Κ. Γ. Η. ν. Π. Α., Αρ. Αγωγής: 2676/19, 9/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2676/19 Μεταξύ: Κ. Γ. Η., από τη Λεμεσό Ενάγοντα - και - Π. Α., από τη Λεμεσό Εναγόμενου Ημερομηνία: 9η Νοεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος. Κονταξής Για τον Εναγόμενο: κος. Καλυφόμματος Α Π Ο Φ Α Σ Η (Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους διαδίκους μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος κατόπιν λήψης της ρητής συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα) Εισαγωγή και έγγραφες προτάσεις Υπό ιδιάζουσες συνθήκες, οι οποίες περιγράφονται στα δικόγραφα, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η σύγκρουση του Εναγόμενου σε άλλο όχημα αποτέλεσε την αιτία τραυματισμού του, ενόσω αυτός βρισκόταν σε διάβαση πεζών. Η περιγραφή των γεγονότων στο Κλητήριο Ένταλμα έχει ως εξής: ο Ενάγοντας, στις 4.11.2017, ήταν πεζός και βρισκόταν εντός διαχωριστικής νησίδας αναμένοντας σε διάβαση πεζών. Ο Εναγόμενος παραβίασε το κόκκινο φανάρι τροχαίας και συγκρούστηκε σε άλλο όχημα, το οποίο στο εξής θα αναφέρεται ως το όχημα «Κ». Λόγω της σύγκρουσης, το Κ με τη σειρά του, συγκρούστηκε σε πάσσαλο φώτων και μετά στα κάγκελα της νησίδας στην οποία στεκόταν ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας τραυματίστηκε από την πτώση του πασσάλου φώτων στο σημείο που εκείνος βρισκόταν. Οι τραυματισμοί του επιβεβαιώθηκαν από ιατρική εξέταση, η οποία κατέδειξε κάκωση δεξιού βραχίωνα που τον ταλαιπωρεί μέχρι και σήμερα, μώλωπες στο δεξί μηρό και ώμο με εκδορές και ουλές, τα οποία υποχώρησαν εντός ενός μηνός. Επωμίστηκε €151,30 έξοδα για να εξασφαλίσει αστυνομική έκθεση και να πληρώσει την κλινική στην οποία εξετάστηκε. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση προτείνει άλλη εκδοχή των γεγονότων. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ήταν ο οδηγός του Κ που ευθύνεται για τη σύγκρουση και όχι ο ίδιος, επειδή στην πραγματικότητα ήταν ο οδηγός του Κ που παραβίασε το κόκκινο φανάρι τροχαίας και που ακολούθως έχασε τον έλεγχο και προσέκρουσε στη νησίδα που βρισκόταν ο Ενάγοντας. Μαρτυρία Η Αγωγή εκδικάστηκε με ταχεία διαδικασία, σύμφωνα με τη Διαταγή 30 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Έγγραφη μαρτυρία για την πλευρά του Ενάγοντα καταχώρησαν οι Ι. Κ. (ως «ΜΕ1»), ο ίδιος ο Ενάγοντας και ο Αστυφύλακας [ ], Α. Α. (ως «ΜΕ3»). Μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Εναγόμενος. Η μαρτυρία όλων είναι γραπτή και δεν θα επαναληφθεί αυτολεξεί. Παρατίθεται σύνοψή της και σχετικά αποσπάσματα, όπου κρίνεται σκόπιμο, προκειμένου να επεξηγηθούν συγκεκριμένα σημεία της απόφασης του Δικαστηρίου. Η ΜΕ1 αναφέρει ότι είναι ιατρός και την επίδικη μέρα περί ώρα 13.30 εξέτασε τον Ενάγοντα στις Α' Βοήθειες της Πολυκλινικής «ΥΓΕΙΑ». Αν και αναφέρει ότι επισυνάπτει 4 Τεκμήρια, ωστόσο επισυνάπτει μόνο 2, τα οποία αριθμεί ως «3» και «4» και αυτά αντίστοιχα είναι, επιστολή ημερομηνίας 3.4.2019 που αφορά τον Ενάγοντα και στην οποία βεβαιώνεται ότι εξετάστηκε κατά την επίδικη μέρα από την ΜΕ1 και διαγνώστηκε με «κάκωση δεξιού βραχιονίου» και τιμολόγιο και απόδειξη εις το ποσό των €66.30 ως έξοδα που ο Ενάγων κατέβαλε στην κλινική. Ο Ενάγων, με δική του δήλωση, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τη δικογραφημένη εκδοχή του ως προς τα γεγονότα. Συνοδεύει τη μαρτυρία του με 5 τεκμήρια. Αναφέρει ότι το πρώτο είναι καταγραφή γεγονότων και το δεύτερο σχεδιάγραμμα σκηνής, αμφότερα ως ετοιμάστηκαν από τον ΜΕ
- Επισυνάπτει επίσης, για άλλη μια φορά, ως Τεκμήρια 3 και 5 τα ίδια τεκμήρια 3 και 4 που επισύναψε η ΜΕ1, ενώ ως Τεκμήριο 4 προσθέτει την απόδειξη για πληρωμή ετοιμασίας αστυνομικής έκθεσης. Απαιτεί €2800 ως γενικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη λόγω του ατυχήματος, πλέον €151,30 ως ειδικές αποζημιώσεις καθώς και όλα τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Αναφορικά με τα τραύματά του, ισχυρίζεται ότι, πέραν της διάγνωσης της ΜΕ1, είχε μώλωπες και εκδορές, ζαλιζόταν για μια βδομάδα και λάμβανε παυσίπονη φαρμακευτική αγωγή. Ο ΜΕ3 είναι αστυνομικός. Αναφέρει ότι ανέλαβε να εξετάσει το επίδικο ατύχημα. Κατά την εξέταση ετοίμασε έκθεση και σχεδιάγραμμα τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία δεν είναι άλλα από τα τεκμήρια 1 και 2 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα. Αναφέρει επίσης ότι το όχημα Κ κτύπησε στον πάσσαλο και από τη σύγκρουση τραυματίστηκε ο Ενάγων. Σύμφωνα με ανεξάρτητες μαρτυρίες, ο Εναγόμενος παραβίασε το κόκκινο σηματοδότη και συγκρούστηκε με το όχημα Κ με αποτέλεσμα εκείνο να προσκρούσει με τη σειρά του στον πάσσαλο φώτων και μετά στα κάγκελα της διάβασης πεζών. Επιβεβαιώνει ότι από τη σύγκρουση του οχήματος Κ στα κάγκελα, μέρος τους κτύπησε σε τρίτο όχημα. Περιγράφει ότι οι ζημιές στα αντίστοιχα ενεχόμενα αυτοκίνητα δηλαδή στο όχημα του Εναγόμενου στο «α) μπροστινό αριστερό μέρος», στο όχημα Κ «β) σε όλες τις πλευρές» και στο τρίτο όχημα στη «δ) δεξιά θύρα». Αναφέρει τέλος ότι υπήρξε ανεξάρτητη μαρτυρία στη σκηνή, περιλαμβανομένης και εκείνης ανώτερου αξιωματικού της Αστυνομίας, που επιβεβαιώνει τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και ότι λόγω του ότι ο Εναγόμενος εγκατέλειψε αρχικά τη σκηνή του ατυχήματος συνελήφθη στη συνέχεια με δικαστικό ένταλμα και εντοπίστηκε ζημιά στο όχημά του. Ο Εναγόμενος, με τη σύντομη μαρτυρία του, υποστηρίζει ότι ήταν το όχημα Κ που παραβίασε το κόκκινο φανάρι τροχαίας ενώ εκείνος νόμιμα επιχειρούσε να στρίψει δεξιά. Παρατήρησε ότι ο οδηγός του οχήματος Κ έχασε τον έλεγχο και προσέκρουσε στο κιγκλίδωμα τραυματίζοντας τον Ενάγοντα. Αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη και όλες τις ζημιές και τραυματισμούς. Ακρόαση και αγορεύσεις Οι δικηγόροι των διαδίκων δεν αντεξέτασαν οποιοδήποτε από τους μάρτυρες της άλλη πλευράς. Κατά την ημέρα της Ακρόασης περιορίστηκαν στην κατάθεση γραπτών αγορεύσεων. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος εστιάζει στο ότι η πλευρά του πελάτη του, που φέρει και το γενικό βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει. Αντίθετα, εισηγείται, η πλευρά του Εναγόμενου δεν έχει αποσείσει το ειδικό βάρος απόδειξης που της αναλογεί, καθότι η μαρτυρία που προσκόμισε συγκρούεται με τη μαρτυρία του ΜΕ
- Προσθέτει ότι η εν προκειμένω παράλειψη αντεξέτασης ισοδυναμεί με παραδοχή των θέσεων της πλευράς του Ενάγοντος. Τέλος παραθέτει νομολογία με την οποία σκοπεί να υποστηρίξει την απαίτηση του πελάτη του για τα ποσά γενικών αποζημιώσεων που διεκδικεί. Στη σύντομη αγόρευσή του, ο δικηγόρος του Εναγόμενου προτείνει ότι μια και όλη η υπόθεση του Ενάγοντα βασίζεται στη μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα στη σκηνή και δη εκείνη του ανώτερου αξιωματικού της Αστυνομίας, εκείνη η μαρτυρία έπρεπε να είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ3, συνεχίζει ο δικηγόρος, δεν αναφέρει τα προσόντα του για να διαπιστωθεί εάν είναι σε θέση να προβεί σε ισχυρισμούς αναφορικά με ζημιές στα οχήματα. Κλείνει την αγόρευσή του παρατηρώντας ότι τα τραύματα του Ενάγοντας είναι επιπόλαια και χωρίς συνέπεια και η διάγνωση δεν συνάδει με τα ευρήματα. Νομική πτυχή Η αμέλεια, στις περιπτώσεις τροχαίων συγκρούσεων, κρίνεται αντικειμενικά με κριτήριο το συνετό οδηγό[1] ο οποίος «χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο»[2] και ανάλογα συνεκτιμάται το γεγονός ότι «το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη»[3]. Στην Ευάγγελος Χαραλάμπους ν. Θεοφάνη Στυλιανού
(1991)1 Α.Α.Δ. 284, καθοριστικοί παράγοντες στον καταμερισμό ευθύνης κρίθηκαν «η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας [.] και της ζημιάς». Υπενθυμίζεται, γενικώς, ότι σε υποθέσεις αστικής φύσεως, ο Ενάγων φέρει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[4]. Το βάρος αποσείεται αποκλειστικά με μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[5]. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις τροχαίων συγκρούσεων, δίδεται βαρύτητα στα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας ως τον αντικειμενικό οδηγό για τη διαπίστωση της ροής των γεγονότων[6]. Το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μερικώς τη μαρτυρία μάρτυρα στην υπόθεση[7] νοουμένου ότι η μερική αποδοχή αιτιολογείται[8]. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η κατάθεση αποκλειστικά έγγραφης μαρτυρίας, κατ' εφαρμογή της Διαταγής 30, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να παρακολουθήσει ζωντανά τους μάρτυρες και να κρίνει τη συμπεριφορά εκάστου εξ αυτών στο εδώλιο. Συνεπώς η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους προσεγγίζεται με αναλογική εφαρμογή των επί του θέματος καθιερωμένων Νομολογιακών αρχών. Οι αρχές αυτές καθορίζουν ότι η μαρτυρία πρέπει να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων», χωρίς μικροσκοπική κρίση ή απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[9]. Τόσο το περιεχόμενο, όσο και η ποιότητα, η πειστικότητα αλλά και η σύγκριση κάποιας μαρτυρίας στην υπόθεση με την υπόλοιπη[10] αξιολογούνται. Η μαρτυρία, τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη της ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκαν. Είναι ιατρός στην κλινική στην οποία μετέβη για εξέταση ο Ενάγοντας και κατά την επίδικη ημέρα τον εξέτασε μετά το ατύχημα και διέγνωσε κάκωση δεξιού βραχίονα. Τα τεκμήρια που επισυνάπτει αποτελούν έγγραφα που εκδόθηκαν από την κλινική και επιβεβαιώνουν, εν είδει ενημέρωσης, τη διάγνωσή της και το ποσό που ο Ενάγων χρεώθηκε για τις υπηρεσίες που του παρασχέθηκαν. Δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην αποδεχθώ ολόκληρη τη μαρτυρία της. Προσέγγισα τη μαρτυρία του Ενάγοντα με προσοχή, ως αρμόζει σε μαρτυρία μάρτυρα που έχει προσωπικό συμφέρον σε μια υπόθεση. Όσων αφορά τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του από το ατύχημα, εκτός από την κάκωση δεξιού βραχίωνα, κρίνω ότι δεν συνάδουν με, αλλ' ούτε συνεπικουρούνται από, τη μαρτυρία της ΜΕ1 την οποία αποδέχθηκα. Εάν πράγματι οι τραυματισμοί του ήταν εκείνοι που περιγράφει στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσής του, τότε δεν έχει επεξηγηθεί γιατί δεν αναφέρονται και στη διάγνωση της ιατρού που τον εξέτασε ή εν πάση περιπτώσει δεν επιβεβαιώθηκαν από άλλη ιατρική μαρτυρία. Υπενθυμίσω ότι άλλη ιατρική μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Όσων αφορά την εξέλιξη της πορείας της υγείας του, όπως ο ίδιος την περιγράφει, και την κατ' ισχυρισμό λήψη φαρμακευτικής αγωγής και πάλι δεν εντοπίζω οτιδήποτε υποστηρικτικό. Δεν φαίνεται να επανεξετάστηκε από κάποιο ιατρό, ενώ τα όσα μετατραυματικά αναφέρει δεν έχουν συνδεθεί επιστημονικώς με τη μόνη ιατρική διάγνωση που παρουσιάστηκε στην υπόθεση. Πέραν του ότι κατά την επίδικη ημέρα και ώρα εξετάστηκε και διαγνώστηκε με κάκωση δεξιού βραχίωνα, δεν αποδέχομαι οτιδήποτε άλλο από τη μαρτυρία του αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό τραύματά του. Σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης της σύγκρουσης, η μαρτυρία του Ενάγοντα φαίνεται να αποτελεί επανάληψη των ευρημάτων του ΜΕ3. Δηλαδή ο Ενάγοντας, δεν επεξηγεί με ποιο τρόπο γνωρίζει ή αντιλήφθηκε τα γεγονότα που περιγράφει, ενόσω ο ίδιος ήταν πεζός εντός της νησίδας και επί της διαβάσεως πεζών. Στην παράγραφο 6 δε της ένορκης δήλωσής του αναφέρει ότι «όπως αντελήφθηκ[ε]» ο Εναγόμενος «παρέλειψε να σταματήσει στα φώτα τροχαίας». Δεν επεξηγείται πως το γεγονός περιήλθε στην αντίληψή του. Δεν εξειδικεύει τη θέση που βρισκόταν ή που ήταν στραμμένο το βλέμμα του κατά την εξέλιξη των αντίστοιχων κινήσεων των ενεχόμενων οχημάτων, ούτε εάν ο ίδιος παρατήρησε ποιος εκ των ενεχόμενων οδηγών παραβίασε το κόκκινο φανάρι τροχαίας, ούτε εάν ο ίδιος είχε χρόνο να αντιδράσει στην όλη κατάσταση. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Ενάγοντος για να εξάγω συμπεράσματα αναφορικά με τις συνθήκες της επίδικης σύγκρουσης, πέραν από τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος υπέστη τραυματισμό από την πτώση του πασσάλου των φώτων τροχαίας. Σχετικά με τις ειδικές ζημιές που απαιτεί, επισυνάπτονται αποδείξεις, δηλαδή τα Τεκμήρια 4 και 5 της γραπτής του δήλωσης, τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί και αποδέχομαι ότι ο Ενάγοντας δαπάνησε τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Ως προς τον ΜΕ3, δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ ότι εκείνος ήταν ο αστυφύλακας που κλήθηκε να ετοιμάσει τα Τεκμήρια 1 και 2 της ένορκης δήλωσής του και ότι, ετοιμάζοντας αυτά, κατέγραψε τα όσα αντίκρυσε στη σκηνή και ότι μεταφέρει τη μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων. Το σχεδιάγραμμα που ετοίμασε και το οποίο απεικονίζει τη σκηνή μετά τη σύγκρουση δεν αμφισβητήθηκε. Αναφορικά με τα όσα ο ΜΕ3 ισχυρίζεται σχετικά με τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, σημειώνω ότι και πάλι δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ ότι οι ζημιές που εντόπισε στα ενεχόμενα οχήματα είναι εκείνες που καταγράφει, πλην όμως επισημαίνω ότι αυτές δεν έχουν συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο ή με οποιαδήποτε μαρτυρία με τις συνθήκες πρόκλησης της σύγκρουσης. Σημειώνω επίσης ότι τα ακριβή σημεία των ζημιών στα οχήματα δεν έχουν καταγραφεί, παρά μόνο τίθενται γενικές ενδείξεις, όπως δηλαδή ότι το όχημα του Εναγόμενου υπέστη ζημιά στο «μπροστινό αριστερό μέρος» και το όχημα Κ «σε όλες τις πλευράς», πράγμα που δεν βοηθά το Δικαστήριο στο να χρησιμοποιήσει την πραγματική αυτή μαρτυρία στο έργο αποτίμησης της ευθύνης για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης. Η δε εμπλοκή του τρίτου οχήματος, το οποίο κατ' ισχυρισμό υπέστη ζημιά από την εκτίναξη κομματιού από τα κάγκελα της νησίδας στην οποία συγκρούστηκε το όχημα Κ, δεν αμφισβητήθηκε, αλλά δεν κρίνεται σχετική με τα επίδικα ζητήματα. Ως άσχετη με τα εδώ επίδικα ζητήματα κρίνεται επίσης η μαρτυρία του ΜΕ3 αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό εγκατάλειψη της σκηνής της σύγκρουσης από τον Εναγόμενο, αλλά και της κατ' ισχυρισμό μετέπειτα έρευνας της Αστυνομίας προς σύλληψή του. Σε σχέση με το κύριο επίδικο ζήτημα, δηλαδή ως προς το ποιος εκ των δύο ενεχόμενων οδηγών παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη, ο ΜΕ3 αναφέρει ότι μεταφέρει μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων μια και ο ίδιος κατέφθασε στην σκηνή μετά το επίδικο συμβάν. Κατονομάζει έναν από εκείνους δηλαδή Ανώτερο Αστυνόμο. Εν όψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα επί του συγκεκριμένου σημείου, η μόνη μαρτυρία που αφορά το ζήτημα της ευθύνης πρόκλησης του ατυχήματος, και η οποία μεταφέρεται από τον ΜΕ3, είναι εξ ακοής. Χάριν πληρότητας παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ3, το οποίο εντοπίζεται στη τελευταία παράγραφο της γραπτής του δήλωσης, υπενθυμίζοντας ότι στην παράγραφο 5 της πρώτης σελίδας της γραπτής του δήλωσης γίνεται αναφορά στις εν λόγω «ανεξάρτητες μαρτυρίες»: «Να σημειωθεί ότι στην παρούσα τροχαία σύγκρουση υπήρχαν ανεξάρτητοι μάρτυρες οι οποίοι επιβεβαιώνουν τις πιο πάνω συνθήκες πρόκλησης της τροχαίας σύγκρουσης όπως ο κ. Σπύρος Σπύρου, υπεύθυνος ΔΕΠΕ Ανώτερος Αστυνόμος στη Λευκωσία [.]». Προχωρώ να την αξιολογήσω έχοντας κατά νου το Νόμο και τη επί του θέματος Νομολογία που παρατίθενται αμέσως πιο κάτω: Στο Άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 αναφέρεται: «Αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας 27.
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε». Στην υπόθεση Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A302, το Ανώτατο Δικαστήριο, ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση και διατάζοντας επανεκδίκαση της υπόθεσης, ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά: « [.] Εκτός από τα τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια που αναγράφονται στο άρθρο 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 27
(1), ένα δικαστήριο, για να αποφασίσει ως προς τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ ακοής μαρτυρία, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του και το συμφέρον της δικαιοσύνης, δηλαδή τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το οποίον περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων. Υπάρχει νομολογία σύμφωνα με την οποίαν, ο ένας από τρεις σημαντικούς παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν προς διαπίστωση του κατά πόσον παρουσιασθείσα, εξ ακοής μαρτυρία, (απόντος μάρτυρα), μπορεί να έχει επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, είναι και το κατά πόσον «υπάρχουν άλλοι αντισταθμιστικοί παράγοντες, όπως ισχυρές δικονομικές δικλίδες που να διασφαλίζουν την ορθή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του απόντος μάρτυρα» (Δέστε: Al-Khawaja and Tahery v. The United Kingdom
(2012)54 EHRR 23 (απόφαση ΕΔΔΑ) και R v. Tahery (No 2)
(2013)EWCA Crim 1053) - Δέστε επίσης το σύγγραμμα Ηλιάδης και Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 324 κ.επ.). Στις αποφάσεις Delta v. France
(1993)16 EHRR 574 και Saidi v. France
(1994)17 EHRR 251, του ΕΔΔΑ αποφασίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ κατά το ότι, η καταδικαστική (εθνική) απόφαση, είχε στηριχθεί κατά κύριο λόγο σε γραπτές καταθέσεις μαρτύρων που δεν παρουσιάστηκαν για αντεξέταση και οι οποίες συνιστούσαν τη μοναδική ή την κύρια μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου, με τρόπο που επηρεαζόταν ο πυρήνας του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Από τις προαναφερόμενες αποφάσεις προκύπτει ότι η δυνατότητα αντεξέτασης ενός ουσιαστικού μάρτυρα, με σκοπό την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, είναι βασικό στοιχείο της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων [.]» Στη δε υπόθεση Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/2016, ημερομηνίας 6.12.2017 το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε τα εξής: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, γίνεται, προσεκτικά, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 6/2011, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ v. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου, ημερ. 15.7.2016 και Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεση και, ιδιαίτερα, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί, ως μάρτυρας στη διαδικασία, το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (όπως στην παρούσα υπόθεση), το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επ' ακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση, κτλ. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9, δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί, σύμφωνα με τη Νομολογία μας. Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική είτε από γραπτή μαρτυρία (Δέστε Γεωργίου v. Στυλιανού
(2009)1 Α.Α.Δ. 70 και Μονός κ.α. v. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1002). Το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 προνοεί ότι, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Πέραν των προαναφερομένων, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης (Δέστε Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320 - 331). Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας, χωρίς οποιανδήποτε αναφορά σ' αυτήν, χωρίς οποιανδήποτε αξιολόγηση της βαρύτητας της, χωρίς να ληφθούν υπόψιν οι προαναφερόμενοι παράγοντες που επηρεάζουν τη βαρύτητα που θα της αποδοθεί, χωρίς να ληφθεί υπόψιν ότι στην προκείμενη περίπτωση ήταν μαρτυρία προερχόμενη από συγκατηγορούμενο και συνεργό του πρώτου Κατηγορούμενου - Εφεσείοντα με ίδιον συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, και χωρίς σχετική αυτοπροειδοποίηση εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου για τον κίνδυνο αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας, και με μόνο και καθοριστικό κριτήριο την καλή εντύπωση που έδωσε στο Δικαστήριο η ΜΚ10, έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δίκαιη δίκη, σύμφωνα και με την Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Δέστε Al-Khawaja and Tahery v. The United Kingdom
(2012), 54 EHRR 23 (απόφαση ΕΔΔΑ) και R. v. Tahery (No. 2)
(2013)EWCA Crim 1053). (Δέστε επίσης Τουμαζή v. Dixit, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερ. 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A302) [.]» Επανερχόμενος στην υπό εκδίκαση υπόθεση, διαπιστώνω ότι ουδείς εκ της πλευράς του Ενάγοντος, αλλά, κρισιμότερα, ούτε ο ΜΕ3, επεξήγησε το λόγο που δεν προσήλθαν να καταθέσουν στην υπόθεση οι, κατά τον ίδιο, αυτόπτες μάρτυρες της σύγκρουσης. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε που να καθιστούσε μη εύλογο ή ανέφικτο οι εν λόγω μάρτυρες να κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το δε χρονικό διάστημα μεταξύ των αρχικών δηλώσεων και της επίδικης σύγκρουσης, αλλά και το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και της γραπτής δήλωσης του ΜΕ3, δεν προσδιορίζεται, ούτως ώστε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει αυτό κατά την αξιολόγηση. Ούτε άμεση διευκρίνηση δίδεται από τον ΜΕ3 αναφορικά με το βαθμό εξ ακοής μαρτυρίας. Εξηγώ: Ενώ, εκ πρώτης όψεως, ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι, μια και ο ΜΕ3 κλήθηκε να εξετάσει τη σκηνή, εκείνος ήταν και το πρόσωπο εις το οποίο οι κατ' ισχυρισμό ανεξάρτητοι μάρτυρες έδωσαν και τις μαρτυρίες τους, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται ευθέως και θετικά. Συγκεκριμένα, οι σχετικές αναφορές του ΜΕ3 επί του σημείου είναι ότι «τα γεγονότα όπως περιήλθαν στην αντίληψη» του, ήταν ότι «σύμφωνα με ανεξάρτητες μαρτυρίες» ο Εναγόμενος παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη και ότι «υπήρχαν ανεξάρτητοι μάρτυρες οι οποίοι επιβεβαιώνουν τις» συνθήκες πρόκλησης της σύγκρουσης, χωρίς δηλαδή να προσδιορίζεται ούτε σε ποιον δόθηκαν, αλλ' ούτε σε ποια μορφή δόθηκαν οι εν λόγω μαρτυρίες, προκειμένου να εξεταστεί ο βαθμός εξ ακοής μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Ούτε οποιεσδήποτε αρχικές δηλώσεις των εν λόγω μαρτύρων παρουσιάστηκαν ή μεταφέρθηκαν αυτούσιες στο Δικαστήριο από τον ΜΕ3, ούτως ώστε να το Δικαστήριο να δύναται να εξετάσει το κατά πόσο αυτές μεταφέρθηκαν επ' ακριβώς, αλλ' ούτε δόθηκε οποιαδήποτε επεξήγηση για την μη παρουσίαση (εάν βεβαίως αυτές ήταν γραπτές ζήτημα που παρέμεινε, ως προανέφερα, επίσης αδιευκρίνιστο) ή για τη μη μεταφορά από τον ΜΕ3 των αρχικών δηλώσεων. Δεν δόθηκαν, καθιστώντας παράλληλα αδύνατο να αξιολογηθούν, οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με την κάθε μία εκ των, κατ' ισχυρισμό, ανεξάρτητων μαρτυριών. Πέραν του Ανώτερου Αστυνόμου, οι λοιποί μάρτυρες στην μαρτυρία των οποίων παραπέμπει ο ΜΕ3 δεν κατονομάζονται καν. Δεδομένου του ότι το ζήτημα της ευθύνης της πρόκλησης της υπό κρίση σύγκρουσης είναι επίδικο και ο σχετικός ισχυρισμός του Ενάγοντος ήταν ότι αποκλειστική ευθύνη για εκείνη φέρει ο Εναγόμενος επειδή ακριβώς παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη τροχαίας, η μαρτυρία επί του σημείου ήταν η πλέον ουσιαστική στην υπόθεση. Έχοντας κατά νουν όλα όσα προανέφερα αναφορικά με την εξ ακοής μαρτυρία του ΜΕ3, διαπιστώνω επίσης ότι με την αναιτιολόγητη παράλειψη προσκόμισης μαρτυρίας από τους αυτόπτες μάρτυρες, ιδιαίτερα από τον κατονομαζόμενο Ανώτερο Αστυνόμο, δηλαδή πρόσωπο το οποίο καθ' ομολογία η πλευρά του Ενάγοντος γνώριζε και άρα θα μπορούσε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, η πλευρά του Ενάγοντος ουσιαστικά αποστέρησε από την πλευρά του Εναγόμενου τη δυνατότητα να θέσει την εν λόγω μαρτυρία στη βάσανο της αντεξέτασης. Πέραν τούτου, με τον τρόπο που ο Ενάγοντας επέλεξε να την παρουσιάσει, καθιστά το έργο αξιολόγησής της, για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων, από ιδιαίτερα δυσχερές έως και αδύνατο. Συνεπώς και για όλους τους λόγους που παρέθεσα πιο πάνω, αλλά και παρά το γεγονός ότι, εν όψει της ιδιότητας του ΜΕ3, δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να κρίνω ότι εκείνος είχε οποιοδήποτε συμφέρον στο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα στην υπόθεση, θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία του ΜΕ3 αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παραβίασης του κόκκινο φωτεινού σηματοδότη τροχαίας από τον Εναγόμενο και δεν την αποδέχομαι. Η δε μαρτυρία του Εναγόμενου δεν ρίχνει περισσότερο φως στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ήταν ο οδηγός του Κ που παραβίασε τον κόκκινο φωτεινό σηματοδότη και εκείνος ευθύνεται. Προφανώς και ο Εναγόμενος είναι πρόσωπο που η μαρτυρία του πρέπει να προσεγγίζεται με προσοχή, εν όψει του άμεσου συμφέροντος που έχει στην έκβαση. Πέραν του ισχυρισμού περί εκ διαμέτρου αντίθετης θεώρησης των γεγονότων με τη μαρτυρία του ΜΕ3, ο Εναγόμενος δεν αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ευρήματα Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, αποτελούν ευρήματα που ότι: Στις 4.11.2017 και περί ώρα 12.30, κατόπιν σύγκρουσης του οχήματος του Εναγόμενου με το όχημα Κ, τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές και το τελευταίο προσέκρουσε σε πάσσαλο φώτων τροχαίας και έπειτα στα κάγκελα διάβασης πεζών, η οποία βρισκόταν εντός νησίδας και εντός της οποίας βρισκόταν ο Ενάγοντας. Από την πρόσκρουση του οχήματος Κ στον πάσσαλο των φώτων τροχαίας, ο πάσσαλος υπέστη ζημιά και μέρος του αποκόπηκε και έπεσε, τραυματίζοντας τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας μετέβη στην Πολυκλινική ΥΓΕΙΑ, όπου τον εξέτασε η ΜΕ1, η οποία διέγνωσε κάκωση δεξιού βραχίονα κατόπιν διενέργειας ακτινογραφίας. Στην Πολυκλινική ΥΓΕΙΑ ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €66.30 και στην Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των €85 για την έκδοση της Αστυνομικής Έκθεσης. Κατάληξη Εν όψει της μη αποδοχής της μαρτυρίας της πλευράς του Ενάγοντα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης της σύγκρουσης, κρίνω ότι εκείνη δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που της αναλογούσε και δεν απέδειξε ότι ήταν ο Εναγόμενος που παραβίασε το κόκκινο φωτεινό σηματοδότη τροχαίας και άρα ήταν ο Εναγόμενος που ευθυνόταν για την εν λόγω σύγκρουση, απόρροια της οποίας ήταν ο Ενάγοντας να υποστεί κάκωση δεξιού βραχίονα. Συνεπώς και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Προτού επιδικάσω έξοδα, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων, ούτως ώστε να υπάρχει απόφαση Δικαστηρίου επί αυτού. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα με παρέπεμψε με την αγόρευσή του σε Νομολογία αναφορικά με ύψος των γενικών αποζημιώσεων. Με όλο το σεβασμό, διαπιστώνω ότι το τραύμα του Ενάγοντος στη βάση των ευρημάτων μου, δεν σχετίζεται με εκείνα που περιγράφονται στην εν λόγω Νομολογία. Στην υπό κρίση περίπτωση η ιατρική μαρτυρία αναφέρεται μόνο σε κάκωση βραχιονίου, με τους λοιπούς δείκτες να είναι φυσιολογικοί και να μην εντοπίζεται οποιοδήποτε κάταγμα. Εν όψει τούτου αλλά και των όσων ανέφερα κατά την αξιολόγηση του σχετικού μέρους της μαρτυρίας, θα επιδίκαζα το ποσό των €450 ως γενικές αποζημιώσεις. Ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις, έχοντας αποδεχτεί τις δαπάνες που πρόβαλε ο Ενάγοντας, θα επιδίκαζα το ποσό των €151,30. Τέλος, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζω αυτά υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] (βλ. Ανδρέας Βίκης ν Πολύκαρπου Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345) [2] (βλ. Άδωνης Αλεξάνδρου (ανήλικος) ν. Άντρης Σωτηρίου Λεβέντη κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 420) [3] (βλ. Βίκης υποσημ. 1 πιο πάνω) [4] (βλ. Χρύσανθου ν Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295) [5] (βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220) [6] (βλ. Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία
(2003)1 Α.Α.Δ. 540) [7] (βλ. Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454) [8] (βλ. Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) [9] (βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1056) [10] (βλ. Ομήρου υποσημ. 8 πιο πάνω) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο