Embria Ventures Group Limited ν. Gerlington Limited, Αρ. Αγ. 731/2019, 6/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 731/2019 Embria Ventures Group Limited Ενάγουσας και Gerlington Limited Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 07/08/2020 Ημερομηνία: 06/12/2022 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους-Αιτητέ: κος Θωμά για κ.κ. Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC Για Ενάγουσα-Καθ'ής η Αίτηση: κος Μιχαηλίδης για κ.κ. A.G. Paphitis & Co. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Κατ'εφαρμογή του κανονισμού 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021,η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα.] Περί την 17/05/2019 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει το ποσό των €36.000,00 πλέον τόκο προς 2% ετησίως επ'αυτού από 09/04/2019 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €6,000 πλέον τόκο προ 9% ετησίως επ'αυτού από 09/04/2019 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €1.181,00 έξοδα της αγωγής αυτής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εκδόσεως της απόφασης αυτής με τόκο προς 2% ετησίως από 09/04/2019 πλέον €16,00 έξοδα επίδοσης. Περί την 14/09/2020 με διάταγμα του παρόντος Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση εκδόθηκε διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 17/05/2019 μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αίτηση παραμερισμού. Με την παρούσα εξετάζεται η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 07/08/2020 (στο εξής «ως η Αίτηση»). Σύμφωνα με την ενόρκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη-Αιτήτρια έλαβε γνώση για πρώτη φορά της ύπαρξης της αγωγής καθώς και για την απόφαση που εκδόθηκε ερήμην στις 13/07/2020 όταν ειδοποιήθηκε από τον Δικαστικό επιδότη ότι εκδόθηκε εναντίον της ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης της κινητής της περιουσίας (writ). Προς τούτο κατατέθηκε το Τεκμήριο Γ και Δ. Tην ιδια μέρα επικοινώνησε η Εναγόμενη/Αιτήτρια με τους νομικούς της συμβούλους και έδωσε οδηγίες για να γίνει έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Από έρευνα που έγινε διαπιστώθηκε ότι η πιο πάνω αγωγή επιδόθηκε στον κηπουρό της Εναγόμενης k. S. P. στις 16/04/2019, ο οποίος αρνήθηκε να παραλάβει την εν λόγω Αγωγή και δεν υπέγραψε ότι την παρέλαβε. Προς τούτο κατατέθηκε το Τεκμήριο Ε. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο κος P. κατάγεται από τη Λετονία και εργοδοτείται από το 2018 από την Εναγόμενη/Αιτήτρια ως κηπουρός με μερική απασχόληση και μηνιαίες αποδοχές €550,
- Σχετικό είναι το Τεκμήριο Στ, Ζ και Η. Ο εν λόγω κύριος δε γνωρίζει άλλη γλώσσα πέραν της Ρωσσικής γλώσσας, δε μιλά και δεν καταλαβαίνει ελληνικά. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν υπεύθυνος ούτε εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη να παραλαμβάνει αλληλογραφία ή άλλα έγγραφα. Όταν διαπιστώθηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε στον ίδιο και ερωτήθηκε σχετικά ανάφερε ότι δεν ενημέρωσε τους αξιωματούχους της Εναγόμενης καθότι δεν κατάλαβε περί τίνος πρόκειται ή ότι πρόκειται για αγωγή που αφορούσε την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία είναι επειδή η αγωγή δεν επιδόθηκε σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο και ουδέποτε έλαβε γνώση της ύπαρξης της. Εισηγείται επίσης η Εναγόμενη ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή και έχει δείξει καλό λόγο μη εμφάνισης. Στον αντίποδα η Ενάγουσα-Καθ ής η Αίτηση περί την 08/06/2021 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης (στο εξής «ως η Ένσταση») και παραθέτει 10 λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: α) Δεν πληρούνται οι προυποθέσεις που παραθέτει η νομολογία και/ή ο νόμος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, β) η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη/άκυρη/παράτυπη χωρίς να δίδεται ικανοποιητική δικαιολογία, γ) η επίδοση έγινε καθ' όλα νόμιμα και νομότυπα δ) η ένορκη δήλωση είναι ελλειπής και ανεπαρκής τα γεγονότα δε δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ε) δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεος υπεράσπιση, στ) η Εναγόμενη υπήρξε αμελής ζ) τυχόν έγκριση της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να πληγεί την αρχή τελεσιδικίας της δικαστικής διαδικασίας και θα υπονομευθεί η ταχεία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση αναπαράγονται οι λόγοι της Ένστασης. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα κα Β. αναφέρει ότι γνωρίζει άπταιστα την ελληνική γλώσσα καθότι διαμένει μόνιμα στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Σε σχέση με την επίδοση της αγωγής αναφέρει ότι αυτή επιδόθηκε σε κάποιο κύριο S. P. Αναφέρει περαιτέρω ότι την ενημέρωσε ο ιδιώτης επιδότης που διενέργησε την επίδοση ότι ο κύριος P. βρισκόταν εντός του υποστατικού στο οποίο στεγάζεται το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης και ήταν το πρόσωπο το οποίο ανταποκρίθηκε στο κτύπημα της πόρτας της κύριας εισόδου και ότι ο εν λόγω κύριος παρουσιάστηκε ως εξουσιοδοτημένος υπάλληλος της Εναγόμενης και παρακάλεσε τον κο Π. όπως παραδώσει το έγγραφο που είχε στην κατοχή του στον ίδιο αρνούμενος όμως να υπογράψει καθότι δε γνώριζε τι θα υπέγραφε. Επίσης η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας με την Εναγόμενη είχε γίνει πρόταση για διευθέτηση της διαφοράς τους αλλά δεν υλοποίησε η Εναγόμενη τα συμφωνηθέντα. Κρίνω ορθό να παραθέσω εν συντομία το δικονομικό ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Στις 09/04/2019 καταχωρήθηκε η υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και στις 17/05/2019 εκδόθηκε απόφαση εν τη απουσία της Εναγόμενης. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει μια ένορκη δήλωση επίδοσης από τον ιδιώτη επιδότη κύριο Π. ο οποίος στις 17/04/2019 ορκίζεται ότι στις 16/04/2019 επέδωσε αντίγραφο της αγωγής χωρίς την υπογραφή του στον κο S. P. στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης. Στις 27/07/2020 διενεργήθηκε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου για την Εναγόμενη μέσω του δικηγορικού γραφείου των κκ Yiannakis K. Thoma. Το εν λόγω δικηγορικό γραφείο επιπλέον ζήτησε αντίγραφα εγγράφων του φακέλου. Πριν την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης μεσολάβησε η εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 02/11/2021 με την οποία ζητείτο η αντεξέταση της κας Μ. Β. ενόρκως δηλούσα στην Ένσταση ημερομηνίας 08/06/
- Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 29/09/2022 επέτρεψε μερικώς την αντεξέταση της κας Β. και δη επιτράπηκε αντεξέταση της για να διαπιστωθεί κατά πόσο γνωρίζει την ελληνική γλώσσα. Περί την 14/10/2022 πραγματοποιήθηκε η αντεξέταση της κας Μ. Β. Η αντεξέταση της κας Β. έγινε με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο η ίδια κατανοεί και αντιλαμβάνεται την Ελληνική γλώσσα. Η ένορκη της δήλωση είναι συντεταγμένη στην Ελληνική γλώσσα. Ως είναι πάγια νομολογημένο μια ένορκη δήλωση πρέπει να είναι συντεταγμένη στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών. Αν μια ένορκη δήλωση συνταχθεί σε γλώσσα που δεν κατανοεί ο ενόρκως δηλών τότε αυτή δε θα ληφθεί υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση η ενόρκως δηλούσα μιλούσε την Ελληνική γλώσσα και της ζητήθηκε να αναγνώσει ένα κείμενο και να το εξηγήσει. Αντιλήφθηκα ότι υπήρχαν λέξεις που τη δυσκόλευαν αλλά τις διάβαζε. Δυσκολεύτηκε επίσης να εξηγήσει τι κατανόησε από το κείμενο που διάβασε. Σημειώνω όμως ότι της δόθηκε να διαβάσει ένα κείμενο/απόσπασμα δικαστικής απόφασης που πράγματι περιείχε δύσκολη ορολογία. Όμως διάβασε το κείμενο. Δε φάνηκε να μην κατανοεί την ελληνική γλώσσα αφού αντιλαμβανόταν πλήρως τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν απλώς αντιμετώπιζε κάποια δυσκολία στο να εξηγήσει το κείμενο της απόφασης. Θεωρώ όμως ότι η ίδια ήταν σε θέση γενικά να επικοινωνήσει στα Ελληνικά, κατανοούσε τις ερωτήσεις και μπορούσε εξηγήσει ή να περιγράψει ένα γεγονός στα Ελληνικά. Θεωρώ λοιπόν ότι η ενόρκως δηλούσα στην Ενσταση ημερομηνίας 08/06/2021 κατανοεί στον απαιτούμενο βαθμό την ελληνική γλώσσα. Κρίνω λοιπόν ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση της, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης σε σχέση με την υπό εξέταση Αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση ουσιαστικά ζητείται να εξεταστεί με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, κατά πόσο μπορεί το Δικαστήριο να παραμερίσει την απόφαση που εκδόθηκε μονομερώς περί την 17/05/
- Ως αναφέρεται όταν εκδοθεί απόφαση μονομερώς, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή να διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Ως έχει διαμορφωθεί σήμερα η νομολογία οι περιπτώσεις για τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει σε παραμερισμό και/ή ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης είναι α) όταν η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα δηλαδή κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όταν η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του.[1] Έργο του Δικαστηρίου είναι να εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.[2] Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει απόφαση σε περίπτωση που αυτή δόθηκε αντικανονικά δηλαδή παράτυπα σε σε περίπτωση που αυτή δόθηκε αντικανονικά δηλαδή παράτυπα αλλά οφείλει να παραμερίσει την απόφαση αυτή ex debito justitiae.[3] Στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί εάν η απόφαση είναι νομότυπη. Αν αυτή είναι νομότυπη τότε θα εξεταστεί ο λόγος της μη εμφάνισης, ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση απόφασης μέχρι την καταχώρηση αίτησης, εάν επέδειξε η Αιτήτρια ολιγωρία στην καταχώρηση Αίτησης και εάν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς αντεξετάστηκε με εξαίρεση την αντεξέταση της κας Βασίλεβα μόνο για το εάν κατανοεί την Ελληνική γλώσσα ούτε καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών ότι δεν υπήρξε επίδοση της αγωγής, του λόγου μη εμφάνισης ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης το έχει η Αιτήτρια. Η Αιτήτρια έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της. Προχωρώ πρωτίστως να εξετάσω το νομότυπο της επίδοσης του κλητήριου εντάλματος προς την Εναγόμενη. Κρίνω ορθό να επισημάνω με παραπομπή στην απόφαση στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ[4] ότι «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούγεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο». [5] Τα Δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή νοουμένου ότι δεν υφίσταται κίνδυνος παρεκτροπής από τη δίκαιη δίκη και δη τη δίκη εντός εύλογου χρόνου.[6] Στην προκείμενη περίπτωση η μόνη αιτιολογία που αναφέρει η Αιτήτρια ως προς το λόγο της μη εμφάνισης στην αγωγή είναι ότι ουδέποτε της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη κου Π. με την οποία φαίνεται να επέδωσε το κλητήριο ένταλμα αναφέρει ότι επέδωσε στον κο P. χωρίς την υπογραφή του στο εγγεγραμμένο γραφείο. Σημειώνω ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση δεν αναγράφεται κάτι άλλο. Η κα Β. όμως στην ένορκη δήλωση της ημερ. 08/06/2021 που συνοδεύει την Ένσταση αναφέρεται σε επικοινωνία της με τον ιδιώτη επιδότη και ισχυρίζεται ότι της ανάφερε ότι ο κος P. ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης/Αιτήτριας και ότι δεν υπέγραψε γιατί δεν γνώριζε τι ήταν αλλά γνώριζε ότι αυτό αφορά την Εναγόμενη. Υπενθυμίζω ότι ο ιδιώτης επιδότης εκτός από την ένορκη δήλωση επίδοσης του ουδέποτε παρείχε ο ίδιος μέσω άλλης ένορκης δήλωσης μαρτυρία στην παρούσα διαδικασία. Η ένορκη δήλωση του ως προς τι επέδωσε και σε ποιον είναι ξεκάθαρη. Τα όσα περαιτέρω αναφέρθηκαν από την κα Β. ότι της τα είπε αφορούν εξ ακοής μαρτυρία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού δεν τέθηκε ένορκη δήλωση του ίδιου του επιδότη για να τα παραθέτει ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να τα αντικρούσει με τα μέσα που του παρέχονται. Λαμβάνω υπόψη μου λοιπόν ως οδηγό για το τι επιδόθηκε και σε ποιον επιδόθηκε μόνο την ένορκη δήλωση του επιδότη. Θεωρώ ότι οι θέσεις που προέβαλε η Εναγόμενη Αιτήτρια ως προς τα καθήκοντα του κου P. αλλά και το εάν ενεργούσε εκ μέρους της Εναγόμενης αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η θέση της κας Β. ως έχει τεθεί και η οποία δε συνάδει με τα όσα αναφέρει o κος Π. στην ένορκη δήλωση επίδοσης δεν μπορεί να αντικρούσει την αντίθετη θέση της Εναγόμενης-Αιτήτριας ότι το πρόσωπο αυτό δεν ενεργούσε εκ μέρους της και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να δέχεται επιδόσεις. Θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί η θέση της Εναγόμενης-Αιτήτριας. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσα κας Βασίλεβα στην ένορκη δήλωση ημερ. 08/06/2021 ότι ο κηπουρός της Εναγόμενης εταιρείας ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης δεν μπορεί εν πάση περίπτωση από μόνος του να αντικρούσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του επιδότη. Στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v Chr. P. Michaelides Estates[7] εξετάστηκε η νομιμότητα επίδοσης κλητηρίου εντάλματος αγωγής σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Σε εκείνη την υπόθεση η επίδοση έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 372 του περί Εταιρειών νόμου Κεφ. 113 και δη είχε αφεθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας το κλητήριο ένταλμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στην περίπτωση επίδοσης κλητηρίου εντάλματος σε νομικό πρόσωπο, πρέπει να επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.5, θ.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και δη η επίδοση να γίνει σε εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, όπως τον πρόεδρο ή άλλο υψηλόβαθμο αξιωματούχο του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συμπέρανε ότι η ερήμην απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον της εφεσίβλητης ήταν ακυρωτέα ex debito justitiae "λόγω κακής επίδοσης και παράβασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων να πληροφορηθούν για τη διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον τους". Κατ' έφεση αποφασίστηκε ότι: «Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το Άρθρο 30.1(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος» To Δικαστήριο έκρινε ότι η Εφεσίβλητη δεν είχε λάβει γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί. Κατωτέρω παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού καθότι παρόμοια θέματα που εγέρθηκαν στην παρούσα εξετάστηκαν και στην εν λόγω υπόθεση. Λόγου χάρη τέθηκε εισήγηση όπως εν προκειμένω ότι ακόμη κι αν αφηνόταν το κλητήριο ένταλμα σε εταιρεία θα ήταν έγκυρη η επίδοση με αναφορά στο άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου. « ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ.: Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ιδωμένο υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρ. 30.1 και 30.3 (α) του Συντάγματος, αποτελεί τη λυδία λίθο της υπόθεσης. Το δικονομικό δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια της χώρας, που κατοχυρώνει το άρθρ. 30.1, περιλαμβάνει το δικαίωμα του διαδίκου: (α) να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους τον εγκαλούν στο δικαστήριο· και (β) να αναπτύξει σ' αυτό τους ισχυρισμούς του [(άρθρ. 30.3 (α) και (β)]. Το άμεσα εγειρόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο η επίδοση που έγινε, του ειδικά οπισθογραφημένου με την απαίτηση κλητηρίου εντάλματος, στην εφεσίβλητη-εναγόμενη, είναι έγκυρη. Είναι αμοιβαία αποδεκτό ότι η εφεσίβλητη είναι συγκροτημένη - και εγγεγραμμένη - ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Σύμφωνα με το αποδεικτικό της επίδοσης - ένορκο δήλωση από τον ιδιώτη επιδότη που διενήργησε την επίδοση - το κλητήριο ένταλμα της αγωγής "αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείον" στις 7/10/
- Η ίδια ακριβώς φράση και η αυτή χρονολογία αναγράφονται στο πάνω δεξιό μέρος του κλητηρίου που επισυνάφθηκε στην ένορκο δήλωση του επιδότη. Δεν υπάρχει υπογραφή παραλαβής. Κατά την εισήγηση της εφεσείουσας-ενάγουσας αυτός είναι ο κατά νόμο επιτρεπόμενος τρόπος επίδοσης του δικογράφου σε νομικό πρόσωπο που, όπως η εφεσίβλητη, έχει τη μορφή μετοχικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Το επίμαχο άρθρ. 372, το οποίο βασικά επικαλείται η εφεσείουσα για να αποδείξει τη νομιμότητα της επίδοσης, προβλέπει ότι: "Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας." Η διάταξη αποτελεί αντιγραφή του άρθρ. 437
(1)του ομώνυμου αγγλικού νόμου του
- Η λέξη document (έγγραφο), που απαντάται στο άρθρο αυτό, περιλαμβάνει, σύμφωνα με την ερμηνεία που δόθηκε από τα αγγλικά δικαστήρια και κλητήριο ένταλμα αγωγής. Βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 6, παραγρ. 275 στη σελ.
- Διευκρινίστηκε περαιτέρω από την αγγλική νομολογία ότι η επίδοση είναι νομότυπη έστω και αν δεν καθορίστηκε σε ποιόν αφέθηκε το κλητήριο: βλ. Annual Practice 1958, σελ. 115, το στοιχείο "Proof of Service". Ο δικηγόρος της Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού (εφεσείουσας) πρόβαλε ακριβώς τα ισχύοντα στο αγγλικό δίκαιο για να προωθήσει τη θέση του ότι έχουν εκπληρωθεί, στην προκείμενη περίπτωση, οι προϋποθέσεις νομιμότητας της επίδοσης, που περιέχει η πανομοιότυπη διάταξη 372 του ημεδαπού εταιρικού δικαίου. Χρειάζεται στο σημείο αυτό να εξετάσουμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανέκυψε το ζήτημα της εγκυρότητας της επίδοσης. Η εφεσείουσα κίνησε την αγωγή της στο δικαστήριο Λεμεσού για την ανάκτηση ποσού £45.000 που προκατέβαλε, κατά τους ισχυρισμούς της, στην εφεσίβλητη, δυνάμει "προκαταρκτικής συμφωνίας", όπως αποκαλείται στην αγωγή, ημερ. 20/11/97, για την αγορά δύο ακινήτων της εφεσίβλητης στη Λεμεσό. Είναι δε η υπόθεση της εφεσείουσας ότι δεν υλοποιήθηκε η παραπάνω συμφωνία γιατί η αντισυμβαλλόμενη της αρνήθηκε να διαπραγματευθεί το ακριβές τίμημα πώλησης των ακινήτων. Η αγωγή, που καταχωρήθηκε στις 28/9/99, επιδόθηκε στις 7/10/99, με τον τρόπο που έχουμε αναφέρει. Στις 23/11/99 εκδόθηκε, ύστερα από σχετική αίτηση, απόφαση υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον της εφεσίβλητης για το παραπάνω ποσό, πλέον τόκοι και έξοδα της αγωγής. Χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό οι διατάξεις της Δ.17 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού για ερήμην δίκες. Συγκεκριμένα, για το λόγο ότι η εφεσίβλητη, μετά από κανονική επίδοση, παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη κατέθεσε αίτηση για ακύρωση της απόφασης, στηριζόμενη στις διατάξεις της Δ.17, θ.
- Ο πρωτόδικος δικαστής, εξετάζοντας το επιχείρημα, που βασίζεται στην ταυτοσημία των δύο διατάξεων και την αγγλική νομολογία που αφορά το άρθρ. 437
(1), παρατήρησε ουσιαστικά ότι η κυπριακή νομολογία είχε διαφορετική αντιμετώπιση, την οποία υπαγόρευσε η συνταγματική διάταξη του άρθρ. 30.3(α). Πλαισίωσε δε το σκεπτικό της απόφασης του με τις υποθέσεις Balm Maritime Co. v. Biochemie R.O.S.E.
(1986)1 C.L.R. 303 (Στυλιανίδης Δ., όπως ήταν τότε), Sekavin v. Ship Platon Ch.
(1987)1 C.L.R. 69 (Πικής Δ., όπως ήταν τότε) και Lexicon Shipping Co. Ltd v. Remontowa Gdansk Shiprepair yard
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1666 (Νικήτας Δ.). Ο πρωτόδικος δικαστής κατέληξε ότι, προκειμένου για επίδοση κλητηρίου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει να εγχειρίζεται το κλητήριο στον κατά τις διατάξεις της Δ.5, θ.7 εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, όπως τον πρόεδρο ή άλλο ψηλόβαθμο αξιωματούχο του. Το ουσιαστικό μέρος της Δ.5, θ.7 έχει ως εξής: "Ιn the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service;" Είναι σημαντικό ότι ο δικαστής προέβη σε εύρημα, με βάση το υλικό που του προσκομίστηκε, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί με την έφεση, ότι πράγματι η εφεσίβλητη δε γνώριζε για την αγωγή που κατατέθηκε εναντίον της. Το πληροφορήθηκε όταν πήρε επιστολή του δικηγόρου της Μητρόπολης που την καλούσε να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος της. Γιαυτό λοιπόν ο πρωτόδικος δικαστής συμπέρανε ότι η απόφαση ήταν ακυρωτέα ex debito justitiae "λόγω κακής επίδοσης και παράβασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων να πληροφορηθούν για τη διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον τους." Το Δικαστήριο, παρά την απόφαση του αυτή, προχώρησε σε έρευνα της ουσίας αν, στην περίπτωση έφεσης, δεν γινόταν δεκτή η γνώμη του για το κύρος της επίδοσης. Αποφάνθηκε ότι η εφεσίβλητη αποκάλυψε υπεράσπιση σε αμφιλεγόμενα θέματα, ιδιαίτερα εκείνο της ταυτότητας της εταιρείας που είσπραξε το παραπάνω ποσό. Ήταν δε αναγκαία η εκδίκαση τους σε κανονική δίκη. Και, ασκώντας τη σχετική διακριτική του εξουσία, παραμέρισε την απόφαση και έδωσε οδηγίες για τη συνέχεια. Ο κ. Τόκας έκαμε προσπάθεια διαφοροποίησης των παραπάνω αποφάσεων βασικά γιατί είναι πρωτόδικες αποφάσεις ναυτοδικείου, οι οποίες διέπονται από "τους σχετικούς κανονισμούς". Υπέβαλε πως, εν πάση περιπτώσει, η νομολογία, στην οποία βασίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, εκφράζει μόνο αμφιβολίες για τη συμβατότητα της νομοθετικής διάταξης
(372)με τη συνταγματική [(30.1(α))]. Δεν πρέπει ωστόσο να επιτραπεί η επιφυλακτική αυτή στάση να αποδυναμώσει το θεσμό του "εγγεγραμμένου γραφείου" για σκοπούς επίδοσης. Θα προκύψουν δυσχέρειες στην επίδοση σε νομικά πρόσωπα. Περαιτέρω υπέβαλε ότι έχει εσφαλμένα ερμηνευθεί η Δ.5, θ.
- Όπως το διατυπώνει ο συνήγορος στο περίγραμμα αγόρευσης, που υιοθέτησε, "η Δ.5, θ.7 αναφέρεται σε παράδοση, ή πιο ορθά, άφεση του δικογράφου στο γραφείο νομικού προσώπου (delivery at the office of such body)". Εδώ η επίδοση ήταν καλή, εφόσο έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 372 και της Δ.5, θ.
- Παρατηρούμε ότι οι δύο λέξεις έχουν διαφορετικό νόημα. Και δεν είναι ανάγκη να καταφύγουμε σε λεξικά για να δείξουμε το νοηματικό της περιεχόμενο. Δεν είναι ακριβές ότι οι σχετικοί κανονισμοί του περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικού Κανονισμού [(καν. 20 και 21)], που διέπουν την επίδοση κλητηρίου σε ναυτικές αγωγές έχουν ουσιαστικές διαφορές από τη Δ.5, θ.
- Οι ομοιότητες είναι εμφανείς και με ένα πρόχειρο βλέμμα. Στην Sekavin, ανωτέρω, αναφέρθηκε ότι οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα οι προϋφιστάμενοι του Συντάγματος, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρ. 30.3(α) και την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος που κατοχυρώνει. Η απόφαση στη συνέχεια θεωρεί αμφίβολη την εφαρμογή του αρθρ. 372 στις δικαστικές διαδικασίες. Προχωρεί ωστόσο να διατυπώσει θετική άποψη ότι το άρθρ. 372 δεν μπορεί να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικών εγγράφων. Αυτό είναι και το νόημα της απόφασης. Yπογραμμίζουμε την κρίσιμη σκέψη της απόφασης στη σελ. 76: "If addressed to a legal entity, a corporation or a company, Rule 20 of the Admiralty Rules provides service must be effected in the manner provided by law for service of legal process upon them. The relevant provisions of the Companies Law are those of s. 372 providing "a document may be served on a company by leaving it or sending it by post to the registered office of the company." It is doubtful whether this rule applies to service of judicial proceedings. If that were the case it would appear to me to fall short of complying with the provisions of Article 30.3 (a)." Tο ίδιο πνεύμα επικράτησε και στην υπόθεση Lexicon, ανωτέρω. Στην Balm Maritime Co., η επίδοση έγινε σύμφωνα με τη διάταξη
- Το ναυτοδικείο εντούτοις ακύρωσε την απόφαση, που λήφθηκε ερήμην των εναγομένων, καθοδηγούμενο από τη συνταγματική αρχή του άρθρ. 30.3.(α). Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος. Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητα του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεση της. Ορθά λοιπόν παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση. Η υπόθεση τελειώνει εδώ. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε αν καλά ασκήθηκε η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου.» Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω αλλά και με τη Δ.5 θ. 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών λέγω ότι αυτό που πρέπει να διαπιστωθεί ουσιαστικά είναι η πραγματική και επαρκής ενημέρωση της Εναγόμενης για το εναντίον της δικαστικό διάβημα και ότι έλαβε γνώση γι'αυτό με τους δικονομικά προβλεπόμενους τρόπους.[8] Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνω ότι ο κος P. δε γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα, ούτε την Αγγλική. Είναι από τη Λετονία και η γλώσσα που αντιλαμβάνεται και ομιλεί είναι η Ρωσσική. Κατά το χρόνο επίδοσης βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο αφού είναι ο κηπουρός αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι ο διευθυντής των Εναγόμενης, ούτε γραμματέας ούτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να λαμβάνει επιδόσεις εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας. Δεν είναι άτομο που μπορούσε να αντιληφθεί τι ήταν αυτό που του επιδόθηκε ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η Εναγόμενη εταιρεία έλαβε γνώση του περιεχομένου του κλητήριου εντάλματος. Κρίνω λοιπόν ότι με τον τρόπο που έγινε η επίδοση (υπενθυμίζω επίσης ότι τον εν λόγω πρόσωπο με παραδοχή και της Ενάγουσας δεν υπέγραψε αυτό που του επιδόθηκε αφού δε γνώριζε τι ήταν) δεν δόθηκε πραγματική και επαρκής ενημέρωση της Εναγόμενης για την ύπαρξη της αγωγής ώστε να ήταν σε θέση αυτή να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Σύμφωνα με τη νομολογία μας οι δικαστικές πράξεις που πάσχουν από θεμελιακό ελάττωμα όπως η παράλειψη επίδοσης της αγωγής σε εξουσιοδοτημένο για την εταιρεία πρόσωπο ως η προκείμενη περίπτωση και η οποία έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψη γνώσης της διαδικασίας εναντίον της Εναγόμενης πρέπει να παραμεριστεί ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Παραπέμπω δε στην απόφαση Μανώλη ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ[9], στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Η έκδοση ερήμην απόφασης, επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου, ήτοι χωρίς (δέουσα) επίδοση, είναι κατά την πάγια νομολογία νομικά ανυπόστατη, εξ υπαρχής άκυρη, μη δυνάμενη να διασωθεί». Για τους πιο πάνω λόγους, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου θέματος εγείρεται σε αυτή με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης-Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας-Καθ'ής η Αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους ΠΕ 205/2010 ημερ. 15/01/
- Βλ. Επίσης Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R.439, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ.163, Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ.333. [2] Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) A.A.Δ.678. [3] Anlabe v. Praetorius
(1888)20 Q.B.D.764, 768-769. [4]
(2003)1(Β) 1044. [5] Δημοκρατία v Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ. 1060 [6] Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ.2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1938). [7]
(2002)1 ΑΑΔ
- [8] ΧΧΧ Ηossan ν. Γ & X ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.ά., Πολ. Έφ. Ε134/2014, ημερ. 21.4.
- [9] ΠΕ 423/11, ημερ. 3.2.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο