← Κύπρος

Π. Α. Κ., ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Σ. Α. ν. AQUA MASTERS PLC, Αρ. Αγωγής 1185/21, 28/11/2022

Π. Α. Κ., ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Σ. Α. ν. AQUA MASTERS PLC, Αρ. Αγωγής 1185/21, 28/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A220 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1185/21 Μεταξύ: Π. Α. Κ., ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Σ. Α. Ενάγουσας - και - AQUA MASTERS PLC Εναγόμενων Αίτηση της Εναγόμενης - Αιτήτριας, ημερομηνίας 22.12.21 για διαγραφή ή και παραμερισμό της Έκθεσης Απαίτησης ή και μέρος της Ημερομηνία: 28η Νοεμβρίου, 2022 Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: Στυλιανός Παρπαρίνος Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: Ιωάννα Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους διαδίκους μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος κατόπιν λήψης της ρητής συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Η υπό κρίση υπόθεση ξεκίνησε τη δικαστική της πορεία, πριν από περίπου τεσσεράμισι χρόνια, ως Αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων («ΔΕΕ»). Σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον του ΔΕΕ (είχε ήδη οριστεί για Ακρόαση μετά και τη συμπλήρωση των διαβημάτων που προνοούνται από τη Διαταγή 30 - βλ. αναφορά στην ενδιάμεση απόφαση της έντιμης Προέδρου του ΔΕΕ, ημερομηνίας 29.6.21), υποβλήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση («Καθ' ης η Αίτηση») αίτημα παραπομπής της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε με τη σύμφωνο γνώμη της πλευράς της Εναγόμενης - Αιτήτριας. Το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), παραλαμβάνοντας την παρούσα υπόθεση έδωσε οδηγίες στις 27.10.21 όπως: «Έκθεση Απαίτησης καταχωρηθεί μέχρι την 13.9.

  1. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Να γίνει δέουσα χαρτοσήμανση της Έκθεσης Απαίτησης». Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 3.12.
  2. Το εν λόγω δικόγραφο αποτελεί και το επίκεντρο της ενδιάμεσης διαφοράς την οποία κλήθηκε το παρόν Δικαστήριο να επιλύσει, μια και η Αιτήτρια, με την Αίτησή της («Αίτηση»), ζητά όπως η Έκθεση Απαίτησης διαγραφεί ή παραμεριστεί, ή διαζευκτικά, να διαγραφούν ή να παραμεριστούν οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης και οι οποίοι «δεν συνάδουν με τους διατυπωθέντες ισχυρισμούς» στην Αίτηση που καταχωρίστηκε στο ΔΕΕ («Αίτηση Ενοικιοστασίου»). Η Αίτηση βασίστηκε στη Διαταγή 19, θεσμός 26, Διαταγή 25, θεσμούς 1 - 9 και Διαταγή 48, θεσμούς 1 - 3 και 9, στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και στο άρθρο 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Την Αίτηση στήριξε και ένορκη δήλωση προσώπου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Το παράπονο της Αιτήτριας συνοψίζεται στο ότι η Καθ' ης η Αίτηση, με την Έκθεση Απαίτησης, ουσιαστικά διαφοροποίησε του δικογραφημένους ισχυρισμούς της ως ήταν στην Αίτηση Ενοικιοστασίου χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως άδεια για τροποποίηση από το Δικαστήριο. Στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την Αίτηση αναφέρεται, θα έλεγα γενικά, ότι η Αιτήτρια πρόσθεσε διάφορους ισχυρισμούς και έπειτα παρατίθεται κατάλογος θεραπειών που κατ' ισχυρισμό προστέθηκαν. Η Καθ' ης η Αίτηση πρόβαλε ένσταση και πρόταξε 8 λόγους («Ένσταση»). Συνοψίζονται στο ότι η Αίτηση δεν εξειδικεύει δεόντως και σαφώς το μέρος της Έκθεσης Απαίτησης που επιδιώκει να διαγραφεί, ελλείπει η δικονομική βάση για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης, η Έκθεση Απαίτησης είναι ορθά και νομότυπα δικογραφημένη, αποκαλύπτει και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία και γεγονότα ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει εξουσία να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες και αποτελεί προσαρμογή της Αίτησης Ενοικιοστασίου ούτως ώστε να δύναται να καταχωρηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η Αίτηση καταχωρήθηκε προς επίτευξης αλλότριων σκοπών και η ένορκη δήλωση που τη στηρίζει είναι παράτυπη. Η Ένσταση στηρίζεται και με ένορκη δήλωση της ίδιας της Καθ' ης η Αίτηση. Η δηλούσα κατ' ουσία επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης και προσθέτει ότι η προσαρμογή της Αίτησης Ενοικιοστασίου κατέστη αναγκαία λόγω της παραπομπής της διαφοράς ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και τα γεγονότα συνάδουν με εκείνα της Αίτησης Ενοικιοστασίου. Η δε ένορκη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση, αναφέρεται, γίνεται από ασκούμενο δικηγόρο και είναι παράτυπη. Η προσθήκη θεραπειών, συνεχίζει, πρόκυψε λόγω ακριβώς της αλλαγής της φύσης της διαδικασίας. Τέλος, η Αίτηση γίνεται με αλλότρια κίνητρα, μια και η πλευρά της Αιτήτριας φαίνεται να έχει εγκαταλείψει το επίδικο υποστατικό, αλλά αρνείται να παραδώσει κατοχή με αποτέλεσμα αυτό να έχει υποστεί ζημιές και λεηλασία και η Αίτηση ουσιαστικά παρακωλύει την εκδίκαση της υπόθεσης και δημιουργεί εξόδων. Την ημέρα της ακρόασης οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να τις μελετήσω και έλαβα υπόψη μου το καθετί που προβλήθηκε. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας προκρίνουν ότι στο Άρθρο 64Α

(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), προβλέπεται ότι το αρμόδιο Δικαστήριο εκδίδει οδηγίες για διόρθωση των δικογράφων σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται και στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τέτοιες οδηγίες και το εν λόγω Άρθρο δεν επιτρέπει τροποποίηση χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Επιχειρηματολογούν κυρίως στη βάση των Διαταγών 25 και 19, θεσμός 26 και προτείνουν ότι έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση αντιτάσσουν ότι η Διαταγή 19, θεσμός 26, που αποτελεί και τη μόνη σχετική νομική βάση της Αίτησης, δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που ζητείται διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου, ενώ η σχετική Διαταγή 27, θεσμός 3 δεν συμπεριλαμβάνεται. Η εξουσία διαγραφής, προτείνουν, ενεργοποιείται σε απλές και φανερές υποθέσεις. Δεν προβάλλεται από την άλλη πλευρά οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δυσμενούς επηρεασμού, πρόκλησης αμηχανίας ή καθυστέρησης λόγω της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά αντίθετα η γενικότητα της Αίτησης είναι που προκαλεί τα πιο πάνω. Με τη δική τους θεώρηση του Άρθρου 64Α
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), η διόρθωση της Έκθεσης Απαίτησης και επιτρεπόταν και ήταν αναγκαία. Προέχει η εξέταση του κατά πόσο η Αίτηση ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομικής της βάσης. Κατ' αρχάς με το Αιτητικό Α ζητείται η «διαγραφή και/ή ο παραμερισμός της Έκθεσης Απαίτησης». Συγκεκριμένα μέρη ή σημεία της Έκθεσης Απαίτησης δεν αναφέρονται στο Αιτητικό. Υπενθυμίζω ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι η Διαταγή 19, θεσμός 26, Διαταγή 25, θεσμοί 1 - 9 και Διαταγή 48, θεσμοί 1 - 3 και 9. Όπως προκύπτει από τη Νομολογία, η Διαταγή 19, θεσμός 26 περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε διαγραφή μόνο μέρους των δικογράφων[1] μια και κύριος σκοπός της είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων[2]. Εξουσία για διαγραφή ολόκληρου δικογράφου παρέχεται μέσα από τη Διαταγή 27, θεσμός 3, την οποία η πλευρά της Αιτήτριας επέλεξε να μην συμπεριλάβει στη νομική της βάση. Συνεπώς, το Αιτητικό Α της Αίτησης δεν μπορεί, στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης, να ικανοποιηθεί και απορρίπτεται. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958, σελίδα 477, με αναφορά στην παλαιά Διαταγή 19, θεσμός 27 των παλαιών Αγγλικών κανονισμών η οποία αντιστοιχεί στην εδώ επίμαχη Διαταγή 19 θεσμό 26, υπό τον τίτλο Striking Out Pleadings σημειώνεται, μεταξύ άλλων, ότι: «The parts which the applicant desires to have struck out should be specified (Williamson v. London, etc. 12 Ch. D. 790). See notes to O.25, r4, and see 13 Court Form 252 et seq.» και πιο κάτω στην ίδια σελίδα, υπό τον τίτλο Grounds for Granting or Refusing: «[.] The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity.» ενώ στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings 12 ed., σελίδες 141 - 142: «The application should specify precisely what order is being sought, e.g. to strike out, or to stay or dismiss the action or to enter judgment and precisely what is being attacked and on what grounds, whether the whole pleading or indorsement or only parts thereof, and if so the alleged offending parts should be clearly specified». Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην υπό κρίση Αίτηση και συγκεκριμένα στο Αιτητικό Β αυτής, διαπιστώνω, χωρίς να αποφαίνομαι προς το παρόν επί του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, ότι στο Αιτητικό δεν εξειδικεύεται επακριβώς (specify precisely) το αιτούμενο Διάταγμα, μια και δεν εξειδικεύονται ξεκάθαρα (clearly specified) τα κατ' ισχυρισμό υποκείμενα σε διαγραφή μέρη. Αντ' αυτού, το Αιτητικό Β αρκείται στο εξής λεκτικό: «Β. Διάταγμα διαγραφής και/ή παραμερισμού από την Έκθεση Απαίτησης, όσων των ισχυρισμών που δεν συνάδουν με τους διατυπωθέντες ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην αίτησή της Ε31/2018». Προσεκτική ανάγνωση της ένορκης δήλωσης, φανερώνει ότι δεν εξειδικεύεται ξεκάθαρα ούτε εκεί ποια μέρη της Έκθεσης Απαίτησης, η ίδια η Αιτήτρια τουλάχιστον, θεωρεί ότι δεν συνάδουν με την Αίτηση Ενοικιοστασίου. Διαπιστώνω ότι ούτε στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, αν και αναφορά σε αυτή δεν δύναται να καλύψει το κενό που δημιουργείται από τη σύνταξη του Αιτητικού Β, γίνεται πραγματικά συγκεκριμένη αναφορά σε ποια σημεία της Έκθεσης Απαίτησης βρίσκονται οι ισχυρισμοί των οποίων ζητείται η διαγραφή, αλλά ούτε και η έκταση της διαγραφής που απαιτείται. Παραθέτω, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, το λεκτικό της εν λόγω παραγράφου, το οποίο, στα σημεία που υπογράμμισα, είναι καταφανώς ασαφές και γενικόλογο για να στηρίξει την Αίτηση, υπό το φως των προαναφερθέντων αρχών που διέπουν το θέμα: «Η Ενάγουσα στις 03/12/2021 καταχώρισε την Έκθεση Απαίτησης της όπου χωρίς Διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση διαφοροποίησε τόσο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της αλλά πρόσθεσε και αιτούμενες θεραπείες. Ειδικότερα στην Έκθεση Απαίτησης της προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς όπου άλλοτε παρουσιάζει την εναγόμενη ως ενοικιαστή και άλλοτε ως παράνομο επεμβασία. Πρόσθεσε ως νέα αιτία αγωγής την παράνομη επέμβαση. Επίσης με την αγωγή της αιτείται τώρα τις αιτούμενες θεραπείες. [Ακολουθεί κατάλογος αιτούμενων θεραπειών]». Το μέτρο διαγραφής μέρους δικογράφου είναι εξαιρετικό και ασκείται με φειδώ[3]. Γι' αυτό άλλωστε και οι κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο της Αίτησης έχουν νομολογιακά διαμορφωθεί προκειμένου να εξετάζεται ανά περίπτωση η καταλληλόλητα του μέτρου τούτου και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο διέταξε όπως καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης σε αστική πλέον διαδικασία, ενώ το προηγούμενο δικόγραφο ήταν η Αίτηση Ενοικιοστασίου. Εκ της διαταγής του ίδιου του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι τούτο ήταν αναγκαίο και το σκεπτικό του φανερώνει ότι τα δύο έγγραφα πιθανόν να έχουν ορισμένες διαφορές, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά ως προς την έκταση ή το περιεχόμενό των διαφορών τούτων. Συνεπώς, η Αιτήτρια η οποία παραπονέθηκε για τον τρόπο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης, δεν αρκούσε να πράξει τούτο γενικά και να μη επεξηγήσει τι επακριβώς αιτείται από το Δικαστήριο να διαγράψει. Όφειλε να εξειδικεύσει και αναλόγως να απευθύνει στο Δικαστήριο την κατάλληλη αιτούμενη θεραπεία με σχετική λεπτομέρεια ούτως ώστε να μην δημιουργείται άλλη ασάφεια και δεν το έπραξε. Αδόκιμη κρίνεται, εν προκειμένω, και η επιλογή της πλευράς της Αιτήτριας να χρησιμοποιήσει τη λέξη «συνάδουν». Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, 4η έκδοση, Αθήνα 2012, «συνάδει» σημαίνει ότι κάτι συμφωνεί ή βρίσκεται σε αρμονία με κάτι άλλο, με συνώνυμες λέξεις το αρμόζει, ταιριάζει. Η πλευρά της Αιτήτριας, με το να συμπεριλάβει στο αιτούμενο διάταγμα τη λέξη αυτή χωρίς να εξειδικεύεται οτιδήποτε περαιτέρω, δεν προσδιόρισε επαρκώς και ευκρινώς το αιτούμενο διάταγμα, αλλά άφησε περιθώριο ερμηνείας ως προς το ποια μέρη της Αίτησης Ενοικιοστασίου συνάδουν ή δεν συνάδουν με την Έκθεσης Απαίτησης, ενέργεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμμορφώνεται με τη Νομολογία. Έχοντας διαπιστώσει τα πιο πάνω που αφορούν την Αίτηση αυτή καθαυτή, και συγκεκριμένα τόσο το λεκτικό του Αιτητικού Β όσο και της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να επιτύχει, μια και με αυτή δεν έχει προσδιοριστεί επαρκώς το διάταγμα που επιζητείται, αλλ' ούτε και το προς διαγραφή μέρος της Έκθεσης Απαίτησης και συνεπώς η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις ελάχιστες προϋποθέσεις ορθής σύνταξης της. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, κατ' ακολουθία του γενικού κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, από τον οποίο δεν έχω λόγο να παρεκκλίνω, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1338 [2] Βλ. Cybergroup Ltd. v. Χαραλαμπίδης κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852 [3] Βλ. Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιώ Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 692 και Cyber Group Ltd (βλ. σημ. 2 ανωτέρω). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.