THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED κ.α. ν. Νικόλας Πάπαλος κ.α., Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 1631/15 και 968/14, 28/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 1631/15 και 968/14 Αρ. Αγωγής: 1631/15 Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Ενάγοντες -και-
- Άννα Νικόλα Πάπαλου σύζυγος Νικόλα Πάπαλου
- Νικόλα Πάπαλου Εναγομένων .......... Αρ. Αγωγής: 968/14 Μεταξύ:
- Νικόλας Πάπαλος
- Άννα Παπαλου Ενάγοντες -και- THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Εναγόμενοι .......... Αίτηση ημερομηνίας 06.06.2022 28.09.22 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Π. Κυριακίδου για Π. Κυριακίδου, Ν. Μετζίτικος Δ.Ε.Π.Ε Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κα Λ. Σάββα για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παραχώρηση στεγαστικού δανείου σε ξένο νόμισμα και δη σε ελβετικά φράγκα, αποτέλεσε την αιτία της επίδικης διαφοράς. Πιο συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες (στο εξής «Αιτητές») καταχώρησαν την αγωγή με αρ.968/14 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα») αξιώνοντας την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας δανείου και την επιδίκαση αποζημιώσεων. Η Τράπεζα καταχώρησε Υπεράσπιση στην πιο πάνω αγωγή και προχώρησε στην έγερση της αγωγής με αρ.1631/15 Ε.Δ. Λεμεσού με την οποία αξιώνει το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου και την έκδοση διατάγματος εκποίησης του ακινήτου το οποίο υποθήκευσε προς όφελος της η Αιτήτρια 2 δυνάμει των υποθηκών ΑΥ.772/2006 και ΒΥ.3465/2009 (στο εξής το «ενυπόθηκο ακίνητο»). Οι προαναφερόμενες αγωγές συνενώθηκαν κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.18.12.
- Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που αποσκοπούν στην απαγόρευση πώλησης μέσω πλειστηριασμού του ακινήτου που επιβαρύνεται με την υποθήκη ΑΥ.772/
- Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας
- Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση, οι Αιτητές αποτάθηκαν στην Τράπεζα προς τον σκοπό παραχώρησης δανείου για την ολοκλήρωση της ανέγερσης της οικίας τους. Συνεργάζονταν με την Τράπεζα από το 1998 και είχε αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους και ιδιαίτερα με τον διευθυντή του υποκαταστήματος στο οποίο απευθύνθηκαν. Ο προαναφερόμενος διευθυντής ήταν αυτός που τους εισηγήθηκε τη δανειοδότηση σε ελβετικό φράγκο λέγοντάς τους ότι είναι το πλέον συμφέρον προϊόν της αγοράς με το χαμηλότερο επιτόκιο. Ενόψει της εμπιστοσύνης που έτρεφαν προς την Τράπεζα και το πρόσωπο του συμφώνησαν όπως λάβουν το δάνειο σε ελβετικά φράγκα (Τεκμήριο 1). Ουδείς εκ μέρους της Τράπεζας αναφέρθηκε στον συναλλαγματικό κίνδυνο που θα επωμίζονταν με τη δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα, ούτε και τους επεξηγήθηκε το κόστος μετατροπής των δόσεων του δανείου. Οι Αιτητές ήταν απόλυτα συνεπείς στην πληρωμή της συμφωνηθείσας μηνιαίας δόσης και περί τον Μάιο του 2007, η Τράπεζα πρότεινε την παραχώρηση και νέου δανείου σε ελβετικά φράγκα για το ποσό των CHF119.
- Όντως υπέγραψαν τη νέα συμφωνία δανειοδότησης στις 17.05.07 (Τεκμήριο 4). Περί το 2011, ο Αιτητής 1 παρατήρησε, ότι παρά τη συνεπή αποπληρωμή των δόσεων των δανείων, το οφειλόμενο ποσό αντί να μειώνεται αυξανόταν. Αποτάθηκαν στην Τράπεζα και, κατόπιν παρατηρήσεων τους, η τελευταία αποδέχθηκε όπως επαναφέρει το επιτόκιο σε ορθή βάση (Τεκμήριο 6). Παρά τα πιο πάνω, το πρόβλημα εξακολουθούσε να υπάρχει και οι Αιτητές αποτάθηκαν σε δικηγόρο για τον περαιτέρω χειρισμό του όλου θέματος. Υπήρξε συνάντηση στα γραφεία της Τράπεζας μετά από την οποία οι Αιτητές, μέσω της δικηγόρου τους, υπέβαλαν πρόταση προς εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς (Τεκμήριο 8). Η Τράπεζα απέρριψε την πρόταση που υποβλήθηκε, με αποτέλεσμα οι Αιτητές με επιστολή της δικηγόρου τους να τερματίσουν τις συμφωνίες δανείων σε ελβετικά φράγκα. Ακολούθως, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή που αφορά τη συμφωνία δανείου - Τεκμήριο
- Η Τράπεζα προχώρησε και αυτή στον τερματισμό των συμφωνιών δανείου, παρά το ότι αυτές είχαν ήδη τερματιστεί από τους Αιτητές. Επίσης, καταχώρησε εναντίον των Αιτητών την αγωγή με αρ.1631/15 Ε.Δ. Λεμεσού. Επιπροσθέτως, η Καθ' ης η αίτηση στις 09.05.22 απέστειλε στους Αιτητές τις ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ» ενημερώνοντας τους, ότι το ενυπόθηκο ακίνητο θα πωληθεί με τη διαδικασία του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στις 05.10.
- Το ποσό που αναφέρει η Καθ' ης η αίτηση στις προαναφερόμενες ειδοποιήσεις ως οφειλόμενο ουδεμία σχέση έχει με το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Το ενυπόθηκο ακίνητο είναι η πρώτη κατοικία της οκταμελούς οικογένειας των Αιτητών που αποτελείται από 4 ανήλικα τέκνα και δύο ενήλικα τα οποία είναι σπουδαστές. Η ζημιά που θα υποστούν σε περίπτωση εκποίησης του ακινήτου θα είναι ανεπανόρθωτη, μη ανακτήσιμη και υπολογίσιμη σε χρήμα. Αντίθετα, η Καθ' ης η αίτηση ουδεμία ζημιά θα υποστεί, αφού το ακίνητο είναι υποθηκευμένο και η αξία του είναι μεγαλύτερη από το όποιο ποσό έχει να λαμβάνει από τους Αιτητές σε περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον τους. Τέλος, η Αιτήτρια 2 ισχυρίζεται, ότι υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσής τους. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών, η Αιτήτρια 2 επισύναψε ως Τεκμήριο Α την έκθεση εκτίμησης που ετοιμάστηκε για το ενυπόθηκο ακίνητο. Στην αντίπερα όχθη, η Καθ' ης η αίτηση εγείρει 13 λόγους ένστασης, οι οποίοι συνοψίζονται στους ακόλουθους τέσσερις πυλώνες: · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση · Η αξίωση των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσεις τους Αιτητές. · Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα ανατραπεί το status quo, καθώς με τη σύμβαση υποθήκης παραχωρήθηκε στην Καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με αυτήν, η Τράπεζα μεταβίβασε στην Καθ' ης η αίτηση ορισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, μεταξύ των οποίων, και αυτές που αφορούν τους Αιτητές. Η Τράπεζα ουδέποτε προσέγγισε και πρότεινε στους Αιτητές την παραχώρηση δανείου σε ξένο νόμισμα. Αντιθέτως, οι ίδιοι οι Αιτητές ζήτησαν την παραχώρηση του επίδικου δανείου σε ελβετικά φράγκα. Η Τράπεζα δεν ανέλαβε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας ή παροχής συμβουλών προς τους Αιτητές, με τους οποίους διατηρούσε τη συνήθη σχέση τραπεζίτη - πελάτη. Η αξίωση των Αιτητών για ακύρωση της επίδικης συμφωνίας δανείου και κατ' επέκταση της σύμβασης υποθήκης, είναι καταχρηστική. Οι Αιτητές υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση τις προαναφερόμενες συμφωνίες και αναγνώρισαν ότι εισέπραξαν το ποσό του δανείου. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του δανείου υπήρξαν τροποποιήσεις τις οποίες οι Αιτητές, επίσης, υπέγραψαν αναγνωρίζοντας την οφειλή τους προς την Τράπεζα, την εγγραφή υποθήκης επί του ενυπόθηκου ακινήτου, αλλά και τα επιτόκια με τα οποία χρεωνόταν ο λογαριασμός τους (Τεκμήριο 6 ένστασης). Στη βάση των πιο πάνω εγγράφων, οι Αιτητές κωλύονται να ισχυρίζονται ακυρότητα των συμφωνιών και δήθεν ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών. Σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οι Αιτητές δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη. Από τη στιγμή που υπέγραψαν τη σύμβαση υποθήκης αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σε περίπτωση υπερημερίας. Η επίκληση συναισθηματικών λόγων εκ μέρους των Αιτητών επί του ότι το ενυπόθηκο ακίνητο είναι η κύρια κατοικία της οικογένειας τους δεν καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αξίωση των Αιτητών είναι χρηματικής φύσης και τα δικαιώματά τους μπορούν να κατοχυρωθούν με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Η Καθ' ης η αίτηση διαθέτει την ικανότητα να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις που μπορεί να επιδικασθούν υπέρ των Αιτητών. Το δε ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, καθώς δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο η Καθ' ης η αίτηση να αποστερηθεί της δυνατότητας εφαρμογής των συμφωνηθέντων και ανάκτησης του οφειλόμενου ποσού στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και η σύμβαση υποθήκης. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των αγορεύσεων τους, επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων έχουν μελετηθεί στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Νομική πτυχή Η ουσιαστική διάταξη επί της οποίας εδράζεται η υπό κρίση αίτηση είναι το άρθρο 32 του Ν.14/
- Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, για να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον διάταγμα πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Στην κλασική αυθεντία Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557 λέχθηκε, σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60, ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση ειπώθηκε, ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos, ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η τρίτη, τώρα, προϋπόθεση ερμηνεύθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης ή αποκατάστασης της υλικής ζημιάς (Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1Α Α.Α.Δ 317 και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ 1848). Συμπεράσματα Η κύρια θεραπεία που αξιώνουν οι Αιτητές μέσω της αγωγής 968/14 Ε.Δ. Λεμεσού, συνίσταται στην ακύρωση της επίδικης συμφωνίας δανείου. Επικαλούνται οι Αιτητές, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Τράπεζας, την αμέλεια, καθώς και τη συμπερίληψη καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, έκδοση 2016» στη σελ.55, αναφέρονται σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 τα εξής: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.» Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των Αιτητών μπορούν να στοιχειοθετήσουν αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει των άρθρων 18 και 19
(1)του Κεφ.149 σε σχέση με τις ψευδείς παραστάσεις, του άρθρου 51 του Κεφ.148 σε σχέση με την αμέλεια και των άρθρων 50, 51 και 63
(1)του Ν.112(Ι)/2021 όσον αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ, ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρούται. Αναφορικά με την πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία, σημειώνω τα εξής. Προβάλλουν τον ισχυρισμό, ότι διευθυντής υποκαταστήματος της Τράπεζας τούς παρότρυνε να προχωρήσουν στη σύναψη του δανείου σε ελβετικά φράγκα τονίζοντάς τους ότι πρόκειται για το καλύτερο προϊόν στην αγορά ενόψει της ασφάλειας του συγκεκριμένου νομίσματος και του χαμηλού επιτοκίου. Σύμφωνα με τους Αιτητές, ουδείς υπάλληλος της Τράπεζας τους πληροφόρησε, μεταξύ άλλων, για τον συναλλαγματικό κίνδυνο που επωμίζονταν αποκλειστικά οι ίδιοι με τη σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, γεγονός το οποίο προκάλεσε σημαντική ανισότητα στη συμβατική σχέση τους με την Τράπεζα. Επιπρόσθετα, ο υπολογισμός του τόκου στη βάση των 360 ημερών, αλλά και η μονομερής δυνατότητα της Τράπεζας να μεταβάλλει το επιτόκιο συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες. Επίσης, οι Αιτητές ισχυρίζονται, ότι παρά τη συνέπεια τους στην αποπληρωμή των συμφωνηθέντων δόσεων, εντούτοις το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου δεν παρουσίαζε ανάλογη μείωση, προφανώς λόγω μεταβολής της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου με το εγχώριο νόμισμα. Η Καθ' ης η αίτηση αντικρούει όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς των Αιτητών. Υποστηρίζει, ότι οι τελευταίοι, ενόψει των υπογραφών τους, τόσο στην επίδικη συμφωνία δανείου, όσο και στις τροποποιήσεις που επήλθαν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του, κωλύονται να αμφισβητούν την εγκυρότητά του. Σε κάθε περίπτωση, είναι οι ίδιοι οι Αιτητές που αιτήθηκαν την παροχή δανείου σε ξένο νόμισμα και υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου, τη σύμβαση υποθήκης και τις τροποποιητικές συμφωνίες με την ελεύθερη βούλησή τους. Το κατά πόσο μία ρήτρα είναι διατυπωμένη με σαφή και κατανοητό τρόπο και δη, στην προκείμενη περίπτωση, κατά πόσο οι Αιτητές υπογράφοντας την επίδικη συμφωνία δανείου είχαν κατανοήσει τις οικονομικές συνέπειες της πράξης τους και είχαν πληροφορηθεί όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δέσμευσης τους, αποτελεί ζήτημα που μπορεί να αποφασιστεί μόνο στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Αυτό, κατά την άποψη μου, είναι και το νόημα του άρθρου 50
(2)του Ν.112(Ι)/
- Το εν λόγω άρθρο ορίζει, ότι για να διαπιστωθεί η πιθανότητα καταχρηστικότητας μίας ρήτρας θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να συνεκτιμηθούν και όλες οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό αναφορά σύμβαση. Ανάλογη πρόνοια περιλαμβάνεται και στο άρθρο 4 της Οδηγίας 93/13 ΕΟΚ, οι πρόνοιες της οποίας ενσωματώθηκαν στην ημεδαπή νομοθεσία με τον Ν.112(Ι)/
- Η εμβέλεια του άρθρου 4 της Οδηγίας 93/13 ΕΟΚ εξετάστηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-186/2016 Andriciuc κατά Banca Românească SA ημερ.20.09.17, η οποία, μάλιστα, αφορούσε δάνειο σε ξένο νόμισμα. Συγκεκριμένα στις αιτιολογικές σκέψεις 49 - 51 και 55 - 56 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «49 Εν προκειμένω, όσον αφορά δάνεια συνομολογηθέντα σε ξένο νόμισμα όπως τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να υπογραμμισθεί, όπως υπενθύμισε εξάλλου και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου στη σύστασή του CERS/2011/1, της 21ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα (ΕΕ 2011, C 342, σ. 1), ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις, ήτοι πληροφόρηση που πρέπει να περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις του δανείου μια σοβαρή υποτίμηση του νόμιμου χρήματος του κράτους μέλους κατοικίας του δανειολήπτη και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του ξένου νομίσματος (Σύσταση Α - Ενημέρωση των δανειοληπτών ως προς τους κινδύνους, σημείο 1). 50 Άρα, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 66 και 67 των προτάσεών του, αφενός, ο καταναλωτής πρέπει να ενημερωθεί με σαφήνεια για το ότι, συνάπτοντας σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, εκτίθεται σε ορισμένο συναλλαγματικό κίνδυνο στον οποίο ενδέχεται να δυσκολευτεί να αντεπεξέλθει οικονομικά σε περίπτωση υποτιμήσεως του νομίσματος στο οποίο εισπράττει τα εισοδήματά του. Αφετέρου, ο επαγγελματίας, εν προκειμένω η τράπεζα, πρέπει να εκθέτει τις δυνητικές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τους κινδύνους που ενέχει η σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα, ιδίως στην περίπτωση που ο δανειολήπτης καταναλωτής δεν εισπράττει τα εισοδήματά του στο εν λόγω ξένο νόμισμα. Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να διερευνήσει εάν ο επαγγελματίας παρέσχε στους καταναλωτές κάθε αναγκαία πληροφορία ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν τις οικονομικές συνέπειες μιας ρήτρας, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, στις οικονομικές τους υποχρεώσεις. 51 Κατόπιν των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι η απαίτηση μια συμβατική ρήτρα να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό επιτάσσει, στις περιπτώσεις συμβάσεων δανείου, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις. Συναφώς, η απαίτηση αυτή συνεπάγεται ότι ρήτρα βάσει της οποίας η εξόφληση του δανείου πρέπει να γίνει στο ίδιο ξένο νόμισμα με εκείνο στο οποίο αυτό συνομολογήθηκε πρέπει να γίνεται κατανοητή από τον καταναλωτή τόσο από τυπικής και γραμματικής απόψεως όσο και ως προς το συγκεκριμένο αποτέλεσμά της, υπό την έννοια ότι ο μέσος καταναλωτής, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως επιμελής και ενημερωμένος, δύναται όχι μόνο να γνωρίζει το ενδεχόμενο ανατιμήσεως ή υποτιμήσεως του ξένου νομίσματος στο οποίο έχει συναφθεί το δάνειο, αλλά επίσης να αξιολογεί τις δυνητικά σημαντικές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στους αναγκαίους σχετικούς ελέγχους. 55 Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ρήτρα, η οποία ετέθη σε συμβάσεις δανείου συνομολογηθείσες σε ξένο νόμισμα, προβλέπει ότι οι μηνιαίες δόσεις εξοφλήσεως του δανείου πρέπει να καταβάλλονται στο ίδιο νόμισμα. Τέτοια ρήτρα επιρρίπτει, σε περίπτωση υποτιμήσεως του εθνικού νομίσματος σε σχέση με αυτό το νόμισμα, τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον καταναλωτή. 56 Συναφώς, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης και ιδίως λαμβανομένων υπόψη της εξειδικεύσεως και των γνώσεων του επαγγελματία, εν προκειμένω της τράπεζας, σχετικά με τις πιθανές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των εγγενών κινδύνων της συνομολογήσεως δανείου σε ξένο νόμισμα, πρώτον, την ενδεχόμενη μη συμμόρφωση με την απαίτηση περί καλής πίστης και δεύτερον, την ύπαρξη ενδεχόμενης σημαντικής ανισορροπίας, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13.» Η αξιολόγηση του συνόλου των περιστάσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στην πιο πάνω απόφαση μπορεί να επιτελεστεί μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε ευρήματα επί των γεγονότων. Πρόσφατα, στην απόφαση Zondrvan Group Ltd και Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.α Πολ. Έφεση αρ.Ε64/2015 ημερ.20.07.21, επαναλήφθηκαν τα πιο πάνω και τονίστηκε ότι θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια η αρχή, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια προσωρινού διατάγματος δεν εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης και δεν επιτρέπεται να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας της μιας ή της άλλης εκδοχής. Αυτό το οποίο ελέγχεται, είναι η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά την ενδιάμεση θεραπεία σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και CYFIELD - NEMESIS κ.α Πολ. Έφεση αρ.Ε52/21 ημερ.10.02.22). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και την προσκομισθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι έχει τεθεί το απαραίτητο υπόβαθρο προς ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/
- Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι Αιτητές προβάλλουν την ιδιότητα του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο αποτελεί την πρώτη και μοναδική κατοικία της οικογένειάς τους. Από την άλλη πλευρά, η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται το συμβατικό και νομοθετικό δικαίωμά της για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ταυτόχρονα, η Καθ' ης η Αίτηση υποδεικνύει, ότι η διαφορά είναι χρηματικής φύσεως. Επομένως, σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αγωγή, τότε, η Καθ' ης η αίτηση θα τους αποζημιώσει για την τυχόν λανθασμένη εκποίηση του επίδικου ακινήτου. Καταρχάς, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Καθ' ης η αίτηση, ότι για τη στοιχειοθέτηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι Αιτητές περιορίζονται στην επίκληση συναισθηματικών και μόνο λόγων. Είναι μεν γεγονός, ότι στην παράγραφο 46 της αρχικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, γίνεται αναφορά σε συναισθηματική αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, πλήν όμως το πνεύμα των παραγράφων 43 - 48 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης έγκειται στην ανάδειξη των αντικειμενικών προβλημάτων που θα δημιουργηθούν στην πολύτεκνη οικογένεια των Αιτητών σε περίπτωση που χρειαστεί να εγκαταλείψουν την επίδικη οικία και να αναζητήσουν νέα στέγη. Όσον αφορά τον παράγοντα «αποζημίωση», επισημαίνω, ότι η εξέταση του τρίτου κριτηρίου δεν εξαντλείται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά (ανωτέρω), η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη. Υπεισέρχεται, επομένως, στον έλεγχο του τρίτου κριτηρίου η ιδιότητα του ενυπόθηκου ακινήτου το οποίο, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη θέση των Αιτητών, αποτελεί τη μοναδική κατοικία τους. Η σημασία της κατοικίας είναι αυτόδηλη. Περιορίζομαι να επισημάνω, ότι η κατοικία και δη η οικογενειακή στέγη δεν είναι ένα απλό υλικό αγαθό η απώλεια του οποίου μπορεί να αντισταθμιστεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ούτε πρόκειται για ένα υλικό αντικείμενο ή ένα οποιοδήποτε άλλο ακίνητο, το οποίο εύκολα αντικαθίσταται. Κατά συνέπεια, τυχόν άρνηση χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος θα καθιστούσε, κατά την άποψη μου, δύσκολη ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο στην περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην αξίωσή τους. Με την προαναφερόμενη προσέγγιση του Δικαστηρίου συνηγορεί και η απόφαση του ΔΕΕ C-415/11 Aziz κατά Caixa d' Estalvis de Catalunya ημερ.14.03.
- Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, έχουν σε συντομία, ως ακολούθως. Το ισπανικό δικονομικό σύστημα δεν προέβλεπε τη δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων από το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο προσέφυγε ο καταναλωτής επικαλούμενος τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου. Το ΔΕΕ, αφού αναγνώρισε ότι η αδυναμία λήψης προσωρινών μέτρων αναστολής της διαδικασίας εκποιήσεως αντιστρατευόταν την επιδιωκόμενη με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ προστασία, ανέφερε τα ακόλουθα ως προς τη δυνατότητα μελλοντικής αποζημίωσης του καταναλωτή και κατά πόσο αυτή μπορεί να αποτελέσει επαρκή θεραπεία (σκέψεις 60 -62) (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «60 Πράγματι, όπως επίσης επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 50 των προτάσεών της, σε κάθε περίπτωση όπως εκείνη της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου πραγματοποιήθηκε πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αναγνώρισε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η υποθήκη και, ως εκ τούτου, την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως, η απόφαση αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, η οποία θα συνιστούσε ελλιπές και ανεπαρκές μέτρο και δεν θα αποτελούσε ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο παύσεως της χρήσεως της εν λόγω ρήτρας, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/
- 61 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση της κύριας δίκης, όπου το ακίνητο επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη είναι η κατοικία του θιγόμενου καταναλωτή και της οικογένειάς του, καθόσον αυτός ο μηχανισμός προστασίας των καταναλωτών που περιορίζεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως δεν αποτρέπει την οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια του εν λόγω ακινήτου. 62 Όπως επίσης επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η εκ μέρους των επαγγελματιών κίνηση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, διαδικασίας εκτελέσεως υποθήκης αρκεί για να στερήσουν, κατ' ουσίαν, από τους καταναλωτές το προνόμιο της προστασίας που επιδιώκει η οδηγία, περίπτωση που επίσης αντίκειται προς τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής (βλ., επ' αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 55).» Η απόφαση στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ.Ε203/2013 ημερ.11.09.19, καθώς και οι υπόλοιπες πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση, αποφασίστηκαν στη βάση των δικών τους ιδιαίτερων γεγονότων. Ειδικότερα, όσον αφορά τη Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, σημειώνω ότι από τα γεγονότα της δεν προκύπτει ότι τα εκεί επίδικα ακίνητα αφορούσαν κατοικία και δη οικογενειακή στέγη. Τούτο το δεδομένο συνιστά την ειδοποιό διαφορά με την υπό κρίση υπόθεση. Εν προκειμένω, η ύπαρξη ζημιάς είναι σαφής και συγκεκριμένη, ενόψει τις ιδιότητας του ακινήτου ως της μοναδικής οικογενειακής στέγης των Αιτητών. Απομένει η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788 υιοθετήθηκε απόσπασμα από την Film Rover Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR 670, όπου αναφέρεται ότι: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαραγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή.» Στη National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, αναφέρεται πως ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Έφεση αρ.Ε75/15 ημερ.07.12.18 Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ και Σούλη, επισήμανε, ότι κατά την εφαρμογή του ισοζυγίου της ευχέρειας η προσοχή του Δικαστηρίου εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Θεωρώ, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Αιτητών. Δεν παραγνωρίζω το δικαίωμα που η σύμβαση υποθήκης παρέχει στην Καθ' ης η αίτηση για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Επισημαίνω, ότι με την έγκριση της υπό κρίση αίτησης δεν καταργείται το προαναφερόμενο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση. Το επίδικο ακίνητο θα εξακολουθεί να είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και σε περίπτωση που οι Αιτητές αποτύχουν στην αξίωση τους, τότε, θα μπορεί η Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην εφαρμογή των δικαιωμάτων της. Από την άλλη, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι Αιτητές κινδυνεύουν να απωλέσουν οριστικά την οικογενειακή τους στέγη πριν τη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους μέσω δικαστικής απόφασης, με αποτέλεσμα εάν επιτύχουν στην αξίωση τους να καθίσταται αδύνατη η πλήρης απονομή της δικαιοσύνης. Ως εκ των ανωτέρω, η έγκριση της υπό κρίση αίτησης επιφέρει, κατά την κρίση μου, τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και εν πάση περιπτώσει, εξυπηρετεί τον βασικό σκοπό των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων που είναι η διατήρηση του status quo (Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R 578). Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας στους Αιτητές. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της επίδικης αίτησης. Τα διατάγματα των παραγράφων 2 και 3 απορρίπτονται, καθώς αυτά συσχετίζονται με τις ειδοποιήσεις «ΙΑ» και «ΙΒ» και γενικότερα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Ν.9/65. Στη Μυλωνάς και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Έφεση αρ.Ε176/19 ημερ.10.12.19 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας. Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.» Τέλος, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο