση στην Ενάγουσα η οποία απάντησε στις 4.8.22 απορρίπτοντας την πρόταση και προβάλλοντας τη δική της. Ο ΔΤ με τη σειρά του αναφέρεται στις τρεις επίδικες συμφωνίες παροχής ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αρ. [ ] και στην επανέγκριση του ορίου κατόπιν διαφόρων τροποποιήσεων, παροχής δανείου υπ' αρ. [ ] και παροχής τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αρ. [ ], παρουσιάζοντας τις σχετικές συμφωνίες και έγγραφα ως Τεκμήρια 1-4 αντίστοιχα. Δέχεται επίσης την παραχώρηση της υποθήκης [ ]/01, του υπό κρίση ακινήτου της Εναγομένης 3 για το ποσό των ΛΚ175.000 πλέον τόκους και έξοδα, Τεκμήριο 5. Ο ΔΤ απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 3 και ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες έγιναν κατόπιν απαίτησης της Εναγομένης 1, ουδέποτε η Ενάγουσα τη διαβεβαίωσε πως είχε αναλάβει καθήκον επιμέλειας έναντι των Εναγομένων και ουδέποτε τους απέτρεψε από το να λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Ισχυρίζεται επίσης πως και η εγγύηση έγινε κατόπιν απαίτησης των Εναγομένων, πως οι όροι συμφωνούνταν μεταξύ τους και πως οι Εναγόμενοι τους αποδέχονταν αφού τους εξέταζαν και ανέλυαν με τους δικούς τους ανεξάρτητους συμβούλους. Αρνείται την ύπαρξη οποιωνδήποτε καταχρηστικών ρητρών και αναφέρει πως οι συμφωνίες ορίου και δανείου τροποποιήθηκαν αφότου η Εναγομένη 1 ξεπερνούσε τα όρια και κατόπιν δικής της απαίτησης και πως οι υποχρεώσεις της αναδιαρθρώνονταν ούτως ώστε οι Εναγόμενοι να ήταν σε θέση να ομαλοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι της Ενάγουσας. Ο ΔΤ αναφέρει πως το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αρ. [ ] τροποποιήθηκε πέραν των 10 φορών υπό τη μορφή (μόνιμης και προσωρινής) αύξησης του ορίου, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 3 για μη δίκαιη μεταχείριση ή μη παροχή ευκαιρίας στην Εναγομένη 1 για αντιμετώπιση της οικονομικής της δυσκολίας να είναι αβάσιμες. Τέλος, ο ΔΤ αναφέρει πως παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν, η Εναγομένη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της και άρχισε να αμφισβητεί τη νομιμότητα των συμφωνιών σε μια προσπάθεια να αποποιηθεί των ευθυνών της προς την Ενάγουσα. Εξ ου και η Ενάγουσα προχώρησε με την καταχώριση των υπό κρίση Αγωγών και τη διαδικασία πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, επιβεβαιώνοντας την απόσυρση της αίτησης ημερ. 11.5.22 άνευ βλάβης και τις μάταιες προσπάθειες διευθέτησης λόγω της αδιάλλακτης στάσης τόσο της Εναγομένης 3 όσο και των υπόλοιπων Εναγομένων. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ούτε και προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο η Εναγομένη 3 έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης της. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της Εναγομένης 3 παραμένουν παντελώς γενικοί και αόριστοι. Εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι πως η Εναγομένη 3 περιορίζεται στην προβολή ισχυρισμών, χωρίς όμως να προσκομίζει οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να τους υποστηρίξει, πάντοτε για σκοπούς και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Βασικά η Εναγομένη 3 δεν προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τις συνθήκες σύναψης των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης διευκολύνσεων, των τροποποιητικών συμφωνιών και των εξασφαλίσεων για να διαφανεί η όποια πιθανότητα επιτυχίας αυτών των θέσεων. Ειδικότερα, η Εναγομένη 3 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά αναφορικά με το τι διημείφθη κατά τη συζήτηση ή υπογραφή της κάθε συμφωνίας, σε τι συνίστατο η ψυχική πίεση, ποιες ήταν οι ψευδείς παραστάσεις και η οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1 καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, καθώς επίσης και αναφορικά με την όλη στάση της Τράπεζας έναντι των Εναγομένων από την σύναψη της πρώτης συμφωνίας μέχρι και τον τερματισμό όλων των επίδικων λογαριασμών. Αυτοί οι ισχυρισμοί παραμένουν παντελώς μετέωροι με αποτέλεσμα να μην δύνανται να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε περίπτωση προώθησης τους κατά την ακρόαση της ουσίας των Αγωγών. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τους ισχυρισμούς για την ύπαρξη μονομερώς επιβληθέντων, παράνομων και καταχρηστικών όρων στις συμφωνίες, οι οποίοι παραμένουν μόνο στη σφαίρα της προβολής τους χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη ή επεξήγηση αυτών. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνεται ότι ακόμα και αν ήθελε καταδειχθεί η ορατή πιθανότητα ύπαρξης καταχρηστικών ή παράνομων όρων στις συμφωνίες, αυτό ενδεχομένως να μην επηρεάζει την εγκυρότητα και νομιμότητα ολόκληρων των συμφωνιών αλλά μέρους αυτών. Ουσιαστικά η Εναγομένη 3 δεν προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη του σκέλους της ανταπαίτησης το οποίο αφορά στην ακύρωση των συμφωνιών και εξασφαλίσεων και για αποζημιώσεις σε αυτή τη βάση, και επομένως δεν έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αυτού του σκέλους της ανταπαίτησης τους. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημερ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ' αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Όσον αφορά τον βασικό ισχυρισμό της Εναγομένης 3 περί λανθασμένου ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπολοίπου, αυτή παρουσιάζει αναδομημένες οικονομικές καταστάσεις τις οποίες ετοίμασε ο χρηματοοικονομικός σύμβουλος των Εναγομένων, ΜΤ, Τεκμήρια 8-10 αντίστοιχα. Αυτές, κατά τις 30.9.22, παρουσιάζουν πολύ χαμηλότερο (συγκριτικά με την Ενάγουσα) οφειλόμενο υπόλοιπο αναφορικά και με τους τρεις λογαριασμούς ως εξής: (
  1. i)Λογαριασμός υπ' αρ. [ ] €700.382,52 (
  2. ii)Λογαριασμός υπ' αρ. [ ] €2.130.482,13 (iii) Λογαριασμός υπ' αρ. [ ] €218.353.03, Σύνολο εκ €3.049.217,68. Κατ' αρχάς, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η Εναγομένη 3, οι εν λόγω καταστάσεις ετοιμάστηκαν στη βάση των όρων που προνοούνται στην πρώτη συμφωνία παραχώρησης ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό. Διαφαίνεται όμως ότι οι υπόλοιπες συμφωνίες περιέχουν διαφορετικούς όρους για τη χρέωση του επιτοκίου και οι καταστάσεις των υπόλοιπων λογαριασμών περιέχουν διαφορετικά ποσοστά επιτοκίου και όχι χρέωση οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας, χωρίς όμως να παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση ή ανάλυση του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου για να διαφανεί η όποια ορατή βάση της ορθότητας του καθορισμού του εκάστοτε επιτοκίου, εφόσον στις συμφωνίες προνοείται κυμαινόμενο επιτόκιο και η δυνατότητα μεταβολής του καθώς επίσης και χρέωση τόκου υπερημερίας. Ο ΔΤ δηλώνει αδυναμία να αντιληφθεί τον τρόπο υπολογισμού των ποσών εφόσον δεν καταγράφονται οι πιστώσεις και οι χρεώσεις, ζήτημα το οποίο επίσης φαίνεται να επηρεάζει την ορθότητα των καταστάσεων. Και ο ΔΤ με τη σειρά του επισυνάπτει αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 8, οι οποίες κατά τις 17.5.22 δείχνουν το οφειλόμενο υπόλοιπο μετά την αφαίρεση άλλων χρεώσεων, διατηρώντας το συμβατικό επιτόκιο μαζί με τόκο υπερημερίας προς 2% και παρουσιάζοντας αναλυτικά κάθε χρέωση και πίστωση: (
  3. i)Λογαριασμός υπ' αρ. [ ] €1.006.569,42 (
  4. ii)Λογαριασμός υπ' αρ. [ ] €3.811.343,63 (iii) Λογαριασμός υπ' αρ. [ ] €505.402,92, Σύνολο εκ €5.323.315,97. Η θέση του δικηγόρου της Εναγομένης 3 πως οι εν λόγω καταστάσεις δεν αποτελούν αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία εφόσον δεν δείχνουν την κίνηση των λογαριασμών από την ημερομηνία έναρξης τους αρχίζοντας με μηδενικό υπόλοιπο δεν κρίνεται βάσιμη. Και τούτο καθότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία για σκοπούς εξαγωγής τελικών συμπερασμάτων αλλά προβαίνει σε μια θεώρηση αυτής για να καταλήξει κατά πόσο η μαρτυρία τείνει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Τα ζητήματα τα οποία θίγει ο δικηγόρος της Εναγομένης 3 ενδεχομένως θα απασχολήσουν κατά την ακρόαση των Αγωγών. Είναι επίσης η θέση της Εναγομένης 3 ότι βάσει εκτίμησης ημ. 11.4.22, Τεκμήριο 12, η αγοραία αξία των τριών ενυπόθηκων ακινήτων με αρ. εγγραφής [ ], [ ] και [ ], το οποίο αποτελεί ενιαίο τεμάχιο, με ελεύθερη κατοχή ανέρχεται στα €4.360.000 ενώ η αγοραία αξία τους με την υφιστάμενη ενοικίαση ανέρχεται στα €3.235.000. Η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται ότι η αξία των εν λόγω ενυπόθηκων ακινήτων εξασφαλίζει πλήρως την Ενάγουσα. Επομένως, ισχυρίζεται ότι τα δύο υπόλοιπα ενυπόθηκα ακίνητα, ήτοι το υπό κρίση ακίνητο της και το οικόπεδο με αρ. εγγραφής [ ], το οποίο σύμφωνα με εκτίμηση, Τεκμήριο 13, κατά τις 10.3.21 έχει αγοραία αξία εκ €523.220, δεν είναι αναγκαίο να πωληθούν για ικανοποίηση της όποιας οφειλής ήθελε τελικώς κριθεί πως δικαιούται η Ενάγουσα. Είναι γεγονός ότι με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης των δύο Αγωγών, η Ενάγουσα έχει προς όφελος της τις υποθήκες για όλα τα προαναφερόμενα ακίνητα, εξ ου και ζητά διατάγματα εκποίησης τους. Ο ΔΤ αναφέρει πως με βάση το Δελτίο Α, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 3, η επιφυλασσόμενη τιμή του ενυπόθηκου ακινήτου είναι €660.000, ποσό το οποίο πράγματι φαίνεται να μην καλύπτει το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο είτε με βάση τους υπολογισμούς του ΜΤ είτε με βάση τους υπολογισμούς του ΔΤ. Ο ΔΤ με τη σειρά του παρουσιάζει δύο εκτιμήσεις ημερ. 31.3.22 οι οποίες έγιναν κατ' εντολή της Ενάγουσας, Τεκμήριο 12, με βάση τις οποίες η αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων με αρ. εγγραφής [ ], [ ] και [ ] ανέρχεται στις €2.580.000 στη μια και €2.963.000 στην άλλη, επομένως ο μέσος όρος και των τριών εκτιμήσεων είναι €2.926.000. Παρουσιάζει επίσης άλλη έκθεση εκτίμησης τον Ιούλιο του 2019 του εκτιμητή των Εναγομένων, Τεκμήριο 13, στην οποία η αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου (υποκείμενο σε ενοικίαση) καθορίζεται σε €2.910.000 και όχι €3.235.000. Ο ΔΤ αναφέρει ότι για τα εν λόγω ακίνητα διενεργήθηκε πλειστηριασμός με επιφυλασσόμενη τιμή πέραν της μέσης αγοραίας αξίας, ήτοι €3εκ., χωρίς όμως επιτυχία, γεγονός το οποίο καταδεικνύει την περιορισμένη ζήτηση και περιορισμένη προοπτική αύξησης της τιμής πώλησης. Αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ], αυτό έχει μέση αγοραία αξία βάσει δύο εκτιμήσεων, Τεκμήρια 14 και 15, €374.500 και έγιναν δύο ανεπιτυχείς ηλεκτρονικοί πλειστηριασμού, με επιφυλασσόμενες τιμές €412.000 και €375.000, ήτοι 110% και 100% της μέσης αγοραίας αξίας τους. Ο ΔΤ αναφέρεται και σε τρίτη προσπάθεια πώλησης του εν λόγω ακινήτου με κλειστές προσφορές δυνάμει του Ν.9/65, η οποία όμως ανακόπηκε βασικά από τον υιό της Εναγομένης 3. Σύμφωνα με τον ΔΤ, η συνολική αγοραία αξία όλων των ενυπόθηκων ακινήτων, πλην του επίδικου, με βάση το πιο αισιόδοξο σενάριο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι ενδείξεις μετά την αποτυχία των πλειστηριασμών για περαιτέρω μείωση της αξίας τους, ανέρχεται στις €3.223.183,86, ποσό το οποίο απέχει κατά πολύ από το συνολικό οφειλόμενο υπόλοιπο των €5.323.315,97. Κατ' αρχάς, από τη στιγμή που το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ότι η Εναγομένη 3 κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ισχυρισμού της περί του ορθού ισχυριζόμενου υπολοίπου, τότε το επιχείρημα πως η αξία των υπόλοιπων ενυπόθηκων ακινήτων καλύπτει το ισχυριζόμενο χρέος φαίνεται επίσης να μην έχει πιθανότητα επιτυχίας. Άλλωστε, διαφαίνεται ότι με βάση όλα τα ανωτέρω στοιχεία, ήτοι τις εκτιμήσεις και των δύο πλευρών και τις ανεπιτυχείς προσπάθειες πώλησης με πλειστηριασμό των δύο εξ αυτών, το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο δεν δύναται να καλυφθεί ακόμα και με την πώληση των εν λόγω ακινήτων, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν διαφοροποιούνται από το γεγονός της ύπαρξης διατάγματος ημερ. 24.6.21 εναντίον της Εναγομένης 4 στην παρούσα για δέσμευση της ενυπόθηκης περιουσίας των ακινήτων με αρ. εγγραφής [ ], [ ] και [ ] και την κατάθεση του ποσού των ενοικίων, ύψους €77.183,86, μέχρι στιγμής, σε δεσμευμένο λογαριασμό. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 14 και 15 στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης 3. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι η Εναγομένη 3 δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης της. Ερχόμενη τώρα στην τρίτη προϋπόθεση, η Εναγομένη 3 ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν ήθελε επιτύχει στην ανταπαίτηση της καθότι αυτή θα έχει ήδη απωλέσει το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο που είναι η πρώτη και μοναδική κατοικία της. Επικαλείται προβλήματα υγείας τα οποία την καθιστούν ανίκανη να εργάζεται και αναφέρει πως η μικρή επιχείρηση πώλησης ειδών ένδυσης έχει κλείσει πρόσφατα λόγω της οικονομικής κρίσης, πως το εισόδημα της είναι €500 μηνιαίως και πως δεν αρκεί για τα έξοδα διαβίωσης της και για τα ιατρικά της έξοδα. Αναφέρει επίσης ότι παθαίνει κρίσεις πανικού και παρακολουθείται από ψυχίατρο και λόγω των υποχρεώσεων τους προς την Τράπεζα η οικογένεια της έχει διαλυθεί και από το 2015 βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγο της. Και πάλι όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Εναγομένης 3 παραμένουν γενικοί, αόριστοι και χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει το βάσιμο αυτών. Επαναλαμβάνεται ότι δεν απαιτείται μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών της αλλά η οποία να τείνει να καταδείξει το βάσιμο αυτών, κάτι το οποίο η Εναγομένη 3 απέτυχε να πράξει στην προκειμένη περίπτωση. Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα της Εναγομένης 3 στην ιδιοκτησία της, θα πρέπει ταυτόχρονα να ληφθεί υπόψιν πως αυτή η περιουσία αποτέλεσε το αντικείμενο υποθήκευσης από την ίδια ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1. Σύμφωνα με το έγγραφο υποθήκης, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του ΔΤ, αυτή περιέχει όρο (όρος 4) για το δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ΄ ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου στα πλαίσια αγωγής και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, ημερ. 11.9.19 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων. .............................. Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο ισχυρισμός της Εναγομένης 3 πως το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την κατοικία της δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση καθότι ο ίδιος ο Ν.9/65 παρέχει τη δυνατότητα πώλησης αυτής και δεν υφίσταται οποιοσδήποτε άλλος λόγος για την προστασία αυτής ενόψει της αξίας της. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Εναγομένη 3 προβάλλει ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό για την οικονομική αδυναμία της Ενάγουσας να την αποζημιώσει σε περίπτωση που τελικώς ήθελε επιτύχει στην ανταπαίτηση της. Ισχυρίζεται ότι, με βάση νομική συμβουλή και συμβουλή από τον ΜΤ, το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της Ενάγουσας αποτελείται από εξαγορασθέντα δάνεια για τα οποία υπάρχει αβεβαιότητα και κίνδυνος ως προς την ανάκτηση τους και συνακόλουθα τη μελλοντική της οικονομική της δυνατότητα να αποζημιώσει την Εναγομένη 3, η Ενάγουσα αντιμετωπίζει εκατοντάδες δικαστικές διαδικασίες και προχωρεί με εκποίηση ενυπόθηκων ακινήτων για τα οποία δύναται να κληθεί να καταβάλει αποζημίωση, καθώς επίσης και εργοδοτεί προσωπικό της Τράπεζας Κύπρου με σύμβαση ορισμένου χρόνου και το μέλλον ύπαρξης της στην Κύπρο είναι αβέβαιο. Αυτοί οι ισχυρισμοί αποτελούν απλές εικασίες και πιθανολογήσεις οι οποίες όμως δεν υποστηρίζονται από οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία. Αντιθέτως ο ΔΤ ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είναι πλήρως φερέγγυα και προς τούτο επισυνάπτει τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των ελεγκτών της για τα έτη 2020 και 2021, Τεκμήριο 9. Μάλιστα ο ΔΤ παραθέτει αναλυτικά τα εν λόγω στοιχεία, στις παρ. 69-71, τα οποία δεν αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο και σαφώς καταδεικνύουν τη δυνατότητα της Ενάγουσας να αποζημιώσει την Εναγομένη 3 σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης της. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της Εναγομένης 3 πως τυχόν πώληση του υπό κρίση ενυπόθηκου ακινήτου καθιστά την ανταπαίτηση της άνευ αντικειμένου και ή παραβιάζει τα συνταγματικά της δικαιώματα δεν ευσταθεί. Η ανταπαίτηση της και στις δύο Αγωγές δύναται να προωθηθεί και εκδικαστεί και σε περίπτωση επιτυχίας της, αυτή δύναται να αποζημιωθεί για την όποια ζημιά της. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αποτυχία της Εναγομένης 3 να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης της και την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς, καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΕΕ/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.