← Κύπρος

D. T., ως κηδεμόνας και/ή πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου T. T. ν. R. M. κ.α., Αρ. Αγωγής 3031/2017, 12/12/2022

D. T., ως κηδεμόνας και/ή πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου T. T. ν. R. M. κ.α., Αρ. Αγωγής 3031/2017, 12/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A223 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3031/2017 Μεταξύ: D. T., ως κηδεμόνας και/ή πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου T. T., από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και-

  1. R. M., από τη Λεμεσό
  2. LLC Falkon Air, από τη Ρωσική Ομοσπονδία Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση Ενάγοντα ημερ. 26.3.2018 για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Λ. Πισίας για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ με κ. Χ. Δημητρίου για Χάρης Δ. Δημητρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Μ. Αυξεντίου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση o Ενάγων - Αιτητής ζητά διάταγμα για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων στη μονομερή αίτηση ημ. 27.10.17 για προσωρινά διατάγματα, προς περαιτέρω υποστήριξη της εν λόγω αίτησης και προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Εναγομένου 1 - Καθ' ου στην ένορκη του δήλωση ημ. 2.3.18 που συνοδεύει την ένσταση. Οι προτεινόμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προέρχονται η μια από τον Αιτητή και η δεύτερη από την ΕΜ, μεταφράστρια η οποία μεταφράζει κάποια από τα τεκμήρια στην εν λόγω δήλωση από τα Ρωσικά στα Ελληνικά. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΓΤ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Αιτητή. Σε αυτή η ΓΤ επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η καταχώριση των προτεινόμενων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων οι οποίες και επισυνάπτονται στην ένορκη της δήλωση ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης, ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη καθώς επίσης και ότι τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει τον εκτροχιασμό και την περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του Καθ' ου για να ακουστεί εντός εύλογου χρόνου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΕΧ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου. Σε αυτή η ΕΧ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Σημειώνεται ότι αυτή είναι η πρώτη αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ο Ενάγων καταχώρισε και δεύτερη την 1.2.22 στην οποία και πάλι ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε ένσταση. Μεσολάβησαν σωρεία άλλων αιτήσεων και τελικώς οι δύο αιτήσεις για συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκδικάστηκαν την ίδια μέρα και οι δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου σε αυτές εκδίδονται σήμερα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Η Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για καλό λόγο. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Θα πρέπει να λεχθεί πως στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 27.10.17, στις 30.10.17 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα δύο πρώτα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν στον Εναγόμενο 1 η αποξένωση ή επιβάρυνση της εκεί περιγραφόμενης κατοικίας και των 250 μετοχών που κατείχε στην εταιρεία Equix Group Ltd, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς το τρίτο αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών το οποίο και όρισε προς επίδοση. Μέσα από τις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν στη νομολογία, είναι σαφές πως η μαρτυρία η οποία λαμβάνεται υπόψιν στα πλαίσια εξέτασης αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα περιορίζεται σε αυτήν που συνόδευε την αίτηση. Και τούτο καθότι τέτοιας φύσης αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως, δηλαδή ο αιτητής έχει καθήκον πλήρους αποκάλυψης, καθώς και το βάρος να καταδείξει το επείγον για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι ενήργησε χωρίς καθυστέρηση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, 2015, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, και Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. Είναι εντός αυτού του πλαισίου που δεν είναι επιτρεπτό στον Αιτητή να προσκομίσει επιπρόσθετη μαρτυρία υπό μορφή είτε συμπληρωματικής είτε απαντητικής ένορκης δήλωσης για να υποστηρίξει εκ των υστέρων την αίτηση. Ο Αιτητής είχε την υποχρέωση να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε κατά τον χρόνο εξέτασης της μονομερούς αίτησης και έκδοσης μονομερώς προσωρινών διαταγμάτων από το Δικαστήριο, με βάση την τότε υπάρχουσα μαρτυρία, και δεν μπορεί μεταγενέστερα να συμπληρώνει τα όποια κενά. Κατά το στάδιο εξέτασης της οριστικοποίησης ή όχι των εν λόγω διαταγμάτων, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει πλέον τις θέσεις και των δύο πλευρών, όμως και πάλι δεν δύναται να επιτρέψει στον Αιτητή να προσκομίσει εκ των υστέρων επιπρόσθετη μαρτυρία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πράγματι συνέτρεχαν οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούσαν την έκδοση των διαταγμάτων και την οποία όφειλε να παρουσιάσει στο στάδιο εξέτασης της μονομερούς αίτησης. Αυτό ακριβώς έχει λεχθεί στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, η οποία αφορούσε μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα σύλληψης του πλοίου και στην οποία αναφέρθηκε ότι σε αιτήσεις όπου η προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς «δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο». Μέσα από τις υποθέσεις Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Πολ. Έφ. 312/10, ημ. 17.7.14 και Κόκκινου ν. Κόκκινου, Πολ. Έφ. 29/14, ημ. 3.11.16, καθίσταται σαφές πως σε αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, παρέχεται μεν η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία όμως θα πρέπει να αντικρίζεται από το Δικαστήριο με φειδώ, λόγω της φύσης τέτοιας αίτησης και με γνώμονα το κατά πόσο υπάρχει κάποια ανάγκη για επίλυση των θεμάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι διαφωτιστικό: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. . . Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό, τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω πως καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με το περιεχόμενο βασικά της προτεινομένης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή για να καταδειχθεί κατά πόσον αυτή είναι επιτρεπτή ή όχι. Σαφώς η όποια κατάληξη επί τούτου καθορίζει και την τύχη της προτεινόμενης δήλωσης της ΕΜ. Έχει ήδη λεχθεί πως οι προτεινόμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις επισυνάπτονται αυτούσιες στην ένορκη δήλωση της ΓΤ ως Τεκμήρια 1 και 2. Τέτοια πρακτική είναι επιθυμητή όπως λέχθηκε στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 27.10.17 ο Αιτητής, στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, ισχυρίζεται ότι δυνάμει συμφωνίας ημ. 27.10.14 μεταξύ της Falkon (Εναγομένης 2) και της Sokol, η πρώτη αποφάσισε να αγοράσει τις μετοχές τις οποίες η δεύτερη κατείχε στην εταιρεία OKB. Απόλυτος ιδιοκτήτης της Falkon ήταν ο Εναγόμενος
  2. Η μεταβίβαση των μετοχών στη Falkon έγινε στις 28.10.14 και στη βάση συμφωνίας ημ. 4.4.15 ο Εναγόμενος 1 θα κατείχε τις μετοχές ανά 50% προς όφελος του ιδίου και του Ενάγοντα ως κηδεμόνα του γιου του, ΤΤ, έναντι ανταλλάγματος, ήτοι την πληρωμή US$1,3εκ. από τον Αιτητή προς τον Εναγόμενο
  3. Σύμφωνα με τον Αιτητή, ενώ αυτός πλήρωσε το εν λόγω ποσό, τελικώς διεφάνη ότι ο Εναγόμενος 1, παραπλανώντας τον Αιτητή και κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας και των καθηκόντων υψίστης πίστεως προς τον Αιτητή, πώλησε τις μετοχές που κατείχε η Falkon σε εταιρείες δικών του συμφερόντων και ο Αιτητής παρουσιάζει σχετικά έγγραφα ως προς τούτο. Ο Αιτητής επικαλείται πρόθεση του Εναγομένου 1 να πωλήσει την κατοικία του στην Κύπρο και τις μετοχές της Equix, εξ ου και ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για δέσμευση της εν λόγω περιουσίας. Στην ένορκη δήλωση του ημ. 2.3.18 που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη γεγονότων, τα οποία και απαριθμεί. Αυτά, μεταξύ άλλων, αφορούν · στη μακρά προηγούμενη επαγγελματική και προσωπική σχέση μεταξύ του Αιτητή και του Εναγομένου 1, δυνάμει της οποίας αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης από τον Εναγόμενο 1 προς τον Αιτητή ο οποίος διαχειριζόταν τις υποθέσεις του, · στη μόνιμη διαμονή του Εναγομένου 1 στη Ρωσία και στη χρήση της κατοικίας του στην Κύπρο μόνο για διακοπές, · στην ανακάλυψη από τον Εναγόμενο 1 για απάτη από μέρους του Αιτητή σε σχέση με την Equix εις βάρος του και καταγγελία του στην Αστυνομία, · στην παραχώρηση διαφόρων δανείων από τον Εναγόμενο 1 στον Αιτητή τα οποία ο τελευταίος παραλείπει να αποπληρώσει με αποτέλεσμα την έγερση δικαστικών διαδικασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο, · στη γνώση του Αιτητή ότι ο Εναγόμενος 1 ήθελε να πωλήσει την κατοικία στην Κύπρο για να αγοράσει τρία διαμερίσματα προς ενοικίαση, · στην κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας από τον Αιτητή με την εισήγηση απόκτησης από τον Αιτητή των μετοχών της ΟΚΒ τις οποίες κατείχε η Falkon, · στη σύνδεση της επίδικης συμφωνίας με τη συμφωνία δανείου ημ. 8.8.14 από τον Εναγόμενο 1 προς την εταιρεία του Αιτητή, Wego, υπό την έννοια πως ο Αιτητής θα μπορούσε να αποπληρώσει το δάνειο αυτό με τα έσοδα από την επένδυση της επίδικης συμφωνίας, · στη μη υλοποίηση της επίδικης συμφωνίας και στη μη απόκτηση σε οποιοδήποτε στάδιο των μετοχών της Falkon από τον Αιτητή, · στη μη νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας καθότι το Ρωσικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει τη διάκριση μεταξύ πραγματικού και ωφέλιμου δικαιούχου μετοχών, παρουσιάζοντας νομική γνωμάτευση Ρώσου δικηγόρου, και · στο μη νομότυπο έγερσης της υπό κρίση Αγωγής. Ακολούθως ο Εναγόμενος 1 αναλύει τα ανωτέρω δίδοντας πιο λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων. Στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι παράγραφοι 1-6 είναι καθαρά εισαγωγικές στις οποίες ο Αιτητής αναφέρει την πηγή της γνώσης του, τη γνώση του για τη Ρωσική και την Αγγλική γλώσσα στην οποία προβαίνει στη δήλωση, καθώς επίσης και στα έγγραφα που παρουσιάζει με τη δήλωση και αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου
  4. Επομένως αυτές δύνανται να γίνουν δεκτές σε περίπτωση που γίνει δεκτό οποιοδήποτε ουσιαστικό μέρος αυτής. Οι παρ. 7 και 8 φέρουν τίτλο «Introduction» και σε αυτές ο Αιτητής αναφέρει πως ο Εναγόμενος 1 επιχειρεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και επαναλαμβάνει την ιδιότητα υπό την οποία εγείρει την Αγωγή, επομένως αυτές δεν εξυπηρετούν οποιονδήποτε σκοπό και δεν είναι αναγκαίες. Στην παρ. 9 ο Αιτητής αναφέρει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 και επομένως αυτή είναι αχρείαστη εφόσον οι θέσεις του Εναγομένου 1 βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παρ. 10 ο Αιτητής αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 και αναφέρει πως δεν προτίθεται να τους αντικρούσει όλους με την προτεινόμενη δήλωση, επομένως αυτή δεν προσφέρει οτιδήποτε το ουσιαστικό και δεν είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί. Στην παρ. 11 ο Αιτητής αναφέρεται στο ιστορικό των γεγονότων από το 2012 μέχρι και το τέλος του 2014, κυρίως σε επικοινωνίες μεταξύ των διαδίκων και σε έγγραφα, αναφορικά με τη σχέση του Εναγομένου 1 με τη Falkon και τη γνώση του τελευταίου για τις υποθέσεις της και την αγορά των μετοχών από αυτή, καθώς επίσης και σε επιπρόσθετες επικοινωνίες μεταξύ τους αναφορικά με το θέμα της πρόθεσης του Εναγομένου 1 για την πώληση της κατοικίας. Αυτά τα ζητήματα αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης ημ. 27.10.17, αναφέρονται σε χρόνο πριν την καταχώριση της και επομένως ήταν γνωστά στον Αιτητή από τότε. Εδώ αξίζει να σημειωθεί η εισήγηση του Αιτητή πως δεν ήταν δυνατό να προβλέψει ή αναμένει την άρνηση εκ μέρους του Εναγομένου 1 της σχέσης του με τη Falkon για τον λόγο αφενός ότι η επίδικη συμφωνία ημ. 4.4.15, Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, στο προοίμιο αναφέρει ρητώς πως ο Εναγόμενος 1 είναι ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης (beneficiary owner) της Falkon και το μοναδικό πρόσωπο που λαμβάνει διοικητικές αποφάσεις και αφετέρου ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε προηγουμένως ήγειρε τέτοιον ισχυρισμό. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η άρνηση του Εναγομένου 1 περί υλοποίησης της συμφωνίας και συνακόλουθα περί απόκτησης των μετοχών της Falkon είναι η θέση της άλλης πλευράς επί των ισχυρισμών του Αιτητή για την επίδικη συμφωνία, επομένως αυτό το ζήτημα δεν αφορά νέους ισχυρισμούς οι οποίοι χρήζουν απάντησης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στην προτεινόμενη δήλωση ο Αιτητής παρουσιάζει διάφορα έγγραφα προς υποστήριξη των θέσεων του, κάποια εκ των οποίων έχει ήδη παρουσιάσει στην αρχική του ένορκη δήλωση. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, δεν τίθεται ζήτημα προβολής από τον Εναγόμενο 1 θέσεων οι οποίες δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί κατά το στάδιο καταχώρισης της αίτησης ημ. 27.10.
  5. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως ο σκοπός προβολής της εν λόγω παραγράφου είναι η περαιτέρω υποστήριξη της αρχικής θέσης και η ενίσχυση των ισχυρισμών του Αιτητή και δεν είναι επιτρεπτό να προβληθούν σε αυτό το στάδιο, αφού μπορούσαν να είχαν τεθεί εξαρχής. Στην παρ. 12 ο Αιτητής αναφέρεται στο Ρωσικό δίκαιο και σχολιάζει τις θέσεις του Εναγομένου 1 και τη γνωμάτευση που ο τελευταίος παρουσιάζει. Αυτό το σκέλος δεν γίνεται δεκτό. Η παρ. 13 γίνεται δεκτή καθότι σε αυτή παρουσιάζεται γνωμάτευση Ρώσου δικηγόρου ως προς το καθεστώς ιδιοκτησίας μετοχών. Η τοποθέτηση του Εναγομένου 1 ως προς τη νομιμότητα της συμφωνίας αποτελεί μεν επίδικο ζήτημα, πλην όμως ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα εγείρετο τέτοιο ζήτημα και επομένως η παρουσίαση της δικής του θέσης επί τούτου είναι επιτρεπτή για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα στο Δικαστήριο. Οι παρ. 14-17 δεν γίνονται δεκτές καθότι σε αυτές γίνεται άρνηση των ισχυρισμών του Εναγομένου 1 ως προς τη νομιμότητα και το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας. Στις παρ. 18 και 19 ο Αιτητής επεξηγεί τις πληρωμές που έγιναν δυνάμει των συμφωνιών δανείων. Παρόλο που αυτές δεν αποτελούν το επίδικο θέμα της αίτησης και συνακόλουθα της Αγωγής και ως τέτοιο δεν αναμενόταν να εγερθεί, εντούτοις από τη στιγμή που προβάλλεται από τον Εναγόμενο 1, τότε θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον Αιτητή να θέσει και τη δική του εκδοχή για να υπάρχει η ολοκληρωμένη εικόνα επί τούτου. Στις παρ. 20 και 21 ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η αλληλογραφία μεταξύ των μερών για σκοπούς διευθέτησης (στην οποία αναφέρεται ο Εναγόμενος 1) είναι άσχετη και έγινε άνευ βλάβης, κάτι το οποίο αποτελεί απλό επιχείρημα και επομένως δεν είναι αναγκαίο να συμπεριληφθεί στην προτεινόμενη δήλωση. Στις παρ. 22-24 ο Αιτητής απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 αναφορικά με τη μη αποκάλυψη εκ μέρους του και ισχυρίζεται ότι δεν έχει ξεκινήσει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία εναντίον του. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν εξυπηρετούν οποιονδήποτε σκοπό και επομένως δεν είναι επιτρεπτό να τεθούν στην προτεινόμενη δήλωση. Στην παρ. 25 ο Αιτητής επεξηγεί για το νομότυπο της έγερσης της Αγωγής εκ μέρους του γιου του, θέμα το οποίο όφειλε να καλύψει στην αρχική του δήλωση και δεν είναι επιτρεπτό να επιχειρεί να το επεξηγήσει σε αυτό το στάδιο. Τέλος, στην παρ. 26 ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 δεν είναι ορθή και έγκυρη, κάτι το οποίο αποτελεί επιχείρημα και μπορεί να προβληθεί χωρίς την ανάγκη συμπερίληψης του στην προτεινόμενη δήλωση. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, θα πρέπει να λεχθεί ότι ενόψει του ιστορικού της διαδικασίας της αίτησης ημ. 27.10.17, το Δικαστήριο θα δώσει τις απαραίτητες οδηγίες ως προς την καταχώριση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με γνώμονα τον όσο το δυνατό συντομότερο ορισμό της αίτησης για ακρόαση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση γίνεται δεκτή μόνο αναφορικά με μέρος της προτεινόμενης δήλωσης του Αιτητή και συγκεκριμένα, τις παρ. 1-6, 13, 18 και
  6. Συνακόλουθα γίνεται δεκτή και η προτεινόμενη δήλωση της ΕΜ αναφορικά με τη μετάφραση μόνο των Τεκμηρίων 9-11 και 14 από τη Ρωσική στην Ελληνική εφόσον αυτά περιλαμβάνονται στις παρ. 18.2.1 και 18.2.4 της δήλωσης του Αιτητή. Ως εκ τούτου, δίδεται άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή, ως το Τεκμήριο 1, αναφορικά μόνο με τις παρ. 1-6, 13, 18 και 19 της προτεινόμενης δήλωσης. Περαιτέρω δίδεται άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ΕΜ, ως το Τεκμήριο 2, αναφορικά με τη μετάφραση μόνο των Τεκμηρίων 9-11 και 14 τα οποία βεβαίως θα αριθμιστούν αναλόγως. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις να καταχωριστούν μέχρι τις 22.12.
  7. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Αιτητή και εναντίον του Εναγομένου 1 - Καθ' ου η Αίτηση στο 1/3 του συνολικού ποσού των εξόδων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής EE/ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.