← Κύπρος

Α. Κ. ν. Θ. Θ., Αγωγή αρ. 3854/2014, 24/11/2022

Α. Κ. ν. Θ. Θ., Αγωγή αρ. 3854/2014, 24/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3854/2014 Α. Κ. Ενάγων v. Θ. Θ. Εναγόμενος Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ε. Φράγκου Αντωνιάδου (κα) Για τον Εναγόμενο: Αν. Μελάς για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, δημοσιεύεται κατόπιν επεξεργασίας για λόγους ευρύτερου ενδιαφέροντος) Το πλαίσιο της διαφοράς Το παράπονο του Ενάγοντος είναι πως, κατά την ανακοπή οχήματος στο οποίο επενέβαινε για τροχαίο έλεγχο, συνελήφθη από τον Εναγόμενο που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Αστυνομίας, με χρήση χειροπέδων, κι έτυχε τέτοιας μεταχείρισης, που στο σύνολό της απολήγει σε παράνομη, απάνθρωπη κι εξευτελιστική μεταχείρισή του. Ζητά να αποζημιωθεί. Είναι παραδεκτά τα γεγονότα[1] πως: Κατά την 15.09.2013, περί ώρα 16:00, ο Ενάγων, ηλικίας τότε 29 ετών, επέβαινε ως συνοδηγός σε όχημα που οδηγούσε άλλο πρόσωπο. Ο Εναγόμενος, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Αστυνομίας, ειδικός αστυφύλακας του Ειδικού Ουλαμού Μοτοσικλετιστών (ΕΟΜΟ) του Αρχηγείου, βρίσκονταν σε περιπολία στον παραλιακό δρόμο Λεμεσού, στην οδό Γεωργίου Α', στον Ποταμό Γερμασόγειας, με υπηρεσιακή μοτοσικλέτα και συνοδεύονταν από άλλο μέλος της Αστυνομίας, που οδηγούσε άλλη μοτοσικλέτα. Το όχημα στο οποίο επέβαινε ο Ενάγων κινούνταν στον ίδιο δρόμο με κατεύθυνση προς το κέντρο της Λεμεσού. Μετά τη συμβολή της Γεωργίου Α' με την οδό Π. Τσαγγάρη, όπου υπάρχουν φώτα τροχαίας, ο Εναγόμενος έκανε νεύμα στην οδηγό του οχήματος να σταματήσει, πράγμα που έπραξε. Ο Εναγόμενος, αφού προέβη σε έλεγχο των στοιχείων της οδηγού, την πληροφόρησε ότι θα καταγγέλλονταν για διάπραξη του αδικήματος της παραβίασης κόκκινου σηματοδότη. Τότε, ο Ενάγων κατέβηκε από το όχημα. Ο Ενάγων συνελήφθη με χρήση χειροπέδων. Ο Ενάγων μεταφέρθηκε σε παρακείμενο δασάκι. Παρέμεινε στο δασάκι μέχρι που κατέφθασε στο σημείο περιπολικό που κλήθηκε και τον μετέφερε στον σταθμό Γερμασόγειας, όπου έδωσε ανακριτική κατάθεση, κατηγορήθηκε γραπτώς για παρεμπόδιση αστυνομικού κατά την τέλεση νόμιμου καθήκοντος κι αφέθηκε ελεύθερος περί την 18:45 της ίδιας ημέρας. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον σταθμό, ο Ενάγων υπέβαλε καταγγελία για κακοποίησή του από μέλη της Αστυνομίας. Ενόψει της καταγγελίας αυτής, διεξήχθη έρευνα από ερευνώντα αξιωματικό εναντίον του Εναγόμενου, από την οποία δεν προέκυψε οποιοδήποτε πειθαρχικό ή ποινικό αδίκημα. Την ίδια ημέρα, ο Ενάγων επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού περί ώρα 19:12, όπου εξετάστηκε από ιατρό. Από την εξέταση, διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγων έφερε εκχυμώσεις άμφω αντιβραχίων κάτω τριτημορίου κι αιμάτωμα άνωθεν του αριστερού καρπού, ενώ υπήρχε άλγος αριστερού ώμου (Τεκμήρια 7, 13). Οι ακτινογραφίες αυχένα και αριστερού ώμου δεν έδειξαν οστική κάκωση. Την 16.09.2013, ο Ενάγων επισκέφθηκε ιδιώτη ορθοπεδικό χειρουργό, ο οποίος, μετά από εξέταση του Ενάγοντος, διέγνωσε κάκωση πηχεοκαρπικών με εκδορές στις περιοχές αυτών, διάστρεμμα αυχένα, κάκωση αριστερού ώμου και κεφαλαλγία έντασης (Τεκμήριο 12). Χορηγήθηκε στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια από την 16.09.2013 μέχρι την 04.10.2013 (Τεκμήριο 1). Ο Ενάγων κατέβαλε €62,00 για εξασφάλιση της ιατρικής έκθεσης της ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού (Τεκμήριο 13) και €350,00 για τις επισκέψεις και την ετοιμασία του ιατρικού πιστοποιητικού του ιδιώτη ιατρού (Τεκμήριο 12). Λόγω της αναρρωτικής του άδειας, από την 16.09.2013 μέχρι την 04.10.2013, ο Ενάγων έχασε €600,00 εισόδημα (Τεκμήρια 14, 17). Στην ποινική υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του Ενάγοντος για την κατηγορία της παρακώλυσης οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, ο Ενάγων κρίθηκε ένοχος. Αμφισβητούνται τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη στιγμή που ο Ενάγων κατέβηκε από το όχημα, μέχρι και τη μεταφορά του στο δασάκι, και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο δασάκι, εάν η όλη μεταχείριση του Ενάγοντος από τον Εναγόμενο, περιλαμβανομένης της σύλληψής του με τη χρήση χειροπέδων, της μεταφοράς του στο δασάκι, και της βίας που ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ασκήθηκε για να επιτευχθεί η σύλληψή του, ήταν νόμιμη, αναγκαία κι ανάλογη των περιστάσεων, ή όχι, κι αν απολήγει σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση του Ενάγοντος, ή όχι. Διαδικασία Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την απόδειξη της υπόθεσής του, έδωσε μαρτυρία ο Ενάγων, που κατέθεσε περαιτέρω έγγραφη μαρτυρία, κι αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Εναγόμενου. Μαρτυρία έδωσε κι ο Εναγόμενος, για την απόδειξη της υπεράσπισής του, που επίσης αντεξετάστηκε από την συνήγορο του Ενάγοντος. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στα πρακτικά που τηρήθηκαν. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας της υπόθεσης, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε. Μαρτυρία Ακούγεται μαρτυρία μόνον σε σχέση με τα θέματα που αμφισβητούνται και πρέπει να αποφασιστούν. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αντικρουόμενη μαρτυρία επί των επιδίκων θεμάτων, για να μπορέσει να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς το ποια είναι η αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί για να προβεί σε ευρήματα. Η συμπεριφορά κι οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[2], που το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει καθ' όλη την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[3]. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Ο Ενάγων δικογραφεί και μαρτυρεί πως, όταν κατέβηκε από το όχημα, ήταν για «να ζητήσει εξηγήσεις» από τον Εναγόμενο, καθότι ο Εναγόμενος στην αρχή έκανε νεύμα στην οδηγό για χρήση τηλεφώνου με τα χέρια, χωρίς να συμβαίνει κάτι τέτοιο, και στη συνέχεια την κατηγόρησε πως πέρασε με κόκκινο, πάλι χωρίς κατά τη γνώμη του να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Εναγόμενος του είπε να μην επεμβαίνει στη δουλειά του και τον έσπρωξε βίαια προς τα πίσω. Ο Ενάγων του είπε πως δεν είχε σκοπό να επέμβει στη δουλειά του, απλά του έλεγε τα πράγματα όπως έγιναν. Τότε του είπε ότι θα τον συλλάβει, και συνέχισε να τον σπρώχνει. Ο Ενάγων ανέφερε πως δεν έκανε κάτι παράνομο για να τον συλλάβει, και ο Εναγόμενος του είπε ότι είναι υπό σύλληψη. Στη σκηνή μετέβη και δεύτερος αστυνομικός, που τράβηξε τον Ενάγοντα και του έβαλε χειροπέδες. Ενώ ο Ενάγων ήταν με τις χειροπέδες, τον τράβηξαν με τη βία προς το παρακείμενο δασάκι, ο ένας από τους δύο αστυνομικούς, που ήταν ο Εναγόμενος, του είπε να γονατίσει μπροστά στα πόδια του, πράγμα που δεν έκανε ο Ενάγων, συνεχίζοντας να λέει στους αστυνομικούς πως δεν έκανε κάτι παράνομο και ούτε αντίσταση έφερε στη σύλληψή του. Τότε, τον ξαναέσπρωξε και έβαλε το πόδι του μέσα στα πόδια του Ενάγοντος, κλωτσώντας τον, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να πέσει στο έδαφος. Στάθηκε από πάνω του, αποτρέποντάς τον να σηκωθεί. Το περιπολικό έφτασε μετά από 15 λεπτά περίπου. Ο Ενάγων έχει τη θέση πως δεν παρεμπόδισε τον Εναγόμενο στο να εκτελέσει το καθήκον του, αλλά η συμπεριφορά του Εναγόμενου ήταν προκλητική απέναντί του και μείωσε την προσωπικότητά του. Θεωρεί ότι ο Εναγόμενος ήθελε να τον ταπεινώσει και να τον εξευτελίσει, τον υπέβαλε σε κοροϊδία και περιφρόνηση. Ο Ενάγων προσκόμισε μεταξύ άλλων την κατάθεση που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία για το συμβάν (Τεκμήρια 2, 5). Αναφέρει κι εκεί τα ίδια γεγονότα. Προσκόμισε και την Έκθεση του υπαστυνόμου που διερεύνησε το θέμα (Τεκμήριο 4),που ζητήθηκε από τη δικηγόρο του (Τεκμήριο 3). Η έκθεση του Τεκμηρίου 4, που κατά το Δικαστήριο δεν συνιστά ανεξάρτητη διερεύνηση, απλώς μεταφέρει τις θέσεις των εμπλεκομένων, και την άποψη του ερευνώντος υπαστυνόμου. Σε εκείνην είναι που στηρίζεται κι η εκδοχή του Εναγόμενου. Ο Ενάγων προσκομίζει και την κατάθεση του μέλους της Αστυνομίας Αστ. [], που ήταν στην περιπολία με τον Εναγόμενο και παρών στο περιστατικό (Τεκμήριο 8). Στο Τεκμήριο 8, ο Αστ. [] αναφέρει, σε σχέση με τα γεγονότα, πως ο ίδιος βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση και παρατήρησε το συμβάν. Ο Ενάγων κατέβηκε από το όχημα, πλησίασε τον Εναγόμενο, και με έντονο ύφος φώναζε «εν θα την καταγγείλεις ρε, εν είδα να ρέξουμε με κότσινο φως». Ο Εναγόμενος του μίλησε ήρεμα, λέγοντας του πως διαπράττει αδίκημα, αλλά ο Ενάγων συνέχισε να φωνάζει δυνατά, λέγοντας «εφορίσετε μία στολή τζιαι είσαστε μάγκες. Εν θα την καταγγείλεις ρε ακούεις ήντα μπου σου λαλώ. Έσιει τζιαι αύριο μέρα». Από τις φωνές του συνοδηγού κι από την ανησυχία που προκάλεσε μαζεύτηκε αρκετός κόσμος στο σημείο και σταμάτησαν διερχόμενα αυτοκίνητα να παρακολουθήσουν τι συνέβαινε. Ακολούθως, ο Εναγόμενος πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι είναι υπό σύλληψη. Προσπαθώντας να του τοποθετήσει χειροπέδες, ο Ενάγων σήκωσε τα χέρια του και προσπάθησε να πάρει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή εξωδίκων που κρατούσε ο Εναγόμενος. Αφού ο Αστ. [] είδε πως ο Ενάγων ήταν αντιδραστικός κι επιθετικός, πήγε στο μέρος για να βοηθήσει. Ο Εναγόμενος πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι διέπραξε το αδίκημα της παρεμπόδισης του αστυνομικού έργου, του επέστησε την προσοχή στον νόμο, κι ο συνοδηγός απάντησε μεγαλόφωνα «είσαι μάγκας ρε που έννα μου βάλεις χειροπέδες. Έννα τα πούμε αύριο τούτα. Έσιει τζιαι αύριο μέρα». Ο Εναγόμενος έδωσε στον Αστ. [] τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που κρατούσε, έβαλε χειροπέδες στον Ενάγοντα και τον μετέφερε στο δασάκι απέναντι από τον δρόμο, για να συνεχίσει να διεξάγεται ομαλά η τροχαία κίνηση και να μην γίνονται θέαμα στον κόσμο. Ακολούθησε κι ο Αστ. [] και ταυτόχρονα ειδοποίησε να σταλεί όχημα, που ήρθε και τον μετέφερε. Καθ' όλη τη διάρκεια του συμβάντος, η οδηγός βρίσκονταν στο αυτοκίνητο. Δεν είδε τον Εναγόμενο να συμπεριφέρεται βίαια. Στην κατάθεση του για την ποινική διερεύνηση (Τεκμήριο 10), ο Εναγόμενος είχε αναφέρει τα ίδια που ανέφερε και στην αγωγή του. Στον φάκελο της ποινικής ανάκρισης, αντίγραφο του περιεχομένου του οποίου προσκόμισε ο Ενάγων, περιέχεται κι η κατάθεση της οδηγού του οχήματος (Τεκμήριο 11). Η οδηγός ανέφερε πως ο ένας αστυνομικός αρχικά της έκανε νόημα να σταματήσει στην άκρη γιατί μιλούσε στο κινητό, σταμάτησε, και στη συνέχεια, όταν σταμάτησε, της είπε ότι πέρασε με κόκκινο, ενώ τίποτε από τα δύο δεν συνέβη. Ζήτησε την άδεια οδηγού, την έδωσε, ο αστυνομικός κατευθύνθηκε προς τη μοτοσικλέτα του, τότε ο Ενάγων ανέφερε στην οδηγό πως ο αστυνομικός δεν είχε λόγο να τους καταγγείλει και κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να ζητήσει τον λόγο. Άκουσε τον Ενάγοντα που ρωτούσε γιατί να τους γράψει και τον αστυνομικό που του έλεγε να μπει στο αυτοκίνητο και να μην του μιλά. Ο Ενάγων τον ρώτησε γιατί να μπει στο αυτοκίνητο κι ο αστυνομικός τον έσπρωξε με τα χέρια του για να μπει στο αυτοκίνητο. Ο Ενάγων παρέμεινε εκεί κι ο αστυνομικός τον έσπρωξε στην πόρτα του αυτοκινήτου και του έβαλε τα χέρια πίσω από το σώμα του, βάζοντάς του χειροπέδες. Στο μέρος ήρθε κι άλλος αστυνομικός, ενώ ο πρώτος τραβούσε από τα χέρια τον Ενάγοντα, πέρασε από την άλλη άκρη του δρόμου, όπου υπήρχε κάτι σαν δάσος. Εκεί, όπως λέει, πρόσεξε τον αστυνομικό να κτυπά τον Ενάγοντα με το πόδι του, να τον ρίχνει κάτω στα γόνατα και μετά να τον σπρώχνει, ο Ενάγων έπεσε στο έδαφος. Αυτός τότε έβαλε το γόνατό του πάνω στο στήθος του Ενάγοντος. Εκείνη φοβήθηκε, βλέποντας τον γονατιστό, πήγε προς το μέρος και ζήτησε τον λόγο για τη συμπεριφορά του αστυνομικού κι αυτός της είπε πως έκανε τη δουλειά του. Ακολούθως, ήρθε περίπολο και πήρε τον Ενάγοντα, πήγε κι η ίδια με το αυτοκίνητό της. Εξέφρασε κι η ίδια παράπονο για τη συμπεριφορά των μελών της Αστυνομίας. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως εξακολουθούσε για τρεις και πλέον μήνες από το συμβάν να παρουσιάζει περιστασιακά πόνο στις πηχεοκαρπικές αρθρώσεις μετά από χειρονακτική κόπωση και πόνο στον αυχένα μετά από κατάσταση προσήλωσης. Κατά την αντεξέτασή του, Ενάγων, σήμερα 37 ετών, ήταν σταθερός στην εκδοχή πως όταν κατέβηκε από το όχημα, δεν έκανε κάτι παράνομο, κατέβηκε απλώς για να ζητήσει τον λόγο. Όπως είπε, γενικά είναι ήρεμος, ακόμα κι αν τον αδικούν, όταν του εξηγηθεί ο λόγος, δεν έχει πρόβλημα να αναλάβει τις ευθύνες του. Είχε μιλήσει, όπως είπε, με όμορφο τρόπο στον Εναγόμενο, αλλά εκείνος προσπαθούσε να τον μειώσει, να του πει ότι είναι υπό σύλληψη. Δεν είπε οποτεδήποτε τις κουβέντες που ισχυρίζεται η πλευρά του Εναγόμενου. Όταν κατέβηκε ο Ενάγων από το όχημα, είχαν απόσταση 2-3 μέτρα. Δεν πλησίασε τον Εναγόμενο, αλλά όταν τον ρώτησε γιατί να τους γράψει, κρατούσε το μηχάνημα για τα εξώδικα, τον έσπρωξε, αρνήθηκε να κάτσει στο αυτοκίνητο ο Ενάγων. Ήταν βίαιο το σπρώξιμο, μετά του είπε πως, εάν δεν κάτσει στο αυτοκίνητο, θα τον συλλάβει και τον έσπρωξε ξανά, βάζοντάς του χειροπέδες. Ο δεύτερος αστυνομικός ήταν παρών, πιο πέρα, δεν έκανε κάτι. Ο Ενάγων, όπως είπε, δεν απώθησε τον Εναγόμενο να χρησιμοποιήσει το μηχάνημα των εξωδίκων, ούτε προσπάθησε να αποτρέψει τον Εναγόμενο να γράψει το εξώδικο, δεν είχε λόγο να το πράξει. Ούτε φώναξε στον Εναγόμενο, δεν θα έκανε ολόκληρη φασαρία, όπως είπε, για €85,

  1. Μετά τον μετέφερε στο δασάκι, ο άλλος αστυνομικός είπε στην οδηγό να μην έρθει, εκεί ο Εναγόμενος του είπε να γονατίσει μπροστά του, αρνήθηκε, έβαλε το πόδι του ανάμεσα στα πόδια του Ενάγοντος και τον έσπρωξε ώστε ο Ενάγων να πέσει κάτω και στη συνέχεια τοποθέτησε το πόδι του πάνω του, αποτρέποντάς τον να σηκωθεί. Στο σημείο όπου μεταφέρθηκε, στο δασάκι, δεν υπάρχει ορατότητα σε σχέση με τον δρόμο, αλλά ήταν καλοκαίρι κι ο κόσμος κυκλοφορά κι από τις δύο πλευρές. Οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν πριν από τη μεταφορά του στο δασάκι, όταν πήγαν απέναντι του είπε πως είναι υπό σύλληψη κι έφθασε και περιπολικό. Δεν τον έσπρωξε να πάνε στο δασάκι, τον κρατούσε από τον ώμο κι εκεί του είπε να γονατίσει, ο ίδιος αρνήθηκε γιατί το θεώρησε υποτιμητικό. Έμεινε στο έδαφος περίπου ένα τέταρτο κι έστεκε και τον έβλεπε, τον σήκωσε πριν έρθει το περιπολικό. Σε σχέση με ό,τι διαδραματίστηκε στο δασάκι, ο άλλος αστυνομικός ήταν στο πεζοδρόμιο κι έβλεπε στον δρόμο. Η εκδοχή που δικογραφεί και μαρτυρεί ο Εναγόμενος στο Τεκμήριο 10, που συνάδει με εκείνην του Αστ. [], είναι πως, κατά τη διαδικασία έκδοσης του εξωδίκου, ο Ενάγων κατέβηκε από το όχημα, κατευθύνθηκε προς τον Εναγόμενο, κι άρχισε να διαμαρτύρεται, ισχυριζόμενος ότι η οδηγός δεν διέπραξε το υπό αναφορά αδίκημα, λέγοντας «εν θα την καταγγείλεις, εν είδα να περάσουμε με κόκκινο φως». Ο Εναγόμενος πληροφόρησε τον Εναγόμενο ότι η πράξη του συνιστά αδίκημα και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, αλλά ο Ενάγων συνέχισε να φωνάζει «εφορέσετε μια στολή και είσαστε μάγκες, εν θα την καταγγείλεις, ακούεις ήντα που σου λαλώ;» «έχει και αύριο μέρα!!!», προκαλώντας με τη συμπεριφορά του ανησυχία. Από τις φωνές του Ενάγοντος, οχήματα που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα σταμάτησαν και παρακολουθούσαν. Επίσης, κόσμος από τα διπλανά καταστήματα βγήκε να δει τι γίνονταν. Ο Εναγόμενος τότε πληροφόρησε τον Ενάγοντα πως είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της ανησυχίας και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Ο Ενάγων προσπάθησε να πάρει στα χέρια του το ηλεκτρονικό υπολογιστή των εξωδίκων, λέγοντας «εν θα την καταγγείλεις, εν θα κάμνετε ό,τι θέλετε». Τότε, ο Εναγόμενος τον πληροφόρησε πως διέπραττε και το αδίκημα της παρεμπόδισης αστυνομικού κατά την τέλεση του νόμιμου καθήκοντός του κι αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή στον νόμο, του φόρεσε χειροπέδες. Ο Ενάγων εξακολουθούσε να αντιδρά και να φωνάζει, και για αποτροπή άλλων δυσάρεστων εξελίξεων και της περαιτέρω ανησυχίας που θα προκαλούνταν στο κοινό, τον μετέφερε σε παρακείμενο δασάκι. Στη συνέχεια, κλήθηκε περίπολο της ΑΔΕ Λεμεσού κι ο Ενάγων μεταφέρθηκε στον σταθμό Γερμασόγειας για διερεύνηση της υπόθεσης. Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, κατά τη θέση του Εναγόμενου, δεν συνιστούν επίθεση, αλλά ο Εναγόμενος εκτέλεσε στο ακέραιο το καθήκον του, η δε σύλληψη και κράτηση του Ενάγοντος ήταν νόμιμη κι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Η δε μεταφορά του Ενάγοντος στο παρακείμενο δασάκι ήταν απαραίτητη και δικαιολογημένη, κατά τον Εναγόμενο, για την αποφυγή περαιτέρω ανησυχίας ή άλλου επεισοδίου, αλλά και γιατί οι δύο εμπλεκόμενοι αστυνομικοί ήταν μοτοσικλετιστές κι έπρεπε να έχουν σε ασφαλή χώρο τον Ενάγοντα μέχρι την άφιξη του περιπολικού κι ο χώρος γειτνιάζει με τον δρόμο και τον παράλληλο ποδηλατόδρομο και ήταν κατάλληλος, χωρίς χαμηλή θαμνώδη βλάστηση που να παρέχει απόκρυψη, με ορατότητα από τον δρόμο και τον ποδηλατόδρομο, αλλά κι από τον πεζόδρομο στο ίδιο δασάκι. Οι μόνες βλάβες που ισχυρίζεται ο Ενάγων είναι τέτοιες που συνιστούν αποτέλεσμα της χρήσης χειροπέδων κι όχι επίθεσης ή παράλογης βίας. Οποιαδήποτε βία χρησιμοποιήθηκε ήταν δικαιολογημένη κι αναπόφευκτη και δεν υπερέβαινε τον εύλογο βαθμό που χρειάζονταν για να προστατευτεί ο Εναγόμενος και να ασκήσει παράλληλα το καθήκον του. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ο Εναγόμενος ανέφερε πως ο Ενάγων δεν πρόβαλε κάποια αντίσταση να τον ακολουθήσει στο δασάκι, όπου υπήρχαν διερχόμενα οχήματα κι είχε κόσμο που ήταν πεζός, έκανε περίπατο, δεν είχε βλάστηση ψηλή που θα απέτρεπε να φαίνονταν από τους περιοίκους. Από τη χρονική στιγμή που μεταφέρθηκαν στο δασάκι, μέχρι που ήρθε το περιπολικό, δεν υπήρχε καμιά συζήτηση μεταξύ τους περαιτέρω. Τον μετέφερε εκεί για να προστατεύσει τόσο τον ίδιο, γιατί όταν οι χειροπέδες μπήκαν πισθάγκωνα πιθανόν να έχανε την ισορροπία του κι υπήρχαν αυτοκίνητα στον δρόμο, και να μην γίνουν θέαμα. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε πως δεν έδωσε ο ίδιος οδηγίες για την υπεράσπισή του, ούτε γνωρίζει τι γράφει. Περιστατικά σαν αυτό με τον Ενάγοντα δεν του είχαν συμβεί με συχνότητα, αλλά τα χειρίζονταν, όπως είπε, αναλόγως των περιστάσεων, αν κινούνται με περιπολικό κι όχι μοτοσικλέτα όπως στην προκειμένη περίπτωση, μπαίνουν στο περιπολικό, εάν καλούν περιπολικό, βρίσκουν ασφαλές μέρος στον δρόμο γιατί κάποιος μπορεί να αντιδράσει, να φύγει, το πεζοδρόμιο, αν δεν υπάρχει άλλος χώρος, είναι ασφαλέστερο από τον δρόμο, αλλά εάν υπάρχει αντίδραση, φωνές και γίνονται θέαμα κι αυξάνεται η περιέργεια κι η ένταση του συλληφθέντος, αναζητείται τρόπος ασφάλειας του συλληφθέντος. Σύμφωνα και με τις αστυνομικές διατάξεις, από τη στιγμή της σύλληψης, η ασφάλεια του συλληφθέντος είναι υποχρέωση της Αστυνομίας. Στο δασάκι, επανέλαβε, μετέφερε τον Ενάγοντα γιατί στα προηγούμενα λεπτά της σύλληψης φωνασκούσε κι αντιδρούσε συνεχώς στο να καταγγελθεί η οδηγός και δεν δέχονταν την καταγγελία κι αυτό έκανε τον κόσμο να σταματήσει στην αντίθετη λωρίδα του δρόμου και να παρακολουθούν τα συμβάντα κι άτομα από καταστήματα να βγουν έξω από περιέργεια να δουν τι γίνεται, ένας λόγος ήταν αυτός. Δεύτερος, όπως είπε και πριν, για να εξασφαλίσει τη σωματική του ασφάλεια μέχρι να έρθει περιπολικό. Ο δρόμος έχει πεζοδρόμιο και ποδηλατόδρομο. Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν τον πήρε στο πεζοδρόμιο, εστίασε στην περιέργεια των περιοίκων και στο σταμάτημα των αυτοκινήτων, διαφωνώντας με την υποβολή ότι τον πήρε στο δασάκι γιατί ήθελε να τον ταπεινώσει, να γονατίσει, και να του επιτεθεί χωρίς να υπάρχουν ανθρώπινα βλέμματα, ή ότι τον έσπρωχνε για να πάει εκεί κι όταν πήγαν, όντως, του είπε να γονατίσει μπροστά στα πόδια του, ότι συνέχισε να τον σπρώχνει κι ότι τον κλωτσούσε. Όπως θυμάται, δεν γονάτισε ο Ενάγων ούτε έγινε οποτεδήποτε αυτό που ανέφερε ο Ενάγων. Αρνήθηκε τη θέση ότι ήταν προκλητικός κι ότι η συμπεριφορά του ήταν μειωτική. Δεν συμφωνεί, ο Εναγόμενος, ότι άσκησε βία που τραυμάτισε τον Ενάγοντα, λέγοντας πως οι τραυματισμοί του Ενάγοντος «μπορεί να προήλθαν από τις οποιεσδήποτε κινήσεις των χεριών του στην προσπάθεια του να αντιδράσει στη σύλληψη, στο ότι συνελήφθη, διότι κατά τη σύλληψη δεν ήταν αντιδραστικός». Αρνήθηκε ότι άσκησε υπέρμετρη βία ή ζήλο, αναφέροντας πως, όταν μπήκαν στον σταθμό, το μόνο που έδειξε ο Ενάγων ήταν τους καρπούς του. Νομικό πλαίσιο, αξιολόγηση και εξέταση Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Συντάγματος και το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, ουδείς υποβάλλεται, μεταξύ άλλων, σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις σ' αυτή την απαγόρευση, που κατοχυρώνει μια από τις πιο θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατικής κοινωνίας· μια αξία πολιτισμού που συνδέεται στενά με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η απόλυτη απαγόρευση σημαίνει μεταξύ άλλων πως αυτή ισχύει χωρίς αποκλίσεις, ακόμα και σε κατάσταση δημόσιας ανάγκης που απειλεί τη ζωή του έθνους ή κι υπό τις πιο δύσκολες συνθήκες όπως η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, και φυσικά δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις και τη συμπεριφορά του θύματος[4]. Η στέρηση της ελευθερίας συνεπάγεται αναπόφευκτα πόνο και ταπείνωση, δηλαδή η σύλληψη κι η κράτηση, ως διαδικασίες, ενέχουν εγγενώς την ταπείνωση του ατόμου. Για να εμπίπτει στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, πρέπει σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει το στοιχείο του αναπόφευκτου. Το κράτος πρέπει να διασφαλίζει ότι ένα άτομο κρατείται σε συνθήκες που συνάδουν με τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ότι ο τρόπος κι η μέθοδος εκτέλεσης του μέτρου δεν το υποβάλλουν σε πόνο ή ταλαιπωρία ή ένταση που υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο αυτών που ενέχει η κράτηση, δεδομένων και των πρακτικών απαιτήσεων[5]. Η απουσία πρόθεσης ταπείνωσης ή εξευτελισμού, αν και παράγων που λαμβάνεται υπόψη, δεν αποκλείει τη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Η χρήση χειροπέδων ή άλλων μέσων περιορισμού δεν δημιουργεί συνήθως ζήτημα βάσει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ όπου το μέτρο έχει επιβληθεί σε σχέση με νόμιμη κράτηση και δεν συνεπάγεται χρήση βίας ή έκθεση που να υπερβαίνει αυτό που εύλογα θεωρείται απαραίτητο[6]. Η χρήση χειροπέδων θα μπορούσε να δικαιολογηθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως σε μεταγωγές εκτός φυλακής[7], όταν χρησιμοποιείται για σύντομες χρονικές περιόδους (βλ. Kuzmenko v. Ρωσίας, αρ. 18541/04, § 45, 21 Δεκεμβρίου 2010, όπου ο αιτών παρέμεινε δεμένος με χειροπέδες σε καλοριφέρ στον διάδρομο ενός κτιρίου κοιτώνα για λίγες ώρες), ή όταν αποτελεί μεμονωμένο και περιοδικά αναθεωρήσιμο μέτρο σε σχέση με τον ύποπτο, το οποίο σχετίζεται με προσωπική εκτίμηση κινδύνου με βάση τη συμπεριφορά του (βλ. Julin v. Εσθονίας, αρ. 16563/08 και 3 άλλα, §§ 129-130, 29 Μαΐου 2012, όπου οι χειροπέδες εφαρμόστηκαν ως απάντηση στην άτακτη συμπεριφορά του αιτούντος και το μέτρο επρόκειτο να επανεξετάζεται). Η συστηματική χρήση χειροπέδων μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, όταν το μέτρο δεν έχει επαρκή αιτιολόγηση και χρησιμοποιείται εκτεταμένα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι χειροπέδες σε άρρωστο ή αδύναμο άτομο είναι μέτρο δυσανάλογο με τις απαιτήσεις ασφάλειας και συνεπάγεται αδικαιολόγητη ταπείνωση, είτε εκ προθέσεως είτε όχι[8]. Λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα της ποινής του αδικήματος που απασχολεί, οι ενδείξεις βίαιης συμπεριφοράς του υπόπτου, ο δημόσιος χαρακτήρας της μεταχείρισης, οι συνέπειες για την υγεία, η χρονική περίοδος και γενικότερα όλα τα διαθέσιμα δεδομένα[9]. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, έκαστος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας, της οποίας μπορεί να στερηθεί, μεταξύ άλλων, κατόπιν σύλληψης ή κράτησης προς τον σκοπό προσαγωγής του ενώπιον της αρμόδιας κατά νόμο αρχής με την εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδίκημα, ή όταν η σύλληψη και κράτησή του θεωρείται ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδιση διάπραξης αδικήματος ή απόδρασης μετά τη διάπραξη αυτού. Για να συλληφθεί κάποιος για αυτόφωρο αδίκημα, χωρίς αιτιολογημένο ένταλμα σύλληψης, θα πρέπει το αυτόφωρο αδίκημα να τιμωρείται με φυλάκιση. Έπειτα, η σύλληψή του θα πρέπει να διενεργείται για τους προαναφερόμενους σκοπούς. Αρμόδια αρχή ενώπιον της οποίας προσάγεται ο συλληφθείς με την εύλογη υπόνοια ότι διέπραξε αδίκημα, είναι αρχικά ο αστυνομικός σταθμός ή χώρος παραλαβής συλληφθέντων (άρθρα 13, 17 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155), όπου διενεργείται ανάκριση, κι έπειτα ο δικαστής, όπου προσάγεται το συντομότερο δυνατόν αμέσως μετά τη σύλληψη και πάντως όχι αργότερο από 24 ώρες από τη σύλληψη, εφόσον δεν αφεθεί εκ των προτέρων (στο στάδιο της ανάκρισης) ελεύθερος. Καθένας που στερήθηκε την ελευθερία του με σύλληψη ή κράτηση δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, για να κρίνει τη νομιμότητα της πράξης αυτής. Ο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 11 του Συντάγματος συλληφθείς ή κρατηθείς έχει αγώγιμο δικαίωμα προς αποζημίωση. Ο συλληφθείς και κρατηθείς έχει δικαιώματα, που προβλέπονται τόσο στο άρθρο 11 του Συντάγματος όσο και σε νόμους, περιλαμβανομένου του Κεφ.155 ή του περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση Νόμου 163(I)/
  2. Στο άρθρο 31 του Νόμου 163(Ι)/2005 ποινικοποιείται η σύλληψη ατόμου κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος ή των διατάξεων του Κεφ.
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ. 155, κατά τη σύλληψη, ο αστυνομικός πρέπει πράγματι να αγγίξει το άτομο που θα συλληφθεί ή να περιορίσει αυτό, εκτός αν υπάρξει με λόγια ή με έργα υποταγή στην κράτηση. Αν το πρόσωπο που θα συλληφθεί βίαια αντιστέκεται στην προσπάθεια σύλληψης του ή αποπειράται να διαφύγει αυτήν, ο αστυνομικός δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα αναγκαία μέσα προς επίτευξη αυτής. Καμιά διάταξη που περιέχεται στο εν λόγω άρθρο θεωρείται ότι δικαιολογεί χρήση βίας μεγαλύτερης από αυτήν που απαιτείται εύλογα υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκε ή από αυτήν που ήταν αναγκαία για τη σύλληψη του υπαίτιου. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κεφ. 155, αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα, να συλλάβει οποιονδήποτε που, μεταξύ άλλων, βάσει εύλογης αιτίας υποπτεύεται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση για περίοδο που υπερβαίνει τα δύο έτη ή που διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση, ή που παρεμποδίζει αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Η εξουσία σύλληψης χωρίς ένταλμα δεν μπορεί να ασκηθεί σε σχέση με ποινικό αδίκημα αν το νομοθέτημα που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα προβλέπει ότι ο υπαίτιος δεν δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, εκτός εάν διαπράττεται στην παρουσία του αστυνομικού κι ο υπαίτιος αρνείται να δώσει το όνομα και τη διεύθυνση του ή δίνει όνομα ή διεύθυνση τα οποία ο αστυνομικός υποπτεύεται ότι είναι ψευδή. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004, οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να ανακόπτει, κατακρατά κι ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου κι ιδιαίτερα όταν το βλέπει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια, όπως και να ανακόπτει κι ερευνά οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου. Πρόσωπο που παρεμποδίζει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του που ασκείται βάσει των διατάξεων του άρθρου 28, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται και σε φυλάκιση κι οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να προχωρήσει σε σύλληψη χωρίς ένταλμα, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό δώσει το όνομα και διεύθυνσή του κι ικανοποιήσει το μέλος αυτό της Αστυνομίας ότι θα ανταποκριθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Νόμου 73(Ι)/2004 είναι καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας να ρυθμίζει και να ελέγχει την τροχαία κίνηση, και μεταξύ άλλων να τηρεί την τάξη σε δημόσιους δρόμους. Πρόσωπο το οποίο ανθίσταται ή παρακούει οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή που δίνεται από μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του βάσει του άρθρου 29, δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, εκτός αν δώσει το όνομα και τη διεύθυνσή του και διαφορετικά ικανοποιήσει το μέλος της Αστυνομίας ότι θα συμμορφωθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του. Σύμφωνα με τους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984, ως τροποποιήθηκαν, Καν.66Α, 66Β και 72, η παράβαση συμμόρφωσης με σήμα φωτεινού σηματοδότη ρύθμισης της τροχαίας κίνησης συνιστά ποινικό αδίκημα, που επιδέχεται εξώδικης ρύθμισης με βάση τον περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμο 47(I)/
  4. Έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο και τις σχετικές αρχές, εάν ένας αστυνομικός παρατηρήσει τη διάπραξη ποινικού αδικήματος παράβασης σήματος φωτεινού σηματοδότη ρύθμισης της τροχαίας κίνησης, έχει την εξουσία να ανακόψει το όχημα αυτό, και να εκδώσει εξώδικο πρόστιμο στον οδηγό. Στο πλαίσιο άσκησης αυτού του καθήκοντός του, δεν θα πρέπει να τυγχάνει παρεμπόδισης από οποιονδήποτε, η δε παρεμπόδισή του στην άσκηση του καθήκοντός του, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση, που δίδει την εξουσία στον αστυνομικό ενώπιον του οποίου λαμβάνει χώρα να προβεί στη σύλληψη του υπόπτου χωρίς ένταλμα σύλληψης, με σκοπό την προσαγωγή του στον αστυνομικό σταθμό, για ανάκριση, νοουμένου ότι η σύλληψη είναι ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδιση τυχόν απόδρασης μετά τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος ή προς αποφυγή διάπραξης οποιουδήποτε άλλου αδικήματος κι αν ο ύποπτος δεν δίδει στοιχεία που να ικανοποιούν τον αστυνομικό πως θα ανταποκριθεί σε κλήση του για κατάθεση ή άλλη διαδικασία. Ως προς τη διαδικασία της σύλληψης, εφόσον καταστεί αναγκαία, εάν ο ύποπτος, με έργα ή λόγια, υποτάσσεται στη σύλληψη, δεν χρειάζεται προηγούμενο πραγματικό άγγιγμα ή περιορισμός, κι αν δεν αντιστέκεται βίαια στην προσπάθεια σύλληψής του ή δεν προσπαθεί να διαφύγει της σύλληψης, δεν χρειάζεται η χρήση άλλων μέσων για την επίτευξη της σύλληψης, περιλαμβανομένων των χειροπέδων. Το αχρείαστο, κατ' επέκταση παράνομο, προηγούμενο πραγματικό άγγιγμα ή ο περιορισμός ή η αχρείαστη χρήση χειροπέδων, που μπορεί να συνιστά δυσανάλογη αστυνομική βία, δεν συνιστά κατ' ανάγκη κι επίθεση με βάση το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, βάση στην οποία προωθεί την αγωγή του ο Ενάγων, παράλληλα. Εάν ενέχει τη σοβαρότητα ώστε να εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, λαμβάνονται υπόψη περαιτέρω παράγοντες. Οι προαναφερόμενοι νόμοι, δημιουργώντας καθήκον που περιλαμβάνουν την προστασία των δικαιωμάτων προσώπων που συλλαμβάνονται και τελούν υπό κράτηση ή κι άλλων ατομικών δικαιωμάτων, δίδουν και το δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων, για τυχόν παράβασή τους, κι η βάση αυτή, ως βάση αγωγής, είναι αυτοτελής, χωρίς να περιορίζεται στη σύσταση της αδικοπρακτικής επίθεσης. Ως προς την τελευταία, εκτίθεται παρεμπιπτόντως πως, από το κείμενο του άρθρου 26 του Κεφ. 148, προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της επίθεσης, χρειάζεται να αποδεικνύονται η πρόθεση χρήσης βίας κατά του προσώπου άλλου, κι η χρήση βίας, ενώ αρκεί κι η απειλή χρήσης βίας, στην οποία το άλλο πρόσωπο δεν παρέχει οικειοθελή συγκατάθεση. Η πρόθεση περιέχει τη συνειδητοποίηση (adcertence) από μέρους του δράστη ότι η συμπεριφορά του συνιστά χρήση βίας ή απειλή βίας, και την επιθυμία των συνεπειών της πράξης του. Η επιθυμία δεν έχει τη θετική έννοια που είναι κοινότερα κατανοητή[10], αλλά συνιστά περισσότερο τη μη επιτυχή ψυχοπνευματική αντίσταση του δράστη στις συνέπειες που είναι το φυσικό επακόλουθο της πράξης του ή ό,τι αναμενόμενα, κι άρα με βεβαιότητα, απορρέει από αυτήν· εν προκειμένω, από την απειλή χρήσης βίας, η δημιουργία πεποίθησης στο θύμα ότι θα χρησιμοποιηθεί η βία, κι από τη χρήση βίας, η άσκηση της βίας· ασχέτως εάν η άσκηση της βίας θα επιφέρει όντως και φυσικό ή ηθικό ή ψυχολογικό τραυματισμό του θύματος[11]. Καταρχάς, ως προς τις αμφισβητήσεις των επιμέρους γεγονότων, δεν ήταν τόσο πειστική η θέση του Ενάγοντος πως, όταν κατέβηκε από το όχημα, για «να ζητήσει εξηγήσεις», ήταν απόλυτα ήρεμος κι ευγενικός. Εάν αισθάνονταν τόσο έντονη αδικία, που τον ώθησε να κατεβεί από το όχημα, κι όπως ανέφερε δεν έχει ούτε εμπειρίες σχετικές με διαδικασίες επιβολής του νόμου, θα ήταν φυσιολογικό να αισθάνεται ένταση ή αναστάτωση. Για την ικανοποίηση απλής περιέργειας, εξάλλου, θα μπορούσε, όπως ορθά επισήμανε κι ο συνήγορος του Εναγόμενου στην αγόρευσή του, να αναμένει τον Εναγόμενο να ολοκληρώσει το έργο του, να τον ρωτήσει τότε ή να του αναφέρει οτιδήποτε επιθυμούσε. Αν και δεν υπήρχε ασάφεια πως ο λόγος έκδοσης του προστίμου ήταν η παραβίαση κόκκινου φωτεινού σηματοδότη. Δεν ήταν πειστική η θέση του Ενάγοντος ούτε ως προς το ότι ο Εναγόμενος τον έσπρωξε πίσω, για να μπει στο αυτοκίνητο, κι έπειτα ότι, επειδή ο Ενάγων αρνήθηκε να υπακούσει, συνέχισε να τον σπρώχνει. Ο Ενάγων απέφυγε να πει, τι ακριβώς ο ίδιος ανέφερε στον Εναγόμενο, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, αν δεν εκστόμισε τις κουβέντες που ανέφερε ο Εναγόμενος. Απέφυγε να αναφερθεί γενικά στη λεπτομέρεια των γεγονότων, πώς, πόσο δυνατά, και σε ποιο σημείο του σώματός του υποτίθεται σπρώχθηκε από τον Εναγόμενο, και δη αλλεπάλληλα. Τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα διαδραματίστηκαν σε δημόσιο δρόμο, με διερχόμενα αυτοκίνητα. Υπάρχει κι η εξ ακοής μαρτυρία της οδηγού του οχήματος, στην οποία επίσης γίνεται αναφορά σε σπρώξιμο του Ενάγοντος πριν από τη σύλληψη, για να μπει στο όχημα. Είναι πέραν του πρώτου βαθμού εξ ακοής, κι επίσης αρκετά γενική, εφόσον δεν δίνει στο Δικαστήριο μια συνεκτική εικόνα, πού ακριβώς στέκονταν οι δύο άνδρες, από πού παρακολουθούσε η οδηγός (π.χ. από τον καθρέφτη, γύρισε το κεφάλι της προς κάποια κατεύθυνση, κ.λπ.), πέραν του ότι δεν εξηγήθηκε ο λόγος για τον οποίον η ίδια η οδηγός, ως αυτόπτης μάρτυρας μιας τέτοιας σκηνής, δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο[12]. Έπειτα, κρούει κάπως στη λογική των πραγμάτων, ο Ενάγων να είχε σπρωχθεί προς τα πίσω από τον Εναγόμενο (ακόμα και χωρίς τη σημερινή επιβλητική εμφάνιση του Εναγόμενου), σε δημόσια θέα, και δη με δύναμη, κι ο Ενάγων να συνέχισε να στέκεται εκεί, διαμαρτυρόμενος, αλλά παράλληλα ήρεμος κι ευγενικός. Οι ισχυρισμοί για κακομεταχείριση αντίθετα προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ θα πρέπει να υποστηρίζονται από κατάλληλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να αξιολογεί με αυξημένο το βάρος απόδειξης, στα πρότυπα της απόδειξης «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας», αλλά τέτοια απόδειξη μπορεί να προκύψει από τη συνύπαρξη αρκετά ισχυρών, σαφών συμπερασμάτων που δημιουργούνται με συνέπεια ή από ακαταμάχητα τεκμήρια γεγονότων[13]. Το ότι έτυχε προτροπής, ο Ενάγων, να επιστρέψει στο υπό έλεγχο όχημα, δεν αμφισβητείται. Ορθά έτυχε τέτοιας προτροπής. Ορθά έτυχε και της αδιαμφισβήτητης προειδοποίησης να μην παρεμβαίνει στο έργο του Εναγόμενου. Το όχημα είχε ανακοπεί για τροχαίο έλεγχο και δεν είχαν δοθεί οδηγίες σε οποιονδήποτε από τους επιβαίνοντες, κατά τη διάρκεια του ελέγχου αυτού, να αποβιβαστεί. Ακόμα κι αν η προτροπή ήταν με πιο διατακτικό τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας αστυνομικός, στον λόγο ή τις κινήσεις του, όταν επιχειρεί να επιβάλει τον νόμο ή την τάξη, δεν συνιστά ταπείνωση του Ενάγοντος. Πέραν της προτροπής, οι περιγραφές του Ενάγοντος ότι σπρώχθηκε σε εκείνο το χρονικό στάδιο, ενέχοντας τέτοιο βαθμό γενικότητας, υπερβολής κι αντιφατικότητας, δεν μπορούν να βασίσουν σχετικό δικαστικό εύρημα. Έχοντας υπόψη πως ο Ενάγων, όπως κι η οδηγός, γνώριζε τον λόγο που ο Εναγόμενος θα εξέδιδε το εξώδικο πρόστιμο (παραβίαση φωτεινού σηματοδότη), οι «εξηγήσεις» που αναζητούσε ο Ενάγων, αποβιβαζόμενος από το υπό έλεγχο όχημα, δεν είχαν θέση. Γι' αυτό εκλήφθηκε από τον Εναγόμενο ότι ο Ενάγων, έχοντας κατέβει από το όχημα και προσεγγίζοντας το σημείο που στέκονταν ο Εναγόμενος, πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης του προστίμου, κι έπειτα αρνούμενος να επιβιβαστεί σ' αυτό για να ολοκληρωθεί ο τροχαίος έλεγχος, προσπαθούσε να τον αποτρέψει από το να ασκήσει το καθήκον του. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και με τη διάσταση των απόψεων μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγόμενου σε σχέση με το εάν ο Ενάγων, όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, όντως εκστόμισε ασεβείς ή επικριτικές εκφράσεις προς τον Εναγόμενο ή είχε μιαν έντονη διαμαρτυρία, δεν τέθηκε ξεκάθαρα ούτε θέμα ότι ο Ενάγων κινήθηκε προς τον Εναγόμενο με τρόπο ώστε να ασκήσει εκείνος φυσική βία εναντίον του Εναγόμενου. Αντίστοιχα, η αναφορά του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων έκανε να του αρπάξει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εξωδίκων δεν ήταν πειστική. Όπως ούτε η εξ ακοής μαρτυρία του Αστ. [], που επίσης δεν προσήλθε για άμεση μαρτυρία κι η μαρτυρία του είναι πέραν του πρώτου βαθμού εξ ακοής, ότι τέτοια προσπάθεια έγινε όταν ο Ενάγων σήκωσε τα χέρια, την ώρα που ο Εναγόμενος επιχειρούσε να του βάλει χειροπέδες[14]. Συναρτώμενη με το δεδομένο ότι στον χώρο ήταν δύο αστυνομικοί κι υπήρχαν διερχόμενα οχήματα κι ορατότητα από κόσμο. Με την αναφορά του ιδίου του Εναγόμενου πως φορέθηκαν σχετικά εύκολα στη συνέχεια χειροπέδες στον Ενάγοντα, που μεταφέρθηκε στο δασάκι χωρίς να αντιδρά. Με τις αναφορές ότι ο άλλος αστυνομικός δεν κινητοποιήθηκε νωρίτερα να προσεγγίσει το σημείο λόγω φωνών ή φασαρίας, παρά μόνον όταν ο Εναγόμενος επιχείρησε να κάνει χρήση χειροπέδων. Με το ίδιο το περιεχόμενο των υποτιθέμενων εκφράσεων του Ενάγοντος, που, εάν είχαν όπως παρουσιάστηκαν από τον Εναγόμενο, ήταν απλώς λεκτική εναντίωση ή πρόκληση. Ο πολίτης, είτε είναι οδηγός είτε συνοδηγός στο όχημα που επεμβαίνει, δικαιούται να διαφωνεί με την κρίση του μέλους της Αστυνομίας που διενεργεί τροχαίο έλεγχο και να διατηρεί διαφορετική άποψη, ως προς το εάν διαπράχθηκε ή όχι συγκεκριμένο τροχαίο αδίκημα για το οποίο ενημερώνει ο αστυνομικός, ακόμα και να εκφράσει τη διαφωνία του. Ωστόσο, με δεδομένο κι ότι την κρίση αυτή εμπιστεύθηκε ο νομοθέτης αρχικά στον αστυνομικό, οποιαδήποτε διαφωνία θα πρέπει να εκφράζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας και με τα προβλεπόμενα μέσα αμφισβήτησης της ορθότητας ή νομιμότητας της συγκεκριμένης αστυνομικής πράξης. Η αποβίβαση του Ενάγοντος από το όχημα για «να ζητηθούν εξηγήσεις», πριν από την έκδοση του εξώδικου προστίμου, με την έννοια του να υπάρξει λογαριασμός στον δρόμο για να ικανοποιηθεί ο Ενάγων για τους λόγους που ο αστυνομικός έκρινε ότι διαπράχθηκε το τροχαίο ατύχημα ή για να αρθεί η εκλαμβανόμενη απ' αυτόν αδικία, ενώ υπήρξε ενημέρωση για τον σκοπό έκδοσης του εξώδικου προστίμου (παραβίαση φωτεινού σηματοδότη), είναι πράξη παρεμβατική κι αδικαιολόγητη. Όταν μάλιστα συνοδεύτηκε από άρνηση του Ενάγοντος να επιστρέψει στο υπό τροχαίο έλεγχο όχημα, κι από επιμονή του, ενίσχυσε την εντύπωση προδιάθεσης αντίστασης και παρεμπόδισης στο να ασκήσει ο Εναγόμενος το καθήκον του. Ο Εναγόμενος, υπό τις περιστάσεις, είχε την εξουσία να διενεργήσει σύλληψη του Ενάγοντος, για να τον αποτρέψει από το να διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Δεν υπήρχαν ξεκάθαρες ενδείξεις, τη δεδομένη χρονική στιγμή κι υπό τις περιστάσεις, κι έχοντας υπόψη την αντιδραστικότητα στη συμπεριφορά του Ενάγοντος έναντι στον Εναγόμενο, ότι ο διαμαρτυρόμενος Ενάγων θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε απλή κλήση του για κατάθεση ή σε άλλη διαδικασία, χωρίς κατ' ανάγκη να τεθεί υπό σύλληψη. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, η νόμιμη σύλληψη ενέχει εγγενώς ταπείνωση, που όμως δεν μπορεί να καταλογιστεί στο μέλος της Αστυνομίας, που ασκεί το καθήκον του. Έτσι, η αναφορά του Ενάγοντος ότι ο Εναγόμενος τον ταπείνωσε επειδή του είπε πως είναι υπό σύλληψη, δεν είναι βάσιμη. Πιθανόν ο Ενάγων, όπως ήταν κι ενώπιον του Δικαστηρίου, ήρεμη κι ευγενική παρουσία, να ήθελε περισσότερο να υπερασπιστεί σθεναρά κάτι που εξέλαβε ως άδικο έναντι στην οδηγό. Μπορεί να το αισθάνθηκε ως καθήκον του να προστατεύει την οδηγό, σύζυγό του, από μια συμπεριφορά αστυνομικού που οι δυο τους θεώρησαν καταχρηστική. Δεν επέλεξε τον ορθό τρόπο. Όταν μια τέτοια συμπεριφορά πολίτη απευθύνεται σε αστυνομικό που εργάζεται στον δρόμο, επιφορτισμένος με το καθήκον προστασίας του κοινού, ο οποίος εκτίθεται σε σωρεία και ποικιλία αντιδράσεων και κινδύνων και δεν γνωρίζει εκ των προτέρων το ποιόν είτε του Ενάγοντος είτε οποιουδήποτε άλλου, μπορεί εύκολα να υπάρξει εκτροπή, που να μεταφραστεί εκ των υστέρων σε υπερβάλλοντα ζήλο του αστυνομικού ή από την πλευρά της Αστυνομίας σε πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων από πολίτες που δεν έχουν ροπή στο έγκλημα και στους οποίους η απλή θέση τους υπό σύλληψη λειτουργεί τραυματικά. Είναι, από την άλλη, τον ίδιο ζήλο που αναμένει η κοινωνία από το μέλος της Αστυνομίας, στην πρόληψη ή στην αντιμετώπιση, όταν ο κίνδυνος είναι πραγματικός. Χρειάζεται προσοχή στον τρόπο που κάθε πολίτης συμπεριφέρεται στα μέλη της Αστυνομίας, όπως χρειάζεται προσοχή κι ο τρόπος που κάθε μέλος της Αστυνομίας συμπεριφέρεται σε πολίτες. Να μην προκαλούνται ποινικά αδικήματα εκ του μη όντος ή που μπορούν να αποφευχθούν. Υπάρχουν όρια κι από τις δύο πλευρές. Η αξιολόγηση του κινδύνου δεν είναι η ίδια την ώρα του συμβάντος κι εκ των υστέρων· δεν θα μπορούσε να είναι η ίδια ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου παρουσιάστηκαν άνθρωποι και συμπεριφορές, ο Ενάγων κι ο Εναγόμενος, με όλες τις πιθανές αλλαγές που φέρνει η πάροδος τόσων χρόνων από το κρινόμενο συμβάν. Η νόμιμη σύλληψη δεν διενεργείται κατ' ανάγκη με τη χρήση χειροπέδων ή άλλων μέσων περιορισμού ή κάμψης αντιστάσεων. Δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων σήκωσε τα χέρια κι επιχείρησε να του αρπάξει το μηχάνημα έκδοσης εξώδικων προστίμων, ενώ δεν έτυχε κι επαρκούς περιγραφής οποιαδήποτε φυσική κίνηση του Ενάγοντος, που να οδηγεί σε εικόνα ενός ατόμου που αντιστέκεται με τέτοια βία ή βίαιες φυσικές κινήσεις στη σύλληψή του. Ο Εναγόμενος, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ανέφερε πως δεν υπήρξε αντίσταση του Ενάγοντος στη σύλληψή του. Όπως ο Ενάγων διαμαρτύρονταν έξω απ' το όχημα που οδηγούσε άλλο πρόσωπο, σε δημόσιο μέρος, με δύο αστυνομικούς παρόντες, δεν φαίνεται να προέβη ούτε σε κινήσεις ενδεικτικές πρόθεσης να διαφύγει ή να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια του κοινού. Η συμπεριφορά που μπορούσε να εκληφθεί ως παρεμπόδιση δεν είχε επίσης τέτοιο βαθμό σοβαρότητας. Από την άλλη, είναι κατανοητό ότι ο Εναγόμενος δεν είχε την χρονική πολυτέλεια να αξιολογήσει όλες τις διαθέσιμες μεθόδους σύλληψης, αλλά κι η χρήση των χειροπέδων εξέφρασε την ανάγκη επίτευξης κι ολοκλήρωσης του περιορισμού του Ενάγοντος αμεσότερα, ενόψει του ότι δεν υφίστατο περιθώριο διαλόγου, όπως φαίνονταν από την ήδη υφιστάμενη ανυπακοή του Ενάγοντος σε προηγούμενες οδηγίες του Εναγόμενου να επιβιβαστεί στο υπό έλεγχο όχημα. Δηλαδή να του πει απλώς ο Εναγόμενος να περιμένει εκεί μέχρι να έρθει περιπολικό να τον μεταφέρει στον σταθμό και να υπάρχει ορατό ενδεχόμενο ο Ενάγων να παραμείνει εκεί απλώς διαμαρτυρόμενος στατικά κι ειρηνικά, δεν ήταν η εικόνα που μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο. Ο Ενάγων, που δεν στερούνταν υγείας ή σωματικής δύναμης, ζητούσε επίμονες «εξηγήσεις» από τον Εναγόμενο, όπως κι ο ίδιος παραδέχεται, μια με διαμαρτυρία κατευθυνόμενη προς τον Εναγόμενο, όχι γενική (μα ο Εναγόμενος να του δώσει τις εξηγήσεις που ήθελε, για να ικανοποιηθεί), ώστε να εκλαμβάνεται από τον Εναγόμενο ως ενεργή πρόκληση κι απροσδιόριστος εκείνη την ώρα κίνδυνος, την εξέλιξη του οποίου δεν θα μπορούσε να προβλέψει. Οδηγήθηκε έτσι, από τη συμπεριφορά του Ενάγοντος (strictly necessary by his own conduct), να επιλέξει ένα μέσο φυσικού περιορισμού, ως το καταλληλότερο, για να κάμψει την υπό τις περιστάσεις μη νόμιμη «διαμαρτυρία» του Ενάγοντος, κι έπειτα από προηγούμενη προτροπή του να επιστρέψει στο όχημα που ήταν υπό τον τροχαίο έλεγχο· προτροπή που εξάντλησε και το πλαίσιο του αναπόφευκτου. Η χρήση χειροπέδων πάντως, σε νόμιμη σύλληψη, δεν αρκεί από μόνη της για να ενεργοποιήσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, χρειάζονται κι άλλες προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο δεν ελέγχει τόσο την αξιολογική κρίση του μέλους της Αστυνομίας τη δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά εάν υφίσταται κάποια προφανής απόκλιση από τα νόμιμα όρια. Δεν υφίσταται, στην προκειμένη περίπτωση, υπό το σύνολο των δεδομένων που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Ασχέτως ακόμα εάν η σύλληψη με χρήση χειροπέδων έγινε δημόσια. Ο Ενάγων, βγαίνοντας από το όχημα για «να ζητήσει εξηγήσεις» από τον αστυνομικό, μόνος του επέλεξε να θέσει τον εαυτό του και τη συμπεριφορά του σε δημόσια θέα, και δεν βίωσε ντροπή και ταπείνωση, παρακούοντας οδηγίες ενός μέλους της Αστυνομίας. Είχε υπερβολική ή λανθάνουσα αίσθηση δικαιώματος. Αυτά που προβληματίζουν το Δικαστήριο είναι οπωσδήποτε τα μετέπειτα γεγονότα. Ο Ενάγων, με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα, διέσχισε τον δημόσιο δρόμο με τη συνοδεία του Εναγόμενου, και μεταφέρθηκε σε παρακείμενο δασάκι. Δεν έχω πειστεί ότι υπήρχε αναγκαιότητα να γίνει τέτοια μεταφορά. Ακόμα και να υπήρχε η περιέργεια των διερχόμενων οδηγών ή του κόσμου, γιατί ακούγονταν ο Ενάγων να διαμαρτύρεται, μπορούσε να ελεγχθεί η «αναστάτωση» ή η τροχαία κίνηση, εφόσον ήταν παρόντες δύο αστυνομικοί στο σημείο, κι ήταν στο καθήκον και στις δυνατότητές τους ο έλεγχος της τροχαίας κίνησης, ώστε να μην εμποδίζεται, μέχρι να καταφθάσει περιπολικό στο σημείο. Εφόσον υπήρχε χώρος για τροχαίο έλεγχο, ευλόγως υπήρχε και για να σταματήσει κάποια λεπτά περιπολικό όχημα. Δεν ήταν πειστικός ο Εναγόμενος ότι τίθετο σε κίνδυνο η ασφάλεια του Ενάγοντος με το να παραμείνει στο σημείο. Υπήρχε πεζοδρόμιο. Θα μπορούσε να καθίσει εκεί ο Ενάγων. Είχαν ήδη τοποθετηθεί χειροπέδες, κι είχαν ήδη καμφθεί οι φυσικές κινήσεις του Εναγόμενου. Εάν ήταν και το παρακείμενο δασάκι δημόσιος χώρος, με θέαση από διερχόμενους, θα υπήρχε «θέαμα» κι εκεί, με έναν πολίτη που φέρει χειροπέδες, και δη μακριά από τις αστυνομικές μοτοσικλέτες. Δεν αμφισβητείται πως ο Ενάγων ήταν υγιής πριν από τη σύλληψη και μετέπειτα την μεταφορά και κράτησή του στο δασάκι. Κατέληξε, όμως, όχι μόνον με τις κακώσεις στους καρπούς, που εύλογα θα μπορούσαν να προκληθούν από τις χειροπέδες, που είναι σκληρό υλικό, ιδίως εάν δεν είναι εντελώς ακίνητα τα χέρια. Η εξήγηση του Εναγόμενου ότι τα τραύματα στις περιοχές των καρπών του Ενάγοντος ήταν από τις χειροπέδες δεν αμφισβητήθηκε, κι είναι αποδεκτή, έχοντας υπόψη και την έκταση της βλάβης στις περιοχές των καρπών, όπως περιγράφεται στην ιατρική μαρτυρία. Το άλγος κι η κάκωση του ώμου που επέφερε ο Ενάγων, δεν εξηγήθηκαν από τον Εναγόμενο, ενώ ο Ενάγων ανέφερε πως ο Εναγόμενος τον κρατούσε από τον ώμο για να τον μεταφέρει στο δασάκι, χωρίς παράλληλα να ήταν ικανοποιητική η εξήγηση της μεταφοράς του στο δασάκι. Όταν ο Ενάγων μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο την 19:12, μόλις λίγα λεπτά μετά που αφέθηκε ελεύθερος την 18:45 - που δεν συνιστά μεγάλο χρονικό διάστημα για να χαθεί η διασύνδεση με το συμβάν -, ο Ενάγων διαγνώστηκε επίσης με ευαισθησία στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, λόγος για τον οποίον υποβλήθηκε σε ακτινογραφία αυχένα, που, ακόμα κι αν δεν έδειξε οστική κάκωση, την επομένη έδειξε διάστρεμμα αυχένα. Υπήρξε και κεφαλαλγία έντασης, ενδεικτική πάντως του ότι ο Ενάγων βίωσε ένταση. Η βλάβη στον αυχένα κι η κάκωση του ώμου πληρούν το ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας (attain a minimum level of severity) για να ενεργοποιηθεί το πεδίο προστασίας του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ (mutatis mutandis, Bouyid v. Belgium [GC], αρ. 23380/09, §§ 100-13, ECHR 2015)[15], κι όπως λέχθηκε, δεν εξηγήθηκαν από τον Εναγόμενο. Ούτε μπορεί να υποτεθεί με λογικό τρόπο, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Ενάγων προκάλεσε μόνος του το αποτέλεσμα αυτό, ή ότι ενεπλάκη σε διαμάχη με άλλα πρόσωπα, στο σύντομο χρονικό διάστημα από την απελευθέρωσή του μέχρι και την επίσκεψή του στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, ή και μέχρι την επίσκεψή του στον ιδιώτη ιατρό την επομένη. Όταν τα επίμαχα γεγονότα βρίσκονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στην αποκλειστική γνώση των Αρχών, όπως στην περίπτωση προσώπων υπό κράτηση που είναι στον έλεγχο της Αστυνομίας, όπως ήταν ο Ενάγων μετά τη σύλληψή του, προκύπτουν ισχυρά τεκμήρια σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά τραυματισμών που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησης. Το βάρος της απόδειξης βρίσκεται στην Αστυνομία, εν προκειμένω στον Εναγόμενο, να παράσχει ικανοποιητική και πειστική εξήγηση, προσκομίζοντας στοιχεία που να αποδεικνύουν γεγονότα, που να θέτουν υπό αμφισβήτηση τα γεγονότα που έδωσε ο Ενάγων. Τα άτομα που βρίσκονται υπό κράτηση είναι σε ευάλωτη θέση και υπάρχει καθήκον προστασίας τους. Δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία από την πλευρά του Εναγόμενου, που να θέτει υπό αμφισβήτηση τον ισχυρισμό του Ενάγοντος πως, ενόσω ο Ενάγων τελούσε υπό κράτηση κι είχε μεταφερθεί για τον σκοπό αυτό στο δασάκι, υπέστη εκεί αχρείαστη αστυνομική βία, που κατέληξε στην πρόκληση βλάβης στον αυχένα και κάκωσης ώμου. Δεν εξηγείται λογικά το αποτέλεσμα αυτό μόνο με την εκφρασμένη εκδοχή του Εναγόμενου ότι εκεί, στο δασάκι, δεν συνέβη απολύτως τίποτα, κι απλώς ανέμεναν ήσυχα το περιπολικό. Με βάση όλο το υλικό που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ικανοποιητική απόδειξη ότι οι τραυματισμοί του Ενάγοντος που αφορούν την βλάβη στον αυχένα και την κάκωση αριστερού ώμου, προκλήθηκαν με τρόπο άλλον από τη μεταχείριση που του επιβλήθηκε ενόσω τελούσε υπό κράτηση στο δασάκι, και δεν εντάχθηκαν μέσα στο πλαίσιο της απολύτως αναγκαίας αστυνομικής βίας. Ως εκ τούτου, στα χνάρια και της νομολογίας του ΕΔΔΑ[16], κρίνεται πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή αντιστοίχως του άρθρου 8 του Συντάγματος, κι ο Ενάγων θα πρέπει να θεωρηθεί από το Δικαστήριο πως υπέστη μεταχείριση που δεν συνάδει με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αποζημιώσεις Ο Ενάγων δικαιούται σε αποζημιώσεις. Η αρχή που διέπει το υπολογισμό των αποζημιώσεων, και στις περιπτώσεις αποζημιώσεων για παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι η αρχή της αποκατάστασης[17]. Με βάση αυτήν, οι (συνήθεις) αποζημιώσεις που επιδικάζονται θα πρέπει να είναι εκείνο το ποσό το οποίο θα θέσει τον ενάγοντα στην θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν διαπράττονταν η παράβαση. Το ποσό που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι δίκαιο κι εύλογο, μέσα στο πλαίσιο του κοινωνικά αποδεκτού[18]. Έχει αναγνωριστεί προ ετών η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν[19], που αντανακλά την μεγαλύτερη ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο· τάση που δεν φαίνεται να έχει διαφοροποιηθεί. Οι αποζημιώσεις παραμένουν το μέσο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου κι αντιμετώπισης των δυσχερειών που επιφέρει η σωματική βλάβη στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση· όπως και το χρήμα παραμένει ένα φύσει ατελές μέσο για να επιφέρει την πλήρη αποκατάσταση. Ως τέτοιο, ατελές μέσο, δεν θα πρέπει να ωθεί σε μίαν ανέλεγκτη πορεία αύξησης των αποζημιώσεων[20]. Εκεί όπου υπάρχει πλήγμα στην αξιοπρέπεια του θύματος, υπάρχει κι η δυνατότητα επιδίκασης επαυξημένων αποζημιώσεων, οι οποίες διακρίνονται από τις παραδειγματικές αποζημιώσεις (exemplary damages). Οι τελευταίες αποσκοπούν στην τιμωρία του παραβάτη και την αποτροπή[21]. Στη διαχρονική νομολογία[22] επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα ή είναι τόσο αξιοκατάκριτη ή στοχεύει να εξευτελίσει ή να γελοιοποιήσει το θύμα ή που πηγάζει από αθέμιτο κίνητρο ή κακή πρόθεση (malice), θρασύτητα (insolence) ή αλαζονεία (arrogance). Δεν επιδικάζεται διακριτά κάποιο ποσό ως παραδειγματικές αποζημιώσεις, αλλά επηρεάζεται το ύψος της συνήθους αποζημίωσης, που εν τέλει υπολογίζεται και προσδιορίζεται με βάση το σύνολο των δεδομένων. Ενόψει του ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων σε κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστός, η υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με τα ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να αποτελεί έναν χρήσιμο οδηγό, χωρίς όμως να δεσμεύει. Στην Κεζαρίδη v. Κωνσταντίνου [2007] 1 ΑΑΔ 1373, ο εφεσίβλητος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή κι εγκεφαλική διάσειση, βλάβες που τον απομάκρυναν από την εργασία του και του προκάλεσαν ταλαιπωρία για περίπου 14 μήνες. Του χορηγήθηκε αυχενικό κολλάρο κι αναλγητικά κι αντιφλεγμονώδη φάρμακα, είχε έντονους πονοκεφάλους, αδυναμία συγκέντρωσης, έντονο πόνο και δυσκαμψία του αυχένα, με πόνο και μούδιασμα στα άνω άκρα. Οι ακτινογραφίες της αυχενικής μοίρας έδειξαν ευθειασμό της σπονδυλικής στήλης και σπονδυλοαρθριτικές αλλοιώσεις στους Α5 και Α6 σπονδύλους. Το δικαστήριο εκεί επιδίκασε προς όφελος του Λ.Κ.6.000,00 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, ποσό το οποίο επικυρώθηκε κατ' έφεση, με τη σημείωση ότι κινούνταν πολύ κοντά στο ανώτατο όριο που θα μπορούσε να επιδικαστεί. Στην Αντωνίου ν. Σαββίδου, Αγωγή 2119/2009 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 04.03.2015, ο ενάγων υπέστη θλάση αυχένα χωρίς οποιαδήποτε παθολογικά κατάλοιπα. Το Δικαστήριο έκρινε το ποσό των €2.000,00 ήταν δίκαιη κι εύλογη αποζημίωση για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη. Άντλησε ενδεικτική καθοδήγηση κυρίως από την Μερακλή και άλλος v. Ταλιώτη [1997] 1 ΑΑΔ 1148, στην οποίαν, όμως, οι τραυματισμοί ήταν πιο σοβαροί, καθώς εκτός από τη θλάση αυχένα υπήρχε και μωλώπισμα δεξιού ώμου κι η πλήρης αποθεραπεία απαίτησε κάπως μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη συνήθη περίοδο που χρειάζεται για αποθεραπεία παρόμοιων κακώσεων, λόγω προϋπάρχοντος ιστορικού οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων, και στην οποία επιδικάσθηκε κατ' έφεση το ποσό των Λ.Κ.1.500,
  5. Στην πρωτόδικη Χριστοδούλου ν. Μουζουράκη, Αγωγή 2284/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 29.08.2016, για βαριά θλάση του αυχένα με αστάθεια στη βάδιση και µερικό ευθειασµό της αυχενικής µοίρας, θλάση θώρακα κλείδας και κάκωση δεξιού αγκώνα επιδικάστηκαν αποζημιώσεις €8.000,
  6. Στη μεταγενέστερη Χριστοφίνης ν. Φταντζή, Πολ. Έφ. 328/2011, ημερομηνίας 31.05.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, σε διάστρεµµα αυχενικής µοίρας, αιµωδίες άνω άκρων, θλάση προσθίου θωρακικού τοιχώµατος και µώλωπες στην περιοχή του στέρνου, για τα οποία χρησιμοποιήθηκε αυχενικό κολάρο για 15 ηµέρες, και χορηγήθηκαν αναλγητικά κι αντιφλεγµονώδη, φυσιοθεραπείες κι ανάπαυση, όπου επίσης υπήρξε άλγος και δυσκαµψία του αυχένα κι αιµωδίες των άνω άκρων κατά τις αλλαγές του καιρού ή σε κόπωση, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε το ποσό των €10.000,00 που επιδικάστηκε πρωτόδικα ήταν υπερβολικό και το αντικατέστησε µε το ποσό των €7.000,
  7. Βάσει των ιδίων αυθεντιών κι άλλων που σχετίζονται με παρεμφερείς τραυματισμούς, στις πρόσφατες πρωτόδικες Σκάρος ν. Κούλουμα κ.α., Συνενωμένες Αγωγές 3257/2012 και 3256/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 11.01.2019, επιδικάστηκαν αποζημιώσεις €7.000,00 για τραυματισμούς που βρίσκονται περίπου ίδιο πλαίσιο, αλλά που ήταν σοβαρότεροι, εφόσον περιλάμβαναν, εκτός από θλάση αυχενικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης µε ευθειασµό, και θλάση θώρακος και κάταγµα 8ης πλευράς αριστερά, που προκάλεσαν περισσότερη ταλαιπωρία στον τραυματία και διαρκέστερες θεραπείες, ενώ η ιατρική μαρτυρία του ήταν ότι υπήρχαν ορισμένα μόνιμα κατάλοιπα. Το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση, στην Ιωάννου ν. Ιωάννου, Αγωγή αρ. 2086/2020 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 08.12.2020, όπου ο Ενάγων υπέστη ελαφριά εγκεφαλική διάσειση, σοβαρή θλάση αυχένος με ευθειασμό της αυχενικής μοίρας, χωρίς κατάγματα, με συμπτώματα ζαλάδας, αστάθειας, ναυτίας, πόνων στο κεφάλι, τον αυχένα, τις ωμοπλάτες και σε περιοχές της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, δυσκαμψία, αδυναμία, μυϊκούς σπασμούς κι αιμωδίες στα άνω άκρα, μώλωπα στη δεξιά πλάγια ινιακή περιοχή του αυχένα κι εντύπωμα ζώνης στο πρόσθιο δεξιό ημιθωράκιο, βλάβες που αντιμετωπίστηκαν χωρίς νοσηλεία, με ανάπαυση, φαρμακευτική αγωγή, χρήση μαλακού κολάρου και φυσιοθεραπείες, δίδοντας βελτιωμένη εικόνα 10 ημέρες μετά το ατύχημα, και με γενικευμένη μη ιατρική μαρτυρία ότι ο τραυματίας θα ταλαιπωρείτο σε όλη του τη ζωή, όπου υπήρχε επίσης απουσία από την εργασία χωρίς επηρεασμό της εργασιακής ή εισοδηματικής ικανότητας γενικότερα, επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις €5.000,
  8. Ο Ενάγων υπέστη διάστρεμμα αυχένα και κάκωση ώμου που δεν δικαιολογήθηκε, ενώ υπέφερε παροδικά από κεφαλαλγία έντασης. Η κεφαλαλγία έντασης μπορεί να οφείλεται στο όλο συμβάν κι όχι κατ' ανάγκη στο δυσανάλογο της αστυνομικής βίας στο δασάκι. Έκανε χρήση αυχενικού κολλάρου και έλαβε φαρμακευτική αγωγή κι αναρρωτική άδεια. Η οικονομική ζημιά του Ενάγοντος, συνολικά ανερχόμενη σε €1.012,00, για την εξασφάλιση των ιατρικών πιστοποιητικών και την απώλεια εισοδήματος λόγω της αναρρωτικής άδειας, δεν αμφισβητείται. Δεν αμφισβητείται ούτε ότι ο Ενάγων χρειάστηκε την αναρρωτική άδεια ή ότι έλαβε τη θεραπεία που αναφέρεται στα ιατρικά πιστοποιητικά. Όσον αφορά την πρόγνωση στο Τεκμήριο 12, που αναφέρεται σε πόνο στον αυχένα μετά από καταστάσεις προσήλωσης, σχεδόν τρεις μήνες μετά το συμβάν, δεν συνιστά επαρκή μαρτυρία, για να διαπιστώσει το Δικαστήριο πως υπάρχουν κατάλοιπα στον Ενάγοντα σε βάθος χρόνου. Δεν αναφέρεται ως κατάλοιπο, αλλά για να δοθεί ένας χρονικός προσδιορισμός της όλης ταλαιπωρίας του Ενάγοντος. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι επηρεάστηκε με συγκεκριμένο τρόπο η καθημερινή ζωή ή η εργασία του Ενάγοντος λόγω των τραυματισμών του. Δεν υπάρχει μαρτυρία συγκεκριμένης ψυχικής βλάβης. Οι αποζημιώσεις σε αυτή την περίπτωση στοχεύουν στη χρηματική αποτίμηση του πόνου και της ταλαιπωρίας που είχε υποστεί ο Ενάγων, όταν προκλήθηκαν οι προαναφερόμενες σωματικές βλάβες, και για το χρονικό διάστημα μέχρι να τύχουν της κατάλληλης ιατρικής φροντίδας και να επέλθει ανάρρωση. Λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι οι σωματικές βλάβες προκλήθηκαν στον Ενάγοντα με έναν τρόπο βίαιο, που επέφερε κι ηθική προσβολή, αγωνία και φόβο, που είναι κατανοητό ότι χρωμάτισαν ανάλογα και το βίωμά του. Η παραμετροποίηση αυτή στοχεύει να τοποθετήσει την αποζημίωση που θα επιδικαστεί στο μέτρο του δίκαιου, του λογικού και του κοινωνικά αποδεκτού. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία, κι ως οδηγό τις αρχές της αποζημίωσης, την υφιστάμενη τάση που αντανακλάται και στις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε η συνήγορος του Ενάγοντος[23], και στις προαναφερόμενες, που δίδουν ένα συνολικό πλαίσιο για παρόμοιους ή και σοβαρότερους τραυματισμούς €2.000,00 - €10.000,00 (αν και δεν αφορούν ίδια αδικήματα), αλλά και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, κι όλα τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, περιλαμβανομένης της ανάγκης να αποτραπεί παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον, κρίνω πως το ποσό των €8.000,00, είναι μία εύλογη κι επαρκής αποζημίωση του Ενάγοντος, που αφενός αντικατοπτρίζει τον πόνο και την ταλαιπωρία και το ηθικό πλήγμα που υπέστη ο Ενάγων συνεπεία της μεταχείρισης που δέχθηκε από τον Εναγόμενο εκ μέρους της Αστυνομίας, αφετέρου τίθεται προς σοβαρή υπενθύμιση της διαχρονικότητας της κοινωνικής απαξίας που βρίσκει η δυσανάλογη αστυνομική βία. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντος κι εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €8.000,00 (γενικές αποζημιώσεις), πλέον νόμιμος τόκος από την 15.09.2013 (ημερομηνία του συμβάντος) μέχρι εξόφλησης, πλέον για το ποσό των €1.012,00 (ειδικές αποζημιώσεις), πλέον νόμιμος τόκος από την 15.09.2013, μειωμένου κατά το ήμισυ, πλέον για τα έξοδα της αγωγής - ακολουθώντας τον κανόνα σε ό,τι αφορά τα έξοδα - όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Έγγραφο Β. [2] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw

(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [3] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
  1. [4] ΕΔΔΑ: Labita v. Italy [GC], αρ. 26772/95, § 119, ECHR 2000‑IV, ΕΔΔΑ: Muršić v. Croatia [GC], αρ. 7334/13, § 96, 20 October
  2. [5] ΕΔΔΑ: Kudła v. Poland [GC], αρ. 30210/96, §§ 92-94, ECHR 2000‑XI, ΕΔΔΑ: Mozer v. the Republic of Moldova and Russia [GC], αρ. 11138/10, § 178, 23 February
  3. [6] ΕΔΔΑ: Raninen v. Finland, 16 December 1997, § 56, Reports of Judgments and Decisions 1997‑VIII, ΕΔΔΑ: Mouisel v. France, αρ. 67263/01, § 47, ECHR 2002‑IX, ΕΔΔΑ: Hénaf v. France, αρ. 65436/01, § 48, ECHR 2003‑XI, Mathew v. the Netherlands, αρ. 24919/03, § 180, ECHR 2005‑IX, ΕΔΔΑ: Kashavelov v. Bulgaria, αρ. 891/05, § 38, 20 January
  4. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει πάντοτε τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Avcı and Others v. Turkey, αρ. 70417/01, § 38, 27 June 2006). [7] ΕΔΔΑ: Garriguenc v. France (dec.), αρ. 21148/02, 15 November
  5. [8] ΕΔΔΑ: Okhrimenko v. Ukraine, αρ. 53896/07, § 98, 15 October 2009, ΕΔΔΑ: Salakhov and Islyamova v. Ukraine, αρ. 28005/08, §§ 155, 156, 14 March 2013, ΕΔΔΑ: Korneykova and Korneykov v. Ukraine, αρ. 56660/12, §§ 112-16, 24 March
  6. [9] ΕΔΔΑ: Shlykov and Others v. Russia, 2021, §
  7. [10] Βλ. και Winfield on Torts, 7η έκδοση, σελ.
  8. [11] DPP v. Smith
(1961)AC 290, και Georghios Protopapas v. The Police
(1962)CLR
  1. [12] Άρθρο 27 περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  2. [13] ΕΔΔΑ: Bouyid v. Belgium [GC], αρ. 23380/09, ECHR 2015, ΕΔΔΑ: M.F. v. Hungary, no. 45855/12, 31 October
  3. [14] Άρθρο 27 περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  4. [15] ΕΔΔΑ: Csonka v. Hungary, αρ. 48455/14, ημερ.16.04.
  5. [16] M.F. v. Hungary, αρ. 45855/12, ημερ. 05.03.2018 (η τελική). [17] Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65. [18] Paraskevopoulos v. Georghiou
(1970)1 CLR 116. [19] Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1992)1 CLR 789. [20] Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66. [21] Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 CLR 254. [22] Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 CLR 65, Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 1836, Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R.367, Broome v. Cassel & Co. [1972] Α.C. 1027 και Drane v. Evangelou [1978] 1 W.L.R. 455 (C.A.), Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1952. [23] Αδαμίδης ν. Χατζηνικολάου
(2007)1 ΑΑΔ 1110, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Πολιτική Έφεση 328/2011, ημερ. 31.05.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, και άλλες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.