Ε. Ν. Η. ν. CNP CYPRIALIFE LTD, Αγωγή αρ. 3917/2014, 28/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A208 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3917/2014 Ε. Ν. Η. Ενάγων v. CNP CYPRIALIFE LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Α. Δαμιανού για Α. Καριτζής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: Λ. Σιακαλλή (κα) για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, δημοσιεύεται κατόπιν επεξεργασίας) Το πλαίσιο της διαφοράς Ο Ενάγων είναι έμπειρος λογιστής. Κατόπιν αίτησής του, που υποβλήθηκε στην Εναγόμενη μέσω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή (Τεκμήριο 7) κι έγινε αποδεκτή, συμφωνήθηκε η ασφαλιστική κάλυψη του Ενάγοντος από την Εναγόμενη, από την 30.04.2010 μέχρι την 30.04.2030, με εφάπαξ πληρωμή ασφαλίστρου ύψους €40.000,00, πλέον €80,00 έξοδα συμβολαίου, και όσα άλλα περιέχονται στη σύμβαση ασφάλισης ζωής "Cypria Momendum" («CM»). Ότι συνάφθηκε η CM και διαλαμβάνει όσα στο έγγραφό της που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 2) δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Μετά από τη σύναψη της CM, περί την 26.05.2010, με τη μεσολάβηση και πάλι του ίδιου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, κατόπιν αίτησης του Ενάγοντος που έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 8), συμφωνήθηκε πρόσθετη πράξη, που προέβλεπε την αναστολή ορισμένων όρων της CM, και τη συμμετοχή του Ενάγοντος σε προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου με την ονομασία "Cyprus Warranty" («CW»), με όλο το ποσό των ασφαλίστρων (€40.000,00), που θα επενδύονταν από την Εναγόμενη σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, για περίοδο πέντε ετών. Ότι συνάφθηκε η πρόσθετη πράξη για την CW, με το περιεχόμενο που φέρει το κείμενό της, που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3), επίσης, δεν αμφισβητείται. Αμφισβητείται η ερμηνεία της πρόσθετης πράξης και ειδικότερα κατά πόσο δι' αυτής η Εναγόμενη εγγυήθηκε το κεφάλαιο που επενδύθηκε. Συναφώς, ο Ενάγων ισχυρίζεται πως επένδυσε στο επίδικο προϊόν κατόπιν παρότρυνσης από την Εναγόμενη, δια του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, έχοντας διαβεβαιώσεις για την εγγύηση του κεφαλαίου που θα επενδύονταν, από την Εναγόμενη. Δεν αμφισβητείται πως έλαβαν χώρα τα γεγονότα που επακολούθησαν. Τέθηκε σε ισχύ η ΚΠΔ 133/2013 βάσει της οποίας επήλθε απομείωση κατά 27,5% του κεφαλαίου που είχε επενδυθεί από την Εναγόμενη στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd («κούρεμα»). Ο Ενάγων, που είδε στον τραπεζικό λογαριασμό του τη μείωση, απευθύνθηκε με επιστολή του στην Εναγόμενη και ακολούθησε η επιστολογραφία που περιέχεται στο Τεκμήριο 1, η ύπαρξη και το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητούνται. Μέσα απ' αυτήν, διαφάνηκε πως η Εναγόμενη, ερμηνεύοντας την πρόσθετη πράξη για την CW διαφορετικά από τον Ενάγοντα, δεν αναγνώρισε πως εγγυήθηκε το αρχικό κεφάλαιο που επενδύθηκε στις καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Όταν η Εναγόμενη ερωτήθηκε για την προβλεπόμενη αξία του συμβολαίου κατά τη λήξη του, απάντησε στον Ενάγοντα πως θα ήταν €29.000,00, πλέον οι αποδόσεις μέχρι τη λήξη. Η Εναγόμενη πλήρωσε στον Ενάγοντα το ποσό των €1.305,00, που αντιπροσώπευε την απόδοση για τον τρίτο χρόνο του προϊόντος, που ο Ενάγων εισέπραξε με επιφύλαξη δικαιωμάτων (Τεκμήρια 2, 6, 9). Ο Ενάγων, έχοντας αυτή την πληροφόρηση από την Εναγόμενη, επέλεξε να προβεί σε εξαγορά του ασφαλιστικού συμβολαίου. Η Εναγόμενη πλήρωσε στον Ενάγοντα το ποσό των €29.000,00 (Τεκμήρια 2, 4, 5), που, κατά τη δική της εκτίμηση, αποτελούσε το υπόλοιπο που βρίσκονταν κατατεθειμένο σε πίστη του Ενάγοντος κατά τον χρόνο της εξαγοράς, ποσό που ο Ενάγων επίσης εισέπραξε με επιφύλαξη δικαιωμάτων. Ο Ενάγων ισχυρίστηκε πως η Εναγόμενη προέβη σε προκαταβολική παράβαση της σύμβασης, που ώθησε τον Εναγόμενο να εξαγοράσει πριν από τη λήξη του συμβολαίου, και αξιώνει και το ποσό των €11.000,00, που συνιστά το υπόλοιπο του κεφαλαίου που επένδυσε, δυνάμει των συμφωνηθέντων ή ως αποζημίωση, πλέον €1.305,00, ως την ετήσια εγγυημένη ετήσια απόδοση δυνάμει της πρόσθετης πράξης ή ως αποζημίωση. Η Εναγόμενη, που αρνείται την απαίτηση του Ενάγοντος, έχει τη θέση πως, ενόψει της φύσης τέτοιας ασφάλισης, η μελλοντική αξία εξαγοράς συνδέεται με την απόδοση των επενδύσεων του επενδυτικού ταμείου. Στην κάθε αίτηση ή πρόταση που υπέβαλε ο Ενάγων για ασφάλιση, αναγνώριζε ότι γίνονταν αναφορά, για σκοπούς υπολογισμού των αξιών εξαγοράς, μόνον σε ενδεικτικές μελλοντικές αποδόσεις 3% ή 5%, με τη διευκρίνιση ότι οι σχετικές αποδόσεις μπορούν να είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες και οι αξίες εξαγοράς να διαμορφώνονται αναλόγως. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που προώθησε στην Εναγόμενη την CM και την πρόσθετη πράξη για την CW, διαβεβαίωσε την Εναγόμενη εγγράφως ότι παρείχε στον Ενάγοντα κάθε ουσιώδη πληροφορία για τη σκοπούμενη ασφάλιση. Την εγγύηση αμφότερων, του κεφαλαίου και των αποδόσεων, παρείχε η Marfin Popular Bank Public Co Ltd, και όχι η Εναγόμενη. Η Εναγόμενη, όπως αναφέρει, είναι ξεχωριστή νομική οντότητα από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, οι εργασίες της οποίας δεν σχετίζονται με τις εργασίες της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη, που είναι απλώς ασφαλιστική εταιρεία, όπως θέτει, δεν γνώριζε ούτε θα μπορούσε να γνωρίζει τις πιθανότητες πτώχευσης της Marfin Popular Bank Public Co Ltd ή της θέσης της σε καθεστώς εξυγίανσης με νόμο. Πέραν τούτου, με την άσκηση εξαγοράς, είναι η θέση της Εναγόμενης πως ο Ενάγων δεν δικαιούται να διεκδικεί οτιδήποτε άλλο. Παρόλο που απασχολεί και εάν ο Ενάγων έτυχε παρότρυνσης από την Εναγόμενη για να συμβληθεί για το επίδικο προϊόν με διαβεβαιώσεις περί εγγύησης κεφαλαίου, η διαφορά εστιάζει κυρίως στο ερώτημα εάν, δια όσων συμφωνήθηκαν, η Εναγόμενη παρείχε συμβατικά εγγύηση για την ακεραιότητα του αρχικού κεφαλαίου, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε κινδύνων σχετιζόμενων με τη λειτουργία της Marfin Popular Bank Public Co Ltd (ως η εκδοχή του Ενάγοντος), ή εάν ήταν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd που εγγυήθηκε και το κεφάλαιο και τις ετήσιες αποδόσεις (ως η εκδοχή της Εναγόμενης). Κατ' επέκταση της κρίσης του τι συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, απασχολεί εάν η Εναγόμενη παράβηκε προκαταβολικά τη συμφωνία αυτή (anticipatory breach) βάσει της ενημέρωσης που έδωσε στον Ενάγοντα, κι αν ο Ενάγων έχει δικαίωμα, τι δικαίωμα, κι αν είναι εν πάση περιπτώσει δικαίωμα που επιβιώνει της εξαγοράς. Θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο και εάν ο Ενάγων ζημιώθηκε, για λόγο που συνδέεται αιτιωδώς με ενέργειες της Εναγόμενης, και το ύψος τέτοιας ζημιάς. Η διαδικασία Για την απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντος, κατέθεσαν ως μάρτυρες γεγονότων ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ1)[1] και ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που επικαλέστηκε, κύριος Ι. Ά. (ΜΕ2), που αντεξετάστηκαν από τη συνήγορο της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη προσκόμισε μαρτυρία γεγονότων από την κυρία Α. Κ. (ΜΥ1)[2], που αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντος. Το σύνολο της προφορικής μαρτυρίας περιέχεται στα πρακτικά της διαδικασίας που τηρήθηκαν. Το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας (Τεκμήρια 1 - 10) βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά από την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, με χρήση γραπτών κειμένων που κατέθεσαν, επιχειρηματολογώντας για τις θέσεις του Ενάγοντος και αντίστοιχα της Εναγόμενης, ως προς τα γεγονότα και ως προς την ερμηνεία των συμφωνηθέντων και τη νομική πτυχή. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι έχει αναφερθεί, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια ή ειδική ή λεπτομερής μνεία. Η μαρτυρία Ακούγεται μαρτυρία γεγονότων μόνον σε σχέση με τα γεγονότα που αμφισβητούνται. Σε αξιολόγηση υπόκειται η αμφισβητούμενη ή αντικρουόμενη μαρτυρία επ' αυτών, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το εάν είναι αξιόπιστη, εάν δηλαδή δίδει την αλήθεια σε σχέση με το τι πράγματι συνέβη, ώστε να μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν. Το σύνολο της αξιόπιστης και κατ' επέκταση αποδεκτής μαρτυρία στην οποία μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο συνθέτει το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί, για να προσεγγίσει στη συνέχεια νομικά τη διαφορά, και να την επιλύσει. Στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας γεγονότων για τον εντοπισμό της αλήθειας, η συμπεριφορά κι οι τρόποι των μαρτύρων (demeanour) στο εδώλιο[3], που το Δικαστήριο έχει την ευκαιρία να παρατηρεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του λόγου τους, προσεγγίζονται με παράλληλους άξονες το σύνολο της μαρτυρίας που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων[4]. Σ' αυτό το πλαίσιο, δεν αποκλείεται μέρος της μαρτυρίας ενός προσώπου να είναι αξιόπιστο και αποδεκτό, και άλλο όχι. Ό,τι αξιολογείται, είναι η εκδοχή των μαρτύρων σε σχέση με τα γεγονότα, όχι τα πρόσωπα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με αναφορά στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, και στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος ή απόλυτα ακριβής. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως ο ασφαλιστικός σύμβουλος και αντιπρόσωπος της Εναγόμενης, κύριος Α, του παρουσίασε την πρόταση για ασφάλεια ζωής περί τον Απρίλιο του
- Με βάση την παρουσίαση που του έγινε, συμφώνησε να επενδύσει το ποσό των €40.000,00, το οποίο είχε ήδη κατατεθειμένο στην Τράπεζα. Παρακινήθηκε να επενδύσει το ποσό αυτό στην Εναγόμενη, όπως λέει, κατόπιν διαβεβαιώσεων σε σχέση με την απόλυτη ασφάλεια και εγγύησή του. Έτσι, πρώτα συνάφθηκε η CM και στη συνέχεια η πρόσθετη πράξη για την CW. Ακολούθησαν τα γεγονότα που σχετίζονται με την απομείωση, η ανταλλαγή της επιστολογραφίας, η διάσταση των θέσεων των συμβαλλομένων, και το παράπονο του Ενάγοντος. Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας δέχθηκε πως είναι γνώστης των προϊόντων της Εναγόμενης, σε σχέση με επενδυτικής φύσης ασφάλειες ζωής και άλλες επενδυτικές ασφάλειες. Η σύζυγός του είναι επίσης ασφαλιστική σύμβουλος, που κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεργάζονταν με την Εναγόμενη, με την οποία συνεργάζεται και σήμερα. Τότε, όπως είπε, πιθανόν να ήταν εκπαιδευόμενη. Στην εκδοχή της συνηγόρου της Εναγόμενης πως δεν τον προσέγγισε ο κύριος Α, αλλά ήταν η σύζυγός του που μεσολάβησε, είτε για να συμβληθεί για το συγκεκριμένο προϊόν, είτε για να έρθει σε επαφή με τον κύριο Α, ο Ενάγων απάντησε πως η σύζυγός του ήταν καινούρια και δεν θα μπορούσε να προσφέρει ή να επεξηγήσει ένα νέο προϊόν. Τον είχε προσεγγίσει ξεκάθαρα ο κύριος Α, εξ ου και οι αιτήσεις είναι συμπληρωμένες με τα δικά του γράμματα· απλώς η σύζυγός του είχε αρχίσει τη συνεργασία με την Εναγόμενη και θεωρήθηκε ως δικός της πελάτης, γράφθηκε το όνομά της στο συμβόλαιο, για να πιστωθεί την προμήθεια ή άλλα ωφελήματα. Η πρόταση του κύριου Α ήταν καθαρά για εφάπαξ ποσό ασφαλίστρων. Του είπε πως με την πρόσθετη πράξη είναι εξασφαλισμένα τα χρήματα, άλλα έντυπα που έπρεπε να συμπληρωθούν τα είχε φροντίσει ο ίδιος. Ο Ενάγων δέχθηκε πως είδε την πρόσθετη πράξη και μετά την υπέγραψε. Αλλά, όπως ανέφερε, εμπιστεύτηκε ό,τι του ανέφερε ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος, που ήταν γνωστός επαγγελματίας, που του πρόσφερε εφάπαξ ποσό εγγυημένο, «αλυσοδεμένο», όπως του είπε τηλεφωνικώς, θέτοντας το ερωτηματικό, πώς είναι δυνατόν ο ίδιος να αποσύρει €40.000,00 από την Τράπεζα, από όπου έπαιρνε επιτόκιο, και να έκανε ασφαλιστήριο, που, αν πέθαινε, απλώς θα έπαιρνε η οικογένειά του μόνον €40.000,00, όσα θα έπαιρνε κι από την Τράπεζα. Δίδοντας έμφαση στο ότι ήταν καθαρά η κάλυψη του εγγυημένου κεφαλαίου με την πρόσθετη πράξη που τον ώθησε να συμβληθεί για το προϊόν. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως και η φοροαπαλλαγή ήταν ακόμα ένα κίνητρο για την επένδυση της κατάθεσης στο επενδυτικό ασφαλιστικό προϊόν. Ο μάρτυρας ανέφερε πως, όταν τα εισοδήματα της τότε εποχής είναι χαμηλά, δεν λογαριάζεται η φοροαπαλλαγή του ασφαλίστρου, και εκτός τούτου, είχε ήδη άλλα ασφάλιστρα ζωής για τον συγκεκριμένο λόγο, αν ήθελε τη φοροαπαλλαγή, εξηγώντας τη λειτουργία της. Ο μάρτυρας εξέθεσε τη δική του ερμηνευτική εκδοχή, πως ο λόγος είναι για «εγγυημένο» κεφάλαιο. Η πρόσθετη πράξη ήταν ο λόγος που προχώρησε με την επένδυση, που έπρεπε «να κολλήσει» σε συμβόλαιο για να είναι έγκυρη, έκανε έρευνα και απορίες και του τις είχαν λύσει. Στο σαφές ερώτημα δηλαδή, γιατί να φύγει από την Τράπεζα τις €40.000,00 που τις είχε για τα παιδιά του, το ότι ήταν «εγγυημένο» το κεφάλαιο, ήταν εκείνο που τον ώθησε. Ο μάρτυρας απαντούσε σε αυτό το σημείο, με ταχύτητα και ένταση, εκφράζοντας με προφανή τρόπο την ενόχλησή του από την επιμονή της Εναγόμενης σε μια ερμηνεία που δεν συνάδει με τη δική του λογική των πραγμάτων, να έχει επενδύσει ένα τόσο μεγάλο ποσό χωρίς διασφάλιση. Η αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο των εγγράφων, ο μάρτυρας επέμεινε με σταθερότητα πως η πρόσθετη πράξη ήταν ο λόγος για τον οποίον συμφώνησε να επενδύσει και δεν έχει το νόημα που εκ των υστέρων προσπαθεί να δώσει η Εναγόμενη, εξηγώντας πως του την έφερε έγκριτος ασφαλιστής και το θέμα δεν ήταν να κάνει ασφαλιστήριο, αλλά να κερδίσει από τα υφιστάμενα του χρήματα, το ασφαλιστήριο συνόδευε απλώς την πράξη, «αν έχω κάνει λάθος», λέει, «γιατί δεν τα διάβασα, αποδέχομαι». Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως μία ασφαλιστική εταιρεία δεν είναι δεδομένο ότι θα κάνει αποδεκτή μια αίτηση για ασφάλιση ή οποιοδήποτε άλλο αίτημα, και άρα το ότι έκανε την ασφάλιση με το βλέμμα στην πρόσθετη πράξη, δεν ήταν βέβαιο ότι θα αποδέχονταν το αίτημα για την πρόσθετη πράξη. Ο μάρτυρας απάντησε πως η Εναγόμενη του πρόσφερε το προϊόν. Δεν είδε το ενημερωτικό δελτίο από μόνος του και εκδήλωσε ενδιαφέρον, ήταν τετελεσμένο, προγενέστερα υπόγραψε και πλήρωσε και μετά ήρθε το έντυπο για υπογραφή. Του είπε, ο ασφαλιστικός σύμβουλος, επεξηγώντας του τους όρους, πως εάν πτωχεύσει η Τράπεζα, το κεφάλαιο είναι εκεί, γι' αυτό ακριβώς έκανε την επένδυση, η Λαϊκή εγγυάται την απόδοση (εκτός σε περίπτωση πτώχευσης της), και η ασφαλιστική το κεφάλαιο, εάν οι €40.000,00 γίνουν €30.000,00, θα δοθεί απόδοση στις €30.000,00, αλλά οι €40.000,00 είναι εγγυημένες από την Εναγόμενη, αυτή ήταν η παρουσίαση κι η ερμηνεία. Μπορεί, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, τώρα που περάσαν πενήντα νομικοί από πάνω στο έγγραφο, εκείνο να φαίνεται πως δεν το λέει ξεκάθαρα, αλλά την τότε εποχή αυτός ήταν ο απώτερος σκοπός, επαναλαμβάνοντας, ποιος φεύγει τις εγγυημένες €40.000,00, για να τις βάλει κάπου χωρίς κέρδος. Ερωτήθηκε ο μάρτυρας, εάν γνωρίζει κάποια επένδυση που έχει εξασφαλισμένο κέρδος. Εξαρτάται, απάντησε. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως ανέλαβε το ρίσκο να προχωρήσει με τη συμμετοχή του σε ένα πεντάχρονο προϊόν εγγυημένου κεφαλαίο με το οποίο η Τράπεζα εγγυάτο και το κεφάλαιο και τις αποδόσεις αφού αυτά επενδύονταν στα ταμεία. Ο μάρτυρας επέμεινε πως δεν ήταν αυτή η συμφωνία. Στη συνέχεια, υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως, από τη στιγμή που εξαργύρωσε πριν από τη λήξη, ακόμα και εάν ήταν σωστή η ερμηνεία που ο ίδιος δίδει, δεν μπορεί να αξιώνει το ποσό του εγγυημένου κεφαλαίου, γιατί το εξαγόρασε, κατά παράβαση. Ο Ενάγων ανέφερε πως πριν από την αίτηση για εξαγορά, είχε αντιληφθεί, μέσω του online banking, ότι μειώνονταν το κεφάλαιο από τις €40.000,00, καθημερινά, και αποτάθηκε γραπτώς στη Εναγόμενη κι έκανε και τέσσερις φορές υπενθύμιση, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, δεν του απαντούσε καν, κι η μοναδική της απάντηση ήταν πως θα εξετάσει και θα απαντήσει. Όταν τον διαβεβαίωσαν για το «κούρεμα», έσπευσε να προλάβει να πάρει ό,τι απέμεινε, παρά να περιμένει να μειώνονται καθημερινώς, αιτήθηκε και του στείλαν €29.000,
- Η κυρία Σιακαλλή του επεσήμανε, «λέτε ότι το κεφάλαιο σας ήταν εγγυημένο, άρα και να μειώνονταν, γιατί αυτή είναι η φύση της επένδυσης, γιατί δεν περιμένατε να περάσουν τα πέντε χρόνια και να αξιώσετε με βάση την πρόσθετη πράξη τις €40.000,00, αφού ήσασταν πεπεισμένος ότι ήταν εγγυημένες». Ο μάρτυρας απάντησε πως η Λαϊκή δεν υπήρχε πλέον, δεν είχε τι άλλο να κάνει, να περιμένει ακόμα δυόμισι χρόνια και να στερήσει από την οικογένειά του τα χρήματα, ή να πάρει ό,τι μπορεί και να προσπαθήσει νομικά να δικαιωθεί, εάν μπορεί, ή, εάν κάπου ο ίδιος έχει λάθος, να το υποστεί. Δεν δέχθηκε ότι με την πράξη του δημιουργεί αντίφαση στη δική του ερμηνεία ότι η εγγύηση του κεφαλαίου είναι από την Εναγόμενη και όχι από την Τράπεζα. Δεν αρνήθηκε ο μάρτυρας πως, και μετά από το περιστατικό αυτό, έκανε επενδυτικές ασφάλειες ζωής με την Εναγόμενη, ακόμα και για τους υπαλλήλους του και για τα εγγόνια του, εξηγώντας πως δεν αμφισβήτησε οποτεδήποτε τα ασφαλιστικά συμβόλαια της Εναγόμενης, εφόσον και η σύζυγός του είναι ασφαλίστρια στην Εναγόμενη και το δικό του πελατολόγιο αυξήθηκε λόγω της σχέσης του με ασφαλιστές της Εναγόμενης. «Το έγκλημα», όπως είπε, «εν το 2013 που έγινε». Ο ΜΕ2, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 μεσολάβησε για να συμβληθεί ο Ενάγων την CM και την πρόσθετη πράξη για την CW και που προέβη σε διαβεβαιώσεις για την εγγύηση τουλάχιστον του αρχικού κεφαλαίου με την πρόσθετη πράξη, έδωσε επίσης μαρτυρία, προς υποστήριξη της απαίτησης του Ενάγοντος. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ2 εξήγησε πως είναι αυτοεργοδοτούμενος, που απλώς συνεργάζεται με την Εναγόμενη από το 1995 μέχρι και σήμερα. Δεν θυμόταν με λεπτομέρεια πότε έγινε ασφαλίστρια η σύζυγος του Ενάγοντος, όμως, όπως ανέφερε, συνήθως ξεκινήσουν ως δόκιμοι οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι. Το CM ήταν ένα από τα προϊόντα που είχε η εταιρεία της Εναγόμενης. Είναι ασφαλιστικό σχέδιο εφάπαξ πληρωμής. Ήταν συνέχιση άλλου εφάπαξ σχεδίου, που είχε διαφορετικό όνομα, το "Cypria Fortune". Δεν ήταν συνδεδεμένο το 2010 με οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη πράξη. Είναι ασφαλιστικό σχέδιο συγκεκριμένο, με όρους που έχουν εγκριθεί από τον έφορο, και το πουλούσαν στην αγορά. Κατά καιρούς, έβγαιναν σχέδια με πρόσθετες πράξεις, που αφορούσαν αγορά ομολόγου ή κυβερνητικού ομολόγου και πρόσφεραν κάποια εγγύηση από τον εκδότη. Είχε συνάψει κι ο Ενάγων τέτοιου είδους σχέδια, όχι μία φορά· μπορεί να ήταν το πρώτο τότε, ακολούθησαν κι άλλα. Αναγνώρισε, ο μάρτυρας, κι εξήγησε τα έγγραφα. Ως προς τη διαδικασία με την οποία συνάφθηκαν η CM και η πρόσθετη πράξη για την CW, ανέφερε πως είναι κάπως δύσκολο να θυμηθεί, τόσα χρόνια πριν, ποιος μίλησε με ποιον, πιθανόν, όπως ανέφερε, η σύζυγος του Ενάγοντος, που τότε είχε ξεκινήσει, αλλά γενικά όταν έβγαζαν τέτοιου είδους προϊόντα, προσέγγιζαν τους υφιστάμενους πελάτες, είχαν και τη Λαϊκή που έστελνε συστάσεις να πάνε να μιλήσουν με άτομα με τα οποία μίλησε προηγουμένως ο τραπεζικός λειτουργός, οπότε πιθανόν να του τηλεφώνησε, πιθανόν να του είπε η σύζυγός του. Δεν μπορούσε να πει ακριβώς αν συζήτησαν ή όχι τους όρους ή τι συζήτησαν, ωστόσο, ανέφερε, γενικά, σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν πηγαίνει ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος σε έναν πελάτη με εγγυημένο προϊόν, αναφέρεται στην εγγύηση, ο πελάτης δεν θέλει να μπει στη διαδικασία να διαβάσει όλους τους όρους του συμβολαίου, που εξάλλου αναιρούνται, όπως είπε, με την πρόσθετη πράξη. Η εγγύηση, όπως είπε, ήταν δεδομένη για να μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο, διότι μιλούσαν για χρήματα που ήταν ήδη στην Τράπεζα, με την πρόσθετη πράξη δίδεται η εγγύηση, για να κρατά ένα χαρτί ο πελάτης. Όταν προτάθηκε το CM, ήταν προαπαιτούμενο να υπάρχει εγγύηση. Δεν μπορεί να γνωρίζει, όπως ανέφερε, τον λόγο που ο Ενάγων προέβη σε εξαγορά. Πιθανόν, είπε, επειδή μειώθηκε η αξία του, ενώ ήταν εγγυημένο, λόγω της απομείωσης της γνωστής του 2013, με το κλείσιμο της Λαϊκής. Στην πρόσθετη πράξη, όπως είπε, δεν δίδονται εγγυήσεις από πρόσωπο, είναι μια εγγυητική πρόσθετη πράξη που εκδόθηκε από την Εναγόμενη και δόθηκε στον πελάτη. Η Τράπεζα εγγυάται τις αποδόσεις. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης και της Τράπεζας, αλλά, για να βγει με εγγυημένο προϊόν, όπως είπε, σίγουρα θα υπήρχε συμφωνία, πρόκειται για θυγατρική εταιρεία. Ο ίδιος πάντως, όπως ανέφερε, δεν ήταν υπάλληλος της Τράπεζας, δεν πήγε εκ μέρους της, είχε ένα προϊόν να το πωλήσει, και αν είχε συμφωνία η Εναγόμενη με την Τράπεζα ήταν μεταξύ τους. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 εξήγησε τον τρόπο συνεργασίας του με τη σύζυγο του Ενάγοντος και τον τρόπο γνωριμίας του με τον Ενάγοντα. Όλα τα ασφαλιστικά σχέδια που πωλήθηκαν κατά καιρούς στον Ενάγοντα, όπως ανέφερε, ήταν του ιδίου τύπου, επενδυτικής φύσης, άλλα πρόσφεραν υψηλότερες καλύψεις και άλλα χαμηλότερες. Ο Ενάγων δεν ήταν από τους κορυφαίους πελάτες, ήταν ένας κανονικός πελάτης. Το ότι έκανε συχνά συμβόλαια, δεν τον διαφοροποιεί οικονομικά, ως πελάτη. Όταν συνάπτεται συμβόλαιο, υπάρχει όφελος αυτού που πετυχαίνει να κλείσει τον πελάτη, η προμήθεια. Αλλά και πάλι, με τα δεδομένα του 2010, που ο Ενάγων είχε κάνει τότε απλώς τρία συμβόλαια, δεν υπήρχε ειδική κατηγοριοποίησή του. Σήμερα, όπως ανέφερε, είναι καλός πελάτης, όχι μόνο για τα συμβόλαια, αλλά και την δουλειά που συστήνει ως λογιστής, διότι είναι συνδεδεμένα τα επαγγέλματα. Ο «επενδυτικός ορίζοντας» είναι μέρος της διαδικασίας και συμπληρώνεται ταυτόχρονα, ο σκοπός του είναι να καθορίσει τον κίνδυνο που είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο πελάτης με βάση τις επενδύσεις, δεν είναι για καθορισμό σχεδίου αλλά για καθορισμό επιλογής ταμείου (όλα τα σχέδια το έχουν), είναι τυπικά που συμπληρώθηκε, όπως ανέφερε, γιατί πρόκειται για εγγυημένο προϊόν και η χρησιμότητά του ήταν ως προς το πού να παν τα λεφτά μετά τη λήξη, αν δεν τα πάρει ο πελάτης. Για το CM, είχε λεχθεί, όπως είπε ο ΜΕ2, πως ήταν προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου, καθαρά. Οι ενδεικτικές αποδόσεις είναι βάσει νομοθεσίας που αναφέρονται, ο λόγος που λείπει το 8% είναι γιατί είναι ελάχιστος ο επενδυτικός κίνδυνος στο συγκεκριμένο σχέδιο, που επιλέχθηκε, δεν υπάρχει περίπτωση να πάει σε 8% απόδοση, δεν είναι θέμα της εταιρείας ή των επενδύσεων της εταιρείας. Ο μάρτυρας διαφώνησε πως είναι θέμα της εταιρείας γιατί με την αναφορά σε αυτές τις ενδεικτικές αποδόσεις - μελλοντικές αξίες - δίδεται ξεκάθαρα η ενημέρωση ότι για την επένδυση που θα γίνει δεν υπάρχει εγγύηση για την απόδοση. Όταν υποβλήθηκε από την συνήγορο της Εναγόμενης στον μάρτυρα πως, με βάση το σχέδιο CM, η ασφαλιστική εταιρεία ουδέποτε προσέφερε οποιαδήποτε εγγύηση του κεφαλαίου ή των αποδόσεων για το ασφαλιστέο ποσό, ο μάρτυρας απάντησε απόλυτα: «είναι εκτός τόπου και χρόνου η θέση σας, όταν πωλείς ένα ασφαλισμένο σχέδιο σε πελάτη, δεν του λέεις "πλήρωσε και ό,τι πιάσεις", είναι εγγυημένο το κεφάλαιό του, αυτό του είπα, η πρόσθετη πράξη είναι το παν, δεν έχει καμία σχέση το συμβόλαιο, μπορεί να το αγοράσει κάποιος "κουμαρτσιής" γιατί ξέρει ότι οι αποδόσεις της εταιρείας κυμαίνονται από -5 + 15, και θέλει να βάλει τα λεφτά του για να τα επενδύσει, γιατί έχουν αυξητική τάση και δεν τον ενοχλεί αν πέσουν οι μονάδες, δεν είναι τέτοιο προϊόν». Όταν του αναφέρθηκε πως προτρέχει στην πρόσθετη πράξη, απάντησε «σε αυτό που πούλησα, εγγυημένο ποσό». Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως προσπαθεί απλώς να υποστηρίξει ή να προστατεύσει έναν πελάτη σημαντικό, ο μάρτυρας εξέφρασε αίσθημα προσβολής, λέγοντας στη συνήγορο πως δεν θα έκανε τέτοια υποβολή, εάν γνώριζε πόσα τον πληρώνει η Εναγόμενη τον μήνα, αν νομίζει πως, για να προστατεύσει πελάτη του, για €50,00, θα έβαζε στον τοίχο την εταιρεία του. Εξήγησε πως υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα προϊόν είναι από μόνο του εγγυημένο, και αλλού να μπαίνει η πρόσθετη πράξη, το CM δεν ήταν εγγυημένο από μόνο του. Χρειάζονταν η πρόσθετη πράξη για την CW. Ως προς τη διαδικασία σύναψης της πρόσθετης πράξης για την CW, ο ίδιος ή η σύζυγος του Ενάγοντος πιθανόν να είπαν στον Ενάγοντα ότι υπάρχει ένα προϊόν εγγυημένο, πιθανότατα να του έδωσαν και την πρόσθετη πράξη, δεν μπορούσε να είναι απόλυτος, ωστόσο δεν μπορεί να του είχε πει πως έχει εγγυημένο προϊόν και να ήταν κάτι άλλο. Η πρόσθετη πράξη, όπως εξήγησε, δεν είναι προϊόν, δεν μπορεί να πωληθεί μόνη της, «γι' αυτό παντρεύεται», όπως είπε. Ο ίδιος ανέφερε στον Ενάγοντα ότι υπάρχει η πρόσθετη πράξη για την CW και θα συνδεθεί με την CM. Εξήγησε ότι η εγγύηση είναι για πέντε χρόνια μόνον. Ερωτώμενος, ο μάρτυρας, εάν εξήγησε και πως τούτο το προϊόν στην ουσία επενδύεται σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, απάντησε πως δεν θυμάται. Στη συνέχεια, διευκρίνισε πως δεν αφορούσε κιόλας τον πελάτη πού επενδύεται. Του είπε, όπως πρόσθεσε, απλώς πως είναι εγγυημένο, ως γράφει πάνω και η πρόσθετη πράξη. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως, για να εκδοθεί η πρόσθετη πράξη, πρέπει να υπάρχει το ενδιαφέρον του πελάτη, κι η εταιρεία να δεχθεί. Ο μάρτυρας απάντησε πως είναι η εταιρεία που την προσφέρει, και δέχεται την αίτηση του πελάτη, αν και διατηρεί το δικαίωμα να την απορρίψει, όπως σε όλα τα συμβόλαια. Ερωτώμενος, ο μάρτυρας, εάν γνωρίζει από πού ο Ενάγων έχει αποκομίσει την εντύπωση ότι το κεφάλαιο, δηλαδή την επένδυση, την εγγυάται η Εναγόμενη, εάν το παρουσίασε ο ίδιος ή εάν το σκέφτηκε μόνος του ο Ενάγων, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν γνωρίζει. Ερωτήθηκε, ο μάρτυρας: «εσείς ως ασφαλιστής, που πωλήσετε και άλλες πρόσθετες πράξεις, δεν ξέρετε ότι, και με τόση εμπειρία, η CNP ουδέποτε εγγυήθηκε το προϊόν, και είναι η Marfin;». Απάντησε: «όταν έχεις έναν όμιλο σαν την Λαϊκής, τεράστιο, ανεξαρτήτως των γεγονότων και πάεις σε πελάτη και έχεις εγγύηση της Λαϊκής, λέεις του εν εγγυημένο από τον όμιλο της Λαϊκής, δεν θα αναφερθώ σε θυγατρική εταιρεία, όμως η πρόσθετη πράξη γράφει πάνω ότι η απόδοση του προϊόντος εν εγγυημένη». Όσον αφορά το παράπονο του Ενάγοντος, ανέφερε πως, επειδή το συζήτησε μαζί του, εφόσον ο πρώτος που ήταν να λάβει το παράπονο είναι ο ασφαλιστής που το πούλησε, εφόσον όμως δεν ικανοποίησε τον Ενάγοντα με την εξήγηση που του έδωσε (ότι και το κεφάλαιο και την απόδοση εγγυήθηκε η Τράπεζα), προχώρησε με αγωγή. Ο ΜΕ2 ανέφερε πως τα έντυπα είναι κατατοπιστικά και εν πάση περιπτώσει υπάρχει και η υπαναχώρηση, που δεν ασκήθηκε, τελικά μη υποστηρίζοντας την ερμηνευτική εκδοχή του Ενάγοντος (ως προς την οποία αρχικά είχε πει πως την εγγύηση κεφαλαίου δεν την παρέχει το πρόσωπο, η σύμβαση της πρόσθετης πράξης είναι με την Εναγόμενη, που εκείνη την έδωσε), και αφήνοντας το περιθώριο ο Ενάγων να παρανόησε ως προς το πρόσωπο που εγγυάται το κεφάλαιο με την πρόσθετη πράξη. Ανέφερε πως εξήγησε στον Ενάγοντα ότι είναι εγγυημένο το κεφάλαιό του, δεν του είπε από τη Marfin, μπορεί να του είπε από τη Λαϊκή, όμως, το Marfin ποτέ δεν το χρησιμοποίησε. Συμφώνησε με την κυρία Σιακαλλή πως είναι όρος της πρόσθετης πράξης ότι η εγγύηση που δίδεται θα ήταν μόνο για πέντε χρόνια και ότι, σε περίπτωση εξαγοράς πριν από τα πέντε χρόνια, παύει να ισχύει, άρα αν κάποιος ασφαλισμένος, π.χ. ο Ενάγων, εξαργύρωνε (ασχέτως με το τι έγινε με τη Marfin), δεν θα ίσχυε, και θα έπαιρνε την αξία εξαγοράς τη δεδομένη στιγμή. Πρόσφατα έμαθε, όπως είπε, για την εξαγορά, που δεν έγινε μέσω του. Από την άλλη, όπως είπε, δικαιολογεί τον Ενάγοντα, γιατί του είπαν εγγύηση δεν υπάρχει, ότι μειώθηκε το ποσό λόγω της απομείωσης των καταθέσεων. Η ΜΥ1, γενική διευθύντρια της Εναγόμενης, κατά την κυρίως εξέτασή της[5], εξήγησε την επαγγελματική πορεία της στην Εναγόμενη και τα καθήκοντά της, που σχετίζονται με τη γνώση της για την υπόθεση. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως η πρόταση του Ενάγοντος για τη CM υποβλήθηκε μέσω του κύριου Α, σε συνεργασία με τη σύζυγο του Ενάγοντος. Και οι δύο ήταν ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, μη εργοδοτούμενοι στην Εναγόμενη, και ασχολούνταν, και ακόμα ασχολούνται, με τη διαμεσολάβηση για σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων με την Εναγόμενη. Η σύζυγος του Ενάγοντος δεν ήταν μαθητευόμενη, αλλά αδειούχος ασφαλιστική σύμβουλος (Τεκμήριο 10). Η CM παρείχε κάλυψη για θάνατο και ήταν συνδεδεμένη με επενδυτικό ταμείο. Υπήρχε δυνατότητα εξαγοράς κατά τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης, με βάση του όρους της. Ενόψει της φύσης μιας τέτοιας ασφάλισης, που συνδέεται με ασφαλιστικά ταμεία της ασφαλιστικής εταιρείας, η μελλοντική αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συνδέεται με την απόδοση των επενδύσεων του επενδυτικού ταμείου. Καταγράφονταν και άρα γνώριζε ο Εναγων ότι γίνονταν αναφορά σε ενδεικτικές μελλοντικές αποδόσεις που θα μπορούσαν να είναι μεγαλύτερες ή μικρότερες, ανάλογα με την πορεία των επενδυτικών ταμείων. Αναφέρονταν ρητά και πως, σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου (θανάτου), κατά την περίοδο ασφάλισης, το πληρωτέο ποσό θα ήταν ίσο με το ασφαλισμένο ποσό ή την αξία σε τιμή εξαργύρωσης των αντίστοιχων πιστωμένων μονάδων, οποιοδήποτε είναι μεγαλύτερο. Ήταν ξεκάθαρο ότι η Εναγόμενη δεν πρόσφερε εγγύηση σε σχέση με το ασφαλισμένο ποσό με βάση τη CM. Ο Ενάγων, με ρητή γραπτή του δήλωση που περιέχεται στην πρόταση και αίτηση για ασφάλιση, βεβαίωσε ότι κατανοούσε πλήρως τα στοιχεία που περιέχονταν σ' αυτήν. Πρόσθετα, ο κύριος Α και η σύζυγος του Ενάγοντος, που φέρονταν να μεσολάβησαν στην προώθηση της πρόσθετης πράξης, διαβεβαίωσαν επί της πρότασης και της αίτησης πως παρείχαν στον Ενάγοντα κάθε ουσιώδη πληροφορία για τη σκοπούμενη ασφάλιση. Ο Ενάγων, με ξεχωριστή αίτησή του δια του ιδίου ασφαλιστικού αντιπρόσωπου, αιτήθηκε την επένδυση του ποσού των €40.080,00 (που είχε κατατεθεί ως εφάπαξ ασφάλιστρο) στο νέο προϊόν της CW, σύμφωνα με τους όρους του σχεδίου της CW, λόγος για τον οποίο υπογράφθηκε η πρόσθετη πράξη, που είναι αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου, με την οποία ο Ενάγων μετέφερε την επένδυση των €40.080,00 για διάστημα 5 ετών στο προϊόν της CW της Εναγόμενης. Με βάση αυτό, η επένδυση για την περίοδο των 5 ετών έλαβε χώρα αναδρομικά από την 30.04.2010, ημερομηνία έναρξης του ασφαλιστηρίου, θα γίνονταν σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd την απόδοση των οποίων εγγυάτο η ίδια η Τράπεζα. Για να μπορεί να γίνει η επένδυση, αναστέλλονταν συγκεκριμένοι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και ίσχυαν οι όροι της πρόσθετης πράξης. Με απλά λόγια, όπως θέτει η ΜΥ1, η Εναγόμενη κατέθεσε ως επένδυση τα χρήματα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, η οποία εκείνο τον καιρό είχε πρόσκληση προς θεσμικούς επενδυτές στους οποίους πρόσφερε την παροχή πενταετούς εγγύησης κεφαλαίου και ετήσιας απόδοσης 4,5% για κάθε έτος, εφόσον επένδυαν από ένα συγκεκριμένο ποσό και πάνω στις καταθέσεις της. Δηλαδή, εγγυόταν ότι για περίοδο 5 ετών η επένδυση στις καταθέσεις της λάμβανε οπωσδήποτε απόδοση 4,5% ετησίως και για τα 5 έτη. Αυτό, κατά την κρίση της ΜΥ1, σήμαινε ότι εγγυάτο όχι μόνον την απόδοση επί του κεφαλαίου αλλά ότι και το κεφάλαιο δεν θα απομειώνονταν, αφού απόδοση και κεφάλαιο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Η μόνη εξαίρεση, με βάση την πρόσθετη πράξη, όπως αναφέρει η ΜΥ1, για τη μη παροχή της εγγύησης, ήταν η εξαγορά του ασφαλιστηρίου πριν από τα 5 χρόνια και η περίπτωση πτώχευσης, διάλυσης, εκκαθάρισης της Τράπεζας. Τον Μάρτιο του 2013, επήλθε αυτό που κανένας δεν περίμενε ή πρόβλεψε. Στο πλαίσιο της εξυγίανσης και εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας, εκδόθηκε σχετικό διάταγμα Τράπεζας, η ΚΔΠ 133/2013, για την απομείωση των καταθέσεων των ασφαλιστικών εταιρειών, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης. Προνοούσε για απομείωση των καταθέσεων της Marfin Popular Bank Public Co Ltd κατά 27,5%, κάτι που είχε ως συνέπεια την απομείωση των καταθέσεων των πελατών της εν λόγω Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων της Εναγόμενης. Γι' αυτό, η κατάθεση του Ενάγοντος μειώθηκε κατά 27,5%. Ο Ενάγων, παρόλα αυτά, συνέχισε να λαμβάνει το ωφέλημα της απόδοσης της επένδυσής του, έστω μειωμένης, αφού τα χρήματα της κατάθεσης μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που συνέχισε να παρέχει την απόδοση επί των μειωμένων πλέον καταθέσεων, με βάση την εγγύηση που συνόδευε την πρόσθετη πράξη. Εντούτοις, ο Ενάγων προχώρησε στην εξαγορά, πριν από την πάροδο των 5 ετών. Η ΜΥ1, αναφέρει πως δεν ήταν κατανοητή εκείνη η κίνηση του Ενάγοντος, αφού μετά την απομείωση δεν υπήρχε κίνδυνος για άλλη ή για απώλεια της κατάθεσής του, τα χρήματα είχαν μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Εξάλλου, όπως λέει, εάν πίστευε πως ήταν η Εναγόμενη που παρείχε εγγύηση κεφαλαίου, δεν είχε κάτι να χάσει. Σε κάθε περίπτωση, η πράξη του να εξαγοράσει τον κατέστησε μη δικαιούχο της όποιας εγγύησης κεφαλαίου. Έλαβε €29.000,00, που αντιπροσωπεύει το καθαρό υπόλοιπο της ολικής αξίας εξαγοράς του ασφαλιστηρίου, ασκώντας κατ' αυτό τον τρόπο πλήρη δικαιώματα. Η Εναγόμενη απέστειλε στον Ενάγοντα επιταγή για το ποσό των €1.305,00 για την απόδοση της επενδυτικής κατάθεσης στο CW μετά την απομείωση. Τότε ο Ενάγων άρχισε να παραπονιέται για δήθεν εγγύηση κεφαλαίου του από την Εναγόμενη, όταν έμαθε για την εφαρμογή της ΚΔΠ 133/2013, αλλά οι όροι της πρόσθετης πράξης είναι κατά την ΜΥ1 ξεκάθαροι. Το προϊόν ήταν πολύ γνωστό τη δεδομένη περίοδο και δεν υπήρχε περίπτωση οποιοσδήποτε ασφαλιστικός αντιπρόσωπος να μην γνώριζε. Η Τράπεζα ήταν ξεχωριστή νομική οντότητα και δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί η εξέλιξη. Η ΜΥ1 αναφέρθηκε και στην πάγια διαδικασία που ακολουθούνταν από όλους τους ασφαλιστικούς αντιπρόσωπους για όλα τα ασφαλιστικά σχέδια που προωθούσε και προωθεί η Εναγόμενη, που όπως γνωρίζει ακολουθήθηκε από τους ασφαλιστικούς συμβούλους, που σε κάθε περίπτωση δεν είναι εργοδοτούμενοι της Εναγόμενης, έναντι στην οποία εκπροσωπούν ασφαλισμένους. Η Εναγόμενη δεν είχε εξουσία να δίδει και δεν έδινε διαβεβαιώσεις στους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους ή στους πελάτες. Ο Ενάγων, σύζυγος ασφαλιστικής αντιπροσώπου και έμπειρος λογιστής, είχε γνώση του πώς λειτουργούσαν οι επενδύσεις και πώς προκύπτουν οι αποδόσεις, όπως και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η Marfin Popular Bank Public Co Ltd που την παρείχε μέσω του CW. Ουδέποτε είχε παραπονεθεί, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι παραπλανήθηκε από τον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο και ουδέποτε ζήτησε ακύρωση. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΥ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως ο λόγος που συνεχίζει να συνεργάζεται με την Εναγόμενη ο Ενάγων είναι γιατί θεωρεί και πως η Εναγόμενη είναι εύρωστη και αξιόπιστη, αν θεωρούσε ότι τον εξαπατά, δεν θα ασχολούνταν. Για τους ασφαλιστές, όπως και για τη σύζυγο του Ενάγοντος, δεν είναι μόνον η προμήθεια, έχει σημασία η αξιοπιστία της εταιρείας, και σε άλλη εταιρεία να ήταν, θα έπαιρνε προμήθειες. Η μάρτυρας, πέρα από την πάγια διαδικασία και ό,τι προκύπτει από τις υπογεγραμμένες δηλώσεις και τα έγγραφα, δεν μπορούσε να ξέρει ποιος από τους δύο ασφαλιστικούς πράκτορες εξήγησε στον Ενάγοντα τα δεδομένα και τι του είπε ακριβώς. Πάντως, με την πρόσθετη πράξη, ο Ενάγων επένδυσε στο προϊόν που επενδύει στο Money Fund 5, που στη λήξη του μόνον προσφέρει εγγύηση. Το Money Fund 5 αποτελούνταν από καταθέσεις στη Marfin Popular Bank Public Co Ltd που είχαν απόδοση 4,5%, το ύψος του ταμείου ήταν η αξία της κατάθεσης και η αξία του τόκου. To 4,5% και η αξία της κατάθεσης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα και τα εγγυάτο μαζί η Τράπεζα, εάν εγγυάτο μόνον το 4,5%, δεν θα μειώνονταν ποτέ η μονάδα και δεν θα χρειάζονταν να προβλεφθεί η περίπτωση της χρεωκοπίας. Όταν επενδύει κάποιος, είπε, παίρνει το ρίσκο· εκεί ήταν η κατάθεση. Ερωτώμενη, η μάρτυρας, εάν ο Ενάγων επένδυσε στη Marfin Popular Bank Public Co Ltd ή στην Εναγόμενη, απάντησε πως επένδυσε στο Money Fund 5, που επενδύει σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, όπως το λέει ξεκάθαρα στην πρόσθετη πράξη. Ερωτήθηκε και εάν έχει σχέση με το ποιος εγγυάται τι, και απάντησε πως το προϊόν αγοράστηκε από τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Δεν είχε νόημα να εγγυάται ο ένας το ένα και ο άλλος το άλλο, αν η Εναγόμενη λάμβανε το ρίσκο να εγγυηθεί το κεφάλαιο, δεν θα είχε πρόβλημα να εγγυηθεί και το επιτόκιο. Το ύψος του ταμείου συνιστά περιουσία της Εναγόμενης, που διαχειρίζεται με βάση τους όρους του συμβολαίου, αλλά δεν θα μπορούσε να επενδύσει και αλλού, ενόψει της αναφοράς «κατά την απόλυτη κρίση της». Επέλεξε το συγκεκριμένο ταμείο και επένδυσε εκεί. Η επιλογή, όμως, όπως είπε, δεν ήταν της Εναγόμενης, αλλά του Ενάγοντος, όταν πήρε το συμβόλαιό του, δήλωσε ενδιαφέρον και συμπλήρωσε την αίτηση για να μπει στο ταμείο και μετά όταν η Εναγόμενη ενέκρινε την αίτησή του, όταν αιτήθηκε και την πρόσθετη πράξη που του είπε πού επενδύει και τα ρίσκα. Ήταν και λογιστής, δεν μπορούσε να μην κατανοεί. Οποιαδήποτε στιγμή, μπορούσε να εξαγοράσει ο Ενάγων, με την αξία των μονάδων, άρα την ώρα που εξαγόρασε, λήφθηκε η τιμή της μονάδας που ίσχυε κατά την υπογραφή με βάση την αξία του ταμείου. Όταν εξαγόρασε, ήταν μετά τον 25ο μήνα, άρα θα έπαιρνε 100% της αξίας εξαγοράς, όχι της επένδυσης. Έγινε εκτίμηση, όπως ανέφερε η ΜΥ
- Ο συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε στη μάρτυρα πως ο κύριος Α δεν είχε ιδέα ότι η θέση της Εναγόμενης ήταν πως η εγγύηση ήταν από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, παρά μετά την απομείωση. Η μάρτυρας δεν συμφώνησε με τη θέση αυτή, εξηγώντας πως, και σύζυγός του ήταν μέσα στην εταιρεία, και είχε γίνει ολόκληρο θέμα με τη Λαϊκή και το προϊόν. Παρόλο που δεν υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο η Marfin Popular Bank Public Co Ltd, η ΜΥ1 εστίασε την αναφορά της σε εγγύηση από την Marfin Popular Bank Public Co Ltd στη βάση του ότι το ταμείου, περιουσία της Εναγόμενης, επενδύει σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, εν γνώσει του πελάτη. Ο σχεδιασμός της πρόσθετης πράξης έγινε από κοινού με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Ήταν γνωστό ότι αγοράστηκε το προϊόν, υπάρχουν και άλλα προϊόντα με άλλες Τράπεζες, είναι σύνηθες, όπως είπε η μάρτυρας. Ο ΜΕ1, παρόλο που ισχυρίστηκε, και στο δικόγραφό του και στη μαρτυρία του, πως έτυχε παρότρυνσης από την Εναγόμενη, δια του ΜΕ2, να επενδύσει στο επίδικο προϊόν, που του είχε δώσει τη διαβεβαίωση ή την πληροφόρηση ή έστω την εντύπωση πως το κεφάλαιο θα ήταν «αλυσοδεμένο», ταυτόχρονα, δεν εξέφρασε παράπονο για παραλείψεις ή άλλες ενέργειες της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Ο Ενάγων, όχι μόνον προσπάθησε να αφήσει στο «απυρόβλητο» τον κύριο Α (και πολύ περισσότερο τη σύζυγό του, που αναφέρονταν στα έγγραφα ως μία εκ των ασφαλιστικών συμβούλων του), αλλά τον κάλεσε και ως μάρτυρα προς υποστήριξη της απαίτησής του εναντίον της Εναγόμενης. Πέραν, όμως, της βάσης που ο Ενάγων επέλεξε να προωθήσει την απαίτησή του, ως προς την προσυμβατική ενημέρωση που έλαβε από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ήταν πειστικός και λογικός ο λόγος του, ότι η εικόνα που του δόθηκε από τον κύριο Α ήταν πως το κεφάλαιό του ήταν εγγυημένο, δεν θα το έχανε, και ότι γι' αυτό τον λόγο ήταν που δέχθηκε να διαθέσει τις αποταμιεύσεις του στο επίδικο προϊόν της Εναγόμενης. Παρόλο που ο ΜΕ2 παρείχε μαρτυρία στο πλαίσιο της παρουσίασης της υπόθεσης του Ενάγοντος, δεν υποστήριξε τόσο την ερμηνευτική εκδοχή του Ενάγοντος, τουλάχιστον σε όλα τα σημεία της μαρτυρίας του. Ενώ άρχισε να λέει πως ανέφερε στον Ενάγοντα πως το κεφάλαιό του, όντως, είναι «εγγυημένο», στη συνέχεια απέφυγε να αναφέρει τι ο ίδιος εννοεί ακριβώς (στο πλαίσιο ποιου σκέλους της σύμβασης είναι εγγυημένο, πότε και πώς), και από ποιον. Προσπάθησε να το θέσει πως δεν έχει σημασία το πρόσωπο, καθότι η πρόσθετη πράξη δόθηκε από την Εναγόμενη. Στη συνέχεια, προσπάθησε παράλληλα να μην εκτεθεί ο ίδιος για τις δικές του ενέργειες σχετικά με τη διαμεσολάβηση στην οποία προέβη για το επίδικο προϊόν (ή εναντίον της Εναγόμενης), και αποστασιοποιήθηκε, λέγοντας πως μπορεί να ανέφερε στον Ενάγοντα τη Λαϊκή, εννοώντας ευρύτερα τον Όμιλο, αλλά δεν είχε αναφέρει τη λέξη Marfin. Η προσπάθεια του ΜΕ2 να ικανοποιήσει τον Ενάγοντα, αλλά ταυτόχρονα να μην υποστεί ο ίδιος συνέπειες για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση στην οποία προέβη σχετικά με το προϊόν (και μάλλον ένιωθε ασφαλής περί τούτου εφόσον δεν ενάγονταν ο ίδιος για αστική ευθύνη, ούτε έτυχε προσεπίκλησης), ήταν έκδηλη, ιδίως μέχρι το τέλος της αντεξέτασής του. Ως αποτέλεσμα της αντιφατικότητας και τάσης υπεκφυγής του ΜΕ2, της γενικότητας και αοριστίας ως προς τη συγκεκριμένη πληροφόρηση που έλαβε ο Ενάγων για το επίδικο προϊόν από τον ΜΕ2, και ενόψει του ότι δεν εκτέθηκε στο Δικαστήριο η σχέση μεταξύ της Εναγόμενης και του ΜΕ2, ή και το πλαίσιο των κανονισμών που διέπουν το επενδυτικό ταμείο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε διαπίστωση ότι ο ΜΕ2 πληροφόρησε ορθά και πλήρως τον Ενάγοντα. Η ΜΥ1, γενικότερα, παρόλο που κατέχει τις ειδικές γνώσεις σε σχέση με την εμφάνιση στην αγορά τέτοιας φύσης προϊόντων από ασφαλιστικές εταιρείες, τους κινδύνους και τους τρόπους αντιστάθμισής τους, και εξήγησε την ερμηνευτική εκδοχή της Εναγόμενης, ως μάρτυρας γεγονότων, ευλόγως, δεν μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για το τι λέχθηκε στον Ενάγοντα για το επίδικο προϊόν κατά τη διαμεσολάβηση του ΜΕ2 ή και της συζύγου του Ενάγοντος. Ούτε η ίδια παρουσίασε τη σχέση της Εναγόμενης με τον ΜΕ2, αν και παρουσίασε τη σύμβαση μεταξύ της Εναγόμενης και της συζύγου του Ενάγοντος. Δεν αναφέρθηκε στους κανονισμούς ή τις οδηγίες της Εναγόμενης προς τους διαμεσολαβητές σε σχέση με το επίδικο προϊόν ή στους κανονισμούς που διέπουν το επενδυτικό ταμείο. Δεν ήρε την ασάφεια που υπήρχε ήδη και στη μαρτυρία του ΜΕ2, σε σχέση με το πακέτο πληροφόρησης που διέθεσε (εάν διέθεσε) η Εναγόμενη στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή για να διαβιβαστεί από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή στον Ενάγοντα. Προσπάθησε να θέσει ορισμένες παραμέτρους σε σχέση με τη φύση του επίδικου προϊόντος, εκθέτοντας όμως την εκ των υστέρων ή τη σημερινή λογική της ασφαλιστικής εταιρείας σε σχέση με τη λειτουργία του. Η γνώμη της βεβαίως, που ευλόγως εκφράζεται προς υποστήριξη της υπόθεσης της Εναγόμενης, δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει το Δικαστήριο, ως προς τη δική του ερμηνευτική προσέγγιση. Εξέταση Διάφορες μορφές ασφαλίσεων ζωής γενικεύτηκαν και διαδόθηκαν στο πλαίσιο της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, περιλαμβανομένων των ασφαλίσεων ζωής που συνδέονται με επενδυτικές συνιστώσες και υπηρεσίες (Unit Linked), για διάφορους λόγους· ίσως γιατί συνεπάγονταν ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση των επενδύσεων (όπως υποβλήθηκε στον Ενάγοντα), ίσως λόγω της εντονότερης και διαφόρων μορφών παρέμβασης των τραπεζών στις ασφαλιστικές δραστηριότητες ή το αντίστροφο, ή και λόγω της αναζήτησης από τις ασφαλιστικές εταιρείας καλύτερων ευκαιριών επένδυσης των κεφαλαίων που συγκεντρώνουν. Στις παραδοσιακές ασφαλίσεις ζωής, ο ασφαλιστής εισπράττει τα ασφάλιστρα και τα επενδύει για λογαριασμό του και με δικό του κίνδυνο· η επένδυση εκεί συνιστά ένα αποκλειστικά εσωτερικό ζήτημα, του ασφαλιστή. Στις ασφαλίσεις ζωής που συνδέονται με επενδύσεις και είναι μεταβλητού κεφαλαίου, μικτές (συμβάσεις ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου και συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), το καταβληθέν ασφάλιστρο επενδύεται από τον ασφαλιστή σε κινητές αξίες ή κεφάλαια που επιλέγει ο ίδιος ο λήπτης της ασφάλισης, που αναλαμβάνει και τον κίνδυνο της εξέλιξής τους. Η απόδοση είναι μεταβλητή, εξαρτάται από την αξία των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο της επένδυσης κατά την είσπραξη της παροχής. Στο ένα σκέλος, το ασφαλιστικό, οι καλύψεις και οι παροχές σε περίπτωση θανάτου, είναι «εγγυημένες». Στο άλλο σκέλος, το επενδυτικό, που καθορίζεται κατόπιν επιλογής του ασφαλισμένου, οι παροχές συνήθως δεν είναι «εγγυημένες». Δεν αποκλείεται η παροχή «εγγυημένου κεφαλαίου» ή «ελάχιστης εγγυημένης απόδοσης». Τέτοια προϊόντα κυκλοφόρησαν ένα διάστημα στην αγορά. Ενδεχομένως να θέτουν τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών εταιρειών σε κινδύνους. Εξ ου και η επίδικη περίπτωση. Το πρόγραμμα των CM και CW, με τα δικά του ιδιαίτερα επιμέρους χαρακτηριστικά, ανήκε σε μια τέτοια κατηγορία υβριδικών ή μικτών συμβάσεων Unit Linked. Αντίστοιχες απασχόλησαν ήδη τη νομολογία άλλων δικαιοδοσιών. Παρεμβάλλεται αρχικά πως, σε αυτές τις ασφάλειες ζωής που συνδέονται με επενδύσεις, το καθήκον του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή είναι προφανώς σημαντικό. Ιδίως για τους πελάτες λιανικής, που δεν διαθέτουν ειδικές χρηματοοικονομικές γνώσεις και μπορεί να μην έχουν επίγνωση των κινδύνων ή όλου του εύρους των κινδύνων, των πιθανών δυσμενών συνεπειών εξόδου, του υψηλότερου κόστους, κ.λπ.. Ο Ενάγων, κατά το 2010, αν και έμπειρος λογιστής που έκανε χρήση και άλλων επενδυτικής φύσης προϊόντων, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο να έχει τότε επενδυτικό προφίλ ή δραστηριότητα που να τον κατατάσσουν σε μια κατηγορία άλλην από αυτήν του καταναλωτή. Και αυτό το δεδομένο δεν αλλάζει από το ότι η σύζυγός του ήταν νεοεισερχόμενη ασφαλιστική σύμβουλος, και είχε και ενδεχομένως ενημέρωση και από την ίδια, επίσημη ή ανεπίσημη. Δεν διαφοροποιείται το επίπεδο προστασίας του καταναλωτή αναλόγως της διαθεσιμότητας των διαφόρων άλλων πηγών πληροφόρησής του. Βεβαίως, σημασία έχει η πληροφόρηση που έλαβε ή δεν έλαβε στο πλαίσιο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Πριν από την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, δεν υπήρχαν ειδικοί κανόνες για τη διαμεσολάβηση στην πώληση πολύπλοκων προϊόντων ασφάλισης ζωής με επενδυτικές συνιστώσες. Τα προϊόντα αυτά, όπως και το επίδικο, διατίθεντο στο πλαίσιο των γενικών διατάξεων για τη διαμεσολάβηση στην πώληση όλων των ασφαλιστικών προϊόντων, αν και ήταν αυξημένου κινδύνου. Ούτε στην Οδηγία MiFiD I περιλήφθηκαν σχετικές διατάξεις. Μετά την Οδηγία MiFID II, ο Κανονισμός 1286/2014 (PRIIP) πρόβλεψε ότι ως «επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση» νοείται «ασφαλιστικό προϊόν που προσφέρει ληκτότητα ή αξία εξαγοράς και όπου η εν λόγω ληκτότητα ή αξία εξαγοράς είναι συνολικά ή μερικά εκτεθειμένη, άμεσα ή έμμεσα, σε διακυμάνσεις της αγοράς». Στην Οδηγία 2016/97, με την οποία αναδιατυπώνεται και καταργείται η Οδηγία 2002/92, επαναλαμβάνεται η επιταγή που περιέχεται στην Οδηγία MiFID II και τονίζεται ότι τα επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση πρέπει να υπόκεινται, εκτός από τα πρότυπα επαγγελματικής δεοντολογίας τα οποία έχουν οριστεί για όλα τα ασφαλιστικά προϊόντα, επιπλέον, σε ειδικά πρότυπα στα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται «η παροχή των κατάλληλων πληροφοριών, ο κατάλληλος χαρακτήρας των παρεχόμενων συμβουλών και οι περιορισμοί στην αμοιβή». Καθορίστηκαν πρόσθετες απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να τηρούν οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι επιχειρήσεις ασφάλισης σε σχέση με τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα. Αυτές αφορούν, ειδικότερα, την πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων και τη διαχείριση αυτών, την ενημέρωση των πελατών και την «αξιολόγηση της καταλληλότητας και της σκοπιμότητας και [τις] γνωστοποιήσεις προς πελάτες». Θεσπίστηκαν πρότυπα προστασίας των καταναλωτών παρόμοιων, αλλά όχι ταυτόσημων, με εκείνα που προβλέπονται στην Οδηγία MiFID II για τις επιχειρήσεις που διαθέτουν χρηματοοικονομικά μέσα. Εύλογα, εφόσον, στην πραγματικότητα, πρόκειται για συμβάσεις που συνδυάζουν ασφάλιση ζωής με χρηματοοικονομικό προϊόν. Τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης, απαντούν σε ένα παλαιότερο νομικό καθεστώς. Όπως εκτίθεται στις σκέψεις της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής, που αποτελεί σημαντικό στάδιο της προσέγγισης των εθνικών αγορών, για να εξαλειφθούν ορισμένες διαφορές που υφίστανται μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών ως προς το θέμα του ελέγχου και να εξασφαλισθεί συγχρόνως ικανοποιητική προστασία των ασφαλιζομένων και των δικαιούχων σε όλα τα κράτη μέλη, πρέπει να συντονισθούν ιδίως οι διατάξεις οι σχετικές με τις χρηματοδοτικές εγγυήσεις που απαιτούνται από τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής. Η προστασία των ασφαλιζομένων επιβάλλει σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση να συνιστά επαρκή τεχνικά αποθεματικά για την αντιμετώπιση των συμβατικών υποχρεώσεών της, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών αποθεματικών, και ένα πρόσθετο αποθεματικό, ονομαζόμενο «περιθώριο φερεγγυότητας». Η απαίτηση αυτή αποτελεί σημαντικό στοιχείο του συστήματος προληπτικής εποπτείας για την προστασία των ασφαλισμένων και των κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Για να επωφεληθεί πλήρως ο καταναλωτής από την ποικιλομορφία και τον αυξημένο ανταγωνισμό στο πεδίο των συμβάσεων ασφάλισης, θα πρέπει να είναι επαρκώς ενημερωμένος, ώστε να επιλέγει τη σύμβαση που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του. Η ανάγκη ενημέρωσης αποβαίνει σημαντικότερη και λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας των υποχρεώσεων. Η Οδηγία στόχευσε, μεταξύ άλλων, στον συντονισμό ενός ελάχιστου αριθμού διατάξεων, ώστε ο καταναλωτής να ενημερώνεται με σαφήνεια και ακρίβεια ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων. Το άρθρο 36 της εν λόγω Οδηγίας, με τίτλο «Πληροφόρηση των αντισυμβαλλομένων», προέβλεπε ότι, πριν να συναφθεί η ασφαλιστική σύμβαση, πρέπει να ανακοινώνονται στον αντισυμβαλλόμενο τουλάχιστον οι πληροφορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ σημείο Α. Το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης δεν μπορεί να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να χορηγούν πληροφορίες επιπλέον εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, παρά μόνον στην περίπτωση που οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες για τη σωστή κατανόηση των βασικών στοιχείων της υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου. Το παράρτημα III της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ, με τίτλο «Πληροφορίες προς τους αντισυμβαλλομένους», όριζε πως οι ακόλουθες πληροφορίες πρέπει να γνωστοποιούνται στον αντισυμβαλλόμενο είτε πριν από τη σύναψη της σύμβασης είτε κατά τη διάρκεια της σύμβασης, να διατυπώνονται με σαφήνεια και ακρίβεια, και να παρέχονται γραπτώς, σε μια επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους της ασφαλιστικής υποχρέωσης. Στο πεδίο των πληροφοριών πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σχετικά με την ασφαλιστική υποχρέωση, περιλαμβάνονταν, στο σημείο α.11 «απαρίθμηση των αξιών αναφοράς (λογιστικών μονάδων) που χρησιμοποιήθηκαν στις συμβάσεις μεταβλητού κεφαλαίου (unit-linked policies)» και στο σημείο α.12 «πληροφορίες για τη φύση των αντιπροσωπευτικών στοιχείων του ενεργητικού επί συμβάσεων μεταβλητού κεφαλαίου». Στην Οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, στο άρθρο 12, με τίτλο «Πληροφορίες που παρέχει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής», προβλέπονταν, μεταξύ άλλων, πως, πριν από τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής πρέπει τουλάχιστον, βάσει ιδίως των πληροφοριών τις οποίες παρέσχε ο πελάτης, να διευκρινίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη καθώς και τους λόγους στους οποίους βασίζονται οι συμβουλές που δίδονται στον πελάτη σχετικά με συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν. Οι διευκρινίσεις αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα με τον σύνθετο χαρακτήρα της προτεινόμενης ασφαλιστικής σύμβασης. Το άρθρο 13 της εν λόγω Οδηγίας με τίτλο «Όροι ενημέρωσης», όριζε, μεταξύ άλλων, πως κάθε πληροφορία που πρέπει να παρέχεται στους πελάτες σύμφωνα με το άρθρο 12 γνωστοποιείται με σαφήνεια και ακρίβεια, ώστε να είναι κατανοητή από τον πελάτη. Η Οδηγία 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως εκτίθεται στις εισαγωγικές της σκέψεις, επίσης, ισχύει εφόσον δεν υφίστανται ειδικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που ρυθμίζουν συγκεκριμένες πτυχές αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, όπως είναι οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών και οι κανόνες για τον τρόπο παρουσίασης πληροφοριών στον καταναλωτή. Προστατεύει τον καταναλωτή όπου δεν υπάρχει ειδική τομεακή νομοθεσία σε κοινοτικό επίπεδο και απαγορεύει στους εμπορευόμενους τη δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων για τη φύση των προϊόντων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για σύνθετα προϊόντα με υψηλά επίπεδα κινδύνου για τους καταναλωτές όπως ορισμένα προϊόντα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. «Εμπορευόμενος» είναι κάθε πρόσωπο το οποίο, όσον αφορά τις εμπορικές πρακτικές που καλύπτει η Οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα και κάθε πρόσωπο το οποίο ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό του εμπορευόμενου. «Προϊόν» συνιστά κάθε αγαθό ή υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της ακίνητης περιουσίας, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων. «Εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές» περιλαμβάνουν κάθε πράξη, παράλειψη, τρόπος συμπεριφοράς ή εκπροσώπησης, εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, ενός εμπορευομένου, άμεσα συνδεόμενη με την προώθηση, πώληση ή προμήθεια ενός προϊόντος σε καταναλωτές. Η Οδηγία, όπως ορίζει το άρθρο 3, ισχύει για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές θεσπίζονται στο άρθρο 5, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζομένη με ένα συγκεκριμένο προϊόν. Το άρθρο 5, που τιτλοφορείται «απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών» ορίζει πως απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Ιδιαιτέρως, εμπορικές πρακτικές, είναι αθέμιτες όταν, μεταξύ άλλων, είναι παραπλανητικές όπως καθορίζεται στα άρθρα 6 και 7, ή είναι επιθετικές όπως καθορίζεται στα άρθρα 8 και
- Το άρθρο 7 της Οδηγίας με τίτλο «Παραπλανητικές παραλείψεις», ορίζει πως μια εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, καθώς και των περιορισμών του συγκεκριμένου μέσου επικοινωνίας, παραλείπει ουσιώδεις πληροφορίες που χρειάζεται ο μέσος καταναλωτής, ανάλογα με το συγκεκριμένο πλαίσιο, για να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής, και ως εκ τούτου τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα ελάμβανε. Παραπλανητική παράλειψη τεκμαίρεται και όταν ο εμπορευόμενος αποκρύπτει ουσιώδεις πληροφορίες ή τις παρέχει κατά τρόπο ασαφή, ακατάληπτο, διφορούμενο ή εκτός χρόνου κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1, λαμβανομένων υπόψη των ζητημάτων που περιγράφονται στην εν λόγω παράγραφο, ή όταν δεν προσδιορίζει την εμπορική επιδίωξη της εμπορικής πρακτικής, εφόσον αυτή δεν είναι ήδη προφανής από το συγκεκριμένο πλαίσιο και όταν, και στις δύο περιπτώσεις, τούτο έχει ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα να λάβει ο μέσος καταναλωτής απόφαση για συναλλαγή την οποία, διαφορετικά, δεν θα είχε λάβει. Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που θεσπίζονται από το κοινοτικό δίκαιο, σχετικά με την εμπορική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της διαφήμισης ή του μάρκετινγκ, των οποίων ενδεικτικός κατάλογος περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ, θεωρούνται ουσιώδεις. Κατά το παράρτημα II της εν λόγω Οδηγίας, μεταξύ των πληροφοριών που θεωρούνται ουσιώδεις, κατά την έννοια του άρθρου 7 της Οδηγίας, περιλαμβάνονται οι πληροφορίες του άρθρου 36 της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 και 13 της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ. Ο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος 35(I)/2002, ως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 153(Ι)/2004, εναρμονίστηκε με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ, και, ως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 165(Ι)/2003 και τον Νόμο 70(Ι)/2004, εναρμονίστηκε και με την Οδηγία 2002/83/ΕΚ. Ήταν, κατά τον υπό αναφορά χρόνο, σε ισχύ και οι περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Αλλων Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2004, που επίσης εναρμονίστηκαν με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ. Στη συνέχεια ο Νόμος 35(Ι)/2002 καταργήθηκε με τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο 38(I)/2016 που εναρμονίστηκε με νεότερο ενωσιακό δίκαιο. Σύμφωνα και με τον Νόμο 35(Ι)/2002, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, «εργασίες διαμεσολάβησης» είναι οι δραστηριότητες που συνίστανται είτε στην παρουσίαση, πρόταση προπαρασκευή σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, είτε στην σύναψη σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, είτε στην παροχή βοήθειας κατά τη διαχείριση και εκτέλεση σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης. Κάθε ενέργεια της ασφαλιστικής εταιρείας ή των ασκούντων εργασίες διαμεσολάβησης, που αποβλέπει στην παραπλάνηση των ασφαλισμένων της ή του κοινού εν γένει, είτε απολήγει στη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης είτε όχι, λογίζεται ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη του γεγονότος ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν ασκεί τις εργασίες της σύμφωνα με υγιείς ασφαλιστικές αρχές[6]. Κάθε ασφαλιστική εταιρεία ή άλλη ασφαλιστική επιχείρηση που επιδιώκει τη σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης που αφορά την κάλυψη υποχρεώσεων ή κινδύνων άλλων από τους μεγάλους κινδύνους, έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί, η ίδια ή πρόσωπο που ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης, σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, τις καθορισμένες με Κανονισμούς πληροφορίες. Όλες οι αναγκαίες πληροφορίες που γνωστοποιούνται πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, όσον αφορά τον κλάδο ζωής, είναι έγγραφες και διατυπωμένες με σαφήνεια και ακρίβεια, ευχερώς κατανοητές[7]. Στην περίπτωση ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί εργασίες στον κλάδο ζωής, ο εσωτερικός αναλογιστής έχει καθήκον, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται σε πρόσωπα που ενδιαφέρονται να συνάψουν ασφαλιστικές συμβάσεις και στους ασφαλισμένους είναι σύμφωνες με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 133[8]. Εργασίες διαμεσολάβησης στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό τομέα δύνανται να ασκούν οι ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί μεσάζοντες, οι ασφαλιστικοί ή αντασφαλιστικοί σύμβουλοι καθώς και οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο προς τούτο τηρούμενο αντίστοιχο Μητρώο. Ο νόμος ορίζει το πεδίο δραστηριότητας του κάθε ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Στα έγγραφα της Εναγόμενης που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ο όρος «ασφαλιστικός σύμβουλος» περιλαμβάνει και τον ασφαλιστικό πράκτορα, και τον ασφαλιστικό μεσάζοντα, και τον μεσίτη ασφαλίσεων και τον συνδεδεμένο ασφαλιστικό σύμβουλο. Η Οδηγία 2005/29/EK, επίσης, μεταφέρθηκε στο εγχώριο δίκαιο δια διαφόρων νομοθετημάτων, μεταξύ των οποίων και ο τότε εν ισχύ περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμος 103(I)/
- Μέσα σε ένα πλαίσιο ως το προαναφερόμενο, το ΔΕΕ, μεταξύ άλλων, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑143/20 και C‑213/20, την 24.02.2022, απαντώντας σε σχετικά προδικαστικά ερωτήματα, έκρινε πως το άρθρο 36
(1)της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ σχετικά με την ασφάλιση ζωής, έχει την έννοια ότι οι διαλαμβανόμενες σε αυτό πληροφορίες πρέπει να γνωστοποιούνται στον καταναλωτή (ο οποίος προσχωρεί, υπό την ιδιότητα του ασφαλισμένου, σε σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ζωής μεταβλητού κεφαλαίου συνδεόμενη με επενδυτικό κεφάλαιο, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ ασφαλιστικής επιχείρησης και επιχείρησης-λήπτριας της ασφάλισης), και εναπόκειται στην ασφαλιστική επιχείρηση να γνωστοποιεί τις πληροφορίες αυτές στην επιχείρηση‑λήπτρια της ασφάλισης, η οποία οφείλει να τις διαβιβάζει στον εν λόγω καταναλωτή πριν από την προσχώρησή του στη σύμβαση, συνοδευόμενες από οποιαδήποτε άλλη διευκρίνιση παρίσταται αναγκαία λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων και των αναγκών του, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 12
(3), της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Το άρθρο 36
(1), της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ σχετικά με την ασφάλιση ζωής, σε συνδυασμό με το παράρτημά της III, σημείο A, στοιχείο α.12, έχει την έννοια ότι οι πληροφορίες για τη φύση των αντιπροσωπευτικών στοιχείων του ενεργητικού που πρέπει να γνωστοποιούνται σε καταναλωτή (πριν από την προσχώρησή του σε σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ζωής μεταβλητού κεφαλαίου συνδεόμενη με επενδυτικό κεφάλαιο) πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τα βασικά χαρακτηριστικά των εν λόγω αντιπροσωπευτικών στοιχείων του ενεργητικού. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν σαφείς, ακριβείς και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με την οικονομική και νομική φύση των εν λόγω αντιπροσωπευτικών στοιχείων του ενεργητικού, καθώς και σχετικά με τους διαρθρωτικούς κινδύνους με τους οποίους τα εν λόγω στοιχεία συνδέονται, και δεν απαιτείται να περιλαμβάνουν οπωσδήποτε εξαντλητικές πληροφορίες σχετικά με τη φύση και την έκταση όλων των κινδύνων που συνδέονται με την επένδυση στα εν λόγω αντιπροσωπευτικά στοιχεία του ενεργητικού ούτε τις ίδιες πληροφορίες με εκείνες που γνωστοποίησε ο εκδότης των χρηματοπιστωτικών μέσων που τα συνθέτουν στην ασφαλιστική επιχείρηση, δυνάμει του άρθρου 19
(3), της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Το άρθρο 36
(1), της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ σχετικά με την ασφάλιση ζωής έχει την έννοια ότι οι πληροφορίες που διαλαμβάνονται στο παράρτημά της III, σημείο A, στοιχείο α.12, δεν απαιτείται οπωσδήποτε να γνωστοποιούνται στον καταναλωτή (ο οποίος προσχωρεί, υπό την ιδιότητα του ασφαλισμένου, σε σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ζωής μεταβλητού κεφαλαίου συνδεόμενη με επενδυτικό κεφάλαιο στο πλαίσιο χωριστής προσυμβατικής διαδικασίας) και ότι το άρθρο αυτό δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη δυνάμει της οποίας αρκεί η μνεία των εν λόγω πληροφοριών στη σύμβαση, εφόσον η σύμβαση παραδίδεται στον καταναλωτή πριν από την προσχώρησή του σε αυτή, σε εύθετο χρόνο, προκειμένου ο τελευταίος να είναι σε θέση να προβεί, εν πλήρει γνώσει της κατάστασης, σε τεκμηριωμένη επιλογή του ασφαλιστικού προϊόντος που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του. Το άρθρο 36
(1), της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ για την ασφάλιση ζωής έχει την έννοια ότι δεν επιτάσσει να συνεπάγεται η πλημμελής εκπλήρωση της υποχρέωσης γνωστοποίησης των πληροφοριών που διαλαμβάνονται στο παράρτημα III, σημείο A, στοιχείο α.12, της οδηγίας την ακυρότητα ή το ανίσχυρο σύμβασης ομαδικής ασφάλισης ζωής μεταβλητού κεφαλαίου συνδεόμενης με επενδυτικό κεφάλαιο ή της δήλωσης προσχωρήσης σε αυτήν και, επομένως, να παρέχει στον καταναλωτή ο οποίος έχει προσχωρήσει στην εν λόγω σύμβαση το δικαίωμα επιστροφής των καταβληθέντων ασφαλίστρων, αρκεί οι προβλεπόμενοι από το εθνικό δίκαιο δικονομικοί κανόνες για την άσκηση του δικαιώματος επίκλησης της εν λόγω υποχρέωσης πληροφόρησης να μην μπορούν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος αυτού, αποθαρρύνοντας τον καταναλωτή από την άσκησή του. Το άρθρο 7 της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά έχει την έννοια ότι μπορεί να συνιστά παραπλανητική παράλειψη, κατά τη διάταξη αυτή, η παράλειψη γνωστοποίησης στον καταναλωτή (ο οποίος προσχωρεί σε σύμβαση ομαδικής ασφάλισης ζωής μεταβλητού κεφαλαίου συνδεόμενη με επενδυτικό κεφάλαιο) των πληροφοριών που διαλαμβάνονται στο άρθρο 36
(1), σε συνδυασμό με το παράρτημα III, σημείο A, στοιχείο α.12, της Οδηγίας 2002/83/ΕΚ για την ασφάλιση ζωής. Όπως αναφέρθηκε ακροθιγώς και προηγουμένως, αν και ο Ενάγων επικαλείται και προκύπτει και από τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΥ1 κάπως ασαφής πληροφόρησή του σε σχέση με τους κινδύνους που διατρέχει το κεφάλαιό του, εάν ήταν «εγγυημένο» από την Εναγόμενη ή όχι, ο Ενάγων δεν έθεσε την απαίτησή του στη βάση του ότι ο ίδιος, ως καταναλωτής ή επενδυτής, ωθήθηκε, μέσω του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, κατ' επέκταση της Εναγόμενης, να επενδύσει σε ένα πολύπλοκο και δυσνόητο γι' αυτόν προϊόν της Εναγόμενης, στο οποίο δεν θα επένδυε άλλως πώς, κατά παράβαση εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων ή υποχρεώσεων ή κατόπιν απάτης ή αμέλειας, σε σχέση με την ενημέρωση, την πληρότητα της πληροφόρησης για το ρίσκο, κ.λπ.. Ο Ενάγων δεν ισχυρίζεται πως έγινε άθελα του και με απατηλά μέσα μεριδιούχος, ούτε πως υπέστη αδικοπραξία, ούτε επικαλείται ακυρότητα της σύμβασης λόγω παρανομίας ή παραπλάνησης ή γιατί η εκπλήρωσή της κατέστη αδύνατη. Εστίασε στην ερμηνεία των συμφωνηθέντων που κατ' αυτόν, με βάση και τις προσυμβατικές παραστάσεις (που γι' αυτό τον λόγο τις επικαλείται), ήταν η ύπαρξη εγγύησης του κεφαλαίου από την Εναγόμενη, η οποία, δείχνοντας ότι δεν θα την παράσχει, περιέπεσε σε προληπτική ή προκαταβολική παράβαση (anticipatory breach). Το Δικαστήριο, επίσης, από την υφιστάμενη μαρτυρία (που αυτή παρουσιάστηκε γιατί αυτές ήταν οι δικογραφικές ράγες), και έχοντας υπόψη τον τρόπο που κινήθηκε η δίκη, στη βάση της απαίτησης του Ενάγοντος, δεν είναι δυνατόν να προβεί σε εύρημα παρανομίας ή ουσιώδους παράλειψης της Εναγόμενης ή του ΜΕ2 όσον αφορά την προσυμβατική πληροφόρηση του Ενάγοντος. Ασφάλειες όπως η επίδικη διέπονται και από το γενικό δίκαιο των συμβάσεων, που περιέχεται στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149. Τούτο προκύπτει και από την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου 35(Ι)/2002, στον ορισμό της ασφαλιστικής σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κεφ.149, οι συμβαλλόμενοι (έγκυρη συμφωνία) έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 39, εάν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 56(β)(γ), σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη· αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει τον δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 65, αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 73, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. Όταν υπάρχει αμφισβήτηση του νοήματος μιας συμφωνίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αυτή χρήζει ερμηνείας. Η πρόθεση ή βούληση των συμβαλλομένων μερών είναι αυτή που δείχνουν οι εκφρασμένες λέξεις, παρά εκείνη που προκύπτει από τις ανέκφραστες επιθυμίες, και εντοπίζεται με βάση το κείμενο, εκ του νοήματος των λέξεων. Όπως υποδεικνύεται μέσα από πλούσια νομολογία[9], ερμηνεία είναι ο καθορισμός του νοήματος που το έγγραφο θα μπορούσε να μεταδώσει σ' έναν λογικό άνθρωπο που γνωρίζει ό,τι ευλόγως θα γνώριζαν και τα συμβαλλόμενα μέρη, και βρίσκεται στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης. Τυχόν εμπορικός χαρακτήρας της σύμβασης, λαμβάνεται υπόψη, οπότε, όταν ένας όρος επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, υιοθετείται η ερμηνεία που συνάδει με την κοινή επιχειρηματική λογική, απαντώντας στο ερώτημα τι θα κατανοούσε ένας λογικός άνθρωπος ότι αυτά τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει, εάν αυτός διέθετε το ίδιο γνωστικό υπόβαθρο και βρισκόταν στην ίδια θέση με τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τον χρόνο της σύμβασης. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετείται ο λογικός άνθρωπος δεν δίνεται αφηρημένα και αόριστα, αλλά σε μια συγκεκριμένη ολότητα, που περιλαμβάνει οτιδήποτε (σχετικό) θα μπορούσε να έχει επιδράσει στον τρόπο με τον οποίον η γλώσσα του εγγράφου, ως διαμορφώθηκε, θα μπορούσε να τύχει κατανόησης. Δεν περιλαμβάνονται οι προσυμβατικές διαπραγματεύσεις, ούτε οι διακηρύξεις των προθέσεων. Το νόημα που αναζητείται δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το νόημα των λέξεων στα λεξικά. Είναι αυτό που τα μέρη, χρησιμοποιώντας αυτές τις λέξεις, ευλόγως θα κατανοούσαν ότι σημαίνει. Ο προαναφερόμενος κανόνας αντανακλά τη θέση πως, όταν τα μέρη μπαίνουν στη διαδικασία να διατυπώσουν γραπτώς ό,τι συμφώνησαν, δεν γίνονται με ευκολία λάθη. Η πρωταρχική πηγή για να καταστεί κατανοητό τι εννόησαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν είναι το συνηθισμένο νόημα των λέξεων, επομένως, όταν δεν υπάρχει ασάφεια στο νόημα, αυτό ισχύει, οπουδήποτε κι αν οδηγεί. Εάν διαπιστώνεται ότι συνέβη λάθος όσον αφορά τη γλώσσα ή τη χρήση της, δεν απαιτείται από το Δικαστήριο να δώσει στα μέρη πρόθεση που δεν θα μπορούσαν να έχουν[10]. Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας μια σύμβαση, δεν θα βελτιώσει τη διαπραγματευτική ή συμβατική θέση οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους[11], δεν θα παράγει τη σύμβαση με βάση ό,τι νομίζει πως ήθελαν τα μέρη κατά τον χρόνο σύναψής της, αν και μπορεί να διαγνώσει τη βούληση των μερών μέσα από τη διερεύνηση του πλαισίου ή μέσα από την ίδια να «διορθώσει» δια ερμηνείας προφανή λάθη (χωρίς να πλάθει τη σύμβαση). Όταν οι όροι μιας συμφωνίας τέθηκαν γραπτώς, δεν επιτρέπεται η εξωγενής μαρτυρία (extrinsic evidence) για να αντικρούσει ή να διαφοροποιήσει το περιεχόμενό της (parol evidence rule). Ωστόσο, η εξωγενής μαρτυρίας μπορεί να είναι αποδεκτή αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς υποβοήθησης της ερμηνείας, όταν υπάρχει πραγματικά αμφίβολο ή ασαφές νόημα[12] ή όταν δημιουργείται αντίφαση με το νόημα της ίδιας λέξης ή φράσης που περιέχεται σε άλλο έγγραφο που συνεξετάζεται[13] ή όσον αφορά τη σημασία τεχνικών όρων, για τη διάγνωση, τέλος πάντων, του πλαισίου, αλλά και τούτο υπό δύο εξαιρέσεις (που επαναφέρουν τον κανόνα). Η πρώτη εξαίρεση αφορά στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις και στη διάγνωση των προθέσεων των μερών. Οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις μπορούν, όμως, να εισαχθούν στη μαρτυρία, για την απόδειξη ότι ένα γεγονός είναι σχετικό και εμπίπτει στο πλαίσιο που ήταν γνωστό στα μέρη[14] ή για την απόδειξη του ότι τα μέρη έχουν προσδώσει σε συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις συγκεκριμένο (διαφορετικό από το συνηθισμένο) νόημα ("private dictionary rule")[15] ή ότι υπάρχει προηγούμενη συμφωνία μεταξύ των μερών μη προπαρασκευαστική της υπό κρίση συμφωνίας και εφόσον η προσκόμιση της μαρτυρίας είναι ουσιαστική[16], σε κάθε περίπτωση με τρόπο ώστε η μαρτυρία αυτή (όσον αφορά το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εισέρχεται το Δικαστήριο) να διαχωρίζεται από οποιαδήποτε άλλη μη επιτρεπτή μαρτυρία που τυχόν αφορά στο τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η δεύτερη εξαίρεση αφορά στη συμπεριφορά των μερών μετά την υπογραφή της σύμβασης. Μπορεί να προσκομιστεί, όμως, μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε με μεταγενέστερη συμφωνία ή για την έγερση κωλύματος (estoppel), αλλά όχι για να αλλοιωθεί το αρχικό νόημα της σύμβασης. Δίδονται περαιτέρω ερμηνευτικές οδηγίες, που συνοψίζονται εγκυκλοπαιδικά[17]: Οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται σύμφωνα με τη φύση των περιστάσεων ή το πρόσωπο· σε περίπτωση αμφιβολίας, οι λέξεις στο λειτουργικό μέρος της σύμβασης ερμηνεύονται υπό το φως του λοιπού μέρους της σύμβασης· όταν μια λίστα συγκεκριμένων πραγμάτων ή μια συναφής τάξη ακολουθείται από γενικές λέξεις, τεκμαίρεται ότι οι γενικές λέξεις ερμηνεύονται υπό το φως των προηγούμενων ειδικών· όταν συγκεκριμένο πρόσωπο, δικαίωμα ή πράγμα περιλαμβάνεται στη σύμβαση, ενδεχομένως να ενδείκνυται πρόθεση εξαίρεσης οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δικαιώματος ή πράγματος· σε συμβάσεις που καταρτίζουν άτομα χωρίς ειδικές γνώσεις, δεν υπάρχει τεκμήριο κατά του πλεονασμού· η διατύπωση των προνοιών υπερτερεί έναντι της διατύπωσης των επικεφαλίδων· οι εμπορικές συμβάσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με την πρακτική και τα έθιμα των εμπόρων, νοουμένου ότι αυτά δεν είναι αντίθετα με το περιεχόμενο της σύμβασης· όταν είναι διατυπωμένες σε σταθερές φόρμες, χρήζουν και ομοιόμορφης ερμηνείας· οποιαδήποτε διάσταση μεταξύ του νοήματος των λέξεων και του νοήματος των εικόνων, επιλύνεται υπέρ του νοήματος των λέξεων· τεκμαίρεται ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κάποια συμβατική πρόνοια για να βασίσει δική του αντισυμβατική συμπεριφορά. Ο κανόνας "contra proferentem" ή "verba fortius accipiuntur contra proferentem" (οι λέξεις πρέπει να ερμηνεύονται κυρίως εναντίον εκείνου που τις χρησιμοποιεί), κατά την παλαιά Doe d Davies v. Williams
(1788)1 Hy Bl 25, επίσης, προκύπτει από το αμφίβολο νόημα των προνοιών μιας σύμβασης. Έχει την έννοια ότι η ερμηνεία, σε τέτοια περίπτωση, τείνει να είναι εις βάρος εκείνου που επιχειρεί να βασιστεί στην αμφίβολη πρόνοια, προκειμένου να εξουδετερώσει κάποια βασική υποχρέωσή του ή ένα νόμιμο καθήκον επιμέλειας που έχει ανεξάρτητα από τη σύμβαση. Έχει, επίσης, την έννοια ότι η ερμηνεία τείνει να είναι εναντίον και του μέρους που επιχείρησε την ένταξή της (κατόπιν ερμηνείας) αμφίβολης πρόνοιας στη συμφωνία, δηλαδή εναντίον του συντάκτη της[18]. Αντί απλώς να αποτύχει να εκπληρώσει την υποχρέωσή του στον καθορισμένο χρόνο, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να θέσει τον εαυτό του σε παράβαση (in breach) με την απόδειξη της πρόθεσης, με λόγια[19] ή συμπεριφορά, να αποκηρύξει τις υποχρεώσεις του βάσει της σύμβασης (repudiating), σε κάποιον ουσιαστικό βαθμό[20]. Η συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται σε αδυναμία εκπλήρωσης προγενέστερων υποχρεώσεων, όταν η παράλειψη δεν επαρκεί από μόνη της για να δώσει ουσιαστική αποτυχία εκτέλεσης· σε τέτοιες περιπτώσεις, η γραμμή μεταξύ τερματισμού για ουσιαστική αδυναμία εκτέλεσης και αποκήρυξης μπορεί να θολώσει αρκετά. Η αποκήρυξη των συμβατικών υποχρεώσεων είναι πάντως σοβαρή υπόθεση[21]. Μπορεί να συμβεί τη στιγμή που έχει καθοριστεί για την εκτέλεση[22] ή και πριν από αυτήν. Στην τελευταία περίπτωση, γίνεται λόγος για «προληπτική παράβαση» ή «προκαταβολική παράβαση». Η προληπτική παράβαση, μπορεί (και συνήθως) συνεπάγεται και αποκήρυξη (repudiation), μπορεί, όμως, και να μην συνεπάγεται αποκήρυξη. Εάν ναι ή όχι, είναι ζήτημα πραγματικό, που εξαρτάται από το σύνολο των εκάστοτε περιστάσεων. Το αν υπήρξε αποκήρυξη της σύμβασης, εκτιμάται αντικειμενικά, αλλά το κίνητρο του μέρους που βρίσκεται σε παράβαση μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγων, εάν ήταν γνωστό στο αθώο μέρος[23]. Η αποκήρυξη, ρητή ή υπονοούμενη[24], δίδει στο αθώο μέρος το δικαίωμα να θεωρήσει τη σύμβαση ως εκπληρωθείσα (as discharged)[25], και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Στη ρητή αποκήρυξη, το συμβαλλόμενο μέρος δηλώνει ξεκάθαρα πως δεν θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Συνηθέστερα, προκύπτει σιωπηρά ή υπονοείται από την αδυναμία εκπλήρωσης. Στις περιπτώσεις προληπτικής παράβασης, το συμβαλλόμενο μέρος παραλείπει να προβεί σε ενέργειες για να φέρει τον εαυτό του σε κατάσταση να μπορέσει να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωση όταν θα έρθει η ώρα, οπόταν θα είναι προφανώς ανίκανος να εκπληρώσει. Το μέρος που επιδιώκει να επικαλεστεί την αποκήρυξη που συνεπάγεται η συμπεριφορά θα πρέπει να δείξει ότι το μέρος που αθέτησε έχει συμπεριφερθεί έτσι ώστε να οδηγήσει ένα λογικό άτομο να πιστέψει ότι δεν θα προβεί σε εκπλήρωση ή δεν θα μπορέσει να εκτελέσει στον καθορισμένο χρόνο. Το γεγονός ότι μια παράβαση είναι σκόπιμη, δεν επαρκεί, αλλά είναι ένας παράγων που μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως απόδειξη ότι δεν υπάρχει πλέον πρόθεση δέσμευσης από τη σύμβαση. Δεν επαρκούν ούτε λόγια και συμπεριφορές που δεν ισοδυναμούν με παραίτηση από τη σύμβαση. Όταν τα μέρη διαφωνούν ως προς την έννοια της σύμβασης, ένα μέρος δεν θα αντιμετωπίζεται απαραίτητα ως να έχει αποκηρύξει, εάν αρνηθεί να εκτελέσει εκτός με βάση τη δική του καλόπιστη ερμηνεία, ακόμα κι αν ερμηνεία αυτή αποδεικνύεται εσφαλμένη. Ένα μέρος δεν δεσμεύεται πριν από την ώρα για εκπλήρωση να δώσει οριστική απάντηση, εάν προτίθεται να εκπληρώσει τη σύμβαση ή όχι. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι κάθε άρνηση εκπλήρωσης που ισοδυναμεί με αποκήρυξη και που δίνει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να αντιμετωπίζει τη σύμβαση ως καταγγελθείσα· πρέπει να υπάρχει άρνηση εκπλήρωσης που να αφορά στη ρίζα ή στην ουσία της σύμβασης. Εάν η άρνηση εκτέλεσης μέρους της σύμβασης ισοδυναμεί με αποκήρυξη του συνόλου της σύμβασης εξαρτάται από την κατασκευή της σύμβασης και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Το «τεστ» είναι το ίδιο τόσο για την αποκήρυξη όσο και για την προληπτική παράβαση. Εάν η συμφωνία είναι μία ενιαία σύμβαση, το «τεστ» εφαρμόζεται για οποιοδήποτε μέρος της. Εάν ερμηνεύεται ως μια σειρά χωριστών συμβάσεων, εκ πρώτης όψεως, η παράβαση της μιας σύμβασης δεν μπορεί να αποτελεί απόρριψη των άλλων, ενώ, εάν η σύμβαση είναι διαιρετή, το ερώτημα είναι εάν η απόρριψη ενός διαιρετού μέρους δείχνει και πρόθεση αποκήρυξης της σύμβασης στο σύνολό της. Εάν η παράβαση αποτελεί αποκήρυξη του συνόλου της σύμβασης ή εάν μπορεί να διαχωριστεί το μέρος της σύμβασης που μολύνεται με την παράβαση, μπορεί να καθορίσει και εάν το αθώο μέρος οδηγείται σε αξίωση αποζημίωσης μόνον, αλλά όχι σε δικαίωμα να θεωρήσει όλη τη σύμβαση αποκηρυχθείσα. Λαμβάνεται υπόψη η ποσοτική αναλογία της παράβασης σε συνάρτηση με το σύνολο της σύμβασης και η πιθανότητα επανάληψης. Εάν οι παραβάσεις είναι τέτοιες που καταστρέφουν την εμπιστοσύνη του αθώου μέρους όσον αφορά λόγου χάριν την πιστοληπτική ικανότητα του υπερήμερου αντισυμβαλλομένου του, η παράβαση μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά στη ρίζα της σύμβασης. Το γεγονός και μόνο ότι παρόμοιες παραβάσεις, όσο μικρές και αν είναι, απειλούνται στο μέλλον, δεν σημαίνει απαραίτητα πως ισοδυναμούν με αποκήρυξη[26]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται για μια διττή σύμβαση, που αποτελείται από σύμβαση ασφάλισης ζωής και σύμβαση επένδυσης. Ο Ενάγων ανέφερε πως τον προσέλκυσε περισσότερο το επενδυτικό σκέλος, και πως γι' αυτό ενδιαφέρθηκε για το προϊόν. Το ενδιαφέρον του Ενάγοντος να προωθήσει μόνον το επενδυτικό σκέλος της συμφωνίας, δεν την αποχαρακτηρίζει από σύμβαση ασφάλισης ζωής με επενδυτική συνιστώσα. Σύμφωνα με την πρόταση για ασφάλεια ζωής του Ενάγοντος, που έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη (Τεκμήριο 2α), η βασική κάλυψη ήταν για την περίοδο από 29.04.2010 μέχρι 29.04.2030 έναντι ασφαλίστρου €40.080,00, πληρωτέου εφάπαξ. Δεν υπήρχε ελάχιστη εγγυημένη αξία στη λήξη. Σε περίπτωση θανάτου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το ποσό που θα ήταν πληρωτέο θα ήταν το μεγαλύτερο μεταξύ του ασφαλισμένου ποσού και της αξίας σε τιμή εξαργύρωσης των μονάδων που βρίσκονται σε πίστη του ασφαλιστηρίου. Με αυτή την έννοια, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως ο δικαιούχος, σε περίπτωση θανάτου του Ενάγοντος, θα λάμβανε τουλάχιστον το ποσό των €40.080,
- Το ωφέλημα θανάτου ίσχυε για την περίπτωση επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, όπως ρητά αναφέρεται και στον Πίνακα Ασφαλιστηρίου και στους όρους του (Τεκμήριο 2β). Προβλέπονταν ανάλογα το ωφέλημα στη λήξη. Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε το ένα ούτε το άλλο απασχολεί. Το ασφάλιστρο θα επενδύονταν. Σύμφωνα με την κατανομή του επενδυόμενου ασφαλίστρου, βάσει του επενδυτικού ορίζοντα που έδιδε επίπεδο 1 (ελάχιστος επενδυτικός κίνδυνος), το ασφάλιστρο θα επενδύονταν στο σύνολό του (100%) σε ταμείο (fund), ειδικότερα σε pensions money fund (FD13). Στην πρόταση, αναφέρονταν απλώς ενδεικτικές μονάδες, με αναφορά σε μη εγγυημένες αξίες εξαγοράς σε ρυθμό ανάπτυξης 3% και 5%, αναλόγως των ετών που θα ήταν σε ισχύ το συμβόλαιο. Όπως επεξηγείται και στο πίσω μέρος της πρότασης, με τονισμένα γράμματα, οι εμφανιζόμενες αποδόσεις δεν είναι εγγυημένες, αλλά μόνον ενδεικτικές, και χρησιμοποιούνται για σκοπούς υπολογισμού των αξιών εξαγοράς. Αναφέρεται πως η αξία των επενδύσεων του ταμείου μπορεί να αυξηθεί, αλλά και να μειωθεί, και οι αξίες εξαγοράς και λήξης να διαμορφωθούν ανάλογα. Αναφέρεται και πως προηγούμενες αποδόσεις των επενδυτικών ταμείων της Εναγόμενης δεν μπορούν να αποτελούν κριτήριο για μελλοντικές αποδόσεις. Ο Ενάγων φαίνεται να υπέγραψε πως κατανοεί τις πληροφορίες. Εν πάση περιπτώσει, ο όρος 8 που αναφέρεται στο ταμείο, ο όρος 9 που αναφέρεται στις χαριστικές μονάδες, ο όρος 10(β) που αναφέρεται στην πληρωμή ασφαλίστρων, ο όρος 11 που αναφέρεται στην εξαγορά ασφαλιστηρίου και ο όρος 12 που αναφέρεται σε μερική εξαγορά, σύμφωνα με την πρόσθετη πράξη για τη συμμετοχή του Ενάγοντος στην CW (Τεκμήριο 3) είχαν ανασταλεί, μέχρι την 29.04.
- Σύμφωνα με την πρόσθετη πράξη για την επενδυτική συνιστώσα, που ήταν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης ασφάλισης ζωής, για την περίοδο μέχρι την 29.04.2015, ο Ενάγων θα συμμετείχε στο «πεντάχρονο προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου CW» με ποσό €40.000,
- Δηλαδή, με το 100% του εφάπαξ ασφαλίστρου. Η περιγραφή του προϊόντος ως «προϊόν εγγυημένου κεφαλαίου» (στη λήξη) και με «εγγυημένη απόδοση» προδιαθέτει τον μέσο αναγνώστη χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις πως δεν θα υπήρχε περίπτωση απώλειας του ποσού των €40.000,00 στη λήξη, αλλά, στη χειρότερη περίπτωση, θα λαμβάνονταν μόνον το ποσό των €40.000,
- Πρόσθετα, θα λαμβάνονταν και 4,5% ετησίως (υπεραποδόσεις). Κάπου εκεί βρίσκεται το προφανές ελκυστικό κίνητρο να επενδύσει ο Ενάγων το ποσό που ήδη κατείχε στο προϊόν αυτό, αντί να το έχει κατατεθειμένο στην Τράπεζα. Είναι όμως εξίσου κατανοητό πως, από τη στιγμή αγοράς του επενδυτικού προϊόντος και πριν από τη λήξη, δεν θα υπήρχε πραγματικά αμετάβλητο κεφάλαιο €40.000,00, ούτε πραγματικά εγγυημένο κέρδος· όπως σε κάθε επένδυση. Για τη δεδομένη πενταετία, το κεφάλαιο θα πιστώνονταν στο ταμείο Money Fund 5 (unit account) που διατηρούσε η Εναγόμενη (εκεί θα είχε μετατραπεί σε μερίδια) και θα επενδύονταν σε (προθεσμιακές) καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Δεν αποκλείονταν εκροές μεριδίων για κάλυψη εξόδων. Ο Ενάγων γνώριζε ή ευλόγως μπορούσε να κατανοεί (πέρα από τις ελκυστικές «εγγυήσεις») και πως η μεταβλητότητα ή ακόμα και η διαθεσιμότητά του κεφαλαίου (που θα επενδύονταν σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd) και των αποδόσεων της επένδυσης εξαρτάται από κινδύνους που σχετίζονται εν γένει με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Αντίστοιχα, εάν η επένδυση δεν ήταν σε καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, αλλά σε ομόλογα ή κινητές αξίες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα, η αξία της επένδυσης θα εξαρτάτο από την αξία εκείνων. Ο επενδυτικός κίνδυνος, όμως, μετριάζονταν, για τον Ενάγοντα, ακριβώς με την παρεχόμενη (από την Εναγόμενη) «εγγύηση». Όχι με την έννοια της συμβατικής εγγύησης που περιλαμβάνει ανάληψη υποχρέωσης πληρωμής κατά τη λήξη ποσού €40.000,00, αλλά με την παρουσίαση ότι επρόκειτο για διασφαλισμένο (προστατευμένο) κεφάλαιο, με ελάχιστη εγγυημένη (από την Τράπεζα) απόδοση. Ότι στη λήξη της διάρκειας του προγράμματος, ο Ενάγων θα έχει τη δυνατότητα να λάβει το συνολικό ποσό του λογαριασμού επένδυσης όπως θα έχει διαμορφωθεί από τις περαιτέρω αποδόσεις (που εγγυάτο η Τράπεζα), ή το σύνολο των χρημάτων που είχε καταβάλει (εφάπαξ ασφάλιστρο) εφόσον είναι μεγαλύτερο (και εκείνο το «εγγυάτο» η Εναγόμενη). Η αναφορά, στην παράγραφο 1(β), σε εγγύηση «των αποδόσεων που αναφέρονται πιο κάτω» και αμέσως μετά, τα στην παράγραφο 1(γ), μπορεί μεν να αφήνει να νοηθεί, στην πρώτη ανάγνωση, πως «οι αποδόσεις που αναφέρονται πιο κάτω» και τυγχάνουν εγγύησης από την Τράπεζα περιλαμβάνουν και την απόδοση του ποσού που επενδύθηκε κατά τη λήξη του, και την ετήσια απόδοση 4,5% για όλη την πενταετία. Όμως η «απόδοση της επένδυσης» ή η «εγγυημένη απόδοση» έχει συγκεκριμένο νόημα στη γλώσσα του συμβολαίου, που διακρίνεται από το «εγγυημένο κεφάλαιο», που χρησιμοποιείται διακριτά και χαρακτηρίζει το προϊόν της Εναγόμενης. Μα και διαφορετική θεώρηση (ότι σε προϊόν Unit Linked εγγυημένου κεφαλαίου, κάποιος άλλος, μη συμβαλλόμενος, εγγυάται και το κεφάλαιο), ως πρότεινε η Εναγόμενη, εκτός από το ότι δεν συνάδει ούτε με το περιεχόμενο ούτε με το είδος της συγκεκριμένης σύμβασης, ενδεχομένως να σφράγιζε και αρνητικά την εν γένει διαθεσιμότητα των προϊόντων του είδους στην αγορά. Εάν και η Τράπεζα εγγυήθηκε στην Εναγόμενη το κεφάλαιο που θα επενδύονταν (με την ίδια έννοια, της διαβεβαίωσης της ασφάλειάς του), στο πλαίσιο της μεταξύ τους σχέσης, είναι διαφορετικό θέμα, που δεν απασχολεί τον Εναγόμενο, ο οποίος ξέρει συμβατικά την Εναγόμενη. Ενδεχομένως ο Ενάγων ή και η Εναγόμενη, ο καθένας από τη δική του συμβατική θέση, να θεωρούσαν τις καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd μειωμένου ρίσκου ή να μην μπορούσαν να προβλέψουν το «κούρεμα». Δεν απασχόλησαν τη διαδικασία γεγονότα που σχετίζονται με την δυνατότητα τέτοιας πρόβλεψης. Θα ήταν ευλόγως γνωστό στον Ενάγοντα πως η προστασία των καταθέσεων της Marfin Popular Bank Public Co Ltd δεν εξαρτάτο από την ίδια την Εναγόμενη. Η ΚΠΔ 133/2013 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 21.04.
- Όπως αναφέρει στο προοίμιό της η πράξη, επειδή η Αρχή Εξυγίανσης, ασκώντας τις εξουσίες που παρέχονται δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 2013, μετά από την από κοινού απόφαση με τον Υπουργό Οικονομικών για λήψη μέτρων εξυγίανσης, έχοντας λάβει υπόψη όσα αναφέρονται, εξέδωσε το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) την 29.03.2013, με βάση το οποίο υπήρχε η δυνατότητα τροποποίησης, και προς περιορισμό των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονταν στο Παράρτημα ΙΙ, το διάταγμα της ΚΔΠ 133/2013 πρόβλεπε, μεταξύ άλλων, πως μεταβιβάζεται ποσοστό 72,5% επί των υποχρεώσεων προς ασφαλιστικές εταιρείες στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός, ως γεγονός, πως αυτό σήμαινε αντίστοιχη απομείωση των καταθέσεων της Εναγόμενης στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (προηγούμενα Marfin Popular Bank Public Co Ltd) κατά 27,5%. Η απομείωση αυτή αφορούσε σε καταθέσεις της Εναγόμενης στην Τράπεζα, αλλά εμμέσως, στον βαθμό που ο Ενάγων γνώριζε ότι τα χρήματά του επενδύθηκαν σε καταθέσεις στην εν λόγω Τράπεζα, επηρέαζε και τον Ενάγοντα. Η απομείωση, ως γεγονός, δεν επηρέαζε τις συμβατικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεών της, κατά τη λήξη της πενταετίας να αποδώσει στον Ενάγοντα το εγγυημένο κεφάλαιο και τυχόν εγγυημένες (πλέον από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ) αποδόσεις. Ο Ενάγων εξέλαβε ότι η Εναγόμενη δεν θα εκπληρώσει την υπόσχεσή της αυτή, επειδή, όταν, θορυβημένος από την μείωση που παρατήρησε στον τραπεζικό λογαριασμό (που δεν αποκλείονταν πάντως να υπάρχει κατά τη διάρκεια της πενταετίας), με επιστολή του ημερομηνίας 10.05.2013, ζήτησε πληροφόρηση για την αξία κατά τον χρόνο εκείνο και για την προβλεπόμενη αξία στη λήξη, θέτοντάς της ο ίδιος ότι εγγυήθηκε το κεφάλαιο. Η Εναγόμενη, με την επιστολή της ημερομηνίας 08.07.2013, απάντησε πως υπέστη απομείωση η κατάθεση του κεφαλαίου στις καταθέσεις της Τράπεζας (γεγονός που επανέλαβε ενημερωτικά με την επιστολή της ημερομηνίας 09.08.2013), επομένως η αξία της επένδυσης κατά τον χρόνο αναφοράς ήταν €29.870,00 περιλαμβανομένων των αποδόσεων, ενώ η προβλεπόμενη αξία κατά τη λήξη θα ήταν €29.000,00, πλέον οι αποδόσεις μέχρι την 30.04.
- Δεν ανέφερε, η Εναγόμενη, πως δεν θα εκπληρώσει κάποια υπόσχεσή της με βάση τις επίδικες συμφωνίες. Ούτε, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα του Ενάγοντος ότι η «προβλεπόμενη αξία» κατά τη λήξη θα είναι €29.000,00, θα μπορούσε να σημαίνει πρόθεση μη πληρωμής στον Ενάγοντα οποιουδήποτε ποσού βάσει των συμφωνηθέντων, είτε στη σύμβαση ασφάλισης είτε στη σύμβαση επένδυσης. Τούτο ασχέτως και της δικής της καλόπιστης ερμηνείας σε σχέση με τους όρους της πρόσθετης πράξης και την «εγγύηση» του κεφαλαίου, που τέθηκε εις απάντηση της αντίστοιχης ερμηνείας που παρέθεσε ο Ενάγων στη δική του επιστολή. Η πρόθεση για συνέχιση της συμφωνίας και εκπλήρωση των συμφωνηθέντων ήταν έκδηλη και με τα λεγόμενα αλλά και με την πληρωμή στον Ενάγοντα της εγγυημένης απόδοσης. Ο Ενάγων, δια των δικηγόρων του, με επιστολή ημερομηνίας 18.12.2013 (διορθωμένη με επιστολή ημερομηνίας 09.01.2014) συνέχισε την ερμηνευτική αντιπαράθεση και έθεσε άλλα ερωτήματα στην Εναγόμενη, που απαντήθηκαν με την επιστολή της ημερομηνίας 24.01.
- Ούτε δια της επιστολής της Εναγόμενης ημερομηνίας 24.01.2014 διακρίνεται πρόθεση της Εναγόμενης να μην ανταποκριθεί προς τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι στον Ενάγοντα ή ότι υπάρχει άρνηση ή αδυναμία εκπλήρωσης. Μάλιστα, αναφέρθηκε πως, σε περίπτωση που και η Εναγόμενη αποζημιωθεί για την απομείωση, αντανακλαστικά, θα επωφεληθούν οι πελάτες της τα χρήματα των οποίων είχαν επενδυθεί σε καταθέσεις της συγκεκριμένης Τράπεζας. Έχοντας υπόψη το σύνολο των δεδομένων, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν για την αποκήρυξη και την προληπτική παράβαση, δεν συμμερίζομαι τη θέση του κύριου Δαμιανού πως έχουμε περίπτωση προληπτικής παράβασης, με την έννοια κάποιας ρητής ή υπονοούμενης - αλλά εκπεφρασμένης - δήλωσης της Εναγόμενης πως δεν θα πληρώσει στον Ενάγοντα όσα δικαιούται με βάση τις συμφωνίες, ειδικότερα σε περίπτωση που καταδεικνύονταν λανθασμένη η δική της ερμηνεία ως προς την πρόσθετη πράξη. Δεν φαίνεται να υπήρξε πρόθεση αποκήρυξης των συμφωνηθέντων από την Εναγόμενη, που να απολήγει σε προληπτική παράβαση. Σε κάθε περίπτωση, ο Ενάγων δεν θεώρησε τις επίδικες συμφωνίες καταγγελθείσες ούτε τερμάτισε. Άσκησε συγκεκριμένο συμβατικό δικαίωμα. Προέβη σε εξαγορά (με όποια επιφύλαξη). Ρητά αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 πως «σε περίπτωση εξαγοράς πριν από την πάροδο των 5 ετών, η εγγύηση του κεφαλαίου δεν ισχύει». Άρα, σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση του Ενάγοντος, που εξαγόρασε πριν από την πενταετία, δεν μπορεί να βασιστεί σε κάποιαν εγγύηση της Εναγόμενης για το κεφάλαιο. Ο αντίστοιχος όρος για την εξαγορά του σκέλους της σύμβασης που αφορά στην ασφάλιση (στη CM) είχε ανασταλεί με την πρόσθετη πράξη. Ο Ενάγων δεν παραπονέθηκε πως παρασύρθηκε σε εξαγορά που δεν ήθελε να κάνει, έχοντας απωλέσει κεφάλαιο εξαιτίας της επιλογής της εξαγοράς τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η εξαγορά, που αναμφίβολα έλαβε χώρα (και δεν απαγορεύονταν να λάβει χώρα), ήταν δικαίωμα που άσκησε ο Ενάγων, θεωρώντας την, με τα δικά του κριτήρια ή κατόπιν συμβουλών που έλαβε, ως μια σύμφορη για τον ίδιο επιλογή τη δεδομένη στιγμή, έχοντας συνειδητοποιήσει την πραγματοποίηση του κινδύνου της επένδυσης στις καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, και πλέον μη έχοντας εμπιστοσύνη στο προϊόν της επένδυσης. Εμπιστοσύνη που απώλεσε όχι λόγω πράξεων της Εναγόμενης και συμβατικής συμπεριφοράς της (η ευκαιριακά εκφρασμένη διαφορετική ερμηνεία της Εναγόμενης ως προς τους όρους της πρόσθετης πράξης, από μόνη της, δεν δικαιολογεί, αντικειμενικά, απώλεια εμπιστοσύνης στο ότι η Εναγόμενη θα εκτελέσει τυχόν υφιστάμενες ή υπό αίρεση συμβατικές υποχρεώσεις, που απλώς μπορεί να χρήζουν ερμηνείας), αλλά λόγω του ιδίου του «κουρέματος». Ευλόγως την απώλεσε. Ο καθένας που είχε επένδυση σε καταθέσεις ή καταθέσεις που υπέστηκαν απομείωση, θα είχε κλονισμένη εμπιστοσύνη. Ήταν εν γνώσει του εξ αρχής η επένδυση στις καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Ήταν επιλογή του, με την αγορά του επίδικου προϊόντος. Που είχε αυτό το ρίσκο. H εξαγορά δεν έχει την έννοια του τερματισμού λόγω προληπτικής παράβασης (είναι συμβατικά προβλεπόμενη μέθοδος λύσης), αν και επιφέρει και η ίδια τη λύση της σύμβασης για το μέλλον (ex nunc), παύοντας όλες τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών. Η ρευστοποίηση μέσω της άσκησης του προβλεπόμενου δικαιώματος εξαγοράς πριν από την περίοδο λήξης μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε απώλεια χρημάτων. Με ρητό τρόπο, δεν υφίσταται οποιαδήποτε εγγύηση του κεφαλαίου σε περίπτωση εξαγοράς, και αυτό έχει να κάνει με τη μεταβλητότητα του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της επένδυσης (δεν είναι στον έλεγχο της Εναγόμενης). Αντίστοιχα, εάν ο λόγος δεν γίνονταν απλώς για απομείωση κατά τη μεταφορά σε άλλη Τράπεζα, αλλά για εκκαθάριση της εταιρείας στις αξίες της οποίες επενδύθηκαν χρήματα, ο αντίκτυπος στον επενδυτή θα ήταν δεδομένος. Η αξία εξαγοράς είναι πάντοτε η αξία του πιστωτικού υπολοίπου και του λογαριασμού μονάδων του λήπτη της ασφάλισης. Ότι ο Ενάγων, έχοντας ενδείξεις σε σχέση με τα δεδομένα κατά τη λήξη ή απλώς έχοντας πλέον απωλέσει την εμπιστοσύνη του στο προϊόν, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της εξαγοράς, δεν αντανακλά ούτε στην ερμηνεία των συμφωνηθέντων, όπως του υποβλήθηκε κατά τη δίκη από την κυρία Σιακαλλή. Δεν θεωρώ ότι πρέπει να λογοδοτήσει ο Ενάγων επειδή άσκησε το δικαίωμα εξαγοράς. Μπορούσε να εξαγοράσει με βάση το Τεκμήριο 3, αλλά δεχόμενος τότε ότι θα λάμβανε μόνον την αξία του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού μονάδων του κατά τον χρόνο της εξαγοράς. Τίποτε άλλο. Βάσει των συμφωνηθέντων πάντα. Ο Ενάγων δεν παρείχε στο Δικαστήριο κάποιαν εκτίμηση ή άλλη μαρτυρία ότι η αξία που έλαβε από την Εναγόμενη κατά τον χρόνο εξαγοράς ήταν μικρότερη από το ποσό που έπρεπε να λάβει, ή ότι έπρεπε να λάβει από την Εναγόμενη συγκεκριμένες ετήσιες αποδόσεις που δεν έλαβε. Η βάση της αγωγής του Ενάγοντος εναντίον της Εναγόμενης καταλήγω πως δεν μπορεί να επιτύχει, είτε για την επιστροφή και του ποσού των €11.000,00 (για να συμπληρωθεί το ποσό των €40.000,00 που επενδύθηκε), είτε για οποιεσδήποτε άλλες αποδόσεις επένδυσης μετά την εξαγορά. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε πράγματι πρόθεση αποκήρυξης που να απολήγει σε (προληπτική ή προκαταβολική) παράβαση των συμφωνηθέντων από την Εναγόμενη (που απλώς είχε διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, που εκφράστηκε σε απάντηση επιστολών του Ενάγοντος), ούτε ο Ενάγων υπέστη ζημιά λόγω συμβατικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης, ούτε η Εναγόμενη αποκόμισε και κρατεί όφελος από τη λειτουργία των συμφωνηθέντων σε βάρος του Ενάγοντος που θα πρέπει να του αποδώσει, δεν θεωρώ πως, στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγων θα πρέπει να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη. Εάν, λόγω της απομείωσης, η επένδυση του Ενάγοντος στις καταθέσεις της Marfin Popular Bank Public Co Ltd μέσω του ασφαλιστικού ταμείου, και κατ' επέκταση ο Ενάγων, υπέστη απώλεια, και εάν θεωρεί την απομείωση παράνομη ή άδικη πράξη γενικά, δεν είναι αυτό το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να επιλυθεί αυτή η διαφορά. Κατάληξη Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η απαίτηση του Ενάγοντος εναντίον της Εναγόμενης, ως περιλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησής του, δεν μπορεί να έχει επιτυχία, παρά τη διαπίστωση πως την «εγγύηση κεφαλαίου» είναι η Εναγόμενη που την παρείχε. Το θέμα δεν ήταν θεωρητικό, ποιος παρείχε την «εγγύηση κεφαλαίου» με βάση το Τεκμήριο 3, και το νόημά της. Πέραν της δικαίωσης του Ενάγοντος όσον αφορά την ερμηνευτική προσέγγιση, υπάρχει αξίωση, σε συγκεκριμένη νομική βάση, που, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, είναι απορριπτέα. Όσον αφορά τα έξοδα, ισχύει ο κανόνας πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της (αντιπαραθετικής) διαδικασίας στην οποία έχουν προκύψει. Δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος απόκλισης από τον κανόνα αυτό, υπό τις περιστάσεις. Φυσικά, εναπόκειται στην Εναγόμενη, εάν επιθυμεί, να μην διεκδικήσει από τον Ενάγοντα την πληρωμή των εξόδων της διαδικασίας ή να συμφωνήσει διαφορετικά με τον Ενάγοντα, λαμβάνοντας υπόψη διάφορες άλλες παραμέτρους που δεν απασχολούν τη συγκεκριμένη δίκη. Ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ (subject: civil jurisdiction/other actions/final judgement αναφορά: unit-linked-anticipatory breach-bail-in) [1] Έγγραφο Β, 29.03.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [2] Έγγραφο Γ, 31.05.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [3] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401. [4] Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ
- [5] Έγγραφο Γ, 31.05.2022, άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- [6] Άρθρο 21
(3)του Νόμου 35(Ι)/
- [7] Άρθρο 133 Νόμου 35(Ι)/
- [8] Άρθρο 59
(2)(γ) του Νόμου 35(Ι)/2002. [9] Συνοπτικά στην Investors Compensation Scheme Ltd v West Bromwich Building Society [1998] 1 All E.R. 98, σελ. 114-115, και Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38, και στην εγχώρια νομολογία ενδεικτικά: Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 CLR 623, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 ΑΑΔ 168, Mιχαήλ ν. Kωμοδρόμου
(1997)1 ΑΑΔ 576, Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ ΛΤΔ
(1998)1 ΑΑΔ 2335, Πουγιούκα ν. Θρασυβούλου
(1998)1 ΑΑΔ 2014, Ευθυμίου ν. Δημητρίου
(2001)1 ΑΑΔ 1721, Ζήνωνος ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 927, Καραολή ν. Λαούρη
(2008)1 ΑΑΔ 225, Amethyst Distributors Ltd ν. Iεράς Mονής Kύκκου
(2011)1 ΑΑΔ 199, Μarfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Χατζηνεοκλέους και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 595, και άλλες. [10] Sirius International Insurance Co (Publ) v FAI General Insurance Ltd [2004] UKHL 54 σελ. 19 και Rainy Sky SA v kookmin Bank [2011] UKSC
- [11] Wood v Capita Insurance Services Ltd [2017] UKSC
- [12] Bank of New Zealand v Simpson [1900] AC
- [13] BOC Group Plc v Centeon LLC [1999] 1 All E.R. (Comm)
- [14] Oceanbulk Shipping and Trading SA v TMT Asia Ltd [2010] UKSC
- [15] Proforce Recruit Ltd v Rugby Group Ltd [2006] EWCA Civ 69· και Jones v Bright Capital Ltd [2006] All E.R. (D) 87 (Dec)· ο Lord Hoffmann ήταν επικριτικός στη χρησιμοποίηση ενός τέτοιου ιδιωτικού λεξιλογίου στην Partenreederei MS Karen Oltmann v Scarsdale Shipping Co Ltd, The Karen Oltmann [1976] 2 Lloyd's Rep
- [16] 8 Static Control Components (Europe) Ltd v Egan [2004] EWCA Civ 392· και KPMG LLP v Network Rail Infrastructure Ltd [2007] EWCA Civ 363· και HIH Casualty and General Insurance Ltd v New Hampshire Insurance Co [2001] EWCA Civ 735· και St Ivel Ltd v Wincanton Group Ltd [2008] EWCA Civ 1286· και Youell v Bland Welch & Co Ltd [1992] 2 Lloyd's Rep
- [17] Halsbury's Laws of England/Contract (Volume 22
(2012))/5. Contractual Terms/
(1)Representations and Terms/(ii) Interpretation of Express Contractual Terms/362. Particular rules, or guidelines. [18] John Lee & Son (Grantham) Ltd v Railway Executive [1949] 2 All E.R. 581· και Pera Shipping Corpn v Petroship SA, The Pera [1984] 2 Lloyd's Rep 363 σελ. 365· και Tam Wing Chuen v Bank of Credit and Commerce Hong Kong Ltd [1996] 2 BCLC 69 σελ. 77, PC· και Royal and Sun Alliance Insurance Plc v Dornoch Ltd [2004] EWHC 803 (Comm). [19] Stocznia Gdanska SA v Latvian Shipping Co [2002] EWCA Civ 889, [96], (παραίτηση από μια σιωπή που μιλά), White Rosebay Shipping SA v Hong Kong Chain Glory Shipping Ltd; The Fortune Plum [2013] EWHC 1355 (Comm). [20] Mersey Steel and Iron Co v Naylor, Benzon & Co
(1884)9 App Cas 434 at 438, HL, από Lord Selborne LC. [21] Ross T Smyth & Co Ltd v Bailey, Son & Co [1940] 3 All ER 60, 71, από Lord Wright, Tigris International NV v China Southern Airlines Co Ltd [2014] EWCA Civ 1649 (δραστηριότητες που δεν ισοδυναμούν με κρυφή συμπεριφορά που συνιστούσε αποκήρυξη). [22] Heyman v Darwins Ltd [1942] AC 356, 397, από Lord Porter. [23] Eminence Property Developments Ltd v Heaney [2010] EWCA Civ 1168, [63], Tullett Prebon plc v BGC Brokers LP [2011] EWCA Civ 131, [22]-[29]. [24] Halsbury's Laws of England/Contract (Volume 22
(2019))/8. Discharge of Contractual Promises/
(4)Discharge by Termination for Breach of Contract/(iii) Repudiation/353. Express and implied repudiation. [25] Freeth v Burr
(1874)LR 9 CP 208, 214, Thompson v Caroon
(1993)66 P & CR 445, PC. [26] Halsbury's Laws of England/Contract (Volume 22
(2019))/8. Discharge of Contractual Promises/
(4)Discharge by Termination for Breach of Contract/(iii) Repudiation/352. Repudiation must go to the root of the contract. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο