← Κύπρος

ASTROBANK LIMITED ν. Γ. Φ. κ.α., Αρ. Αγωγής 5079/2014, 23/12/2022

ASTROBANK LIMITED ν. Γ. Φ. κ.α., Αρ. Αγωγής 5079/2014, 23/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A226 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5079/2014 Μεταξύ: USB BANK PLC Εναγόντων -και-

  1. Γ. Φ.
  2. Ι. Κ. Φ.
  3. Δ. Φ. Εναγομένων ----------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 9.8.2019 Μεταξύ: ASTROBANK LIMITED Εναγόντων -και-
  4. Γ. Φ.
  5. Ι. Κ. Φ.
  6. Δ. Φ. Εναγομένων ------------------------ Αίτηση Εναγoμένου 1 ημερ. 1.11.2022 για Τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Ν. Κωνσταντίνου για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Ευσταθίου για Ευσταθίου & Ευσταθίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής αιτείται την τροποποίηση της Υπεράσπισης δια της προσθήκης τεσσάρων νέων παραγράφων ως παραγράφων 15-
  7. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, ο οποίος επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους κρίνεται αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση και συνακόλουθα η καταχώριση της Αίτησης σε αυτό το στάδιο, ήτοι μετά την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στο ότι η Αίτηση είναι αντικανονική, κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν νέα θέματα, η Αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τυχόν έγκριση της θα επηρεάσει δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΝΛ, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων. Ο ΝΛ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές. Σημειώνεται ότι την ίδια μέρα καταχώρισης της παρούσας οι Εναγόμενοι 2 και 3 επίσης καταχώρισαν αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, στην οποία και πάλι οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση. Οι δύο αιτήσεις εκδικάστηκαν την ίδια ημερομηνία και το Δικαστήριο σήμερα εκδίδει τις αποφάσεις του και επί των δύο αιτήσεων. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων δυνάμει της παλαιάς Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία ισχύει στην υπό κρίση περίπτωση έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της Αγωγής στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει και λάβει γνώση (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε την 1.12.14. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι εκπροσωπούνταν από τους ίδιους δικηγόρους εξαρχής, καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 15.9.15 και ο Εναγόμενος 1, ο οποίος τότε εκπροσωπείτο από διαφορετικό δικηγόρο, στις 2.11.15. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης στις 20.8.19. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 30.8.19 και ο Εναγόμενος 1 στις 4.11.21. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 3.9.19 και 18.11.21 αντίστοιχα. Η Αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση για πρώτη φορά στις 19.5.17 και έκτοτε ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση. Τελικώς στις 13.10.22 έγινε αλλαγή δικηγόρου του Εναγομένου 1 και διορισμός των ίδιων δικηγόρων που εκπροσωπούσαν τους Εναγόμενους 2 και 3, και ξεκίνησε η ακρόαση της Αγωγής με την κατάθεση δύο μαρτύρων για τους Ενάγοντες. Κατά την επόμενη δικάσιμο, 24.10.22 ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση του τρίτου μάρτυρος των Εναγόντων. Η Αγωγή ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 26.10.22 όταν η δικηγόρος των Εναγομένων εξέφρασε την πρόθεση της να καταχωρίσει αιτήσεις τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους αντίστοιχα. Στις προτεινόμενες παραγράφους ο Εναγόμενος 1 προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (
  1. i)Οι επίδικες συμφωνίες παροχής διευκολύνσεων και ή οι εγγυήσεις και ή οι υποθήκες περιέχουν παράνομους και ή καταχρηστικούς όρους αναφορικά με τον υπολογισμό του τόκου και ή όρους που επιβλήθηκαν μονομερώς και ή ετεροβαρείς όρους και ή οι επίδικες συμφωνίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ή περιέχουν παράνομους και ή καταχρηστικούς όρους εντός της έννοιας των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (
  2. ii)Άνευ βλάβης των ανωτέρω, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων και η παραχώρηση των υποθηκών, ο τερματισμός τους ήταν παράνομος και τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα περιλαμβάνουν παράνομες και ή αντισυμβατικές χρεώσεις και ή είναι το αποτέλεσμα παράνομων και ή καταχρηστικών ρητρών και ή οι αλλαγές των επιτοκίων είναι αυθαίρετες και ή παράνομες και ή καταχρηστικές. (iii) Άνευ βλάβης των ανωτέρω, συνεπεία των παράνομων και ή μονομερών ενεργειών των Εναγόντων και ή της εφαρμογής παράνομων και ή καταχρηστικών ρητρών, ο Εναγόμενος 1 υπέστη ζημιά και επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί σε αυτή κατά τη δίκη. (
  3. iv)Άνευ βλάβης των ανωτέρω, το επίδικο δάνειο ουδέποτε καταβλήθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 και ή χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες προς εξόφληση άλλων δανείων και ή λογαριασμών των ιδίων και ή της εταιρείας Aristos Philis Printers Ltd η οποία βρισκόταν υπό εκκαθάριση, ενώ τα δάνεια και οι λογαριασμοί περιείχαν παράνομες και ή καταχρηστικές χρεώσεις και ή οι πληρωμές στην εταιρεία έγιναν χωρίς αντάλλαγμα και θα πρέπει να διαγραφούν ως άκυρες. Είναι σαφές από το περιεχόμενο των προτεινόμενων παραγράφων πως σε αυτές δεν περιέχεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός γεγονότων που να προκύπτουν μεταγενέστερα της καταχώρισης είτε της αρχικής είτε της δεύτερης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί αφορούν καθαρά στο περιεχόμενο των συμφωνιών και τους όρους αυτών καθώς επίσης και στον σκοπό σύναψης της μιας συμφωνίας δανείου. Αξίζει να σημειωθεί πως τα δύο αυτά δικόγραφα του Εναγομένου 1 περιλαμβάνουν ισχυρισμούς για την εγκυρότητα των όρων των επίδικων συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, τη νομιμότητα των όρων αυτών αναφορικά με τον υπολογισμό του τόκου και συνακόλουθα την αμφισβήτηση του ισχυριζόμενου υπολοίπου. Όλα αυτά τα ζητήματα ουσιαστικά σαφώς ανάγονται στον χρόνο κατάρτισης των συμφωνιών και αφορούν το περιεχόμενο αυτών. Ο Εναγόμενος 1, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, επικαλείται τους Ν.136(Ι)/14 και 122(Ι)/21 και αποφάσεις του ΔΕΕ για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα έγκρισης της Αίτησης. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι ο Ν.136(Ι)/14 για τις καταχρηστικές ρήτρες με βάση και την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ δεν έδινε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις για καταχρηστικές ρήτρες, ενώ με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Ν.112(Ι)/21, παρέχεται πλέον αγώγιμο δικαίωμα για διεκδίκηση αποζημιώσεων συνεπεία της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες συμφωνίας παροχής διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων. Κατ' αρχάς, ο Ν.136(Ι)/14 είναι τροποποιητικός του βασικού περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Ν.93(Ι)/96. Μάλιστα προκαλεί έκπληξη η παραπομπή ειδικά στον συγκεκριμένο Νόμο ο οποίος και αφορά μια τροποποίηση με τη διαγραφή δύο υποπαραγράφων στην παρ. 2 του Παραρτήματος το οποίο περιέχει ενδεικτικό κατάλογο ρητρών που δυνατόν να θεωρηθούν καταχρηστικές. Επομένως, η αναφορά σε αυτόν τον Νόμο είναι μάλλον ατυχής και εν πάση περιπτώσει δεν υποστηρίζει με οποιονδήποτε τρόπο τις θέσεις του Εναγομένου 1. Ούτε και η θέσπιση του το 2014 δύναται να αποτελέσει βάση για αίτημα τροποποίησης που υποβάλλεται κατά το 2022. Πολύ περισσότερο τα πιο πάνω ισχύουν για τον βασικό Νόμο του 1996 ο οποίος αναγνωρίζει την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών και προσφέρει ένα πλαίσιο προστασίας ως προς την ισχύ αυτών και επομένως το θέμα της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών ρυθμιζόταν πολύ προγενέστερα της καταχώρισης της παρούσας Αγωγής και ήταν ή εύλογα αναμενόταν να ήταν εν γνώσει του Εναγομένου 1 ή των δικηγόρων του κατά τον χρόνο καταχώρισης της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, πόσω μάλλον της δεύτερης, όταν μάλιστα επήλθαν και όλες οι σχετικές τροποποιήσεις του βασικού Νόμου με την τελευταία το 2016. Επομένως, η προβολή οποιουδήποτε ισχυρισμού περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις επίδικες συμφωνίες ήταν δυνατή πριν ακόμα την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης του Εναγομένου 1. Ακόμα και αν γινόταν δεκτή η θέση του Εναγομένου 1 πως ο Νόμος του 1996, όπως τροποποιήθηκε, δεν παρείχε αγώγιμο δικαίωμα στη βάση της ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, και πάλι αυτό δεν αναιρεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου πως το ζήτημα μπορούσε να είχε εγερθεί εξαρχής από τον Εναγόμενο 1. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως ήδη στην αρχική του Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ο Εναγόμενος 1 εγείρει διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά με την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών. Πέραν της άρνησης σύναψης αυτών, ο Εναγόμενος 1 προβάλλει ισχυρισμούς για, μεταξύ άλλων, χρεώσεις αυξημένου τόκου, μονομερείς όρους, ετεροβαρείς και επαχθείς όρους στις επίδικες συμφωνίες, δόλο, απάτη και άσκηση ψυχικής πίεσης και ή αθέμιτης επιρροής, κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης, παραπλάνηση κατά τις διαπραγματεύσεις, αμέλεια και παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από τους Ενάγοντες, παράνομο τερματισμό των συμφωνιών, αυθαίρετες και μονομερείς καταστάσεις λογαριασμού. Ανταπαιτεί απόφαση πως οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες, αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ή καθηκόντων, διάταγμα για παράδοση λογαριασμών και διάταγμα πληρωμής από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο 1 ποσά υπερχρεώσεων και ή άδικων ποσών και ή τόκων. Με βάση το ίδιο το περιεχόμενο της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, είναι εμφανές ότι το δικόγραφο περιέχει ουσιαστικούς ισχυρισμούς που αφορούν στις συνθήκες, εγκυρότητα και συνέπειες της σύναψης των συμφωνιών και μάλιστα ισχυρισμούς για θέματα τα οποία προωθούνται με την αιτούμενη τροποποίηση, όπως π.χ. η ύπαρξη μονομερών, ετεροβαρών και επαχθών όρων, η ύπαρξη παράνομων υπερχρεώσεων, αύξησης τόκου και ανατοκισμού και η έλλειψη διαπραγμάτευσης, καταδεικνύοντας έτσι πως το ζήτημα των παράνομων και καταχρηστικών όρων ήταν εξαρχής γνωστό στον Εναγόμενο 1 ο οποίος προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς επί αυτού του ζητήματος και εν πάση πειρπτώσει θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί από τότε ρητώς στο δικόγραφο. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 1 πως ο πρόσφατος Ν.112(Ι)/21 παρέχει αγώγιμο δικαίωμα σε αποζημιώσεις στη βάση ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο εν λόγω Νόμος καταργεί τον Ν.93(Ι)/96 και εφαρμόζεται σε συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του (βλ. άρθρο 75) και σύμφωνα με το άρθρο 51, ουσιαστικά οδηγεί σε μη εφαρμογή της συγκεκριμένης καταχρηστικής ρήτρας, χωρίς να επηρεάζεται το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης νοουμένου ότι αυτή μπορεί να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Το άρθρο 63 του Νόμου πράγματι παρέχει αγώγιμο δικαίωμα στη βάση της καταχρηστικής ρήτρας, όμως με την αιτούμενη τροποποίηση ο Εναγόμενος 1 δεν επιχειρεί να προσθέσει ανταπαίτηση σε αυτή τη βάση, κάτι το οποίο θα ήταν αναμενόμενο με βάση τις θέσεις του επί τούτου. Μάλιστα, ενώ ο Εναγόμενος 1 επικαλείται την ανάγκη ρητής ενσωμάτωσης σημαντικών θεραπειών στην Ανταπαίτηση του, δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε τροποποίηση αυτής. Η Ανταπαίτηση του Εναγομένου 1 περιέχει αξίωση για το ποσό των €380.000 συνεπεία κακής και ή αμελούς διαχείρισης των επίδικων λογαριασμών και ή συνεπεία παράνομων υπερχρεώσεων και για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού ήθελε φανεί ως υπερχρεώσεις και ή παράνομο τόκο και ή ανατοκισμό σύμφωνα με τους ορθούς λογαριασμούς που επίσης ο Εναγόμενος 1 ανταπαιτεί να δοθούν. Αυτές οι αξιώσεις δεν καλύπτουν την όποια απαίτηση για ζημιά συνεπεία καταχρηστικών ρητρών και δεν υπάρχει αιτητικό για προσθήκη ή ανάλογη διαφοροποίηση της Ανταπαίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι τα όσα επικαλείται ο Εναγόμενος 1 για να παρουσιάσει πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί αφορούν ζητήματα τα οποία πρόσφατα προέκυψαν είτε από τη νομοθεσία είτε από την Ευρωπαϊκή νομολογία δεν βρίσκουν έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα. Μάλιστα, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο Εναγόμενος 1 αφήνει να νοηθεί ότι το ζήτημα των καταχρηστικών ρητρών ήταν από καιρό εις γνώση του, εφόσον αναφέρεται σε πολλές προσπάθειες για διευθέτηση των επίδικων δανείων και εξώδικη διευθέτηση «διεκδικώντας σημαντικές διαγραφές λόγω παράνομων χρεώσεων». Περαιτέρω παρατηρείται και μια αντιφατικότητα στους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 καθότι ενώ από τη μια επικαλείται την ανάγκη συμπερίληψης ισχυρισμών για καταχρηστικές ρήτρες, από την άλλη αναφέρει πως το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση αυτεπάγγελτα να εξετάζει τέτοιο ζήτημα, πλην όμως θεωρεί αναγκαίο να θέσει το ζήτημα στην ορθή του βάση για σκοπούς πλήρους εξέτασης από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος 1 επικαλείται την αδυναμία ανάλυσης των δανείων του 2009 και του 2012 από ειδικούς εμπειρογνώμονες τους οποίους έχει διορίσει, λόγω της παράλειψης των Εναγόντων να τον εφοδιάσουν με καταστάσεις λογαριασμού. Αυτό δεν αποτελεί ζήτημα το οποίο σχετίζεται ή συνεπάγεται την ανάγκη τροποποίησης. Αντιθέτως, από τη στιγμή που στην υφιστάμενη Υπεράσπιση εγείρεται ζήτημα παράνομων χρεώσεων και υπερχρεώσεων, τότε είναι θέμα μαρτυρίας η απόδειξη της ορθότητας των καταστάσεων λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε ο ΜΕ3 και αντεξέτασης του επί τούτου. Άλλωστε, αν ζητηθεί και ήθελε κριθεί δικαιολογημένο, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να παρέχει χρόνο στην Υπεράσπιση να μελετήσει τις καταστάσεις πριν αντεξετάσει τον μάρτυρα. Σημειώνεται πως κατά τη δικάσιμο που κατέθεσε ο ΜΕ3, ήταν παρών εμπειρογνώμονας εκ μέρους της Υπεράσπισης. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται επίσης πως στα πλαίσια της δίκης έγινε για πρώτη φορά η παραδοχή και αποκάλυψη από τους Ενάγοντες ότι το νέο δάνειο του 2012 αφορούσε την εξόφληση δανείων της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 1, ουδέποτε δέχθηκε κάτι τέτοιο και εν πάση περιπτώσει αυτή η πληρωμή έγινε υπό το καθεστώς εκβιασμού και ψευδούς πληροφόρησης. Αυτή η θέση αναιρείται από το περιεχόμενο επιστολής ημ. 11.11.21, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του ΝΛ, υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 προς τους Ενάγοντες, με την οποία ζητά αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας και την επιστολή προσφοράς ημ. 16.1.12, Τεκμήριο 2 στην ίδια ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρεται ρητώς ως ένας εκ των σκοπών της δανειοδότησης η εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού της εν λόγω εταιρείας και ως εξασφάλιση μια υποθήκη η οποία ως αναφέρεται εξασφάλιζε τις υποχρεώσεις και της εταιρείας. Επομένως το ζήτημα της εξόφλησης των υποχρεώσεων της υπό εκκαθάριση εταιρείας φαίνεται να αναφερόταν ρητώς στην επιστολή που απέστειλε ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη προγενέστερη γνώση περί τούτου από τον Εναγόμενο 1, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος επικαλείται πίεση από πλευράς Εναγόντων να δεχθεί κάτι τέτοιο. Το γεγονός της εκκαθάρισης της εταιρείας και πάλι ήταν δεδομένο και συνεπώς ήταν ή έπρεπε να ήταν γνωστό στον Εναγόμενο 1 από τον χρόνο της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας δανείου και ουδόλως προέκυψε πρόσφατα και δη κατά τη μαρτυρία του ΜΕ3. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως οι θέσεις του Εναγομένου 1 ως προς τη πρόσφατη διαπίστωση της ανάγκης για την υποβολή της Αίτησης δεν κρίνονται βάσιμες και καταρρίπτονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα. Εκτός του ότι οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο Εναγόμενος 1 ως προς την αναγκαιότητα της τροποποίησης δεν κρίνονται βάσιμοι, το Δικαστήριο οφείλει να αναφέρει ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για τη διαπίστωση από τους νέους δικηγόρους της ανάγκης για τροποποίηση. Όπως έχει λεχθεί, η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501). Επομένως, το Δικαστήριο διαπιστώνει πως υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης. Ο ισχυρισμός περί μη καταχώρισης της Αίτησης λόγω των διαβουλεύσεων μεταξύ των μερών και της προσδοκίας εξεύρεσης λύσης δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για την τόσο μακρά καθυστέρηση εφόσον οι όποιες διαπραγματεύσεις φαίνεται να έγιναν πολύ πρόσφατα, μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου 2022, σύμφωνα με την ηλεκτρονική αλληλογραφία την οποία ο Εναγόμενος 2 επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση. Με δεδομένη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί αφορούν σε γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά εξαρχής στον Εναγόμενο 1, τότε οι εν λόγω επαφές μεταξύ των μερών ουδόλως αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για τη μη καταχώριση αίτησης τροποποίησης σε οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο, λαμβάνοντας επίσης υπόψιν και το γεγονός πως ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε και σχετικά πρόσφατα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση το 2021, όταν είχε ακόμα μια ευκαιρία να μελετήσει το περιεχόμενο και να αιτηθεί τροποποίησης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επιβεβαιώνουν την πολυετή καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης χωρίς την όποια ή επαρκή αιτιολόγηση για την καθυστέρηση αυτή και ειδικότερα δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα των ισχυρισμών των Εναγομένων οι οποίοι έχουν καταρριφθεί. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Επί αυτής της κατάληξης, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση ICOS CIF LTD v. Coward κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 663 η οποία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης είναι διαφορετικά καθότι εδώ παρατηρείται πολυετής και παντελής έλλειψη αιτιολόγησης για πλείστα των ζητημάτων τα οποία ήταν γνωστά στον Εναγόμενο 1 πριν καν την καταχώριση της Αγωγής και κάποια πριν καν την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του καθότι η όποια αιτιολόγηση καταρρίπτεται και δεν κρίνεται επαρκής να προσφέρει μια γνήσια και, έστω και σε περιορισμένο βαθμό, επαρκή δικαιολογία για την τόση καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Τέλος το Δικαστήριο συνεκτιμά το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2014 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης και γενικά η στάση του Εναγομένου 1 αναπόφευκτα πλήττουν τα δικαιώματα των Εναγόντων σε τέτοιο βαθμό που δεν θα μπορούσαν να θεραπευτούν με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και επομένως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 1 - Αιτητή αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΕΕ/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.