Ε. Χ. ν. Α. Γ., υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, Β. Χ., Αρ. Αγωγής: 2032/21, 16/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A216 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2032/21 Μεταξύ: Ε. Χ., από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Α. Γ., υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, Β. Χ., τέως από τη Λεμεσό Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 30.11.21 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων Ημερομηνία: 16η Νοεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα. Ήβη Καραβιώτου Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κος. Ανδρέας Γεωργίου Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων ηλεκτρονικά κατόπιν λήψης της συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στις 2.12.21 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα (το «Διάταγμα») με το οποίο απαγόρευσε στον Εναγόμενο από το να πωλήσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει διανέμει και/ή άλλως πως αποξενώσει οικία επί συγκεκριμένου οικοπέδου (η «επίδικη οικία»), μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής ή μέχρι νεότερης οδηγίας του. Αντικείμενο της παρούσας είναι το κατά πόσο το Διάταγμα θα καταστεί απόλυτο ή εάν θα ακυρωθεί, μετά και την εμφάνιση και καταχώριση ένστασης στην Αίτηση από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση. Το Διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 20.12.21, ημέρα κατά την οποία εμφανίστηκε στο Δικαστήριο δικηγόρος εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση και ζήτησε χρόνο να καταχωρίσει ένσταση. Η Ένσταση, μετά από σχετικά αιτήματα για παράταση του χρόνου για καταχώρισή της από τον ίδιο το δικηγόρο του Καθ' ου η Αίτηση, καταχωρήθηκε εν τέλει στις 16.5.22. Μετά και από κοινά πλέον αιτήματα αναβολής λόγω προσπαθειών διευθέτησης της υπόθεσης που αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι γίνονταν, η Αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση στις 16.9.22 και οι δικηγόροι των διαδίκων καταχώρησαν εκείνη τη μέρα γραπτές αγορεύσεις. Η Αίτηση Η Αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα, στηρίχθηκε σε ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Ο Αιτητής πρόβαλε ότι είναι αδελφός αποβιώσαντα, την περιουσία του οποίου διαχειρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση. Τα αδέλφια, ισχυρίζεται, είχαν στενή σχέση, επαγγελματική και προσωπική. Όταν προηγουμένως είχε αποβιώσει η μητέρα τους, ο Αιτητής διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της (Τεκμήριο 1). Κατά τον Αιτητή, περί το έτος 2017, ο αποβιώσαντας ξεκίνησε να του ζητά χρήματα και ο Αιτητής είτε του τα έδινε είτε πλήρωνε ποσά για λογαριασμό του, με κοινή αντίληψη των δύο ότι ο αποβιώσαντας θα τα επέστρεφε μεταγενέστερα. Για τα ποσά που πλήρωνε για λογαριασμό του αποβιώσαντα, ο Αιτητής κατέθεσε κατάλογο που ετοίμασε ο ίδιος (Τεκμήριο 2) και δέσμη αποδείξεων (Τεκμήριο 3). Λόγω ασθένειας και ανάγκης για ιατρική θεραπεία του αποβιώσαντα, τα αδέλφια μετέβηκαν μαζί στη Γερμανία, όπου και ο αποβιώσαντας εν τέλει κατέληξε στις 3.11.20, όπως επιβεβαιώθηκε από σχετικό πιστοποιητικό θανάτου (Τεκμήριο 4). Μετά το θάνατό του, ο Αιτητής μερίμνησε όπως ενημερώσει την κόρη του αποβιώσαντα αναφορικά με τις συνεννοήσεις των αδελφών σχετικά την διαχείριση της επίσης αποβιωσάσης, μητέρας τους (Τεκμήριο 5). Τον Ιούνιο του 2020, η κόρη του αποβιώσαντα επικοινώνησε με τον Αιτητή και του ανέφερε ότι θα διορίσει δικηγόρο για τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα και ότι διαφωνούσε με τον τρόπο διανομής της περιουσίας της μητέρας των αδελφών. Τον επόμενο μήνα άτομο που διαμένει στη Γερμανία ισχυρίστηκε, μέσω ανάρτησης στο Facebook (Τεκμήριο 6), ότι είναι γιος του αποβιώσαντα. Το εν λόγω άτομο είχε επικοινωνήσει με την κόρη του αποβιώσαντος και στο παρελθόν. Μετά το διορισμό του Καθ' ου η Αίτηση ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα, υπήρξε συνάντηση με τη διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας του Αιτητή. Μετά τη συνάντηση, οι δύο διαχειριστές είχαν αλληλογραφία (Τεκμήριο 7) αλλά και αντάλλαξαν το πιστοποιητικό κληρονόμων του αποβιώσαντα (Τεκμήριο 8) και γενικό πληρεξούσιο το οποίο η κόρη του αποβιώσαντα υπέγραψε προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση (Τεκμήριο 9). Υπήρξε περαιτέρω αλληλογραφία (Τεκμήριο 10) αλλά και επικοινωνία μεταξύ των διάδικων πλευρών. Από εκείνη προέκυψε διαφωνία μεταξύ τους αναφορικά τόσο με τα όσα απαιτεί η κόρη του αποβιώσαντα από τη διαχείριση της μητέρας των αδελφών, όσο και με τις απαιτήσεις του Αιτητή από τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ακολούθησε γραπτή απαίτηση του Αιτητή (Τεκμήρια 11 και 12) προς τον Καθ' ου η Αίτηση με την οποία απαιτεί €59,266.86 ως οφειλόμενο ποσό του αποβιώσαντα προς τον ίδιο και η οποία δεν απαντήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση. Μόνο περιουσιακό στοιχείο του αποβιώσαντα υπό τη διαχείριση του Καθ' ου η Αίτηση είναι η επίδικη οικία. Η κόρη του αποβιώσαντα είναι στο εξωτερικό και η στάση της, μετά και την εμφάνιση του ατόμου που ισχυρίζεται ότι είναι γιός του αποβιώσαντα, υποδηλοί ότι ενδέχεται να αποξενώσει την επίδικη οικία ή οποιοδήποτε αντίτιμο από την πώλησή της, ούτως ώστε οποιεσδήποτε απαιτήσεις από τρίτους να μην ικανοποιηθούν. Η διαμονή της στο εξωτερικό και η ενασχόλησή της, έμμεσα και άμεσα, με επενδυτικές εταιρείες, διευκολύνει τη μεταφορά του τιμήματος τυχόν πώλησης της επίδικης οικίας στο εξωτερικό και αυξάνει τον κίνδυνο μη εντοπισμού του. Η Ένσταση Ο Καθ' ου η Αίτηση πρόβαλε 14 λόγους ένστασης. Συνοψίζονται ως εξής: η Αίτηση δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος, δεν υπάρχει κατεπείγον ζήτημα και ο Αιτητής δεν θα υποστεί ζημιά σε περίπτωση που το διάταγμα δεν εκδοθεί. Αναφέρεται επίσης ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, ατεκμηρίωτη, παράνομη και ότι με εκείνη ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο παραπλανώντας το. Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση υπογράφει ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση χωρίς να επισυνάπτει οποιαδήποτε τεκμήρια. Αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Αντιτείνει δε ότι ουδέποτε ο αποβιώσας δάνεισε χρήματα στον Αιτητή και ότι ο αποβιώσας ήταν υπάλληλος του Αιτητή. Οι δε αποδείξεις που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του Αιτητή αφορούν νομικό πρόσωπο το οποίο δεν αποκαλύπτεται εάν συνδέεται με τον Αιτητή. Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτουν καλό λόγο για την έκδοση του Διατάγματος. Οι αναφορές του Αιτητή σε κίνδυνο αποξένωσης της υπό διαχείριση περιουσίας του αποβιώσαντα, λόγω της απουσίας της μοναδικής κληρονόμου του στο εξωτερικό και της εμπλοκής της με επενδυτικές εταιρείες δεν τεκμηριώνονται. Ως προς το ζήτημα του προσώπου που ισχυρίζεται ότι είναι γιός του αποβιώσαντα, ο Καθ' ου η Αίτηση αναφέρει ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται και δεν έχει εξουσία να αναφέρεται στο γεγονός αυτό. Εν όψει και στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του Καθ' ου η Αίτηση, ο ίδιος πιστεύει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για έκδοση διατάγματος και πιστεύει ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ακρόαση Την ημέρα της Ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και υποστήριξαν εν συντομία τις θέσεις τους και προφορικά. Ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων αντεξετάστηκε. Η δικηγόρος του Αιτητή προτείνει ότι εν όψει της κατ' ισχυρισμό επαπειλούμενης αποξένωσης της περιουσίας του αποβιώσαντα από τη μοναδική κληρονόμο του, η οποία φάνηκε να ανησυχεί για πιθανές αξιώσεις από το πρόσωπο που διατείνεται ότι είναι γιος του, το Διάταγμα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ για να προστατευθεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο, τυχόν απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αγωγή δεν θα μπορεί να εκτελεστεί. Με αναφορές αντίστοιχα στο περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης, προτείνει ότι η Αίτηση πρέπει να πετύχει καθότι οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν δεν ευσταθούν. Εξ αντιθέτου, ο δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση, προτείνει ότι οι θέσεις του Αιτητή, δηλαδή η θέση του ότι ο ίδιος δάνειζε τον αποβιώσαντα χρήματα και η θέση ότι τα δύο αδέλφια συνεργάζονταν και ότι ο αποβιώσας βοηθούσε και σε άλλες εργασίες τον Αιτητή, είναι αντιφατικές. Επαναλαμβάνει ότι ο Αιτητής δεν παρουσίασε οτιδήποτε που να αποδεικνύει ότι έδωσε χρήματα και όσα προβάλλονται αφορούν εταιρεία και όχι τον ίδιο το Αιτητή, ότι δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη υπόσχεσης επιστροφής χρημάτων, δεν απαίτησε αποπληρωμή πριν να δοθεί οδηγία από τον Καθ' ου η Αίτηση για παύση διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον της επιτροπής αποζημιώσεων που λειτουργεί στα κατεχόμενα και ότι ο ισχυρισμός περί πιθανής διεκδίκησης δικαιώματος επί της περιουσίας του αποβιώσαντα από το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι είναι γιος του είναι ανεδαφικός. Αναφέρει επίσης ότι ο Αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, μια και δεν «έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης», δεν έχει locus standi και αφού ο Αιτητής δεν απαίτησε οτιδήποτε από τον αποβιώσαντα όταν ο δεύτερος ήταν εν ζωή. Επίσης σε περίπτωση πώλησης της επίδικης οικίας το αντίτιμο θα περιέλθει στον έλεγχο του Καθ' ου η Αίτηση και ο Αιτητής θα δύναται να εκτελέσει τυχόν απόφαση υπέρ του έναντι του αντιτίμου. Η αξία της περιουσίας αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση υπερβαίνει κατά πολύ την αξία της κατ' ισχυρισμό οφειλής. Ούτε οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60) πληρούνται. Επιπρόσθετα, η επίδικη οικία δεν αποτελεί το αντικείμενο της Αγωγής του Αιτητή. Αυτή αφορά κατ' ισχυρισμό χρέος του αποβιώσαντα προς τον Αιτητή. Σε περίπτωση διατήρησης του Διατάγματος, ο Καθ' ου η Αίτηση, όντας διαχειριστής ενδεχομένως να υποστεί κυρώσεις που προβλέπονται από το Νόμο. Νομική Πτυχή Οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι πολύ καλά γνωστές. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60) (στο εξής το «Άρθρο 32») είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία και η αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο. Μια τέταρτη προϋπόθεση έχει προκύψει νομολογιακά και έχει χαρακτηριστεί ως η προϋπόθεση του ισοζυγίου της ευχέρειας ή της δικαιοσύνης, εάν δηλαδή είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η σωρευτική ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων του Νόμου, λαμβανομένων υπόψη των όσων τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου κρινόμενων χωρίς αξιολόγηση μαρτυρίας και χωρίς καταλήξεις σε τελικά συμπεράσματα, επιτρέπει στο Δικαστήριο να χορηγήσει ενδιάμεσα διατάγματα[1]. Επίσης σύμφωνα με το Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6: «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, αυτό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο είναι να καταδειχθεί καλή συζητήσιμη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ συνυφασμένη είναι και η δεύτερη προϋπόθεση με την οποία ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει απλώς ορατή δυνατότητα επιτυχίας της καλής συζητήσιμης υπόθεσης που οφείλει να καταδείξει. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν χορηγηθούν στον Αιτητή οι αιτούμενες θεραπείες[2]. Στην υπόθεση Κοζάκου κ.α. ν. Νικολάου Πολιτική Έφεση Ε127/13, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2019, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στη σύνοψη που το ίδιο προέβη στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ., κ.α. ν. Λοϊζιδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019 ανέφερε τα ακόλουθα: «[...] Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά [...] Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ' επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία [...] Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον».» Υπενθυμίζεται, τέλος, ότι, σύμφωνα με τη Νομολογία, αγόρευση δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει μέσο παράθεσης μαρτυρίας και ούτε να καλύψει τυχόν κενά στην υπάρχουσα μαρτυρία[3]. Κρίση Δικαστηρίου Επανέρχομαι στα της υπό κρίση Αίτησης και προχωρώ να εξετάσω τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς υπό το πρίσμα των πιο πάνω προϋποθέσεων, στην έκταση που αρμόζει στην περίπτωση έκδοσης και οριστικοποίησης ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η απαίτηση του Αιτητή βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία δανείου μεταξύ του ιδίου και του αποβιώσαντα αδελφού του. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφενός επειδή μέρος των αποδεικτικών στοιχείων, που επισύναψε η πλευρά του Αιτητή και τα οποία συμπεριλαμβάνει στο ποσά που ο Αιτητής αξιώνει από την περιουσία του αποβιώσαντα, αφορούν εταιρεία, η οποία δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο με τον Αιτητή και αφετέρου επειδή η θέση του Αιτητή αναφορικά με τη σχέση του με τον αποβιώσαντα δεν είναι ξεκάθαρη και σε κάθε περίπτωση δεν είναι εκείνη που περιγράφεται. Επίσης αρνείται ότι ο Αιτητής δάνεισε χρήματα στην αποβιώσαντα (παράγραφοι 3.α) και β) της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Ένσταση). Μελετώντας το Τεκμήριο 3 και τη σχετική παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση, διαπιστώνω ότι, πράγματι, κάποια εκ των αποδεικτικών στοιχείων που επισυνάφθηκαν φαίνεται να αφορούν κάποια εταιρεία με την αναγραφόμενη επωνυμία «Thousandways Limited» και ότι, πράγματι, δεν επεξηγείται από την πλευρά του Αιτητή πως ή εάν η εν λόγω εταιρεία σχετίζεται με τον ίδιο. Η διευκρίνιση που παρέχεται στη σελίδα 7 της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων του Αιτητή δεν είναι δυνατό να καλύψει το κενό, μια και ουσιαστικά αποτελεί μαρτυρία. Παρά ταύτα, παρατηρώ ότι, η εν λόγω εταιρεία δεν αναφέρεται σε όλα τα κατ' ισχυρισμό αποδεικτικά στοιχεία που επισυνάφθηκαν και ότι σε κάποια εξ αυτών εμφαίνεται το όνομα του Αιτητή. Χωρίς να παραγνωρίζω το κενό που δημιουργείται από την παράλειψη επεξήγησης από μέρους του Αιτητή της όποιας σχέσης, εάν υπάρχει, μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο δεν αξιολογεί μαρτυρία, ούτε υπεισέρχεται σε βάθος σε επίδικα ζητήματα. Τα όσα παρατέθηκαν, στην όψη τους και μόνο, φανερώνουν ότι ο Αιτητής απαιτεί χρήματα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δάνεισε στον αποβιώσαντα και ότι για να στηρίξει την απαίτησή του προσκόμισε κάποια, κατά τον ίδιο, αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, τουλάχιστον εν μέρει, φαίνεται να αφορούν τον ίδιο και τον αποβιώσαντα ή και σε ορισμένες περιπτώσεις να αναφέρουν το όνομα της κόρης του τελευταίου. Πέραν των πιο πάνω, ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση και το αντίστοιχο επιχείρημα των δικηγόρων του περί αντιφατικής θέσης του Αιτητή σχετικά με τη σχέση που εκείνος είχε με τον αποβιώσαντα και του ισχυρισμού του περί κοινής αντίληψης ότι τα χρήματα που κατ' ισχυρισμό δάνειζε ο ένας τον άλλο, δεν με βρίσκει σύμφωνο, όπως έχει μέχρι στιγμής παρουσιαστεί. Δεν έχει επεξηγηθεί πως η σχέση του Αιτητή με τον αποβιώσαντα, ως περιγράφεται, είναι ασυμβίβαστη με την κατ' ισχυρισμό κοινή αντίληψη ή συμφωνία των δύο περί υποχρέωσης του αποβιώσαντα να επιστρέψει τα χρήματα αυτά, παρά μόνο περιγράφεται ως αντιφατική. Προσεγγίζοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς υπό το πρίσμα της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32, καταλήγω ότι ο Αιτητής, στη βάση της απαίτησής του για καταβολή κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού δυνάμει συμφωνίας, κατάφερε να δείξει αφενός μια τουλάχιστον συζητήσιμη υπόθεση και αφετέρου μια πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, και κατά συνέπεια βρίσκω ότι οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 έχουν επαρκώς ικανοποιηθεί. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, προβάλλεται από πλευράς Αιτητή ότι, το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αποβιώσαντα που τελεί υπό τη διαχείριση του Καθ' ου η Αίτηση είναι η επίδικη οικία και ότι μοναδική κληρονόμος του είναι η κόρη του, η οποία βρίσκεται στο εξωτερικό και έχει κάποια επενδυτική δραστηριότητα. Έτσι, τυχόν διανομή της επίδικης οικίας ή πώληση της, αποτελεί ορατό κίνδυνο αποξένωσης της ή και του αντιτίμου πώλησής της και κατά συνέπεια, τυχόν επιτυχία της Αγωγής θα καθιστούσε εκτέλεσή της αδύνατη. Κατά τον Αιτητή, στην κατ' ισχυρισμό πιθανή ανησυχία της κόρης του αποβιώσαντα να επιδιώξει την αποξένωση της κατοικίας, συντείνει και η, επίσης πιθανή, διεκδίκηση δικαιωμάτων από το πρόσωπο που ισχυρίστηκε ότι είναι γιος του αποβιώσαντα μέσω της ανάρτησης στο Facebook. Οι πιο πάνω θέσεις του Αιτητή, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν με την Ένσταση και την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, εκτός από τον ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση ότι κανένα πρόσωπο δεν επικοινώνησε μαζί του για να διεκδικήσει δικαιώματα ως κατ' ισχυρισμό κληρονόμος (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Ένστασης). Είναι μόνο στις σελίδες 9 και 15 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση που γίνεται προσπάθεια να αντικρουστεί ο ισχυρισμός περί κινδύνου αποξένωσης του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου που τυγχάνει υπό τη διαχείρισή του. Εκεί ο δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση προτείνει ότι σε περίπτωση πώλησης της επίδικης οικίας, το αντίτιμο θα παραμείνει ως περιουσία της διαχείρισης και κατ' ακολουθία ο Αιτητής θα δύναται να εκτελέσει τυχόν απόφαση υπέρ του. Με όλο το σεβασμό, δεν έχει καταδειχθεί για ποιο λόγο ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση θεωρεί ότι η μόνη επιλογή του Καθ' ου η Αίτηση ως διαχειριστή είναι να πωλήσει την επίδικη οικία ή και εν πάση περιπτώσει για ποιο λόγο ο ίδιος πραγματεύεται μόνον εκείνην την επιλογή στην αγόρευσή του. Ούτε επεξηγείται που εδράζεται η βεβαιότητά του ότι το αντίτιμο τυχόν πώλησης της επίδικης οικίας θα διατηρηθεί ως «περιουσία της διαχείρισης». Μέσα από την αγόρευση προκύπτει και κάτι άλλο, το οποίο επίσης δεν προωθείται μέσα από την Ένσταση και υποστηρικτική ένορκη δήλωση: ότι η αξία της επίδικης οικίας είναι πολύ μεγαλύτερη από την αξίωση του Αιτητή. Σημειώνω επ' αυτού ότι η αξία της επίδικης οικίας δεν προσδιορίζεται από οποιοδήποτε εκ των διαδίκων και το ζήτημα τούτο παρέμεινε μόνο ως ζήτημα που τέθηκε κατά την αγόρευση του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση και χωρίς οποιαδήποτε υποστήριξη. Εν όψει των όσων προβάλλει η πλευρά του Αιτητή, αλλά και εν όψει της, μέχρι στιγμής, μη ουσιαστικής αμφισβήτησης της ύπαρξης ενός και μοναδικού περιουσιακού στοιχείου υπο τη διαχείριση του Καθ' ου η Αίτηση, της ύπαρξης μίας και μοναδικής κληρονόμου του αποβιώσαντος, η οποία κατ' ισχυρισμό διαμένει στο εξωτερικό και η οποία έχει κατ' ισχυρισμό τόσο τη δυνατότητα όσο και το δικαίωμα να λάβει το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο και ενδεχομένως να αποξενώσει αυτό ή οποιοδήποτε αντίτιμο της πώλησής του, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, μια και τυχόν διανομή του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της υπό διαχείριση περιουσίας ή απόδοση του αντιτίμου πώλησής του στη μοναδική κληρονόμο θα καθιστούσε τουλάχιστον δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται σωρευτικά και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιηθεί το Διάταγμα, σταθμίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο αδικίας σε αυτή την περίπτωση. Έχοντας κατά νου τις σχετικές Νομολογιακές αρχές[4], αλλά και τα όσα προβλήθηκαν μέσα από την Αίτηση, Ένσταση, τις υποστηρικτικές ένορκες δηλώσεις και τις αγορεύσεις των δικηγόρων ων διαδίκων, κρίνω ότι, εν προκειμένω, η διατήρηση του Διατάγματος σε ισχύ, ως κατωτέρω καταγράφεται, είναι η επιλογή που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, και εξηγώ: οτιδήποτε τέθηκε από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με την επίδραση του Διατάγματος ή τυχόν διατήρηση του σε ισχύ εντοπίζεται, και πάλι, μόνο στις σελίδες 15 και 17 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του. Συνοψίζεται αφενός σε ισχυρισμό ότι τυχόν διατήρηση του Διατάγματος θα προκαλούσε «τεράστια ταλαιπωρία» στη διαχείριση και αφετέρου ότι με την διατήρηση θα «δημιουργηθούν χρέη τα οποία μέχρι εκδίκασης της αγωγής και αποδέσμευσης του ποσού θα αυξηθούν» και σε κυρώσεις που ενδεχομένως ο Καθ' ου η Αίτηση να υποστεί. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν από τον ίδιο τον Καθ' ου η Αίτηση στην ένορκη του δήλωση, αλλά σε κάθε περίπτωση, δεν εξειδικεύτηκε, αλλ' ούτε επεξηγήθηκε, σε τι συνίσταται η υπό αναφορά τεράστια ταλαιπωρία, ποια θα είναι τα χρέη που δημιουργηθούν ή και με ποιο τρόπο θα αυξηθούν αλλά και με ποιο τρόπο τυχόν συμμόρφωση με τυχόν Διάταγμα θα απέληγε στην επιβολή κυρώσεων στον Καθ' ου η Αίτηση. Κρίνω εν προκειμένω ότι οι ισχυρισμοί, έστω και μέσω του δικηγόρου, παρέμειναν νεφελώδεις. Αντίθετα, η επιλογή της διατήρησης του Διατάγματος σε ισχύ, ως πρόκειται να καταγραφεί κατωτέρω, εδράζεται στην εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του κινδύνου πιθανού εκμηδενισμού της μοναδικής περιουσίας εναντίον της οποίας ο Αιτητής θα δύναται να εκτελέσει τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου που ήθελε εκδοθεί υπέρ του. Προβλημάτισε το Δικαστήριο το ζήτημα της αξίας της επίδικης οικίας, αλλά και η παράλειψη αμφότερων των πλευρών να διαφωτίσουν περί τούτου, έστω και στη βάση υπολογισμού ή κατά προσέγγιση. Ειδικά από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος πρόβαλε και το σχετικό ισχυρισμό περί αξίας της επίδικης οικίας κατά πολύ μεγαλύτερης από το απαιτούμενο ποσό και ο οποίος είναι και ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, αναμενόταν ότι η αναφορά θα ήτο πιο συγκεκριμένη. Έχοντας όμως κατά νου ότι η απαίτηση του Αιτητή από την υπό διαχείριση περιουσία συγκεκριμενοποιείται και περιορίζεται στο ποσό των €59,266.86 και εντός του πλαισίου του έργου στάθμισης στο οποίο το Δικαστήριο προβαίνει με σκοπό την αποφυγή πρόκλησης πιθανής αδικίας εις βάρος οιουδήποτε εκ των μερών, το Διάταγμα, το οποίο ως καταλήγω πιο κάτω θα παραμείνει σε ισχύ, πρόκειται να διαφοροποιηθεί, κατ' ακολουθία της κατάληξης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α. ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, Πολ. Έφεση 71/11, ημερομηνίας 16.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:A269. Προτού προχωρήσω στην κατάληξή μου, σημειώνω ότι εξέτασα και τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων που προβλήθηκε από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση καθώς και τον ισχυρισμό περί μη ύπαρξης του στοιχείου κατεπείγοντας. Σε σχέση με τον πρώτο, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση που στήριξε την Ένσταση δεν εξειδικεύτηκαν οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό ο Αιτητής δεν αποκάλυψε και τα οποία εάν αποκαλύπτονταν το Δικαστήριο θα επηρέαζαν την κρίση του ως προς την έκδοση του Διατάγματος. Πέραν του αντίστοιχου λόγου ένστασης στην Ένσταση, επιχείρημα φαίνεται να γίνεται μόνο στη σελίδα 19 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση και ουσιαστικά συνίσταται στο ότι ο Αιτητής δεν παρέπεμψε ειδικά το Δικαστήριο, ως όφειλε, στο ζήτημα της εμπλοκής της εταιρείας στα στοιχεία που παρατίθενται με το Τεκμήριο 3 και στο ότι δεν προσκόμισε μαρτυρία αναφορικά με τυχόν γνώση του αποβιώσαντα για τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι οι ενέργειες που καταλογίζονται στην πλευρά του Αιτητή δεν μπορούν να εξισωθούν με μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Ειδικά όσον αφορά το επιχείρημα περί μη προσκόμισης μαρτυρίας ότι ο αποβιώσαντας γνώριζε περί τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά, η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση δεν αναφέρει ούτε προσκομίζει οτιδήποτε με το οποίο να φαίνεται ότι υπήρχε γεγονός το οποίο έπρεπε να αποκαλυφθεί ως ουσιώδες για την κρίση του Δικαστηρίου. Παρά μόνο διαπιστώνει την μη προσκόμισή του. Σε σχέση δε με την αναφορά ότι ο Αιτητής δεν παρέπεμψε ειδικά το Δικαστήριο στα συγκεκριμένα έγγραφα, σημειώνω ότι εκ των λοιπών εγγράφων που επισυνάφθηκαν και χωρίς να αξιολογείται οποιοδήποτε από αυτά και ως ανέλυσα πιο πάνω, έχει τεθεί, εκ πρώτης όψεως, επαρκές υπόβαθρο για να ικανοποιηθούν οι σχετικές προϋποθέσεις του Νόμου και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να συνηγορεί ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου θα ήταν διαφορετική εάν γίνονταν οι ειδικές παραπομπές στα εν λόγω έγγραφα. Ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος σημειώνω ότι η επιστολή Τεκμήριο 12 φαίνεται να επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση στις 22.11.21. Το γεγονός τούτο δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε ο ισχυρισμός της πλευράς του Αιτητή περί μη ανταπόκρισης στην επιστολή από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση αμφισβητήθηκε. Εν όψει του γεγονότος ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 30.11.21, δηλαδή 8 ημέρες μετά την επίδοση του Τεκμηρίου 12 στον Καθ' ου η Αίτηση, αλλά και το ιστορικό του περιεχομένου της αλληλογραφίας και επικοινωνίας μεταξύ των διαδίκων, το οποίο επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο, αλλά και της ίδιας της μη ανταπόκρισης από πλευράς Καθ' ου η Αίτηση στο Τεκμήριο 12, σε συνδυασμό με τα επίσης αναντίλεκτα γεγονότα της ύπαρξης ενός και μοναδικού περιουσιακού στοιχείου επ' ονόματι του αποβιώσαντα, την ύπαρξης μιας και μοναδικής κληρονόμου, η οποία φαίνεται να διαμένει στο εξωτερικό, κρίνω και καταλήγω ότι πληρούνταν το στοιχείου του κατεπείγοντος στην προκείμενη περίπτωση. Και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και με τη σωρευτική ικανοποίηση των προϋποθέσεων για τη διατήρηση του Διατάγματος σε ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της Αγωγής, η Αίτηση επιτυγχάνει, με την εξής όμως ακόλουθη διαφοροποίηση στο λεκτικό του Διατάγματος που θα ισχύει: Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Β. Χ., τέως από τη Λεμεσό, από το να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια με την οποία η αξία της πιο πάνω αναφερόμενης υπό διαχείριση περιουσίας να μειωθεί κάτω από το ποσό των €59,266.86, μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της Αγωγής. Κλείνοντας, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζω αυτά υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. .......... Π. Αγαπητός Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] βλ. Γρηγορίου κ.α. ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Milton Investment Co Ltd κ.α. v Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731 [2] βλ. ΚΟΤ ν Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Karydas Taxi Co. Ltd v Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, Pariko Aluminium Designs v Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 [3] Βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ. Α.
(1992)1 ΑΑΔ 1255 [4] βλ. Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, εμπορευόμενη υπό την επωνυμία Lexus Cyprus, Πολ. Έφ. 292/2010, ημερομηνίας 20/1/2014 με αναφορά στη Bacardi & Co. Ltd. v. Vinco Ltd.
(1996)1B Α.Α.Δ. 788 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο