← Κύπρος

Μ. Κ. ν. Ν. Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής 3534/14, 7/10/2022

Μ. Κ. ν. Ν. Ν. κ.α., Αρ. Αγωγής 3534/14, 7/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3534/14 Μεταξύ: Μ. Κ. Ενάγοντας και

  1. Ν. Ν., από τη Λευκωσία Radiostage Company Ltd., από τη Λευκωσία Γ. Χ., από τον Κάτω Πύργο Εναγόμενων Ημερομηνία: 7η Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Παναγιώτης Κλεοβούλου Για Εναγόμενους 1 και 2: Αρτέμης Αρτεμίου Για Εναγόμενο 3: Χαρίκλεια Μεττή ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η τηλεφωνική παρέμβαση ακροατή σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 26.6.2014 αποτελεί το επίδικο ζήτημα της παρούσας διαδικασίας. Ο Ενάγοντας παραπονείται ότι τα όσα λέχθηκαν κατά την εν λόγω παρέμβαση αποτελούν συκοφαντική δυσφήμιση εναντίον του, επειδή, ψευδώς και κακοβούλως, απέδωσαν σε αυτόν σοβαρά ποινικά αδικήματα. Αξιώνει από τους Εναγόμενους θεραπείες για τη ζημιά στη φήμη του. Έγγραφες Προτάσεις Περιληπτικά, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγων αναφέρει ότι είναι αξιωματικός εν αποστρατεία του Ελληνικού Στρατού και γνωστός στην Κύπρο καθότι υπήρξε για χρόνια δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Λεμεσού. Το Φεβρουάριο του 1964 επέστρεψε στην Κύπρο από την Ελλάδα, όπου υπηρετούσε, έχοντας προηγουμένως αποφοιτήσει από τη Σχολή Ευελπίδων και με την επιστροφή του ανέπτυξε στρατιωτική δράση στην περιοχή της Τυλληρίας κατά την περίοδο 1964 με
  2. Έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο «[ ]». Ο Εναγόμενος 1 είναι δημοσιογράφος και εργάζεται στον Ραδιοφωνικό Σταθμό «Άστρα» που κατ' ισχυρισμό ανήκει στην Εναγόμενη 2 εταιρεία και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συντονιστής της εκπομπής «ο γέγονε, γέγονε». Πάντα κατά τον Ενάγοντα, στις 26.6.2014, στο πλαίσιο της εν λόγω εκπομπής, ακροατής, δηλαδή ο Εναγόμενος 3, σε τηλεφωνική παρέμβασή του δημοσίευσε τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Ο Ενάγων αναφέρει ότι το δημοσίευμα αφορά τον ίδιο, είναι εκ προθέσεως και κακόβουλα δυσφημιστικό. Είναι ψευδές και καταλογίζει σε αυτόν ποινικά αδικήματα. Τον εξέθεσε, καθαυτό τον τρόπο, σε γενικό μίσος, αποστροφή και περιφρόνηση, αλλά και σε κίνδυνο. Πλήττει δε την φήμη και υπόληψή του ως άτομο που αγωνίστηκε για την πατρίδα του. Το επίδικο δημοσίευμα αναφέρει: «Εγώ μιλώ από τον Κάτω Πύργο, να κλείσω το ράδιο ένα λεπτό. Είμαι ο Γ. ο Χ., είμαι μαχητής της αντίστασης, λυπούμαι να αναφέρνω τα πράματα, διότι ένεν λογικό να φκαίνει ένας να λέει τι έκανε και τι δεν έκανε. Όμως αφού μας αναγκάζουν ορισμένοι άνθρωποι πρέπει να πούμε τα πράγματα με την σειρά τους τζαι να πω τζαι ονόματα, αλλά εν γλήορα πουν να τα πω, εν θα αρκήσω εγώ. Είμαι, ήμουν 15 χρονών. 15 χρονών τζαι εγώ θυμούμαι ότι, να πω ονόματα εμμμ να μας αφήκεις να . ο Θεός έδωσε μια χάρη στον άνθρωπο να μιλά ελεύθερα τζαι να ακούει τζαι ο κύριος Α. τζαι οποιοσδήποτε Κυπραίος. Στον Πύργο της Τυλληρίας υπήρχαν τρία άτομα. Ο ένας ονομάζετουν Β. Ζ. ο άλλος ονομάζετουν Π. δεν θυμούμαι το άλλο του όνομα και ο Κ. Δ. από τηηην, στην Λεμεσό εμένομιζ. Το λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι έβαζαν ομάδες, δύο ομάδες που εκάμασιν, το λοιπόν, τζαι εγεμίζαν τα λεωφορεία τζαι όποιος Τουρκοκύπριος έβγαινε από την Μασούρα, από τον Άγιο Θεόδωρο, από την Πηγή εεεεε, εδώ στο Σελέμανη τζαι ξέρω γω επιαίναν στες ελιές τους, τανγκ τους επαίζασιν κάθε λιο και άναβαν τη φωτιά. Να τα ακούει τζαι ο κύριος Α. τούτα. Το λοιπόν εγώ έλαβα μέρος εις στην μάχη της Κοφίνου, είμαι αριστερός και εν τιμή μου. Έλαβα μέρος στο προγεφύρωμα του Λιμνίτη, έλαβα μέρος στα Κόκκινα. Και δεν μπορούμε να ακούμε τούτον τον Α. να μας λέει τούτα τα πράματα. Κι όμως επίσης ο Μακάριος το λάθος του; Το λάθος του ήταν, γιατί έκαμα σου μιαν ερώτηση την άλλη φορά τζαι δεν μου απαντήσετε ακόμα, εγώ έθελα όταν εκάμναν τις ομάδες τζαι εχτυπούσαν τους αστυνομικούς σταθμούς τζαι ο κύριος, ο συχωρεμένος να το πούμε, ο Κ. σκοτώθηκε εις τη μάχη του Κουτραφά στον αστυνομικό σταθμό τζαι σας ερώτησα να μου πείτε τι δουλειές έχουν τα παιθκιά τους; Ένη ξέρω ντα μπου εκάμετε φυσικά ακόμα. Αυτό ήταν το λάθος του Μακαρίου, που έπρεπε να κρεμάζει. Ήταν αυτό το λάθος του, όι τίποτε άλλο.» Με κοινή Υπεράσπιση, οι Εναγόμενοι 1 και 2, παραδέχονται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι δημοσιογράφος και εργάζεται στο σταθμό «Άστρα», ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτο συντονιστής της εκπομπής «ο γέγονε, γέγονε» που μεταδιδόταν παγκύπρια, αλλά ότι, για τεχνικούς λόγους, η συγκεκριμένη επίδικη εκπομπή μεταδόθηκε μόνο στη Λεμεσό. Κατά τα λοιπά, αρνούνται τα όσα τους προσάπτει ο Ενάγοντας, και προσθέτουν ότι το δημοσίευμα δεν αφορά τον Ενάγοντα, οι ίδιοι δεν προέβησαν κακόβουλα ή με πρόθεση σε δυσφήμιση του Ενάγοντος, ενήργησαν σεβόμενοι το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης του Εναγόμενου 3, τα λόγια του οποίου δεν είχαν τρόπο να εμποδίσουν. Διαζευκτικά προκρίνουν ότι η δημοσίευση ήτο αληθής και αποτελούσε κριτική επί αληθών γεγονότων, έγινε συνεπεία νομικού, ηθικού και κοινωνικού καθήκοντος και συνιστά έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Με δική του ξεχωριστή Υπεράσπιση, ο Εναγόμενος 3 αρχικά έγειρε γενική προδικαστική ένσταση αναφέροντας ότι η Αγωγή είναι ενοχλητική και επιπόλαιη και επίσης αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος που τον αφορούν. Διαζευκτικά προτείνει ότι έχει αντίθετη θεώρηση των εννοιών που ο Ενάγοντας αποδίδει στις λέξεις του δημοσιεύματος, ότι το δημοσίευμα δεν αφορά τον Ενάγοντα, δεν είναι δυσφημιστικό και δεν χαρακτηρίζεται από πρόθεση ή κακοβουλία. Εάν ήθελε αποδειχθεί όμως ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, τότε ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι ήταν έντιμο σχόλιο, καλόπιστο και αφορούσε θέμα δημοσίου συμφέροντος. Μαρτυρία Κατά την ακρόαση κατέθεσαν δια ζώσης επτά μάρτυρες. Έξι για τον Ενάγοντα και ένας για τους Εναγόμενους 1 και
  3. Η πλευρά του Εναγόμενου 3 δεν πρόσφερε οποιαδήποτε μαρτυρία. Έλαβα υπόψη μου όλη την ενώπιον μου μαρτυρία. Συνοψίζω αυτή ως προς τα ουσιαστικά σημεία πιο κάτω. Έπειτα την αξιολογώ έχοντας κατά νου πρώτον, ότι η παρούσα αφορά υπόθεση δυσφήμισης και το έργο αξιολόγησης μαρτυρίας που σχετίζεται με το κατά πόσο το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό έχει σημασία μόνο όταν εξετάζεται τυχόν κακοβουλία ή θέμα αποζημιώσεων[1] και δεύτερον τις σχετικές επί του έργου της αξιολόγησης αρχές που καθορίζουν ότι η μαρτυρία πρέπει να συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση ή απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[2]. Αξιολογείται το περιεχόμενο, η ποιότητα, η πειστικότητα και η σύγκριση συγκεκριμένης μαρτυρίας στην υπόθεση με την υπόλοιπη[3]. Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα ν' αποδεχθεί μερικώς τη μαρτυρία ενός μάρτυρα στην υπόθεση[4], νοουμένου ότι η μερική αποδοχή αιτιολογείται[5]. Τ. Κ. - ΜΕ1 Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση στη οποία αναφέρει ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα προσωπικά αλλά και ως ιστορικό πρόσωπο μέσω μελέτης, και παραθέτει γεγονότα τα οποία, ως ισχυρίζεται, δείχνουν τη δράση του Ενάγοντος κατά διάφορες χρονικές περιόδους της σύγχρονης Κυπριακής ιστορίας. Η δράση και ο χαρακτήρας του Ενάγοντος, κατά τον ΜΕ1, δεικνύουν ηθικό άτομο που χαίρει σεβασμού από το κοινό, ανεξαρτήτου πολιτικών πεποιθήσεων. Ως μελετητής της ιστορίας, ο ΜΕ1, θεωρεί το δημοσίευμα ως στρέβλωση της ιστορίας, προπαγανδιστικό, ψευδές, κακόβουλο και ως προϊόν εμπάθειας για το πρόσωπο του Ενάγοντος. Κατέθεσε τα Τεκμήρια 1 και 2 τα οποία, όπως ανέφερε είναι εκτυπώσεις από το βιβλίο με τίτλο «Η Αντίσταση». Αντεξεταζόμενος στήριξε ότι ο Ενάγοντας δεν παραπέμφθηκε ποτέ σε δίκη για οποιαδήποτε ενέργειά του και χαρακτήρισε τη δράση του «ηρωική». Ο ίδιος, σε ερώτηση εάν έχει ακαδημαϊκά προσόντα στην ιστορία, ανέφερε ότι είναι νομικός αλλά έχει από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες ιστορίας πανελληνίως. Αναφέρθηκε εκτενώς στις πηγές βάσει των οποίων άντλησε γνώση και στήριξε τη θέση ότι ο Ενάγοντας ενήργησε για συγκεκριμένα θέματα υπό τις διαταγές της Κυπριακής Δημοκρατίας από το έτος 1963 και έπειτα. Αντιμέτωπος με υποβολή ότι ο Ενάγοντας λιποτάκτησε από τον Ελληνικό Στρατό κατά την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο, ανέφερε ότι λιποτάκτησε εντός εισαγωγικών και παρομοίωσε την λιποταξία του Ενάγοντος με εκείνου του Παύλου Μελά και άλλων. Επανέλαβε ότι ο Ενάγοντας δεν καταδικάστηκε για λιποταξία. Όταν του υπεβλήθη από το συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 ότι κατά την περίοδο 1967 - 1971 ο Ενάγοντας συμμετείχε σε επιχειρήσεις εκκαθάρισης αντιστασιακών και Τουρκοκυπρίων, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά το διάστημα εκείνο αφενός δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε εχθροπραξία και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πηγή που να αναφέρει ότι ο Ενάγοντας είχε οποιαδήποτε ένοπλη εμπλοκή κατά την περίοδο εκείνη. Σημείωσε ότι η ΕΟΚΑ Β' ιδρύθηκε το 1971 και η δράση της ξεκίνησε το 1973 ως αντίδραση στις τότε εκλογές. Σε υποβολή ότι ο Ενάγοντας ήταν προδότης και ότι έδινε εντολές για βιαιοπραγίες, ο ΜΕ1 απάντησε ότι οι τοποθετήσεις αυτές είναι αυθαίρετες και δεν βασίζονται σε οποιαδήποτε στοιχεία. Δέχθηκε ότι η δράση του Ενάγοντος στην ΕΟΚΑ Β' ήταν έκνομη, ξεκαθάρισε ότι αυτός εκδιώχθηκε από την Εθνική Φρουρά και ότι προφυλακίστηκε και σε υποβολή ότι λιποτάκτησε από τη Σχολή Ευελπίδων ανέφερε ότι εξέφραζε θέσεις κατά των συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου. Δεν συμφώνησε ότι ο Ενάγων είχε ομάδες ενόπλων υπό τη διοίκησή του στην ΕΟΚΑ Β' και διευκρίνισε ότι ο ρόλος του ήταν επιτελικός. Σε σχέση με το επίδικο δημοσίευμα ανέφερε ότι το πληροφορήθηκε από τον πεθερό του. Υποστήριξε ότι είναι κοινή λογική ότι μετά το δημοσίευμα η ζωή του Ενάγοντος κινδυνεύει. Σε σχετικές ερωτήσεις επί του σημείου, απάντησε ότι, κατά την περίοδο των γεγονότων της Τηλλυρίας, ο Ενάγοντας δρούσε κατόπιν εντολών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι «εκκαθάριση» σημαίνει εκδίωξη των στασιαστών από τις θέσεις τους και ότι ο Ενάγοντας δεν είχε καμία σχέση με το πραξικόπημα. Στη δικηγόρο του Εναγόμενου 3, επεξήγησε ότι, από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 3 ο ίδιος στο δημοσίευμα αναφέρει ότι ανήκει στην αριστερά και το δημοσίευμα είναι ψευδές, τότε «εφορμάται από εμπαθή ελατήρια» λόγω της ιδεολογικής καταβολής του Εναγόμενου 3 και ότι είναι δικό του συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα εξυπηρετεί φιλοτουρκική προπαγάνδα. Διευκρίνισε ότι ήρθε ως μάρτυρας του Ενάγοντος και όχι του Εναγόμενου και κατέθεσε γεγονότα υπέρ του. Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, με τη σειρά του, κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Αναφέρει ότι ζει στη Λεμεσό με την οικογένειά του. Αφυπηρέτησε από τον ελληνικό στρατό με βαθμό αντισυνταγματάρχη. Διετέλεσε μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Λεμεσού για 18 χρόνια μέχρι και το
  4. Συμμετείχε στον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Το 1964 επέστρεψε στην Κύπρο και τοποθετήθηκε στην περιοχή Μόρφου - Τηλλυρίας. Οι θέσεις του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν. Αναφέρθηκε στη δράση του κατά το χρόνο εκείνο και στην περιοχή και ότι έφερε το ψευδώνυμο «Διάκος». Όταν τοποθετήθηκε στην περιοχή Πύργου - Πάνω Πύργου - Πηγαινιών - Μοσφιλιού, βοηθοί του ήταν ο Β. Σ. και ο Π. Ψ. Συμμετείχε μόνο σε μάχες με ένοπλους. Θεωρεί ότι ο ραδιοσταθμός «Άστρα» αποτελεί μέσο προπαγάνδας γνωστού ιδεολογικού χώρου, αλλά μεταδίδεται παγκύπρια και ακούγεται και από το ευρύ κοινό. Γνωρίζει ότι το ποσοστό ακροαματικότητας του εν λόγω ραδιοσταθμού κατά τον Ιούνιο του 2014 ανερχόταν σε 6%, δηλαδή 30000 με 35000 ακροατές. Στις 26.6.2014, στο πλαίσιο της επίδικης εκπομπής που συντόνιζε ο Εναγόμενος 1 και μεταδιδόταν από το ραδιοσταθμό ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2 ακούστηκε το επίδικο δημοσίευμα από τον Εναγόμενο
  5. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 ψηφιακό δίσκο ο οποίος περιέχει την επίδικη εκπομπή. Το εξασφάλισε όταν ο ραδιοσταθμός που το μετέδωσε το απέστειλε στο δικηγόρο του. Θεωρεί ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ίδιο. Είναι ο μόνος στην περιοχή που έχει το όνομα αυτό, μένει στη Λεμεσό, δραστηριοποιούνταν στην περιοχή της Τηλλυρίας κατά το σχετικό χρόνο και οι βοηθοί του ταυτίζονται με τους κατονομαζόμενους. Ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε την τηλεφωνική παρέμβαση του Εναγόμενου 3 και μάλιστα την ενθάρρυνε με τη λέξη «μάλιστα» και τον επιβράβευσε με το να στείλει χαιρετισμούς στο χωριό του Εναγόμενου
  6. Κρίνει το δημοσίευμα δυσφημιστικό καθότι του αποδίδεται με αυτό η διάπραξη ποινικών αδικημάτων, δηλαδή δολοφονίες αμάχων. Του προκάλεσε ζημιά στη φήμη του καθότι τον παρουσίασε σαν «αδίστακτο δολοφόνο και ανθρωπόμορφο τέρας». Θεωρεί το δημοσίευμα ως μέρος ευρύτερου σχεδίου και αρνείται κατηγορηματικά ότι έπραξε οτιδήποτε από τα όσα θεωρεί ότι του καταλογίζει το δημοσίευμα. Κρίνει επίσης το δημοσίευμα ως κακόβουλο. Συνεπεία της δημοσίευσής του εξευτελίστηκε, διασύρθηκε και ταπεινώθηκε και περιέπεσε σε χλεύη και κοινωνική αποστροφή. Στο ψηφιακό δίσκο (Τεκμήριο 3) περιέχεται ολόκληρη η επίδικη εκπομπή. Κατά τη δίκη ζήτησε όπως ακουστεί και ακούστηκε το επίδικο απόσπασμα. Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 4 το οποίο είναι φωτογραφία του ιδίου όταν ήτο αιχμάλωτος για τη συμμετοχή του στον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο των Εναγόμενων 1 και 2 διευκρίνισε ότι μεταξύ των ετών 1959 και 1986 ήταν στον ελληνικό στρατό, εκτός της περιόδου 1967 με 1975 που ήτο εκτός λόγω του ότι είχε εγκαταλείψει τον Ελληνικό Στρατό για να είναι στην Κύπρο. Επανέλαβε τη θέση ότι δεν λιποτάκτησε στην πραγματικότητα, απλώς έμεινε στην Κύπρο για να βοηθήσει. Ανέφερε ότι ο ίδιος θεωρούσε την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο ως προδοσία. Προσπάθησε να την αποτρέψει με διαβήματα προς τους ανωτέρους του και προς τον τότε πρόεδρο Μακάριο. Δεν τα κατάφερε. Διαφώνησε με το συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 ότι παρέμεινε στην Κύπρο παρά τις διαταγές της πολιτικής ηγεσίας. Απαντώντας σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν τον ενδιέφερε η δομή και οργάνωση του 2ου τακτικού στρατιωτικού συγκροτήματος, όντας νεαρός τότε ανθυπολοχαγός. Σε υποβολές το ότι ψευδώνυμο «Διάκος» ήταν ευρέως διαδεδομένο και δη στη Λεμεσό και ότι κατά τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. είχε άλλους 15 με το ίδιο ψευδώνυμο, ο Ενάγων απάντησε αφενός ότι δεν το γνωρίζει αυτό αλλά γνωρίζει ότι Κ. Δ. δεν υπάρχει άλλος. Άκουσε για την εκπομπή μέσω φίλων του και αποτάθηκε στο δικηγόρο του. Θεωρεί ότι γινόταν προπαγάνδα υπέρ των Τούρκων, αλλά προσέφυγε στη δικαιοσύνη για το «στιγματισμό». Σε ερώτηση εάν κάποιος δεν αναφερθεί σε «Μ. Κ. Δ.», δεν αναφέρεται στον ίδιο, απάντησε, εν τέλει, ότι δεν υπάρχει άλλος στρατιωτικός Κ. Δ. Έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη δράση του όσων αφορά μάχες με ενόπλους κατά το έτος
  7. Υποστήριξε ότι η αναφορά στο δημοσίευμα για τη δημιουργία ομάδων από τα κατονομαζόμενα τρία άτομα εννοούσε ότι αυτά εκτελούσαν Τουρκοκύπριους. Σε ερώτηση εάν η λέξη «ταγκ», που ακούγεται στο δημοσίευμα, είναι συνώνυμη με το τεθωρακισμένο, δηλαδή αλλιώς το «τανκ», απάντησε ότι το δημοσίευμα δεν μιλά για τανκ. Διαφώνησε ότι τα όσα λέει δεν υποστηρίζονται από το ηχητικό. Εξήγησε επίσης ότι τον Εναγόμενο 3 τον γνωρίζει επειδή ο ίδιος προσπάθησε να «κλείσει» την υπόθεση και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι ήταν ο ακροατής που προέβη στην επίδικη τηλεφωνική παρέμβαση. Επέμενε ότι το «μάλιστα» που ακούγεται να λέει ο Εναγόμενος 1 αποτελεί ενθάρρυνση και ότι κάποιοι από τους ακροατές συμφωνούσαν με την προπαγάνδα και κάποιοι όχι και ότι στην εκπομπή ακούγονταν και οι πλευρές. Δεν συμφώνησε ότι τα όσα λέει στην παράγραφο 18 της γραπτής του δήλωσης ήταν δικά του συμπεράσματα. Δεν γνώριζε εάν την επίδικη ημέρα ο ραδιοσταθμός δεν εξέπεμπε παγκύπρια, αλλά γνωρίζει ότι η ακροαματικότητα ήταν 6% κατά το ίδιο μήνα, κατόπιν «σφυγμομετρήσεων» 2 εταιρειών. Σε υποβολή ότι επειδή η εκπομπή ήταν ζωντανή ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να διακόψει τον ακροατή, ο Ενάγων απάντησε ότι εν όψει της διάρκειας θα μπορούσε. Το «μείνετε ως εδώ» που ακούγεται το εκλαμβάνει ότι είχαν τελειώσει οι κατηγορίες εναντίον του. Πιστεύει ότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε από πριν το τι θα λεγόταν, λόγω των θέσεων της εκπομπής. Σε ερώτηση αν ένιωσε χλεύη απάντησε ότι άκουσε σχόλια και διαφώνησε σε υποβολή ότι η γραμματική ερμηνεία του δημοσιεύματος δεν είναι η απόδοση εγκλημάτων και δολοφονιών. Σε υποβολή του δικηγόρου ότι ο τρόπος που ο Ενάγων διαβάζει το δημοσίευμα επηρεάζεται από την προκατάληψή του ότι ο «Άστρα» κάνει προπαγάνδα, ο Ενάγων διαφώνησε. Πιστεύει ότι η ζωή του τέθηκε σε κίνδυνο λόγω του δημοσιεύματος επειδή υποστηρίζει ότι ενημερώθηκαν οι «Τούρκοι» για αυτό. Κατά καιρούς παρατήρησε κινήσεις οχημάτων που φέρουν πινακίδες του ψευδοκράτους να περνούν έξω από το σπίτι του που δεν είναι σε πολυσύχναστο δρόμο. Στην συνήγορο του Εναγόμενου 3 απάντησε ότι ο ίδιος είδε νεκρούς αμάχους και πιστεύει ότι θα υπήρχαν και Τουρκοκύπριοι. Σε υποβολή ότι η φωνή που ακούγεται δεν είναι του Εναγόμενου 3, απάντησε ότι ο ίδιος αναφέρει το όνομα του και από που είναι. Σε περαιτέρω υποβολή ότι το όνομα του Εναγόμενου 3 είναι κοινότυπο, επανέλαβε ότι ο ίδιος αναφέρει την καταγωγή και την ηλικία του και ότι δεν ήταν ο οποιοσδήποτε σε εκείνη την εκπομπή. Χ. Ι. - ΜΕ3 Ο ΜΕ3, με γραπτή του δήλωση κατέθεσε ότι ο Ενάγοντας ήταν διοικητής του στο τάγμα που υπηρετούσε στο στρατό. Τον σεβόταν και ήξερε ότι ο Ενάγοντας ήταν δημοφιλής. Άκουσε το δημοσίευμα μόνον όταν κλήθηκε να μαρτυρήσει στην υπόθεση. Τα όσα άκουσε του προκάλεσαν αποστροφή. Αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο των Εναγόμενων 1 και 2 διευκρίνισε ότι ο Ενάγοντας τον κάλεσε να μαρτυρήσει στην υπόθεση και ότι το δημοσίευμα το άκουσε την ημέρα πριν την μαρτυρία του στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Διευκρίνισε επίσης ότι ο λόγος της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν για να τονίσει ότι ο Ενάγοντας υπήρξε αγωνιστής για την Κύπρο και για να πιστοποιήσει τη φήμη του, αντικρούοντας το δημοσίευμα που άκουσε. Δεν κλονίστηκε η πίστη του στον Ενάγοντα μετά που άκουσε το δημοσίευμα. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Ενάγοντας είχε σχέση με την ΕΟΚΑ Β'. Γνωρίζει ότι ο Ενάγοντας αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά τα γεγονότα «της Κοφίνου». Η δικηγόρος του Εναγόμενου 3 υιοθέτησε την αντεξέταση του δικηγόρου των Εναγόμενων 1 και
  8. Ι. Σ. - ΜΕ4 Ο ΜΕ4 επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση. Είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Γνωρίζει τον Ενάγοντα επειδή ήταν συγκρατούμενος του πατέρα του στο Πολέμι και άκουσε για τη δράση του Ενάγοντος κατά το έτος 1964 στην περιοχή της Τηλλυρίας. Δράση η οποία, κατά τον ΜΕ4, κατέστησε τον Ενάγοντα ήρωα και το όνομα του, με το ψευδώνυμο Δ., γνωστό ανά το παγκύπριο. Στα παιδικά μάτια του ΜΕ4, ο Ενάγοντας ήταν ίνδαλμα. Μετέπειτα ο ΜΕ4 υπηρέτησε υπό τη διοίκηση του Ενάγοντα ως επίστρατος. Ήταν παρόν όταν κάτοικοι της περιοχής Τηλλυρίας έδειχναν την εκτίμηση και το σεβασμό τους προς τον Ενάγοντα. Σε σχέση με το επίδικο δημοσίευμα ισχυρίστηκε ότι το άκουσε όταν αυτό μεταδόθηκε ζωντανά. Αντιλήφθηκε ότι ο ακροατής αναφερόταν στον Ενάγοντα και του καταλόγιζε ότι φόνευε άμαχους Τουρκοκύπριους. Επεξηγεί ότι αντιλήφθηκε τα πιο πάνω, καθότι ο ακροατής ανέφερε ότι ο Ενάγων και άλλα δύο πρόσωπα δημιουργούσαν ομάδες και «έπαιζαν» Τουρκοκύπριους και «άναβαν φωτιές» και η χρήση της λέξης «έπαιζαν» στην Κύπρο σημαίνει πυροβολούσαν. Ανέφερε επίσης ότι Κ. Δ. με εμπλοκή στην Τηλλυρία και διαμονή στη Λεμεσό ένας είναι, δηλαδή ο Ενάγοντας. Το δημοσίευμα αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων για καιρό. Κάποιοι στράφηκαν κατά των Εναγόμενων και κάποιοι υποψιάζονταν ότι μπορεί τα όσα ανέφερε ο ακροατής να ήταν αλήθεια. Επιπρόσθετα, το δημοσίευμα έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του Ενάγοντα αφού πριν από λίγα χρόνια, όταν ο Ενάγοντας και ο ΜΕ4 με το γιό του είχαν πάει για κυνήγι τους προσέγγισαν δύο Τούρκοι αλλά δεν τους πείραξαν επειδή είδαν ότι έφεραν κυνηγετικά όπλα. Στην αντεξέταση του, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι δεν είχε ιδία γνώση των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην περιοχή Τυλληρίας το
  9. Επέμενε ως προς την εντύπωση που εκείνος και οι συνομήλικοί του είχαν για τον Ενάγοντα και ότι το ψευδώνυμο του Ενάγοντος ήταν Δ. Περίγραψε τις συνθήκες και τα γεγονότα υπό τα οποία υπηρέτησε υπό την διοίκηση του Ενάγοντος το έτος
  10. Δεν συμφώνησε με το δικηγόρο των Εναγόμενων 1 και 2 ότι ο Ενάγων λιποτάκτησε από την Ελληνική Μεραρχία, ούτε ότι η ομάδα του Ενάγοντος ήταν ομάδα της ΕΟΚΑ Β'. Άκουγε συχνά την εκπομπή «ο γέγονε, γέγονε» για να γνωρίζει την «αντίθετη άποψη», αλλά δεν θυμόταν ακριβώς την ώρα που μεταδιδόταν, ούτε τη συχνότητα που εξέπεμπε ο σταθμός που τη μετέδιδε. Σε υποβολή ότι την άκουσε πρώτη φορά από την Ενάγοντα, απάντησε ότι την άκουσε πάρα πολλές φορές. Δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο από την επίδικη εκπομπή στις 26.6.14 επειδή μετά αυτό που άκουσε για τον Ενάγοντα, φορτίστηκε συναισθηματικά, εκτός από το ότι η εκπομπή είχε φιλοξενούμενους, μπορεί δύο, μπορεί τρείς. Ανακάλεσε στη μνήμη του ότι το δημοσίευμα αφορούσε γεγονότα της Τηλλυρίας το έτος 1964 και ότι με αυτό καταλογιζόταν στον Ενάγοντα ότι μαζί με άλλα δύο πρόσωπα οργάνωναν δολοφονίες Τουρκοκυπρίων και αναζωπύρωναν μίσος μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Υποστήριξε ότι όταν το δημοσίευμα αναπαράγεται, αναλόγως της «κατηγορηματικής θεώρησης του άλλου» διαβάλλει τον Ενάγοντα. Σε σχέση με το συμβάν που περιέγραψε και το οποίο κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα σε κυνηγετική εξόρμησή του με τον γιό του και τον Ενάγοντα, ανέφερε, αντεξεταζόμενος, ότι δεν είδε τα πρόσωπα που τους πλησίασαν να είχαν όπλα. Μόνο σακίδια. Δεν θυμάται αν κατήγγειλε το περιστατικό στην Αστυνομία. Αρνήθηκε υποβολές ότι η μαρτυρία του ήταν μολυσμένη από την «ωραιοποίηση που έχει στο μυαλό» του για τον Ενάγοντα και ότι ήρθε για να πει μια εκδοχή ενάντια στα συμφέροντα ατόμων που σε αντίθεση με τα συμφέροντα του Ενάγοντα. Στη δικηγόρο του Εναγόμενου 3, ο ΜΕ4 απάντησε ότι «άναβαν φωτιές» σημαίνει ξεσηκώνει τον αντίπαλο άρα σημαίνει εμπόλεμη κατάσταση. Δέχθηκε ότι με τη λέξη «παίζω» δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι σκοτώνω, επειδή υπάρχει πιθανότητα κάποιος να αστοχήσει, άλλα επέμενε ότι πρόθεση είναι να σημαδέψω και να σκοτώσω. Ειρήνη Σωκράτους - ΜΕ5 Πέμπτη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η δικηγόρος Ειρήνη Σωκράτους. Κατέθεσε γραπτή δήλωση και τα Τεκμήρια 5 έως
  11. Ισχυρίστηκε ότι αποδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος 3 είναι το πρόσωπο που προέβη στο επίδικο σχόλιο, καθότι, δεν καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και δεν ανέφερε ρητώς στην Υπεράσπισή του ότι δεν ήταν το πρόσωπο που υπεδείχθη στον ιδιώτη επιδότη από τους συγχωριανούς του για σκοπούς επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης της Αγωγής. Η ΜΕ5 αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο και δηλώνει ότι με εκείνη αποδεικνύεται η ταύτιση του Εναγόμενου 3 με τον ακροατή της επίδικης εκπομπής, ο οποίος προέβη στο επίδικο σχόλιο. Κατέθεσε επιστολογραφία που είχε με διάφορα πρόσωπα, αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Εναγόμενης
  12. Η αντεξέταση της ΜΕ5 ήτο σύντομη. Αρνήθηκε ότι ο μόνος λόγος που κατέθεσε ως μάρτυρας ήταν για να αυξηθούν τα δικηγορικά έξοδα και ότι δεν είχε ιδία γνώση όλων των γεγονότων που κατέθετε. Δεν αντεξετάστηκε από τη δικηγόρο του Εναγόμενου
  13. Χ. Α. - ΜΕ6 O ME6 είναι ιδιώτης επιδότης στην Επαρχία Πάφου. Αναγνώρισε τη δήλωσή του Τεκμήριο 5 και τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης. Στα έγγραφα που ισχυρίζεται ότι επέδωσε, αναγνώρισε την υπογραφή του Εναγόμενου 3 στο αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και εκείνην της συζύγου του στο αντίγραφου του Κλητηρίου Εντάλματος. Όταν επέδωσε την Έκθεση Απαίτησης το 2018 είδε για πρώτη και τελευταία φορά τον παραλήπτη και υπολογίζει ότι τότε ήταν μεταξύ 55 με 60 ετών. Στο Τεκμήριο 5 περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες αναζήτησε και επέδωσε τα εν λόγω έγγραφα. Το 2014 επέδωσε το Κλητήριο στη σύζυγο του Εναγόμενου 3 και το 2018 επέδωσε στον ίδιο προσωπικά. Πληροφορίες για την οικία του έλαβε από θαμώνες καφενείου στον Κάτω Πύργο. Θυμάται ότι ο Εναγόμενος 3 αντιλήφθηκε περί τίνος πρόκειται όταν παρέλαβε την Έκθεση Απαίτησης. Το πρόσωπο αυτό δεν του αρνήθηκε ανάμειξη στην υπόθεση και ο ΜΕ6 είναι βέβαιος ότι αυτή ήταν υπόψη του εν λόγω προσώπου και ταυτιζόταν με τα γεγονότα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ6 ανέφερε ότι πριν την επίδοση δεν διάβασε την Έκθεση Απαίτησης και δεν έχει ακούσει το επίδικο δημοσίευμα. Ν. Ν. - Εναγόμενος 1 Ο Εναγόμενος 1 ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης. Καταχώρησε γραπτή δήλωση στην οποία συνοπτικά αναφέρει ότι η διοίκηση του σταθμού τον ενημέρωσε ότι ενδεχομένως κατά το χρόνο που μεταδιδόταν η επίδικη εκπομπή, για τεχνικούς λόγους, η συχνότητα εξέπεμπε μόνο στη Λεμεσό. Αυτό ίσχυε για όλο το μήνα Ιούνιο του έτους
  14. Η εκπομπή διακόπηκε λόγω έως και μηδενικής ακροαματικότητας. Η επίδικη εκπομπή ήταν ζωντανή και δεν είχε χρονοκαθυστέρηση, δηλαδή σύστημα με το οποίο μια εκπομπή μεταδίδεται ζωντανά με καθυστέρηση ενός λεπτού και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να σταματήσει τον ακροατή από το να πει αυτά που ακούστηκαν. Δεν γνωρίζει το Εναγόμενο 3 και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι πράγματι είναι το πρόσωπο που προέβη στην τηλεφωνική παρέμβαση. Εξήγησε ότι τη λέξη «μάλιστα», με αναφορά σε ολόκληρη την εκπομπή, την χρησιμοποιεί για να καταδείξει ότι ακούει και αντιλαμβάνεται και ότι τελειώσαμε και πάμε παρακάτω. Η φράση «μείνετε ως εδώ» και οι χαιρετισμοί του στον Κάτω Πύργο δεν μπορούν να εκληφθούν ως να επιβραβεύουν τον ακροατή, είναι αφενός εύσχημος τρόπος για να πει κάποιος ότι περιμένουν άλλοι και ότι πρέπει να ολοκληρώσει. Στα 27 με 28 χρόνια που εργάζεται ως παρουσιαστής, εκφωνητής και παραγωγός ραδιοφώνου είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζει υπόθεση όπως η παρούσα. Εάν αντιλαμβανόταν εγκαίρως ότι επρόκειτο για δυσφημιστική παρέμβαση θα τη σταματούσε. Η αντεξέταση του ήτο μακρά. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι δεν είχε τρόπο να σταματήσει τον ακροατή και ανέφερε ότι ο σταθμός δεν υιοθετεί τα όσα ακούγονται κατά τη διάρκειά της. Δεν γνώριζε τι επρόκειτο να ειπωθεί από τους ακροατές καθότι η εκπομπή ήταν ανοικτή χωρίς θέμα και ο ακροατής που προέβη στην επίδικη παρέμβαση απαντούσε ουσιαστικά σε προηγούμενο ακροατή. Προσπάθησε να καταδείξει ότι η παρέμβαση ήταν κάτι το περαστικό. Δεν εκτυπώθηκε οπουδήποτε, ούτε επανήλθε ο ίδιος στο ζήτημα. Του δόθηκε να ξαναδιαβάσει την καταγραφή την παρέμβασης. Παραδέχθηκε ότι αυτό που αντιλαμβάνεται από τη φράση «τάνγκ τους επαίζασιν κάθε λίγο και άναβαν τη φωτιά» είναι ότι «κάποιοι πυροβολούσαν κάποιους» αλλά δεν βγάζει άλλο νόημα. Διαφώνησε με τα άλλα νοήματα που ο συνήγορος του Ενάγοντα απέδωσε στο δημοσίευμα. Επανέλαβε ότι δεν είχε χρόνο να αντιδράσει στα λεγόμενα του ακροατή, παρά το ότι η παρέμβαση διήρκησε 2 με 3 λεπτά. Υποστήριξε επίσης ότι ο ίδιος είπε στον ακροατή «μείνετε ως εδώ» επειδή ανέφερε ζητήματα που ο ίδιος δεν γνώριζε και η εκπομπή δεν είχε θέμα τον Ενάγοντα. Διαφώνησε ότι ο ακροατής τον προειδοποίησε ότι θα διασύρει άτομα, εξηγώντας ότι κάθε ακροατής ενδεχομένως μπορεί να θεωρεί ότι αυτά που θα πει είναι σημαντικά αλλά στο τέλος να μην είναι και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει που θα κατέληγε ο ακροατής μια και από αλλού ξεκίνησε η εκπομπή και αλλού κατέληξε. Αντιμέτωπος με τη θέση ότι ο ίδιος, με τη στάση του, έδωσε την ευκαιρία στον ακροατή να διασύρει τον Ενάγοντα, επανέλαβε ότι ο σταθμός δεν υιοθετεί θέσεις ακροατών και ότι η συγκεκριμένα μέρα ήταν δύσκολη καθότι αντιμετώπιζαν διάφορα τεχνικά προβλήματα και δεν ανέφερε οτιδήποτε μετά που ακροατής τέλειωσε την παρέμβασή του. Δεν ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία αναφορικά με την ακροαματικότητα του σταθμού. Δεν δέχθηκε τη θέση ότι ο ακροατής τηλεφωνούσε από τον Κάτω Πύργο, Λευκωσίας όταν αυτό προβλήθηκε ως αντιφατικό με τη θέση ότι εκείνη την μέρα, λόγω τεχνικών δυσκολιών ο σταθμός εξέπεμπε μόνο στη Λεμεσό. Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι διέσυρε τον Ενάγοντα ή επέτρεψε να τον διασύρει ο ακροατής του και διαφώνησε ότι ο σταθμός στον οποίο εργαζόταν ήταν κομματικός, αλλά διευκρίνισε ότι ανήκε στην ευρύτερη αριστερά που περιλαμβάνει και μη κομματικοποιημένους παράγοντες. Επέμεινε ότι ο Εναγόμενος 3 δεν ήταν γνωστός του και διευκρίνισε ότι τα χαιρετίσματα στο Κάτω Πύργο ήταν συνήθης τρόπος αποχαιρετισμού των ακροατών και δεν έχει γνωριμίες στον Κάτω Πύργο. Δεν διαφώνησε με την υποβολή ότι κάθε σταθμός έπρεπε να διαθέτει σύστημα χρονοκαθυστέρησης, αλλά δεν είναι ζήτημα που τον αφορά και εν πάση περιπτώσει κανένας σταθμός δεν έχει. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του σταθμού ούτε ποιος το πληρώνει. Δεν γνωρίζει την ακροαματικότητα του σταθμού κατά το έτος
  15. Αγορεύσεις Οι αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων ήταν γραπτές, μακροσκελείς και εμπεριστατωμένες. Παραπέμπουν σε νομολογία και νομικές αρχές, αναλύουν τη μαρτυρία και προβαίνουν σε υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σε αυτή, προωθώντας παράλληλα και επιχειρήματα προς επίρρωση των θέσεων που έκαστη πρόβαλε. Παρατηρώ όμως ότι, σε διάφορα σημεία των αγορεύσεων, αλλά και σε σχετικές τοποθετήσεις στα δικόγραφα, στη μαρτυρία και στις αντεξετάσεις, εντοπίζονται αναφορές που τείνουν να υποβάλουν ότι συγκεκριμένα γεγονότα, κατά τους μάρτυρες, τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, είναι πράγματι ιστορικά και εμπίπτουν ή θα έπρεπε να εμπίπτουν στη δικαστική γνώση ή να εκλαμβάνονται ως δεδομένα. Τούτο γίνεται ευθέως και πλαγίως. Διευκρινίζω ότι το Δικαστήριο περιορίζεται στην επίλυση επίδικων θεμάτων. Οτιδήποτε πέραν των σχετικών και αναγκαίων για την επίλυση των επίδικων θεμάτων, δεν μπορεί να θεωρείται ως μέρος της δικαστικής αποστολής. Αγόρευση δικηγόρου Ενάγοντος Στην αγόρευσή του ο δικηγόρος του Ενάγοντος προβαίνει, κατά δική του ομολογία, σε πολιτικές αναφορές τις οποίες παραθέτει χάριν ειρμού της αγόρευσης και όχι για να υιοθετηθούν. Σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα, υποστηρίζει τις θέσεις που αναπτύχθηκαν από την πλευρά του κατά τη δίκη. Εισηγείται ότι εν προκειμένω η συμπεριφορά των Εναγόμενων δικαιολογεί την επιδίκαση υψηλών τιμωρητικών και επαυξημένων αποζημιώσεων, που συνολικά μπορεί να ανέρχονται και στο ποσό των €100,
  16. Μέμφεται τους χαρακτηρισμούς που έγιναν κατά του Ενάγοντος από το δικηγόρο των Εναγόμενων 1 και
  17. Αναλύει τα επίδικα θέματα υπό το φως της Νομολογίας και εισηγείται ότι οι υπερασπίσεις απέτυχαν, ενώ το πλήγμα στη φήμη του Ενάγοντος ήταν βαρύ. Αγόρευση δικηγόρου Εναγόμενων 1 και 2 Με την αγόρευσή του ο δικηγόρος των Εναγόμενων 1 και 2 καταπιάνεται με το ζήτημα των δικονομικών υποχρεώσεων του Ενάγοντος σε περίπτωση δυσφήμισης δια υπαινιγμού. Ισχυρίζεται ότι από τις επίδικες δηλώσεις ο Ενάγων δεν κατονομάζεται στο κείμενο και άρα δεν θα μπορούσε να βασίσει την αγωγή του στη φυσική και συνήθη έννοια των επίδικων λέξεων. Εισηγείται ότι ο Ενάγων είναι δημόσιο πρόσωπο και ως τέτοιο η κριτική σε αυτόν έχει λιγότερη επίδραση παρά σε ένα απλό πολίτη. Εκτενής αναφορά γίνεται στην απόφαση στην υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδος (Προσφυγή υπ' αριθμό 1131/05), ημερομηνίας 5.7.2007 στην οποία αναφέρομαι πιο κάτω. Στη σελίδα 28 γίνονται παραδεκτά γεγονότα ότι το κείμενο που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας πράγματι δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια της επίδικης εκπομπής του ραδιοφωνικού σταθμού «Άστρα» με συντονιστή τον Εναγόμενο
  18. Στη σημείωση στην ίδια σελίδα της γραπτής αγόρευσης, αλλά και στη σελίδα 33 (παράγραφος (α)), γίνεται αναφορά ότι δεν απεδείχθη ότι ο ραδιοφωνικός σταθμός «Άστρα» είναι ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  19. Πρέπει να αναφέρω ότι η σημείωση αυτή προσκρούει στη δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων 1 και 2 ως καταγράφηκε ανωτέρω, με την οποία, στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης παραδέχονται την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Για σκοπούς πληρότητας και μόνον, η παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρει: «Ο Εναγόμενος 1, είναι δημοσιογράφος και/ή ραδιοφωνικός εκφωνητής και εργάζεται στον Ραδιοφωνικό Σταθμό Άστρα ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 2 και συγκεκριμένα είναι συντονιστής της εκπομπής «ο γέγονε, γέγονε (εφ' εξής καλούμενης «η Εκπομπή»), η οποία μεταδίδεται και/ή κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, μεταδόθηκε ζωντανά ανά το Παγκύπριο συμπεριλαμβανομένης και της Λεμεσού»». Η αγόρευση καταλήγει στο ότι ο Ενάγων δεν απέδειξε ότι τον αφορά το δημοσίευμα, ότι εκμεταλλεύτηκε την αναφορά σε «Κ. Δ.» για να κινήσει αγωγή, ότι η ερμηνεία του δημοσιεύματος είναι ότι ο Ενάγοντας μαζί με άλλους δύο έβαζαν Τουρκοκύπριους στα λεωφορεία και η φράση «ταγκ τους επαίζασιν κάθε λλιο» δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι νομικά ή πραγματικά μεμπτή με αναφορά στην περίοδο που το δημοσίευμα ομιλούσε. Οι υπερασπίσεις πρέπει να πετύχουν σε περίπτωση που διαφανεί ότι στοιχειοθετείται αδίκημα. Αγόρευση δικηγόρου Εναγόμενου 3 Στη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου του Εναγόμενου 3 αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι δεν είναι το πρόσωπο που προέβη στην τηλεφωνική παρέμβαση. Σημειώνω ότι, ανατρέχοντας και στις 17 συνολικά παραγράφους της Υπεράσπισης που καταχώρισε ο Εναγόμενος 3 δεν εντοπίζεται δικογραφημένη θέση που να θέτει υπόβαθρο για τον ισχυρισμό αυτό. Εισηγείται η δικηγόρος του Εναγόμενου 3 ότι το δημοσίευμα σχετίζεται με ιστορικά γεγονότα και ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να προβεί σε ευρήματα επί ιστορικών γεγονότων, ούτε να αποφασίσει κατά πόσο ο Ενάγοντας προέβη σε όσα του καταλογίζονται, αλλά ο ρόλος του είναι να αποφασίσει εάν η ουσία τους δημοσιεύματος είναι δικαιολογημένη ή ουσιωδώς αληθής. Τα βασικά, προτείνει, γεγονότα που πλαισιώνουν το θέμα, δηλαδή η εμπλοκή του Ενάγοντος στα γεγονότα της Τυλληρίας, είναι παραδεκτά. Εν όψει των ελλείψεων στη μαρτυρία δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών ή επαυξημένων αποζημιώσεων αλλά ούτε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Νομική Πτυχή Ελευθερία της έκφρασης και προστασία της φήμης Το Άρθρο 19 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβλέπει ότι: «
  20. Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως.
  21. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων*.
  22. Η ενάσκησις των δικαιωμάτων, περί ων η πρώτη και δευτέρα παράγραφος του παρόντος άρθρου, δύναται να υποβληθή εις διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινάς προδιαγεγραμμένους υπό του νόμου και αναγκαίους* μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων* ή προς παρεμπόδισιν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.» *Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου. Στην απόφασή του στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. ν. Νίκου Παπαευσταθίου

(2007)1 Α.Α.Δ. 856 το Ανώτατο Δικαστήριο, δίνει, με λεπτομέρεια, το στίγμα αναφορικώς προς την προσέγγιση που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει, κατά το έργο εξισορρόπησης του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης με το δικαίωμα στη φήμη και υπόληψη. Αντί άλλης αναλύσεως, σκοπίμως παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα, παρά την έκτασή του, καθότι κρίνω ότι σε αυτό εμπερικλείεται διεξοδικά η υπό αναφορά προσέγγιση: «Κατά την εξέταση της υπόθεσης είχαμε κατά νου δύο ανθρώπινα δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν και να εξισορροπηθούν: (α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα. Η προστασία της φήμης αναγνωρίζεται ρητά ως ένας από τους λόγους για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, δυνάμει του άρθρου 10 της Σύμβασης. Το εδάφιο 1 του άρθρου 10 προνοεί ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Το εδάφιο 2 όμως του άρθρου 10 προνοεί ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που καλύπτονται από το εδάφιο 1 μπορεί να υπαχθεί σε όρους και περιορισμούς που προνοούνται από το Νόμο και είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για την προστασία, μεταξύ άλλων, της φήμης και των δικαιωμάτων άλλων προσώπων. Συνεπάγεται επομένως ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε δικαίωμα στη δυσφήμιση οποιουδήποτε προσώπου, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Steel and Morris v. U.K., App. No. 21325/93 [1993] 18 E.H.R.R. C.D.
  1. Στην υπόθεση Tolstoy Miloslavsky v. U.K., App. No. 18139/91, Ser. A, vol. 316, 323 [1995] 20 E.H.R.R. 442 το Ε.Δ..Δ..Α. δεν σχολίασε αρνητικά τους στόχους του Αγγλικού περί Δυσφήμισης Νόμου, για Προστασία της Ιδιωτικής Φήμης, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι στόχοι εκείνοι θεωρήθηκαν ως θεμιτοί. Κατά την εξέταση υποθέσεων όπως την παρούσα η προστασία του δικαιώματος στη φήμη δεν θα πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο μια αναλογία. Εκτός από την αρχή της αναλογικότητας μια άλλη παράμετρος του όλου θέματος είναι και αυτή του τι συνιστά αναγκαία προστασία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσον η προστασία της φήμης του επηρεαζομένου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις. Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου
  2. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος. Στην υπόθεση Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149 [1991] 13 E.H.R.R, 493, στην παρα. 29, το Δικαστήριο τόνισε πως η έννοια της αναλογικότητας δεν εξυπακούει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων. Η έννοια της αναλογικότητας εξυπακούει ότι οι στόχοι του άρθρου 10
(2)θα πρέπει να αντιπαραβληθούν με την αξία της ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των δύο αυτών συμφερόντων το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων.» Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης Η προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων λοιπόν, αποτελεί λόγο για να τεθεί περιορισμός στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Στο Κυπριακό Δίκαιο η προστασία αυτή εμπερικλείει τη δυνατότητα προσώπου, το οποίο ισχυρίζεται ότι η υπόληψή του και σχετικά δικαιώματα έχουν πληγεί λόγω της έκφρασης άλλου προσώπου, να καταχωρήσει αστική αγωγή στη βάση των Άρθρων 17 και 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (στο εξής το «Κεφ. 148»). Γενικά, το αδίκημα της δυσφήμισης στοιχειοθετείται όταν από τη μία ο ενάγων σε αγωγή αποδείξει ότι (α) έγινε δημοσίευση, (β) με δυσφημιστικό περιεχόμενο, (γ) η οποία αναφερόταν ή γινόταν αντιληπτό ότι αναφερόταν σε εκείνον, και από την άλλη ο εναγόμενος δεν καταφέρει να προβάλει επιτυχώς μία εκ των ειδικών υπερασπίσεων που περιλαμβάνονται στο Άρθρο 19 του Κεφ. 148[6]. Συστατικά στοιχεία Δημοσίευση Στην παρούσα υπό εκδίκαση περίπτωση η δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος είναι παραδεκτή. Η δημοσίευση έγινε προφορικά, μέσω ραδιοφώνου, κατά τη διάρκεια εκπομπής σε τηλεφωνική παρέμβαση ακροατή. Η εκπομπή μεταδιδόταν από ραδιοσταθμό παγκύπριας εμβέλειας και αμφισβητούμενο θέμα είναι κατά πόσο την επίδικη ημέρα και ώρα μεταδιδόταν, λόγω κατ' ισχυρισμό τεχνικού προβλήματος, μόνο στη Λεμεσό. Στη σελίδα 38 του συγγράμματος «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης» του Πολύ Πολυβίου (βλ. σημ. ανωτέρω), αναφέρονται τα εξής, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν και την κρατούσα θέση στο κοινοδίκαιο[7]: «Σε ό,τι αφορά ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, είναι καθιερωμένο ότι ο υπό κρίση οργανισμός έχει νομική ευθύνη για οτιδήποτε μεταδοθεί στις συχνότητές του, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε διάκριση ανάλογα με το κατά πόσο η επίδικη εκπομπή ήταν προγραμματισμένη ή ζωντανή. Επομένως, κάποιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει ευθύνη σε σχέση με οτιδήποτε παρουσιάζεται ή αναφέρεται σε κάποιο πρόγραμμα που μεταδίδεται, είτε από παρουσιαστή είτε από προσκεκλημένο του οργανισμού. Έστω και εάν μεταδίδεται κάποια συνάντηση ή σύσκεψη σε εξωτερικό χώρο, και αναπόφευκτα «δημοσιεύεται» μέσω ραδιοτηλεοπτικού σταθμού κάποιος δυσφημιστικός ισχυρισμός, τότε υπάρχει εκ μέρους των ιδιοκτητών ή άλλων υπευθύνων του σταθμού νομική ευθύνη για τη δυσφήμιση που έγινε και μεταδόθηκε, έστω και εάν αυτή ήταν μη αναμενόμενη και αυθόρμητη. Δεν έχει οποιαδήποτε σημασία ότι ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν συμμερίζεται την άποψη που εκφράστηκε και ότι μάλιστα έχει αποστασιοποιηθεί από αυτήν.» Σε συνέχεια των πιο πάνω στη σελίδα 180 στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, εντοπίζεται το ακόλουθο απόσπασμα σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατ' αναλογία με τα όσα ισχύουν για τον τύπο, υπαιτιότητα αποδίδεται και σε όσους συνεισφέρουν στην εκπομπή (είτε είναι φυσικά πρόσωπα όπως δημοσιογράφοι και παρουσιαστές είτε εταιρείες που παρέχουν προγράμματα βάσει σύμβασης) και όσους υποβοηθούν στην μετάδοσή της.»[8] Παρά ταύτα, στην απόφασή του στην υπόθεση Λιοναράκη κατά Ελλάδος (Προσφυγή υπ' αριθμό 1131/05), ημερομηνίας 5.7.2007, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέτασε το ζήτημα της ευθύνης παρουσιαστή ζωντανής εκπομπής κατά την οποία ακούστηκε δημοσίευμα που, κατά τις Ελληνικές δικαστικές αρχές, ήτο δυσφημιστικό. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα με το οποίο το Δικαστήριο διαχώρισε μεταξύ ζωντανής εκπομπής και μαγνητοσκοπημένης. «Κατ' αρχάς, προκειμένου περί του τρόπου μεταδόσεως των εν λόγω εκφράσεων, το Δικαστήριο προβαίνει στον διαχωρισμό μεταξύ εκπομπής η οποία μεταδίδεται απευθείας και μαγνητοσκοπημένης εκπομπής. Όταν πρόκειται για προφορικές δηλώσεις οι οποίες γίνονται κατά τη διάρκεια εκπομπής σε απευθείας μετάδοση, το Δικαστήριο εκτιμά ότι το στοιχείο αυτό στερεί από τον παρουσιαστή τη δυνατότητα αναδιατυπώσεως, βελτιώσεως ή αφαιρέσεως των δηλώσεων αυτών πριν από την κοινοποίησή τους (βλ., Fuentes Bobo κατά της Ισπανίας, nο 39293/98, παρ. 46, απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2000, Gündüz κατά της Τουρκίας, nο 35071/97, παρ. 49, CEDH 2003-XI)». Για να καταλήξει ότι: «[.] οι επίμαχες εκφράσεις ήταν προφορικές δηλώσεις τρίτου κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής, γεγονός το οποίο στέρησε από τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να τις αφαιρέσει «στο αέρα» (βλ., προαναφερθείσα απόφαση Gündüz κατά της Τουρκίας, παρ. 49). Στο σημείο αυτό, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η ευθύνη του δημοσιογράφου-συντονιστή δεν συμπίπτει με την ευθύνη του προσώπου το οποίο χρησιμοποίησε φράσεις διατυπωμένες ενδεχομένως υπό μορφή οξείας λεκτικής επιθέσεως, εξυβριστικές ή συκοφαντικές. Πράγματι, το να απαιτείται εν γένει από τους δημοσιογράφους να λαμβάνουν συστηματικώς και σαφώς αποστάσεις από το περιεχόμενο μιας εκφράσεως η οποία θα ήταν δυνατό να προσβάλει τρίτους, να τους προκαλέσει ή να προσβάλει την υπόληψή τους, δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο του Τύπου να πληροφορεί επί των γεγονότων, των απόψεων ή των ιδεών που λαμβάνουν χώρα και ισχύουν σε μία δεδομένη στιγμή (βλ., προς την κατεύθυνση αυτή, Jersild κατά της Δανίας, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, série A nο 298, σελ. 25, παρ. 35, Thoma κατά του Λουξεμβούργου, nο 38432/97, παρ. 64, CEDH 2001-III). Μία τέτοια απαίτηση θα επέβαλε δυσβάστακτο φορτίο στον δημοσιογράφο-συντονιστή μιας εκπομπής, ο οποίος θα απέφευγε ενδεχομένως να συνομιλήσει με πρόσωπα τα οποία θα ήταν δυνατό να εκφράσουν τις ιδέες τους υπό μορφή πολεμικής και σε τόνο υπερβολικό, φοβούμενος ότι θα του αποδοθούν προβλεπόμενες από τον νόμο ευθύνες. Ωστόσο, μία τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να αποστερήσει από την κοινωνία τη μετάδοση μέσω των μέσων ενημερώσεως ζωντανών και ζωηρών πολιτικών συζητήσεων, από τις οποίες θρέφεται η δημοκρατία». Αναφορά στον Ενάγοντα Επίδικο θέμα στη παρούσα διαδικασία ήταν και το κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα αφορούσε τον Ενάγοντα, θέμα το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος[9]. Στην προκείμενη περίπτωση, στο επίδικο δημοσίευμα γίνεται αναφορά σε «Καλογερόπουλο Διάκο από τη Λεμεσό». Η νομική θέση επί του ζητήματος αποτυπώνεται με σαφήνεια στη σελίδα 211 του συγγράμματος Gatley on Libal and Slander, 11η έκδοση όπου αναφέρεται ότι είναι συνήθως αρκετά ευδιάκριτο ότι οι λέξεις δημοσιεύθηκαν για τον ενάγοντα επειδή ονοματίζεται στη δήλωση και ο εναγόμενος είχε πρόθεση να αναφερθεί σε εκείνον, αλλά κανένα από τα δύο αυτά στοιχεία είναι αναγκαία και ότι το ζήτημα σε κάθε υπόθεση είναι κατά πόσο οι λέξεις δύνανται να γίνουν αντιληπτές από λογικούς ανθρώπους ότι αφορούν τον ενάγοντα[10]. Δυσφημιστικό δημοσίευμα Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου που εξετάζεται ως ζήτημα πραγματικό. Το δε Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φυσική έννοια των λέξεων, αλλά επίσης εξετάζει το κείμενο στο σύνολο του σε συνάρτηση με τον τόπο και χρόνο του δημοσιεύματος, αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Το ότι ο Ενάγων έχει θιχτεί και θεωρεί το δημοσίευμα δυσφημιστικό δεν αποτελεί το κριτήριο για να κριθεί ένα δημοσίευμα ως τέτοιο. Καθοριστική σημασία έχει το κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί με δυσφημιστικό τρόπο[11]. Υπερασπίσεις Στο Άρθρο 19 του Κεφ. 148 προβλέπεται ότι: «Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση- (α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές: Νoείται ότι, όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘ (β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς: Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται: Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ. (γ) ότι η δημoσίευση τoυ δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς ήταv πρovoμιoύχα δυvάμει τωv άρθρωv 20 και 21͘ (δ) ότι η δυσφήμηση έγιvε χωρίς πρόθεση δυvάμει τoυ άρθρoυ 22» Υπερασπίσεις που εγέρθηκαν Αλήθεια Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήγειραν τις υπερασπίσεις που συνόψισα κατά την καταγραφή των εγγράφων προτάσεων ανωτέρω. Σε σχέση με το κατά πόσο το δημοσίευμα αφορούσε τον Ενάγοντα ή όχι, τούτο θα κριθεί από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή ευρημάτων ως πραγματικό γεγονός. Εγείρεται όμως και η υπεράσπιση της αλήθειας. Ούτως ώστε εναγόμενος να είναι σε θέση να εγείρει επιτυχώς την υπεράσπιση αυτή θα πρέπει να αποδείξει ότι η αναφορά για την οποία ενάγεται είναι ουσιαστικά αληθής[12]. Το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου που την εγείρει[13]. Έντιμο σχόλιο Όλοι οι Εναγόμενοι ήγειραν την υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα αποτελεί έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Στο σύγγραμμα «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης» κατόπιν ανάλυσης πρόσφατης Αγγλικής και Κυπριακής νομολογίας, ο συγγραφέας καταλήγει ότι τα συστατικά στοιχεία της υπεράσπισης είναι ότι: «Η επίδικη δήλωση θα πρέπει να συνίσταται σε γνώμη [.] και όχι σε δήλωση ή παράθεση γεγονότων, [.] θα πρέπει να άπτεται θέματος δημοσίου συμφέροντος» και «θα πρέπει να είναι έντιμο ή τουλάχιστον όχι κακόπιστο»[14], και ότι «το βάρος απόδειξης των βασικών συστατικών στοιχείων της συγκεκριμένης υπεράσπισης ανήκει στον εναγόμενο. Εάν ο εναγόμενος στοιχειοθετήσει τα πιο πάνω, τότε ως θέμα αρχής η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου μπορεί να καλύψει το δημοσίευμα, εκτός εάν ο ενάγων αποδείξει ότι ο εναγόμενος ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο κακόβουλα» [15]. Προνόμιο υπό επιφύλαξη Δικογραφικά, αφενός οι Εναγόμενοι 1 και 2 αναφέρουν στην παράγραφο 8(V)(γ) της Υπεράσπισης ότι η δημοσίευση έγινε συνεπεία νομικού ή και ηθικού ή κοινωνικού καθήκοντος, ενώ ο Εναγόμενος 3 στην παράγραφο 16 παραθέτει τις συνθήκες υπό τις οποίες προέβη στη δημοσίευση περιλαμβανομένων και σχετικών γεγονότων επί των οποίων βασίστηκε για να προβεί σε αυτή, ως μέρους νομικού ή και ηθικού ή κοινωνικού καθήκοντος. Στην απόφαση Ηλιάδης ν Βενιζέλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 960 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη προνοείται από το Αρθρο 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που προνοεί τα ακόλουθα: «Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι προνομιούχα, υπό την επιφύλαξη ότι έγινε καλή τη πίστει, στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή - (α) αν η σχέση μεταξύ του προσώπου από το οποίο και του προσώπου προς το οποίο έγινε η δημοσίευση είναι τέτοια ώστε το πρόσωπο που δημοσίευσε να τελεί υπό νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσει αυτό προς το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η δημοσίευση και ο τελευταίος έχει αντίστοιχο συμφέρον στη λήψη του δημοσιεύματος ή το πρόσωπο που δημοσίευσε έχει έννομο προσωπικό συμφέρον που χρειάζεται προστασία, και το πρόσωπο προς το οποίον έγινε η δημοσίευση τελεί υπό αντίστοιχο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να προστατεύσει το εν λόγω συμφέρον: Νοείται ότι η δημοσίευση δεν υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ'ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» Η υπεράσπιση αυτή αφορά το καθήκον του τύπου να πληροφορεί το κοινό για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και το δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης για τέτοια θέματα, αφού τέτοιος ελεύθερος διάλογος είναι εκ των ουκ άνευ σε μία δημοκρατική κοινωνία. Μερικές από τις αρχές που διέπουν το θέμα διαφαίνονται από το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Reynolds (πιο πάνω), που περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: (α) Πληροφόρηση για πολιτικά θέματα, αν περιέχει δυσφημιστικό υλικό, δεν καλύπτεται αυτόματα από την υπεράσπιση προνομίου υπό επιφύλαξη, αλλά είναι το περιεχόμενο της πληροφόρησης που μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα, ανάλογα με τη σπουδαιότητα του για το κοινό και το σχετικό δικαίωμα του κοινού να τυγχάνει πληροφόρησης. (β) Η υπεράσπιση έχει ελαστικότητα και βασίζεται στις πραγματικότητες των καιρών: Η σημασία των θεμάτων και το ενδιαφέρον του κοινού είναι παράγοντες που υπόκεινται σε αλλαγή. (γ) Η ύπαρξη της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη εξαρτάται από αριθμό παραγόντων, που έχουν ως πυρήνα τους το καθήκον του τύπου να ερευνά για να βρει την αλήθεια του δημοσιεύματος και να δημοσιεύει με δίκαιο τρόπο συγκρουόμενες εκδοχές. Η ύπαρξη της υπεράσπισης αυτής σε κάθε περίπτωση και σε κάθε χώρα αποφασίζεται από ένα συνδυασμό των ειδικών νομοθετικών προνοιών και της αντίληψης των κριτηρίων που τη διέπουν, όπως προκύπτουν από τη νομολογία. Το θέμα εξισορρόπησης του δικαιώματος ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος του ατόμου για τη φήμη του, είναι ένα δύσκολο έργο. Έχει επίσης λεχθεί επί του προκειμένου ότι ανακριβείς δηλώσεις είναι αναπόφευκτες στον ελεύθερο διάλογο και πρέπει να προστατεύονται, αν η ελευθερία της έκφρασης θα έχει τις αναγκαίες προϋποθέσεις που χρειάζεται για να επιβιώσει. Το κύριο επιχείρημα για την προστασία του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου είναι η ενθάρρυνση για ένα ελεύθερο διάλογο σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Η υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ (πιο πάνω) είναι σχετική. (Βλ. και απόφαση ΕΔΑΔ Alithia Publishing Co Ltd & Constantinides v. Cyprus, decision 22.5.08, Appl. No. 1755/2003)». Στη δε απόφαση στην υπόθεση Δρουσιώτης ν Παπαδόπουλος
(2012)1 Α.Α.Δ. 102, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε σχετικά ότι: «Όσον αφορά την υπεράσπιση του υπό επιφύλαξη προνομίου, με βάση το Άρθρο 21
(1)(α) του Κεφ. 148, καταλήγουμε και πάλι πως τυγχάνει πλήρους εφαρμογής. Όπως παρατηρήσαμε πιο πάνω, δεν τίθεται θέμα κακής πίστης και οι αρχές που παρατέθηκαν πιο πάνω σε σχέση με την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου ισχύουν και εδώ και, όπως αναφέρει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, «με την προσθήκη ότι τα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται ο σχολιασμός, επιτρέπεται να είναι (πέραν από δυσφημιστικά) και αναληθή με αναγκαιότητα όμως απόδειξης ότι το σχόλιο ή το δημοσίευμα δικαιολογούνταν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που αναγνωρίζονται ως δεκτικές του προνομίου στο Άρθρο 21(α)(α) του Κεφ. 148 .». Όπως διαπιστώνει και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο εφεσείων-εναγόμενος, ως δημοσιογράφος τελούσε κάτω από το καθήκον να προβεί στη δημοσίευση, αφού ήταν ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος, το οποίο το κοινό είχε συμφέρον να πληροφορηθεί και να τύχει προστασίας. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι υπό τις περιστάσεις είναι στην εκτέλεση αυτού του καθήκοντος που είχε προβεί με την αρθρογραφία του ο εφεσείων-εναγόμενος και εξέφραζε την έντιμη και ειλικρινή του άποψη επί του θέματος. Είναι, νομίζουμε, μια κλασική περίπτωση εφαρμογής της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη. Τελειώνοντας, παρατηρούμε πως με μια ελεύθερη, τολμηρή θαραλλέα αλλά και υπεύθυνη δημοσιογραφία, είναι δυνατό να διορθωθούν πολλά κακώς έχοντα σε μια σύγχρονη κοινωνία.» Αξιολόγηση μαρτυρίας Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η μαρτυρία του ΜΕ1, άφησε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 απαντούσε ευθέως και οι πλείστες απαντήσεις του, τουλάχιστον ως προς τις πηγές των αναφορών του και τα όσα αντιπαρέθετε στις διάφορες υποβολές των συνηγόρων των Εναγόμενων, δεν αμφισβητήθηκαν ή κλονίστηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Προφανώς, λόγω της ηλικίας του, δεν είχε ιδία γνώση των ιστορικών γεγονότων για τα οποία κατέθετε. Ότι γνώριζε, ανέφερε, το έμαθε μέσα από την μελέτη βιβλίων και κειμένων που ευρίσκονται στην μεγάλη βιβλιοθήκη του αλλά και ενδεχομένως και από αφηγήσεις τρίτων. Δεν ισχυρίστηκε ευθέως ότι κατέθετε ως εμπειρογνώμονας ούτε προσκομίστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να τον καθιστούν τέτοιο, έστω και λόγω βαθιάς ενασχόλησης με το αντικείμενο. Τα πλείστα εκ των όσων ο ΜΕ1 ανέφερε και αφορούσαν τη δράση του Ενάγοντος πέραν της επιβεβαίωσης του κατ' ισχυρισμό καλού της φήμης του Ενάγοντος, αποτελούν κατ' ισχυρισμό ιστορικά γεγονότα. Του υποβλήθηκαν θέσεις, όπως δηλαδή ότι ο Ενάγοντας είναι προδότης και ότι ο ίδιος διέταζε άλλους να προβαίνουν σε βιαιοπραγίες, αλλά παρά ταύτα ο ΜΕ1 παρέμεινε σταθερός, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τούτο. Σημειώνω ότι πράγματι, πέραν των υποβολών, δεν τέθηκε οτιδήποτε στο μάρτυρα που να αντικρούει τα όσα ανέφερε είτε μέσω των αναφορών του είτε μέσω των Τεκμηρίων 1 και
  1. Μελέτη των Τεκμηρίων 1 και 2 φαίνεται να ενισχύει τη θέση του ΜΕ1 ότι υπάρχουν αναφορές περί παρέμβασης του Ενάγοντος για να αποτραπεί βία εις βάρος προσώπου που καθ' ομολογία ανήκε σε αντίθετη παράταξη κατά το έτος 1974 και ότι ο Ενάγων και πάλι το έτος 1974 δεν προέβη σε βιαιοπραγία κατά προσώπου που κατ' ισχυρισμό έβριζε Έλληνες αξιωματικούς. Πέραν όμως των πιο πάνω, εν όψει της φύσεως της υπόθεσης, του βάρους και του επιπέδου απόδειξης, η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική ως προς τα επίδικα θέματα. Τα όσα πρόβαλε προς ανάδειξη της προσωπικότητας του Ενάγοντος παρέμειναν να αποτελούν τη δική του άποψη. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος Η μαρτυρία του Ενάγοντος περιπλέχθηκε και επεκτάθηκε, με την παράθεση την προσωπικής του άποψης και των δικών του πιστεύω επί γεγονότων ή ισχυρισμούς γεγονότων της σύγχρονης Κυπριακής ιστορίας. Αρνητικά αποτιμάται η προσπάθειά του να αποδώσει, χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία προς τούτο πέραν της δικής του εκτίμησης, ότι ο Εναγόμενος 1 και ο Εναγόμενος 3, πιθανόν και η Εναγόμενη 2, να έδρασαν με προσυνεννόηση, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 1 γνώριζε το τι θα έλεγε ο Εναγόμενος 3 και το επέτρεψε να γίνει. Δεν επεξήγησε που βάσισε τον ισχυρισμό του αυτό. Υπερβολική και εκτός των ορίων των πιθανών ερμηνειών του δημοσιεύματος κρίνω και την τοποθέτηση του Ενάγοντος ότι μέσα από το δημοσίευμα νοείται ότι ενώ οι Τούρκοι είναι φιλήσυχοι και φιλειρηνικοί εκείνος τους σκότωνε είτε μόνος είτε ως μέλος οργανωμένης ομάδας εγκληματιών. Αν και η άποψη του Ενάγοντος αναφορικά με τη σημασία του δημοσιεύματος δεν έχει βαρύτητα στον καθορισμό του κατά πόσο είναι δυσφημιστικό, η προώθηση της συγκεκριμένης ερμηνείας δεικνύει ότι ο Ενάγοντας είχε μια τάση υπερβολής. Αυθαίρετος επίσης κρίνεται και ο ισχυρισμός ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε «αμάχους» τούρκους μια και στο δημοσίευμα δεν γίνεται διαχωρισμός μεταξύ αμάχων ή ενόπλων Τουρκοκύπριων. Δεν μπορώ να δεχθώ ούτε την εκπεφρασθείσα άποψη του Ενάγοντος, η οποία εν τέλει παρέμεινε ως άποψη και μόνον, περί ευρύτερου δόγματος στο οποίο ανήκει η δημοσίευση. Ατεκμηρίωτη επίσης έμεινε και η θέση του αναφορικά με την ακροαματικότητα του ραδιοσταθμού «Άστρα» καθότι οι συγκεκριμένοι αριθμοί που ισχυρίστηκε ότι αντιπροσώπευαν αυτή δεν υποστηρίχτηκαν με οποιαδήποτε μαρτυρία. Τέλος, δεν μπορώ να αποδεχθώ τα όσα ο Ενάγοντας ανέφερε, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση, εκτός μέρους της μαρτυρίας του ΜΕ4 την οποία αξιολογώ πιο κάτω, και αφορούσαν το κατά πόσο η ζωή του μετά τη δημοσίευση κινδύνευσε λόγω μετάδοσης του δημοσιεύματος σε τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών. Συγκεκριμένα, ενώ ο Ενάγων έκανε λόγο για ύποπτες κινήσεις οχημάτων έξω από το σπίτι του, ο ΜΕ4 περιέγραψε περιστατικό με μοτοσικλετιστές που πλησίασαν τον ίδιο και τον Ενάγοντα σε κυνηγετική εξόρμηση. Παρά το ότι ο Ενάγων ανέφερε ότι προέβη σε καταγγελίες στην Αστυνομία, τίποτε δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό αυτό. Παρά ταύτα, δεν υποβλήθηκε οτιδήποτε στον Ενάγοντα που εν τέλει να κλονίζει τη θέση ότι το πρόσωπο στο οποίο έγινε αναφορά στο επίδικο δημοσίευμα ήταν ο ίδιος. Υποστήριξε τη θέση τούτη αναφέροντας, θεωρώ ειλικρινά, ότι μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι με το ψευδώνυμο «Δ.» αλλά «Κ. Δ.» δεν γνωρίζει να υπάρχει άλλος. Σημειώνω ότι παρά τις υποβολές των αντιδίκων δικηγόρων περί τούτου, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει την ύπαρξη προσώπων με το ίδιο όνομα ή το ίδιο ψευδώνυμο ή τον συνδυασμό των δύο. Επίσης, πέραν των εκατέρωθεν θεωρήσεων αναφορικά με την δράση του Ενάγοντος από το 1964 και έπειτα, τα χρόνια υπηρεσίας του στο ελληνικό στρατό, το γεγονός ότι το 1964 τοποθετήθηκε στην περιοχή της Τυλληρίας και έλαβε μέρος σε στατριωτικές επιχειρήσεις και η ιδιότητά του ως δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Λεμεσού επί σειράς ετών, δεν αμφισβητήθηκαν κατ' ουσία. Δέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τούτα. Ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος 3 ήταν πράγματι το πρόσωπο που παρενέβη στην επίδικη εκπομπή, ο Ενάγων με τη μαρτυρία του δεν ρίχνει περισσότερο φως. Περιορίστηκε στο να καταθέσει το προφανές, ότι δηλαδή ο ίδιος ο ακροατής αναφέρει το όνομα και την καταγωγή του και ότι η ηλικία του κατά τον επίδικο χρόνο της δημοσίευσης συνάγεται από το ότι στο δημοσίευμα αναφέρει ότι κατά το έτος 1964 ήταν 15 ετών. Δεν μου διαφεύγει ότι ανέφερε επίσης ότι γνώρισε τον Εναγόμενο 3 σε προσπάθεια επίλυσης της παρούσας διαφοράς εξωδίκως, αλλά η θέση τούτη παρέμεινε εν τέλει μετέωρη μια και δεν παρατέθηκε οτιδήποτε άλλο προς υποστήριξή της. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ3 Η μαρτυρία του ΜΕ3 δεν κρίνεται βοηθητική. Όπως ο ίδιος ανέφερε, άκουσε στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντος ένα δημοσίευμα, χωρίς να διευκρινίζει ποιο ήταν τούτο ή εν πάση περιπτώσει εάν το δημοσίευμα που άκουσε ήταν το επίδικο, πριν την παρουσία του στο Δικαστήριο. Κλήθηκε από τον Ενάγοντα με σκοπό να μαρτυρήσει. Διαφαίνεται ότι σκοπός του ήταν να βοηθήσει την υπόθεση του Ενάγοντος προσθέτοντας την προσωπική του άποψη και εμπειρία για τη φήμη του δεύτερου. Δεν του υπεβλήθη από την πλευρά της Υπεράσπισης οτιδήποτε που να κλονίζει τα όσα κατέθεσε, αλλά κρίνω ότι με τη μαρτυρία του δεν προστέθηκε οτιδήποτε επί του οποίου μπορώ να βασιστώ για να προβώ σε οποιαδήποτε ευρήματα που να σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ4 Ο ΜΕ4 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του φάνηκε υπερβολική και επιτηδευμένη. Κακή εντύπωση άφησε η περιγραφή του περιστατικού κατά την εξόρμηση για κυνήγι με τον γιό του και τον Ενάγοντα, μια και μέσα από αυτή διαφάνηκε η διάθεσή του να υπερβάλει, να υπερθεματίσει και να τονίσει στοιχεία της υπόθεσης του Ενάγοντα, κυρίως την επίδραση του δημοσιεύματος και τον κατ' ισχυρισμό υπαρκτό κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του Ενάγοντα μετά από αυτό. Στην εξιστόρηση του συμβάντος, ο ΜΕ4, προσπάθησε να πείσει ότι ο Ενάγοντας, ένας άνθρωπος που διήνυε τότε την ογδοηκοστή δεκαετία της ζωής του, έγινε, λόγω του δημοσιεύματος, στόχος πρακτόρων, οι οποίοι επέλεξαν να τον προσεγγίσουν, με άγνωστες προθέσεις, την ώρα που βρισκόταν με άλλα δυο άτομα στα βουνά για κυνήγι, προσποιούμενοι ότι ήταν Τουρκοκύπριοι εξ Αγγλίας και ότι βρίσκονταν στην περιοχή για να οδηγήσουν μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτες. Δεν είδε να έχουν όπλα. Ζήτησαν πληροφορίες και έφυγαν. Παρά ταύτα ο ΜΕ4 επέμενε ότι τούτο το συμβάν είναι χαρακτηριστικό της επίδρασης του δημοσιεύματος. Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας δεν ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ίδιο περιστατικό, το οποίο, εν όψει των συνθηκών υπό τις οποίες κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα και της σημασίας που του απέδωσε ο ΜΕ4, θα αναμενόταν να ήταν πειστικότερα ενδεικτικό του κατ' ισχυρισμό κινδύνου από το ότι ο Ενάγοντας έβλεπε οχήματα με Τουρκοκυπριακές πινακίδες έξω από το σπίτι του. Πέραν τούτου, ο ΜΕ4 προφανώς κατέθεσε την εντύπωση και άποψη που ο ίδιος έχει για τον Ενάγοντα είτε αυτήν την απέκτησε από δικές του εμπειρίες είτε από τα όσα του ανέφερε ο πατέρας του. Κατέθεσε επίσης το τι αντιλήφθηκε ο ίδιος από το δημοσίευμα και πως βίωσε τις ποικίλες αντιδράσεις του περίγυρού του σε αυτό. Ούτε σε αυτό το σημείο η μαρτυρία του κρίνεται διαφωτιστική ως προς την πραγματική υπόσταση της υπόθεσης, ούτε βοηθητική ως προς την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να διαμορφώσω, είτε εν όλω είτε εν μέρει, οποιοδήποτε σχετικό με τα επίδικα θέματα εύρημα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ5 Η μαρτυρία της ΜΕ5 δεν πρόσθεσε οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση του Ενάγοντος. Το ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ραδιοσταθμού «Άστρα» ήταν από τη δικογραφία παραδεκτό, γεγονός που και η ίδια η ΜΕ5 επανέλαβε στην παράγραφο 8 της γραπτής της δήλωσης. Ως προς το ζήτημα της επίδοσης, ταύτισης και της ταυτοποίησης του Εναγόμενου 3, εν όψει και της μαρτυρίας του ΜΕ6, η μαρτυρία της ΜΕ5 ουσιαστικά περιορίζεται σε νομική επιχειρηματολογία (παράγραφοι 1 - 3 της γραπτής της δήλωσης) και δεν κρίνεται με οποιοδήποτε τρόπο βοηθητική για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων επί γεγονότων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ6 Οι θέσεις του ΜΕ6 δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Υπενθυμίζεται ότι η πλευρά του Εναγόμενου 3 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση, αλλά και το γεγονός ότι δικογραφικά δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η αγωγή εγέρθηκε εναντίον λανθασμένου προσώπου. Δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ την μαρτυρία του ΜΕ6, έστω και εάν εντοπίζω ότι, εκ του περισσού, σε αυτή παρείσφρησε η προσωπική του εντύπωση και εκτίμηση της αντίδρασης του προσώπου στο οποίο επέδωσε την Έκθεση Απαίτησης. Αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 Κακή εντύπωση προξένησε η άρνηση του Εναγόμενου 1 να απαντήσει αναφορικά με το ποιος ήταν ο εργοδότης του. Προφανώς διατηρούσε την πεπλανημένη εντύπωση ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας του ραδιοσταθμού «Άστρα» ήταν αμφισβητούμενο, ενώ ήταν, από τα δικόγραφα, παραδεχτό. Υπενθυμίζω ότι αντεξεταζόμενος από το δικηγόρο του Ενάγοντος αποδέχθηκε ότι η φράση «τανγκ τους επαίζασιν» σημαίνει ότι κάποιοι πυροβολούν κάποιους. Παρά το γεγονός ότι η ερμηνεία που ο Εναγόμενος 1 εν τέλει απέδωσε δεν έχει βαρύτητα στην κρίση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, η μετακίνηση της πλευράς των Εναγόμενων 1 και 2 από την πλήρη άρνηση και αντιπαραβολή άλλων ερμηνειών, όπως αυτές τέθηκαν από το δικηγόρο τους στον Ενάγοντα, αλλά και από τα όσα ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στη γραπτή του δήλωση, ισοδυναμεί με αντίφαση που αποτιμάται αρνητικά. Επίσης δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση που προώθησε ο μάρτυρας αναφορικά με την μη δυνατότητα μετάδοσης της εκπομπής εκτός Λεμεσού κατά την επίδικη μέρα και ώρα. Το ζήτημα αναδείχθηκε και μέσα από την αντεξέτασή του όταν κλήθηκε να επεξηγήσει πως, αφού κατά τον ίδιο η εκπομπή μεταδιδόταν μόνο στη Λεμεσό, ο ακροατής που προέβη στη δημοσίευση ανέφερε ότι ήταν από τον Κάτω Πύργο. Δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε πειστική επεξήγηση, αλλ' ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να ενισχύει τον ισχυρισμό. Σημειώνεται ότι ακριβής θέση του Εναγόμενου 1 επί του σημείου ήταν ότι είχε ενημερωθεί ότι η εκπομπή «ενδεχομένως» να μην μεταδιδόταν παγκύπρια, πράγμα που δείχνει διάσταση μεταξύ μαρτυρίας και δικογραφημένης θέσης. Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι κατά την μετάδοση της επίδικης εκπομπής δεν διέθετε σύστημα χρονοκαθυστέρησης προκειμένου να είναι σε θέση να ελέγξει τα όσα ο ακροατής θα ανέφερε και ότι η εκπομπή δεν είχε ως συγκεκριμένο θέμα οτιδήποτε σχετικό με την επίδικη παρέμβαση. Έχοντας επίσης κατά νουν το σύνολο του δημοσιεύματος και έχοντας ακούσει το Τεκμήριο 3, αποδέχομαι τη θέση του ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει από πριν το ποια θα ήταν η ακριβής τοποθέτηση του ομιλούντος, καθότι πράγματι η εκπομπή στο πλαίσιο της οποίας δημοσιεύθηκε το επίδικο δημοσίευμα ήταν γενικού περιεχομένου. Το κατά πόσο τα λεγόμενά του κατά τη δημοσίευση ενέχουν τα στοιχεία που του καταλογίζει η πλευρά του Ενάγοντος, το εξετάζω κατά την ανάλυση της σημασίας του δημοσιεύματος πιο κάτω. Παραδεκτά γεγονότα Ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης. Στη γραπτή δε αγόρευση των δικηγόρων τους (σελίδα 28) γίνονται παραδεκτά γεγονότα ότι το κείμενο που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας πράγματι δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια της επίδικης εκπομπής του ραδιοφωνικού σταθμού «Άστρα» με συντονιστή τον Εναγόμενο
  2. Την ημέρα κυρίως εξέτασης του Ενάγοντα, δηλώθηκαν επίσης τα ακόλουθα ως παραδεκτά γεγονότα: Ο δικηγόρος του Ενάγοντος έστειλε επιστολή προς τον ραδιοσταθμό Άστρα ζητώντας ψηφιακό αντίγραφο της επίδικης εκπομπής. Ο ραδιοσταθμός Άστρα, έστειλε ψηφιακό αντίγραφο ολόκληρης της επίδικης εκπομπής. Μέρος αυτού του ψηφιακού αντιγράφου και μέρος της εκπομπής είναι το ηχητικό που ακούστηκε στο Δικαστήριο. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος υπέβαλε παράπονο ενώπιον της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου για το περιεχόμενο της επίδικης εκπομπής. Η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου απάντησε γραπτώς ότι επειδή υπάρχει σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία δεν θα προχωρήσει στην εξέταση του παραπόνου. Ευρήματα επί της μαρτυρίας Υπό το φως των παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης της μαρτυρίας, προβαίνω σε ευρήματα που αφορούν τα γεγονότα της υπόθεσης. Ξεκινώ με πρώτο ζήτημα το κατά πόσο ο Εναγόμενος 3 ήταν το πρόσωπο που προέβη στη δημοσίευση. Επί τούτου παρατηρώ ότι η πλευρά του Εναγόμενου 3 δεν καταχώρισε υπό όρους εμφάνιση στην Αγωγή και δεν διαμαρτυρήθηκε για το καλό της επίδοσης της. Στο διοριστήριο των δικηγόρων που υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου επισυνημμένο στο Σημείωμα Εμφάνισης, δηλώνεται ότι ο Εναγόμενος 3 ονομάζεται Γ. Χ. και είναι από τον Κάτω Πύργο. Τούτα από μόνα τους δεν θα ήταν ενδεχομένως ικανά προκειμένου να καταδείξουν ότι ο Εναγόμενος 3 δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ήταν ορθός διάδικος στην Αγωγή. Όμως ούτε στην Υπεράσπισή του προβαίνει ο Εναγόμενος 3 σε οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι η Αγωγή κακώς είτε του επιδόθηκε είτε εγέρθηκε εναντίον του. Παρά μόνο εγείρει γενική και μόνο προδικαστική ένσταση στην οποία η Αγωγή χαρακτηρίζεται ως «επιπόλαιη, ενοχλητική, καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί» η οποία σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να θέτει επαρκές υπόβαθρο για να στηρίξει ισχυρισμό περί έγερσης της Αγωγής εναντίον λανθασμένου προσώπου. Εκτός από την παράλειψη δικογράφησης του ισχυρισμού, η μαρτυρία του επιδότη ΜΕ6 ότι τα πρόσωπα εις τα οποία επέδωσε ήταν ο Εναγόμενος 3 και η σύζυγός του δεν ανατράπηκε, μια και η αντεξέταση που έτυχε από τη δικηγόρο του Εναγόμενου 3 περιορίστηκε σε 2 ερωτήσεις, εάν δηλαδή ο διάβασε πριν την επίδοση την έκθεση απαίτησης και εάν έχει ακούσει το δημοσίευμα. Επίσης και σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος 3 παρέλειψε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα με το οποίο να αποζητά να διαγραφεί από εναγόμενος στην Αγωγή. Αυτά κρίνω εν τέλει σφράγισαν και την τύχη του όλου επιχειρήματος της πλευράς του. Υπενθυμίζεται χάριν πληρότητας ότι το πρόσωπο που παρεμβαίνει τηλεφωνικά στην επίδικη εκπομπή και προβαίνει στο επίδικο δημοσίευμα αναφέρει ότι είναι ο Γ. Χ. από τον Κάτω Πύργο, σε πλήρη ταύτιση με τα στοιχεία που προσφέρει ο Εναγόμενος 3 στην άνευ όρων εμφάνισή του στην Αγωγή. Εν όψει των πιο πάνω, αποτελεί εύρημά μου ότι ο Εναγόμενος 3 είναι το πρόσωπο το οποίο προέβη στο επίδικο δημοσίευμα. Τα ακόλουθα αποτελούν επίσης ευρήματά μου: Ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσίευσης ήταν 73 ετών. Προηγουμένως έλαβε μέρος στον αγώνα της ΕΟΚΑ και έπειτα φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων. Μεταξύ των ετών 1959 - 1986 υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό. Περί το έτος 1964 κατέφθασε στην Κύπρο και ανέλαβε στρατιωτική δράση και έλαβε μέρος σε μάχες, μεταξύ άλλων, και στην περιοχή της Τυλληρίας. Βοηθοί του ήταν ο Β. Σ. και Π. Ψ. Έφερε και έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο «[ ]». Μεταξύ των ετών 1992 και 2012 διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Λεμεσού. Κατά την 26.6.2014, κατά τη διάρκεια της εκπομπής «ο γέγονε, γέγονε», τον συντονισμό της οποίας είχε ο Εναγόμενος 1 και η οποία μεταδιδόταν ζωντανά από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού «Άστρα», ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2, ο Εναγόμενος 3 τηλεφώνησε και είπε τα λόγια που καταγράφηκαν στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τη μετάδοση της εκπομπής ο Εναγόμενος 1 δεν είχε στη διάθεσή του σύστημα χρονοκαθυστέρησης και οι τηλεφωνικές παρεμβάσεις ακροατών ακούγονταν ζωντανά. Αποτελεί επίσης εύρημά μου ότι ο ραδιοσταθμός «Άστρα» εξέπεμπε κατά τον ουσιώδη χρόνο σε όλη την Κύπρο, μια η εμβέλεια εκπομπής του σταθμού είναι παραδεκτή, αλλά η κατ' ισχυρισμό βλάβη που δεν επέτρεπε την παγκύπρια μετάδοση τη συγκεκριμένα μέρα και ώρα δεν αποδείχθηκε. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος έστειλε επιστολή προς τον ραδιοσταθμό Άστρα ζητώντας ψηφιακό αντίγραφο της επίδικης εκπομπής. Ο ραδιοσταθμός Άστρα, έστειλε ψηφιακό αντίγραφο ολόκληρης της επίδικης εκπομπής. Μέρος αυτού του ψηφιακού αντιγράφου και μέρος της εκπομπής είναι το ηχητικό που ακούστηκε στο Δικαστήριο. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος υπέβαλε παράπονο ενώπιον της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου για το περιεχόμενο της επίδικης εκπομπής. Η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου απάντησε γραπτώς ότι επειδή υπάρχει σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία δεν θα προχωρήσει στην εξέταση του παραπόνου. Επίδικα ζητήματα σχετικά με τη δυσφήμιση και υπαγωγή γεγονότων και ευρημάτων Το συγκεκριμένο μέρος του επίδικου δημοσιεύματος, το οποίο παραθέτω έχοντας λάβει υπόψη μου το σύνολο του σχετικού αποσπάσματος και που κατ' ισχυρισμό αφορά τον Ενάγοντα, εντοπίζεται στο σημείο όπου ξεκινά με την φράση: «Στον Πύργο της Τυλληρίας υπήρχαν τρία άτομα [.]». Αναφορικά με το κατά πόσο το δημοσίευμα αφορά τον Ενάγοντα Εν πρώτοις διαπιστώνω ότι ο Εναγόμενος 3 προειδοποιεί, επικαλούμενος μάλιστα και «την χάρη» που έδωσε, κατά τον ίδιο, «ο Θεός στον άνθρωπο» να ομιλεί ελεύθερα, ότι θα αναφερθεί σε ονόματα. Προχωρεί λοιπόν, σύμφωνα με τις παραμέτρους που ο ίδιος έθεσε, να κατονομάσει τα τρία άτομα που κατά τα λεγόμενά του, υπήρχαν στον Πύργο Τυλληρίας. Αυτά ήταν ο Β. Ζ., ο Π. και ο Κ. Δ. από τη Λεμεσό. Ο Εναγόμενος 3 αποφάσισε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία «υπήρχαν» στον Πύργο της Τυλληρίας. Δεν αναφέρει το όνομα «Μ.» δηλαδή το πρώτο όνομα του Ενάγοντος, αλλά αναφέρει το επώνυμο «Κ.» και το ψευδώνυμο «[ ]». Το ότι ο Ενάγοντας ονομάζεται Μ. Κ. και απέκτησε το προσωνύμιο «[ ]» παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτο. Ομοίως αναντίλεκτος έμεινε και ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας είναι από τη Λεμεσό. Παρά τις υποβολές του ευπαίδευτου δικηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 ότι υπάρχουν άλλα 15 πρόσωπα με το ίδιο ψευδώνυμο, η θέση του Ενάγοντος ότι δεν γνωρίζει αλλά γνωρίζει ότι «Κ. Δ.» υπάρχει μόνο ένας, παρέμεινε και πάλι χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, αφού ούτε στο μάρτυρα τέθηκαν αλλ' ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση του συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 περί της ύπαρξης άλλων 15 ατόμων με το ίδιο ψευδώνυμο. Ως προς την αξία των υποβολών οι οποίες δεν υποστηρίζονται με μαρτυρία παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Σε κάθε περίπτωση παραπέμπω επιπροσθέτως στο σχετικό εύρημά μου επί της αξιοπιστίας του Ενάγοντος στο θέμα τούτο. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι γίνεται αναφορά στην Τυλληρία, περιοχή στην οποία είχε δράση ο Ενάγοντας και ότι κατονομάζονται και τα πρόσωπα που συνεργάζονταν με τον Ενάγοντα κατά το χρόνο εκείνο προσθέτει ακόμα ένα τρόπο ταυτοποίησης του Ενάγοντος. Η μη αναφορά του Εναγόμενου 3 στο δημοσίευμα στο πλήρες ονοματεπώνυμο και ψευδώνυμο του Ενάγοντος, ως ανέλυσα ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν είναι ικανή να ανατρέψει την ταύτιση του Ενάγοντος με το πρόσωπο που κατονομάζεται στο δημοσίευμα. Αποτελεί συνεπώς εύρημά μου ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορούσε τον Ενάγοντα. Αναφορικά με το κατά πόσο το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό Ιδιαίτερη αναφορά έγινε για δύο λέξεις του επίδικου δημοσιεύματος και μία φράση. Η πρώτη λέξη είναι το «επαίζασιν». Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Θησαυρός της Μεσαιωνικής και νεότερης Κυπριακής διαλέκτου», του Κ. Γ. Γιαγκουλλή, Λευκωσία
(2014), στη σελίδα 376, «παίζω» στην Κυπριακή διάλεκτο σημαίνει κτυπώ, πυροβολώ με το παράδειγμα χρήσης που δίδεται να είναι η φράση «'Επαιξεν τον τσ' εσκότωσέν τον». Η λέξη «επαίζασιν» ακούγεται στο πλαίσιο του επίδικου δημοσιεύματος στο οποίο ο Εναγόμενος 3 που, κατά τον ίδιο, ήταν μαχητής της αντίστασης, απαντά, με ονόματα, σε προηγούμενο ακροατή, νιώθοντας, πάντα κατά τον ίδιο, αναγκασμένος να αναφέρει πράγματα που αφορούσαν τα τρία κατονομαζόμενα πρόσωπα και τις ενέργειές τους σε σχέση τους με τους Τουρκοκύπριους που έβγαιναν από τα προαναφερόμενα χωριά, το αποτέλεσμα των οποίων ενεργειών ήταν να ανάβει η φωτιά. Εν προκειμένω και στο πλαίσιο του δημοσιεύματος, τη λέξη «επαίζασιν» θεωρώ ότι ο μέσος λογικός ακροατής θα την αντιλαμβανόταν ως να εννοούσε «πυροβολούσαν». Η δεύτερη είναι η λέξη «ταγκ» που επίσης ακούγεται στο δημοσίευμα. Σύμφωνα με το δικηγόρο των Εναγόμενων 1 και 2 η λέξη παρέπεμπε σε τεθωρακισμένο όχημα δηλαδή «τανκ». Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, δεν συμφωνώ. Στο σημείο της πρότασης που η λέξη χρησιμοποιείται δεν μπορεί παρά να αποτελεί φράση που προσομοιάζει τον ήχο πυροβολισμού. Η προσπάθεια να αποδοθεί άλλη ερμηνεία δεν συνάδει με τη φυσική ροή του λόγου του ομιλούντος, αλλ' ούτε συνάδει με τη φυσική έννοια που μπορεί να αποδοθεί στην ίδια την λέξη η οποία προηγείται της λέξης «επαίζασιν» τη σημασία της οποίας ανέλυσα πιο πάνω. Οποιαδήποτε υπόνοια ότι η λέξη που χρησιμοποιείται θα μπορούσε να εννοεί τανκ, δηλαδή τεθωρακισμένο όχημα, δεν ισχύει εις το άκουσμα της λέξης στο κοινώς κατατεθειμένο Τεκμήριο
  1. Η φράση «άναβαν την φωτιά», στο σύνολο του δημοσιεύματος και σε λογική ακολουθία των όσων προηγούνται, δηλαδή της φράσης «όποιος Τουρκοκύπριος έβγαινε από την Μασούρα, από τον Άγιο Θεόδωρο, από την Πηγή εεεεε, εδώ στο Σελέμανη τζαι ξέρω γω επιαίναν στες ελιές τους, τανγκ τους επαίζασιν κάθε λιο και [.]» θεωρώ ότι μπορεί να έχει μόνο μεταφορικό νόημα. Αποκλείω δηλαδή ότι ο μέσος λογικός ακροατής θα μπορούσε, έχοντας ακούσει το σύνολο του δημοσιεύματος ή έστω τη φράση που προηγείται, να κατανοήσει ότι τα τρία πρόσωπα άναβαν κυριολεκτικά φωτιά. Εν προκειμένω κρίνω ότι λογική ερμηνεία που θα μπορούσε να αποδοθεί στη φράση από το μέσο λογικό ακροατή είναι ότι, οι ενέργειες που καταλογίζει στα πρόσωπα που κατονομάζει, μεταξύ αυτών και του Ενάγοντος, δημιουργούσαν έχθρα μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Τέλος και πάλι στο πλαίσιο του συνόλου του δημοσιεύματος η φυσική σημασία της λέξης «όποιος» που προηγείται της λέξης «Τουρκοκύπριος», θεωρώ ότι ισοδυναμεί με όλους τους Τουρκοκύπριους που έβγαιναν από τα χωριά στα οποία γίνεται αναφορά. Το δημοσίευμα δεν προβαίνει σε οποιοδήποτε διαχωρισμό μεταξύ ενόπλων και αμάχων, αφήνοντας στον μέσο λογικό ακροατή την ερμηνεία που απέδωσα πιο πάνω αλλά ούτε διευκρινίζει εάν αφορά πυροβολισμούς κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχείρησεων. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι, με βάση τη φυσική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν, ο μέσος λογικός ακροατής, ακούγοντας το σύνολο του επίδικου δημοσιεύματος, της τοποθέτησης δηλαδή του ομιλούντος, αντιλήφθηκε ότι ο Ενάγοντας, μαζί με άλλα δύο κατονομαζόμενα πρόσωπα, δηλαδή το Β. Σ. και έναν Π. είχαν κάμει δύο ομάδες με τις οποίες γέμιζαν λεωφορεία και όποιος Τουρκοκύπριος έβγαινε από την Μασούρα, από τον Άγιο Θεόδωρο, από την Πηγή, στο Σελέμανη πήγαιναν στις ελιές τους και τους πυροβολούσαν, δημιουργώντας έχθρα μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Ο ομιλών δηλαδή καταλογίζει, μεταξύ άλλων και στον Ενάγοντα, ότι ο ίδιος έχοντας κάμει ομάδες, πυροβολούσε όποιο Τουρκοκύπριο έβγαινε από τα χωριά που αναφέρονται στο δημοσίευμα. Έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα τούτο, καταλήγω επίσης ότι ο ομιλών άφησε ανοικτή την πιθανότητα τα άτομα που πυροβολούσε ενδεχομένως να πέθαιναν ή να τραυματίζονταν. Εδώ η αναφορά δεν είναι όσο ξεκάθαρη όσο προτείνει η πλευρά του Ενάγοντος που αναφέρεται σε «δολοφονίες Τούρκων που ήταν φιλήσυχοι». Με το άκουσμα της λέξης «επαίζασιν» κρίνω ότι ο μέσος λογικός ακροατής δεν μπορεί να αποκλείσει από το συλλογισμό του την πιθανότητα ο πυροβολισμός να επιφέρει και το θάνατο ή τον τραυματισμό του ατόμου που τον δέχεται. Κρίνω λοιπόν ότι με το επίδικο δημοσίευμα, ο ομιλών επέρριψε στον Ενάγοντα τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή τουλάχιστον αυτού της απόπειρας φόνου. Αποτέλεσε ζήτημα για την πλευρά του Ενάγοντος εάν οι παρεμβάσεις του Εναγόμενου 1, δηλαδή οι φράσεις «μάλιστα», «μείνετε ως εδώ» και τα «τα χαιρετίσματά μου στον Κάτω Πύργο», συνέβαλαν στη δυσφήμιση του Ενάγοντος και ότι εν πάση περιπτώσει αποτέλεσαν αποδοχή και επικρότηση του δημοσιεύματος. Δεν συμφωνώ με την προσέγγιση αυτή. Οι φράσεις αυτές ακούγονται ως διαδικαστικής και διεκπεραιωτικής φύσεως, κοινότυπες και ενδεχομένως φιλικές αλλά όχι ως επιβράβευση ή επιβεβαίωση των λεχθέντων. Δεν μπορώ να θεωρήσω λοιπόν τις εν λόγω φράσεις που ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιεί ως μέρους του δυσφημιστικού δημοσιεύματος και κρίνω ούτε ο μέσος λογικός ακροατής θα εκλάμβανε αυτές ως να επιβραβεύουν το δημοσίευμα. Εν όψει των πιο πάνω βρίσκω ότι, με βάση τη φυσική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν εντός του συνόλου του επίδικου δημοσιεύματος, το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό εν τη εννοία του Άρθρου 17 του Κεφ. 148., μια και αποδίδει στον Ενάγοντα έγκλημα (Άρθρο 17.1(α) του Κεφ. 148). Το ποινικό αδίκημα που του αποδίδεται είναι, αναμφίβολα, σοβαρό. Εν όψει της σοβαρότητας, θεωρώ λογικό ότι με άκουσμα της κατηγορίας ενδέχετο ο Ενάγοντας να εκτεθεί σε γενικό μίσος και περιφρόνηση (Άρθρο 17.1(δ) του Κεφ. 148) καθώς και ενδέχετο να προκαλέσει την αποστροφή άλλων προς το πρόσωπό του (Άρθρο 17.1(ε)). Αναφορικά με το κατά πόσο το δημοσίευμα περιέχει παράθεση γεγονότων ή γνώμης Ακρόαση ή και ανάγνωση της έντυπης απομαγνητοφώνησης του δημοσιεύματος καταδεικνύει ότι ο ομιλών εκφράζεται ωσάν σαν παραθέτει γεγονότα και όχι τη γνώμη του εκτός ενός σημείου. Εξηγώ: Ο ομιλών ξεκινά το επίδικο δημοσίευμα με το να αναφέρει ότι θα πει τα «τα πράματα με τη σειρά τους» και προχωρεί να αναφέρει ότι, για τα όσο πρόκειται να μιλήσει, για τα οποία υπενθυμίζεται θα αναφέρει και «ονόματα», ήταν 15 ετών και τα θυμάται. Έπειτα ο ομιλών προχωρά να παραθέσει τα όσα καταλογίζει στον Ενάγοντα και στα άλλα δύο πρόσωπα που κατονομάζει. Από τη στιγμή που ο ομιλών ισχυρίζεται ότι θα μιλήσει εκ μνήμης, προκειμένου να πει τα πράγματα με τη σειρά τους, ο ίδιος θέτει, εν είδει εισαγωγής, και το πλαίσιο της τοποθέτησής του. Η πιθανότητα, έστω και από μνήμης, να εκφράσει κάποια γνώμη αντί για κάποια γεγονότα εκμηδενίζεται από το περιεχόμενο του τι ακολουθεί της προαναφερθείσας εισαγωγής του. Το εν λόγω περιεχόμενο δεν αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο να ερμηνευθεί ως η γνώμη του, πλην της αναφοράς ότι οι ενέργειες του Ενάγοντος και των άλλων δύο προσώπων «άναβαν την φωτιά». Αυτή η τελευταία φράση, θεωρώ, με το μεταφορικό της νόημα, ενδεχομένως να εμπεριέχει το στοιχείο της άποψης, της θεώρησης δηλαδή του Εναγόμενου 3 αναφορικά με το αποτέλεσμα των «γεγονότων» που παραθέτει και την δική του αντίληψη ως προς την επίδραση στις σχέσεις μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων την χρονική εκείνη στιγμή. Συνεπώς καταλήγω ότι το δημοσίευμα περιέχει παράθεση γεγονότων με μόνη εξαίρεση τη φράση «άναβαν την φωτιά» η οποία μπορεί να εκληφθεί και ως παράθεση γεγονότος αλλά και ως παράθεση γνώμης. Παρά ταύτα κρίνω ότι ο διαχωρισμός εν προκειμένω είναι ήσσονος σημασίας και δεν επενεργεί ούτως ώστε να μετατρέψει το ουσιαστικό μέρος του δυσφημιστικού δημοσιεύματος που αποτελείται από την απόδοση ποινικού αδικήματος της απόπειρας φόνου στον Ενάγοντα, από παράθεση γεγονότων σε παράθεση γνώμης. Αναφορικά με το κατά πόσο έχουν στοιχειοθετηθεί οποιεσδήποτε Υπερασπίσεις Υπενθυμίζεται ότι μοναδικός μάρτυρας Υπεράσπισης ήταν ο Εναγόμενος
  2. Κατά τη μαρτυρία δεν προώθησε οτιδήποτε ως προς το κατά πόσο τα όσα, ή έστω κάποια από τα όσα, ακούγονται στο επίδικο δημοσίευμα ήτο αληθή. Εν τη απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας προς τούτο, η υπεράσπιση της αλήθειας αποτυγχάνει. Ως προς το κατά πόσο το δημοσίευμα αποτελούσε έντιμο σχόλιο επί ζητήματος δημοσίου συμφέροντος ή καλόπιστο σχόλιο, η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 δεν ήταν βοηθητική, μια και δεν προσφέρθηκε οτιδήποτε από πλευράς του που να θέτει το υπόβαθρο για την προώθηση τέτοιου ισχυρισμού. Τούτο σε συνδυασμό με την κατάληξή μου ότι στο επίμαχο μέρος του το επίδικο δημοσίευμα δεν δύναται να θεωρηθεί ως έκφραση γνώμης του ομιλούντος, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου η οποία προβλήθηκε δικογραφικά από όλους τους Εναγόμενους, αποτυγχάνει. Σε σχέση με την Υπεράσπιση του προνομίου αναφέρω ότι η δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων 1 και 2 είναι γενική και δεν προσφέρονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες με τις οποίες να καταδεικνύεται η φύση του όποιου νομικού ή άλλου καθήκοντος επικαλούνται οι Εναγόμενοι 1 και 2, ούτε το πλαίσιο των γεγονότων εις το οποίο βασίζονται προκειμένου να επικαλεστούν ότι το δημοσίευμα ήταν υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένο ή ότι πρέπει να δικαιολογηθεί κατ' επίκληση του δημόσιου συμφέροντος. Ούτε μαρτυρία προσφέρθηκε από το μοναδικό μάρτυρα επί τούτου. Κρίνω συνεπώς ότι όσων αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 η υπεράσπιση του ότι το δημοσίευμα ήτο προνομιούχο αποτυγχάνει. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 3, η ευπαίδευτη συνήγορός του προτείνει στην αγόρευσή της ότι τα ίδια τα γεγονότα που προτείνει ο Ενάγοντας είναι αρκετά προκειμένου να γίνει επιτυχής επίκληση της υπεράσπισης μια και το υπόβαθρο των γεγονότων δικαιολογεί το δημοσίευμα. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Κατά πρώτον δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να τίθενται γεγονότα που να δικαιολογούν τον ισχυρισμό του δημοσιεύματος ότι ο Ενάγοντας μαζί με δύο άλλα πρόσωπα, έκαμαν ομάδες, γέμιζαν τα λεωφορεία και όποιος Τουρκοκύπριος έβγαινε από το χωριά, τον πυροβολούσαν. Κρίνω λοιπόν ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορούν να ισχύσουν τα όσα ίσχυσαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ηλιάδης ν Βενιζέλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 960 στην οποία αναφορά έγινε και ανωτέρω. Σε εκείνη την περίπτωση τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο, όσο και το εφετείο έκριναν ότι υπήρχε μαρτυρικό υλικό ικανό να καταδείξει ότι το δημοσίευμα ήταν δικαιολογημένο ή ακόμη και ουσιωδώς αληθές. Η μαρτυρία των εναγόμενων είχε γίνει δεχτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο και περιλάμβανε παραπομπές σε πηγές έρευνας τις οποίες θεώρησε αξιόπιστες. Στην παρούσα υπόθεση ο Εναγόμενος 3 δεν προσκόμισε ίχνος μαρτυρίας στην υπόθεση. Οι όποιες πηγές του δεν τέθηκαν για να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Αντίθετα οι μόνες πηγές που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και αφορούσαν κατ' ισχυρισμό αναφορές σε γεγονότα στα οποία ενεπλάκη ο Ενάγοντας ήταν εκείνες του ΜΕ
  1. Εν όψει της σοβαρότητας του ποινικού αδικήματος που αποδίδεται στον Ενάγοντα στο δημοσίευμα και μια και η πλευρά του Εναγόμενου 3 προτείνει ότι το υπόβαθρο γεγονότων είναι ιστορικό, θα αναμενόταν ότι θα προσκόμιζε μαρτυρία για να τεθεί το υπόβαθρο αυτό και να μην βασιστεί αποκλειστικά στη θέση του ίδιου του Ενάγοντος ότι εκείνος έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή κατόπιν διαταγών. Η μη προσκόμιση μαρτυρίας από την πλευρά του Εναγόμενου 3, άφησε μετέωρες και τις δικογραφημένες της θέσεις αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό νομικό ή και κοινωνικό ή και το κοινωνικό καθήκον του Εναγόμενου 3 να προβεί στη δημοσίευση. Εν κατακλείδι, η υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα ήταν προνομιούχο αποτυγχάνει. Η ευθύνη των Εναγόμενων 1 και 2 για τη δημοσίευση Έχω λάβει υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν στην Λιοναράκης (ανωτέρω), περίπτωση η οποία έχει σαφώς ομοιότητες με την παρούσα υπόθεση ως προς το περιβάλλον εις το οποίο έγινε η δημοσίευση. Όπως και σε εκείνη την περίπτωση, έτσι και η επίδικη ραδιοφωνική εκπομπή ήταν ζωντανή. Μεταδιδόταν δηλαδή χωρίς να είναι μαγνητοσκοπημένη και χωρίς ο συντονιστής της Εναγόμενος 1 να έχει σύστημα χρονοκαθυστέρησης. Με την αποδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 επί του σημείου ότι πολλοί ακροατές θεωρούν ότι πρόκειται να αναφέρουν κάτι σημαντικό αλλά εν τέλει κάτι τέτοιο δεν γίνεται και κατά συνέπεια ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 δεν πίστευε ότι θα έπρεπε να σταματήσει τον Εναγόμενο 3 από το να τοποθετηθεί, έστω και μετά την εισαγωγή του Εναγόμενου 3, κρίνω ότι πράγματι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε την δυνατότητα ή την ευκαιρία να ανακόψει τη δημοσίευση. Εφαρμόζοντας τις αρχές όπως τέθηκαν στην Λιοναράκης (ανωτέρω) και παρά την αποτυχία των λοιπών υπερασπίσεων που προβλήθηκαν και που αναγνωρίζονται στο Κεφάλαιο 148, κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί συνυπεύθυνος για τη δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Διαφορετική είναι η κατάληξή μου ως προς την ευθύνη των Εναγόμενων
  2. Στην υπόθεση Λιοναράκης (ανωτέρω) δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στην ευθύνη ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και δεν εξετάζεται το ζήτημα σε σχέση με αυτούς. Εν όψει τούτου αλλά και εν όψει της αποτυχίας των υπερασπίσεων που προβλήθηκαν αλλά και της αποδοχής της μαρτυρίας της πλευράς του Ενάγοντος επί του σημείου, δεν βλέπω το λόγο να διαφοροποιήσω την παρούσα περίπτωση από την κρατούσα νομική θέση όπως αναφέρεται στη νομική πτυχή ανωτέρω και αφορά την ευθύνη ραδιοτηλεοπτικών σταθμών[16]. Συνεπώς βρίσκω ότι, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου και εν όψει της νομικής πτυχής του ζητήματος, ότι η Εναγόμενη 2 ευθύνεται για τη δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος από τον Εναγόμενο 3, ούσα ο οργανισμός από τη συχνότητα και εκπομπή του ραδιοσταθμού του οποίου μεταδόθηκε το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Κατάληξη Εν όψει των πιο πάνω η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Η αποτυχία της αγωγής κρίθηκε επί νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία αναγνωρίζεται είδος υπεράσπισης που εφαρμόζεται σε ιδιόμορφα γεγονότα και δεν προκύπτει από τις ειδικές υπερασπίσεις του Κεφαλαίου
  3. Για την επιτυχή έγερση της έπρεπε να ισχύουν γεγονότα, τα οποία με τη σειρά τους έπρεπε να αποφασιστούν δικαστικώς. Συνεπώς, κρίνω ορθό, παρά την απόρριψη της Αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 1, όπως μην επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα υπέρ του. Η Αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 επιτυγχάνει. Προχωρώ να εξετάσω το ύψος των αποζημιώσεων που πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του επιτυχόντα Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 2 και
  4. Κατά την επίμετρηση των αποζημιώσεων λαμβάνω υπόψη μου γεγονότα σε ευθυγράμμιση με τα ευρήματά μου ως ανωτέρω καταγράφονται, αλλά και με τις σχετικές Νομολογιακές αρχές. Στην απόφαση του στην υπόθεση ΔΙΑΣ Λτδ κ.ά. ν. Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι: «[η] υπόληψη του πολίτη, ως ανεξάρτητη και αυτοτελής ανθρώπινη ύπαρξη, απέκτησε σήμερα, και πολύ ορθά, αυξημένη εκτίμηση, που διασφαλίζεται και στο γραπτό δίκαιο. Τραυματισμός αυτής της υπόληψης επιφέρει την ανάλογη αποκατάσταση της» Ενώ στην Λουκής Λουκαΐδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ.
(2003)1 Α.Α.Δ. 22 ότι: «Στην περίπτωση του λιβέλλου, δικαία είναι η αποζημίωση η οποία αποκαθιστά, ουσιαστικά, το θύμα της δυσφήμισης, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό, με μέσο το χρήμα. Ταυτόχρονα, η αποζημίωση πρέπει να είναι εύλογη, δηλαδή να ευρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο.» Κατά τη Νομολογία, οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωση του[17]. Σχετικοί παράγοντες για τον υπολογισμό έχουν αναγνωριστεί, όταν η δυσφήμιση έγινε υπό μορφή επανάληψης, εάν έγινε αναφορά στην πηγή και ο δηλώσας πίστευε στην αλήθεια της, ενώ επιβαρυντικοί παράγοντες είναι ο τρόπος και μεγάλη έκταση της δημοσίευσης, η επαναδημοσίευση, η διαγωγή του Εναγόμενου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας και η πρόκληση ειδικής ζημιάς[18]. Όσων αφορά τον Ενάγοντα έλαβα υπόψη μου ότι δεν υπέστη ειδική ζημια ότι διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Λεμεσού για 18 χρόνια μέχρι και το 2012, ότι ήταν αξιωματικός του ελληνικού στρατού, ότι συμμετείχε στον αγώνα της ΕΟΚΑ, αλλά και ότι συμμετείχε έκνομα, κατά τη μαρτυρία της πλευράς του, στην ΕΟΚΑ Β', ότι κατά το χρόνο της δημοσίευσης δεν κατείχε οποιοδήποτε αξίωμα και ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι καταδικάστηκε οποτεδήποτε σε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Όσων αφορά τους Εναγόμενους 2 και 3 έλαβα υπόψη μου την αποτυχία των υπερασπίσεων που εγέρθηκαν ειδικότερα την αποτυχία της υπό της Εναγόμενης 2 εγειρόμενης υπεράσπισης της αλήθειας, αλλά και την όλη παρουσίαση της υπόθεσής τους η οποία κατέληξε στο να δοθεί μαρτυρία μόνον από τον Εναγόμενο 1, χωρίς να προωθηθεί ουσιαστικώς ή να τεθεί πραγματικό υπόβαθρο για οποιαδήποτε εκ των υπερασπίσεων. Έλαβα επίσης υπόψη τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 προς τον ΜΕ1 και προς τον Ενάγοντα, ότι δηλαδή ο Ενάγοντας ήταν «προδότης» και ότι έδιδε εντολές σε νεαρά άτομα να εκτελούν ένοπλες ενέργειες, θέσεις που ουδέποτε έγινε προσπάθεια ελάχιστης ενίσχυσής τους, αλλά και τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος που μέσω του δημοσιεύματος αποδόθηκε στον Ενάγοντα. Συνεκτιμώ επίσης το ότι η δημοσίευση έγινε μια και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής σε ραδιοσταθμό που εξέπεμπε με παγκύπρια εμβέλεια και η αναφορά στον Ενάγοντα ήταν σύντομη και η δημοσίευση ήταν προφορική, και δηλαδή δεν ενείχε το στοιχείο της μονιμότητας της έντυπης δημοσίευσης. Καθοδηγούμενος από τις νομολογιακές αρχές κρίνω ορθό όπως επιδικάσω υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των €9,000 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης. Έχοντας συνυπολογίσει τον τρόπο με τον οποίο η υπεράσπιση για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 προωθήθηκε, κρίνω ορθό όπως επιδικάσω επιπροσθέτως το ποσό των €2,000 ως επαυξημένες αποζημιώσεις, που επίσης θα φέρουν νόμιμο τόκο από την καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης. Εν όψει του αποτελέσματος, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα κάλεσε το Δικαστήριο να επιδικάσει μεταξύ άλλων και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στη σελίδα 351 του συγγράμματος «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης» (βλ. υποσημείωση 6 ανωτέρω), αναφέρεται ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε υποθέσεις που ο εναγόμενος στόχευε στην επίτευξη κέρδους αλλά και σε υποθέσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με απεχθή, αλαζονικό και ιδιαίτερα αλόγιστο τρόπο, ώστε να δικαιολογείται η τιμωρία του. Στην προκείμενη περίπτωση η επίτευξη κέρδους ή έστω το ενδεχόμενο της δεν καταδείχθηκε στο Δικαστήριο. Αναφορικά με τη συμπεριφορά των εναγόμενων εν όψει και της έκτασης του δημοσιεύματος από τον Εναγόμενο 3, αλλά και της έκτασης της εμπλοκής της Εναγόμενης 2 στη δημοσίευση, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων πέραν από τις επαυξημένες αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν ως μέρος των γενικών αποζημιώσεων. Δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι υπάρχει ενδεχόμενο επανάληψης του δημοσιεύματος, ειδικότερα δεδομένου ότι αυτό αποτέλεσε προφορική τηλεφωνική παρέμβαση σε ραδιοφωνική εκπομπή το έτος 2014. Γι' αυτό το λόγο, δεν κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να δικαιολογηθεί έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την επαναδημοσίευση. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 474 [2] βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056) [3] βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) [4] βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454) [5] βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) [6] Βλ. σελ. 27 του συγγράμματος «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμισης», Πολύβιος Γ. Πολυβίου
(2013)[7] Βλ. Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, σελ. 179. [8] Στο κείμενο: «By analogy with the press, liability would also be incurred by those contributing to the broadcast (whether natural persons such as journalists and presenters or companies providing programmes under contract) and those assisting in its transmission». [9] Βλ. «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. κ.α. ν. Λεωνίδα
(1997)1Α Α.Α.Δ. 550 [10] Στο κείμενο: «it is usually clear enough that the words are published of the claimant because he is named in the statement and the defendant intends to refer to him, but neither of these elements is necessary. The question in all cases is whether the words might be understood be reasonable people to refer to the claimant [.]» [11] Βλ. Εκδόσεως Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη
(2011)1 ΑΑΔ 407 και Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ., Πολ. Έφεση 116/08, ημερομηνίας 15.3.2011 [12] Βλ. Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, σελίδα 309 [13] Βλ. Gatley (ανωτέρω), σελίδα 311 [14] Βλ. υποσημείωση 5 ανωτέρω, στη σελίδα 214 [15] Βλ. υποσημείωση 5 ανωτέρω, στη σελίδα 216 [16] Βλ. υποσημειώσεις 6 και 7 ανωτέρω [17] Βλ. Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1321 [18] Βλ. Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ ν. Χριστάκη (Τάκη) Φιλίππου άλλως Φαλκονέττι
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ 958 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.