← Κύπρος

Π. Κ. ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 594/2013, 20/9/2022

Π. Κ. ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 594/2013, 20/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A211 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ-Α ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 594/2013 Μεταξύ: Π. Κ. Ενάγοντας και Αρχής Λιμένων Κύπρου Εναγόμενων Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Σ. Θεοφάνους για κκ Ν. Πιριλλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κος Φρ. Νικολάου για κκ Τάσσο Παπαδόπουλο και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Κατ'εφαρμογή του Κανονισμού 6(β) του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021,η απόφαση δίδεται χωρίς τη φυσική παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων και διαβιβάζεται σε αυτούς ηλεκτρονικά, με τη συγκατάθεσή τους, και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα.) Η παρούσα αγωγή αφορά εργατικό ατύχημα που σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα συνέβηκε την 20/06/2011 και ώρα 06:45 π.μ. κατά τη διαδικασία ρυμούλκησης πλοίου. Ο Ενάγοντας αποδίδει αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος στους Εναγόμενους και διεκδικεί αποζημιώσεις. Μεταξύ άλλων ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν παρείχαν σ 'αυτόν ασφαλές σύστημα εργασίας, ότι παρέλειψαν να διατηρήσουν ασφαλή και απαλλαγμένο από κινδύνους τον τόπο εργασίας, ότι δεν έλαβαν υπόψη τα παράπονα σε σχέση με την κακή και ελλειπή λειτουργία του μηχανήματος ρυμούλκησης, ότι του παρείχαν ελλειπή μέσα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ότι δε μερίμνησαν για τον έλεγχο και συντήρηση του μηχανήματος πρόσδεσης ότι ενήργησαν αδιάφορα, ότι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη προσοχή και ότι παρέλειψαν να τον απαλλάξουν από προβλεπτούς κινδύνους στον τόπο εργασίας του. Οι Εναγόμενοι ουσιαστικά αρνούνται τις θέσεις του Ενάγοντα και ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι οποιοδήποτε ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική ή διαζευκτικά συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα. Περαιτέρω αναφέρουν ότι το επίδικο ατύχημα και ο ισχυριζόμενος τραυματισμός του Ενάγοντα οφείλονται στην κακή εκτίμηση του χειρισμού της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ότι δεν εκτίμησε σωστά τους κινδύνους της εργασίας που εκτελούσε, ότι δεν έλαβε προφυλάξεις και/ή ότι ενήργησε χωρίς να λάβει υπόψη του τις οδηγίες για εκτέλεση της εργασίας του. Ουσιαστικά δεν αμφισβητείται η επέλευση του ατυχήματος αλλά αμφισβητείται η ευθύνη για την πρόκληση αυτού όπως και οι ζημιές που προκλήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και να αποφασίσει εάν οι Εναγόμενοι έχουν ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος και εάν παραβίασαν το καθήκον και/ή υποχρέωση τους έναντι του Ενάγοντα για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας, εάν υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του Εναγόμενου καθώς και το ύψος των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων που μπορεί να δικαιούται ο Ενάγοντας επί πλήρους ευθύνης. Για να αποδείξει τις αξιώσεις του ο Ενάγοντας κατέθεσαν ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1) και ο Δρ. Μ. (ΜΕ

  1. Εκ μέρους των Εναγόμενων μαρτυρία έδωσε ο κος Κ. (ΜΥ1).Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και έγγραφη. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως Τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοσή της. Συνοπτικά παρατίθενται τα κύρια σημεία της μαρτυρίας. Εν πάση περίπτωση το κρίσιμο μέρος της μαρτυρίας θα σκιαγραφηθεί και θα αξιολογηθεί κατά τη συζήτηση που ακολουθεί. Το τι ακολουθεί εννοείται είναι αποτέλεσμα μελέτης του συνόλου της μαρτυρίας και εξέταση των θέσεων που εγέρθηκαν.[1] Ο Ενάγοντας (ΜΕ1) ήταν ο πρώτος μάρτυρας που κατάθεσε. Μέρος της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε το Έγγραφο Α δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9,προέβηκε επίσης σε προφορικές διευκρινήσεις και κατάθεσε τα Τεκμήρια 1-
  2. Ως Τεκμήριο 1 κατάθεσε απόκομμα μισθοδοσίας με ημερομηνία 27/09/2011, ως Τεκμήρια 2, 3, 4,5 και 10 κατάθεσε πιστοποιητικά και ιατρικές εκθέσεις από τον Δρ. xxxxxx Μ. ΜΕ2, ως Τεκμήριο 6 κατάθεσε βεβαίωση από το Φυσιοθεραπευτήριο xxxxx Σ., ως Τεκμήριο 7 κατάθεσε απόδειξη είσπραξης από το εν λόγω φυσιοθεραπευτήριο, ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε δέσμη πιστοποιητικών ιατρικής εξέτασης-αναρρωτικών αδειών, ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκε πιστοποιητικό μαγνητικής τομογραφίας με ημερ. 07/05/2012, ως Τεκμήριο 10 κατατέθηκε πιστοποιητικό από υπογραμμένο από Δρ. xxxxxx Μ..Το Τεκμήριο 12 κατατέθηκε στα πλαίσια αντεξέτασης του ΜΕ1 ημερομηνίας 16/11/
  3. Σύμφωνα με το μάρτυρα εργοδοτείτο από τους Εναγόμενους για 8 συναπτά έτη κατέχοντας τη θέση του λεμβοδηγού. Την 20/06/2021 κατόπιν οδηγιών των Εναγόμενων ο Ενάγοντας περίπου η ώρα 06:00 π.μ. λαμβάνοντας τα απαραίτητα προστατευτικά μέτρα για την προσωπική του ασφάλεια επιβιβάστηκε μαζί με άλλους 3 συναδέλφους του πάνω σε ρυμουλκό πλοίο για να προχωρήσουν σε ρυμούλκηση πλοίου που θα εισερχόταν στα ύδατα της λιμενικής περιοχής Λεμεσού. Στις 06:45 π.μ. ξεκίνησε η διαδικασία πρόσδεσης του ρυμουλκού πλοίου με συρματόσχοινο αλλά η διαδικασία ξεκίνησε ανώμαλα καθότι το μηχάνημα πρόσδεσης που βρισκόταν επί του ρυμουλκού πλοίου παρουσίασε βλάβη κατά τη λειτουργία του. Εξήγησε ότι η ρυμούλκηση του πλοίου γίνεται με ένα μηχάνημα το οποίο είναι τυλιγμένο με συρματόσχοινο. Λειτουργεί με ένα μοχλό το οποίο ξετυλίγει το σχοινί και βοηθά στην πρόσδεση. Στην μπροστινή θέση που ξετυλίγει το σχοινί είχε βλάβη, καθυστερούσε λίγα δευτερόλεπτα και η καθυστέρηση ήταν μοιραία. Είχε προκληθεί σύμφωνα με το μάρτυρα λόγω αυτής της βλάβης ήτοι της καθυστέρησης κατά τη λειτουργία του μηχανήματος βίαιη ταλάντευση του συρματόσχοινου του ρυμουλκού το οποίο εκτινάχθηκε και τον κτύπησε, τραυματίζοντας τον αρχικά στη δεξιά πλευρά της κεφαλής του και στη συνέχεια στο δεξιό του ώμο. Ο Ενάγοντας περιέγραψε τις ζημιές που προκλήθηκαν σ' αυτόν αλλά και το πως εξελίχθηκε η κατάσταση της υγείας του. Παράθεσε επίσης ως Τεκμήρια πιστοποιητικά και ιατρικές εκθέσεις από το Δρ. Μ. Υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία και του χορηγήθηκε 3μηνη αναρρωτική άδεια. Λόγω προβλήματος στο δεξιό του ώμο υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Μόνιμο κατάλοιπο είναι το αυχενικό σύνδρομο, πρόβλημα στην κινητικότητα λόγω δυσκαμψίας στον δεξιό του ώμο, δεν μπορεί να ασχοληθεί με το κυνήγι. Υποφέρει από πόνους και ουδέποτε ανέκτησε την κινητικότητα που είχε προ του ατυχήματος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ρωτήθηκε για τα καθήκοντα που είχε σαν λεμβοδηγός και εξήγησε ότι ουσιαστικά είχε 3 καθήκοντα, πρόσδεσης των πλοίων, να μπαίνουν στις "λάτσιες", βάρκες ως εξήγησε που παίρνουν τον καπετάνιο έξω και να ανεβαίνουν στο ρυμουλκό με μηχανικό και κυβερνήτη για την πρόσδεση των πλοίων. Ανάφερε επίσης ότι ήταν στα καθήκοντα του γενικά οι συντηρήσεις που μπορούσαν να φτιάξουν οι ίδιοι στο ρυμουλκό ή στην πλοηγίδα όπως για παράδειγμα να φτιάξουν μια μπογιά που ξεθώριασε όμως ήταν κατηγορηματικός και εξήγησε ότι δεν είχε καμία ευθύνη για τη συντήρηση του μηχανήματος. Σε ερώτηση ποια είναι τα μέτρα που πρέπει να λάβει κάποιος κατά την εκτέλεση εργασίας ως η δική του όταν κλήθηκε να λάβει μέρος στη ρυμούλκηση του πλοίου είπε ότι θα πρέπει να βρίσκεται στη σωστή θέση, να δέσει το ένα πλοίο με το άλλο και να φορέσει κράνος και στολή. Ανάφερε επίσης ότι σαν λεμβοδηγός έτυχε εκπαίδευσης. Ο ίδιος έλαβε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα και ήταν έμπειρος. Γνώριζε σε ποια θέση έπρεπε να ήταν και βρισκόταν στη σωστή θέση. Σημειώνω ότι ουδέποτε υποβλήθηκε ούτε υποδείχθηκε στο μάρτυρα, ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόμενων για το ποια ήταν σύμφωνα με τους Εναγόμενους η ορθή θέση που θα έπρεπε να βρισκόταν ο Ενάγοντας. Αντεξεταζόμενος κλήθηκε να περιγράψει το ατύχημα και ανάφερε μεταξύ άλλων ότι το μηχάνημα με το συρματόσχοινο είχε ελάττωμα. Περιγράφοντας το μηχάνημα πρόσδεσης είπε ότι είναι σαν ένα μεγάλος τροχός που έχει κάτι μεταλλικό πάνω σε μηχάνημα που περιστρέφεται με ένα μοχλό όπου μπροστά το σχοινί είναι ελεύθερο, στο κέντρο όμως αδρανοποιείται και πίσω μαζεύει. Είχε καθυστέρηση κάποια δευτερόλεπτα. Κατά την πρόσδεση ανεβαίνει σχοινί και μετά ελευθερώνεται. Κατά την έξοδο του σχοινιού δημιουργήθηκε η ταλάντευση και το συρματόσχοινο τον κτύπησε. Συνέβηκε τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να προστατευθεί με κάποιο τρόπο. Ως ανάφερε η ταλάντευση μπορεί να συμβεί και σε άλλες περιπτώσεις αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόβλημα ήταν στο μηχάνημα. Ανάφερε επίσης ο ΜΕ1 ότι το γνώριζαν οι Εναγόμενοι ότι είχε κάποιο ελάττωμα το μηχάνημα πρόσδεσης αλλά δεν έκαναν κάτι. Ως εξήγησε ο ίδιος αφού του είπαν να πάει να δουλέψει πήγε, αλλά τους είχε πει και ο ίδιος προφορικά για το πρόβλημα στο μηχάνημα. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αρχή Λιμένων (Τεκμήριο 12) σε σχέση με το επίδικο συμβάν και ο μάρτυρας σε υποβολή ότι δεν αναφέρθηκε τότε σε βίαιη ταλάντευση ή ότι πήγε πρώτα στο Νοσοκομείο απάντησε ότι δεν το θεώρησε αναγκαίο να το γράψει και ότι δεν είχε αντίγραφο της κατάθεσης του για να το καταθέσει στην κυρίως εξέταση του. Υποβλήθηκε επίσης στο ΜΕ1 ότι το μηχάνημα λειτουργούσε κανονικά και δε διαπιστώθηκε κάποιο πρόβλημα στο μηχάνημα πρόσδεσης με το μάρτυρα να διαφωνεί λέγοντας ότι δε θα κτυπούσε διαφορετικά. Η θέση των Εναγόμενων κατά την αντεξέταση ήταν επίσης ότι το επίδικο συμβάν δε θα συνέβαινε εάν ο ΜΕ1 λάμβανε σωστή θέση κατά το ξετύλιγμα του συρματόσχοινου αφού κατά τη θέση τους με βάση τα όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο 13 βρισκόταν κοντά στο συρματόσχοινο, με το ΜΕ1 να αρνείται την υποβολή και να αναφέρει ότι είχε τη γνώση και εμπειρία να βρισκόταν στη σωστή θέση. Επίσης υποβλήθηκε στο ΜΕ1 ότι δεν προφύλαξε τον εαυτό του και ότι ο κίνδυνος ήταν τέτοιος που θα μπορούσε να αποφευχθεί από κάποιον έμπειρο λεμβοδηγό με το ΜΕ1 να αρνείται τις υποβολές. Ο ΜΕ1 επίσης σε ερώτηση που του τέθηκε γιατί δεν εξαιρέθηκε από τη συγκεκριμένη εργασία αφού το μηχάνημα είχε πρόβλημα ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν μπορούσε να μην πάει στη δουλειά του και να στείλει άλλον. Σε ερώτηση εάν με αυτό τον τρόπο προστάτευσε τον εαυτό του απάντησε ότι πηγαίναμε να εκτελέσουμε την εργασία μας. Ο Ενάγοντας σε υποβολή που του τέθηκε ότι ουδέποτε ενημέρωσε τους Εναγόμενους για την ύπαρξη προβλήματος ανάφερε μεταξύ άλλων ότι έγινε αναφορά πάμπολλες φορές τόσο από τον ίδιο όσο και από άλλους συναδέλφους. Ο δέυτερος μάρτυρας ΜΕ2 εκ μέρους του Ενάγοντα, ο Δρ. Μ. ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο τα προσόντα και την επαγγελματική του πείρα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Ο Δρ. Μ. είναι ιατρός με ειδικότητα στην Ορθοπαιδική. Εξέτασε ως ανάφερε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα τον Ιούνιο
  4. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε στις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί ο Ενάγοντας και αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3,8 και
  5. Ουσιαστικά με τα όσα ανάφερε υιοθέτησε το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο ότι οι μωλωπισμοί και εκχυμώσεις που έχει υποστεί ο Ενάγοντας σχετίζονται με το κτύπημα με το συρματόσχοινο. Εξήγησε ότι οι εκχυμώσεις που υπέστη έδωσαν την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για πρόσφατο τραύμα και ότι δεν προέρχεται από απαλό κτύπημα. Εξήγησε επίσης ότι ο Ενάγοντας διαγνώστηκε μεταξύ άλλων με δυσκαμψία στον αυχένα λόγω διαστρέμματος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εγκεφαλική διάσειση και ότι αυτά οφείλονται στο ατύχημα. Ο Ενάγοντας συνέχισε να έχει προβλήματα και έτσι αξιολόγησε εκ νέου την κατάσταση του (Τεκμήριο 10). Ο Ενάγοντας είχε πόνο επίσης στον ώμο και τελικά χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφού διαπιστώθηκε ρήξη του υπερακανθίου τένοντα του στροφικού πετάλου το οποίο και αποκαταστάθηκε με συρραφή του τένοντα και επανακαθήλωση με οστική άγκυρα. Η εγχείρηση κρίθηκε αναγκαία για να προστατευθεί από μελλοντικά προβλήματα αναφέροντας επίσης ότι η συντηρητική θεραπεία δε βοηθά. Υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπείες και δόθηκε στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια για περίοδο 3 μηνών. Ο ΜΕ2 αναγνώρισε επίσης τα πιστοποιητικά που υπέγραψε ως το Τεκμήριο
  6. Σήμερα σύμφωνα με το μάρτυρα βελτιώθηκε ο πόνος και η κινητικότητα αλλά του έχει παραμείνει η δυσκαμψία στον αυχένα, σπονδυλαρθρίτιδα, έχει πόνο στις αλλαγές του καιρού και έχει υποστεί περιορισμό των κινήσεων στο δεξί ώμο. Έχει συστήσει στον Ενάγοντα να μην εκτελεί βαριές δουλειές ή εργασίας με τα χέρια όπως να σηκώνει βάρη ή κλάδεμα δέντρων. Πληρώθηκε τα ιατρικά του έξοδα αλλά και για την επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε ο Ενάγοντας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παρέμεινε στην εκδοχή του και εξήγησε και τα πορίσματα του Τεκμηρίου 9 τη μαγνητική τομογραφία. Εξήγησε ότι με βάση τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας φάνηκε η ρήξη τένοντα και ότι μερική ή ολική ρήξη δεν έχει διαφορά στον τρόπο θεραπείας. Απέκλεισε επίσης το ενδεχόμενο ο μάρτυρας να είχε πριν το δυστύχημα πρόβλημα με τον αυχένα του εξηγώντας επίσης ότι η εργασία που εκτελούσε δε θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόβλημα στον αυχένα ή στον ώμο αλλά μόνο στη μέση και γόνατα λόγω ορθοστασίας. Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόμενων ήταν ο κος Σ. Κ. (ΜΥ1). Ο κος Κ. στην κυρίως εξέταση του κατάθεσε τα Τεκμήρια 13,14 ,15 και
  7. Eργάστηκε στην Αρχή Λιμένων για 33 χρόνια ως Λειτουργός Ασφάλειας. Ήταν ο υπεύθυνος για την ασφάλεια των λιμενικών εγκαταστάσεων, για τα θέματα υγείας και περιβάλλοντος, εξέτασε ατυχήματα και πρόβαινε σε επιθεωρήσεις. Στα πλαίσια των καθηκόντων του εξέτασε και διερεύνησε το ατύχημα του Ενάγοντος. Το Τεκμήριο 13 είναι η έκθεση που ετοίμασε. Για την ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης ως ανάφερε έλαβε υπόψη του κατάθεση από τον κυβερνήτη του ρυμουλκού, και από τον Ενάγοντα και ολοκλήρωσε την έρευνα του με βάση την εμπειρία του. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 14 την έκθεση του κυβερνήτη του ρυμουλκού. Επίσης ως Τεκμήριο 15 και 16 κατάθεσε πιστοποιητικά με την ονομασία Class Certificate για το επίδικο ρυμουλκό με την ονομασία Aspelia. Ως εξήγησε το ρυμουλκό επιθεωρήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους. Σύμφωνα με το μάρτυρα το ρυμουλκό ήταν κατάλληλο και μπορούσε να λειτουργεί με ασφάλεια. Σε ερώτηση εάν ο έλεγχος περιλάμβανε και το μηχάνημα πρόσδεσης ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Σε σχέση με το συγκεκριμένο μηχάνημα ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν αντιμετώπιζε κάποιο μηχανικό πρόβλημα ούτε αναφερόταν κάτι τέτοιο στο βιβλίο αναφορών των συμβάντων. Η επιτροπή ασφαλείας επίσης δεν του ανάφερε κάτι. Με αναφορά στο Τεκμήριο 13 εξήγησε ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω λάσκου στο συρματόσχοινο με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί χαλαρή βόλτα στο ταμπούρλο του βιντζιού και λόγω κακής θέσης του Ενάγοντα. Εξήγησε πως γίνεται ο ελλιμενισμός πλοίου. Η δημιουργία χαλαρής βόλτας συρματόσχοινου ως την περιέγραψε ο μάρτυρας (ταλάντευση συρματόσχοινου) κτύπησε τον Ενάγοντα. Σε ερώτηση εάν η δημιουργία βόλτας στο συρματόσχοινο επαφίεται σε ελαττωματικότητα ή σε μηχανικό πρόβλημα του μηχανήματος πρόσδεσης ο ΜΥ1 απάντησε όχι. Εξηγώντας γιατί δεν υπήρχε ελαττωματικότητα είπε αρχικά ότι υπάρχει συντονισμός μεταξύ του κυβερνήτη του ρυμουλκού, του λεμβοδηγού και του ανθρώπου που είναι πάνω στο πλοίο γιατί γίνεται μια ταυτόχρονη διαδικασία που εμπλέκονται όλοι και το βίντζι του πλοίου, το βίντζι του ρυμουλκού και η παρακολούθηση γίνεται από μέρους του πληρώματος και στη συνέχεια ανάφερε ότι δεν είχε μηχανικό πρόβλημα επειδή δεν είχε αναφορά από τον λεμβοδηγό ή τον κυβερνήτη του ρυμουλκού ότι το μηχάνημα είχε πρόβλημα. Σε ερώτηση πως μπορεί να δημιουργηθεί η χαλαρή βόλτα απάντησε "εξαρτάται τι εννοούμε χαλαρή βόλτα, μιλούμε για μια απόσταση η οποία είναι μεταξύ του ρυμουλκού τζαι του πλοίου?". Είπε μεταφέρεται, υπάρχει ένα λάσκο και ότι είναι διαχειρίσιμο και μπορεί να αποφευχθεί εάν γίνει σωστή εκτίμηση του κινδύνου. Σε σχέση με το που μπορεί να βρισκόταν ο Ενάγοντας κατά τη διαδικασία πρόσδεσης ανάφερε ότι για να του χτυπήσει το συρματόσχοινο ο κάδος φαίνεται ότι ο Ενάγοντας ήταν κοντά στη διαδικασία που γινόταν γι' αυτό κτύπησε. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα στην ουσία τέθηκαν σε αυτόν ερωτήσεις σε σχέση με την έρευνα που ανάφερε ότι έκανε. Η έρευνα και η ιδιότητα του μάρτυρα ως διερευνητής αμφισβητήθηκαν σφόδρα από την άλλη πλευρά. Μάλιστα υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι η έκθεση του ήτοι το Τεκμήριο 13 ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα κατά παραγγελία με το μάρτυρα να αρνείται τη θέση. Ο ίδιος δεν ξέρει από ρυμουλκήσεις αλλά όσα γνωρίζει περί του θέματος τα γνωρίζει από την εμπειρία του. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι για την ετοιμασία της έκθεσης πήρε καταθέσεις από τους οδηγούς του ρυμουλκού, τους εμπλεκόμενους αλλά και από δικές του διαπιστώσεις. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εάν το επίδικο ατύχημα δηλώθηκε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας. Μόλις έλαβε την κατάθεση (Τεκμήριο 12) του Ενάγοντος ως ανάφερε σε 2 μέρες έκανε την έκθεση του. Επανέλαβε στη μαρτυρία του ότι δεν είχε αναφορά ότι το βίντζι δε λειτουργούσε κανονικά, δεν υπήρχε κάτι γραμμένο στο βιβλίο αναφορών, ούτε τέθηκε κάτι τέτοιο στο βιβλίο αναφορών. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 15 και 16 ο ΜΥ1 ερωτήθηκε τι σημαίνουν σε κάθε πιστοποιητικό οι λέξεις Docking Survey και Tailshaft Survey με το μάρτυρα να απαντά ότι δε λάμβανε ο ίδιος στις εξετάσεις που γίνονταν και ότι ο ίδιος δεν είναι μηχανικός του ρυμουλκού αλλά να απαντά επίσης ότι σίγουρα ελέγχεται και το βίντζι. Δε γνώριζε όμως στα πλαίσια ποιων εκ των δύο ελέγχων εντάσσεται η επιθεώρηση του βιντζιού. Σε σχέση ως προς το λάσκο που δυνατόν να προκύψει στο συρματόσχοινο ο ΜΥ1 ανάφερε ότι είναι διαχειρίσιμο και εάν παρατηρηθεί κάτι μπορεί να το σταματήσουν. Στην ουσία ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι ο ΜΕ1 χτύπησε λόγω χαλαρής βόλτας του συρματόσχοινου κατά τη διάρκεια ξετυλίγματος του συρματόσχοινου. Σύμφωνα με το μάρτυρα μπορούσαν να διακόψουν τη διαδικασία και να μην τη συνεχίσουν αφού υπήρχε λάσκο. Σημειώνω ότι πρώτη φορά τέθηκε αυτή η θέση ότι δηλαδή θα μπορούσε να διακοπεί η διαδικασία και δεν τέθηκε στον Ενάγοντα για να απαντήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ΜΕ1 χτύπησε εξ υπαιτιότητας της δικής του κρίσης. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι το μηχάνημα ουδέποτε ελέγχθηκε πριν το ατύχημα ή ότι αυτό ήταν ελαττωματικό. Ανάφερε επίσης ο μάρτυρας ότι σε εκείνη τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πήγε καλά η διαδικασία και προκλήθηκε το ατύχημα. Κατά τη θέση του παρέλειψε ο Ενάγοντας να λάβει υπόψη του τη βόλτα στο συρματόσχοινο και έγινε το ατύχημα. Σε ερώτηση εάν έγιναν άλλα ατυχήματα ή εάν έγιναν κι άλλα περιστατικά με "βόλτες" του συρματόσχοινου ο μάρτυρας εξήγησε ότι η βόλτα είναι μια απόσταση από ένα σημείο προς άλλο σημείο και μπορεί το συρματόσχοινο αντί να είναι τεντωμένο να κάνει λάσκο, με το μάρτυρα να επιρρίπτει ευθύνες στον Ενάγοντα ότι άφησαν το συρματόσχοινο να κάνει τόσο πολύ λάσκο και ενώ το παρακολουθούσε έπρεπε το κάνει σωστά. Σημειώνω ότι πρώτη φορά τέθηκε η θέση ότι ο Ενάγοντας επέτρεψε στην ουσία να δημιουργηθεί το λάσκο, θέση που δεν τέθηκε στην αντεξέταση του Ενάγοντος και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.[2] Σε ερώτηση εάν ο κίνδυνος τραυματισμού ήταν υπαρκτός και γνωστός ο ΜΥ1 απάντησε ότι πάντα υπάρχουν κίνδυνοι και εξαρτάται από τον κάθε ένα εάν θα τον αποφύγει. Ως ανάφερε η Αρχή Λιμένων έκαμνε ότι ήταν δυνατόν για να μειώνει ατυχήματα. Προχώρησα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ έδιδαν τη μαρτυρία τους και έλαβα υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας, τη σαφήνεια στον τρόπο απάντησης, στη φυσικότητα και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη τυχόν συμφέροντος, τυχόν ουσιαστικές αντιφάσεις, τη μνήμη των μαρτύρων, τους λόγους που είχαν να τα θυμούνται αυτά κοσκινίζοντας τη μαρτυρία τους, συγκρίνοντας, συσχετίζοντας και αντιπαραβάλλοντας τούτη με τα όσα ανάφερε ο κάθε μάρτυρας ξεχωριστά.[3] Σε σχέση με τον εμπειρογνώμονα, αυτός οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο θα αξιολογήσει όλα τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει, μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών[5] αφού τα πιο κάτω αναφερόμενα γεγονότα είναι κοινά αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα: α) Ο Ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 48 ετών και εργοδοτούμενος των Εναγόμενων. β) Οι Εναγόμενοι είναι νομικό πρόσωπο δυνάμει του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου 1973 και στους οποίους έχει ανατεθεί ο έλεγχος, η διαχείριση και εκμετάλλευση όλων των περιοχών των λιμένων στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένου και του λιμανιού Λεμεσού. γ) Περί την 20/06/2011 η ώρα 06:45 π.μ. ο Ενάγοντας ενώ βρισκόταν στο ρυμουλκό με την ονομασία Aspelia κατά τη διαδικασία πρόσδεσης του ρυμουλκού πλοίου με το συρματόσχοινο, κατά τη διάρκεια ξετυλίγματος του σχοινιού αυτό ταλαντεύτηκε, εκτινάχθηκε και τον κτύπησε τραυματίζοντας τον. δ) Ο Ενάγοντας μετά το κτύπημα λιποθύμησε και μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο και στη συνέχεια σε ιδιωτική Κλινική όπου τον εξέτασε ο Δρ. Μ. Θεωρώ ορθό να προχωρήσω πρωτίστως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και του ΜΥ1 και ακολούθως θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ
  8. Αρχικά αναφέρω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 αντιμετωπίζεται με προσοχή και επιφυλακτικότητα καθότι έχει ίδιον συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρα. Η μαρτυρία του παρουσιάζει συνοχή και συνέπεια και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Παρόλο που έχει προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης επεξήγησε με ειλικρίνεια θα έλεγα πως έγινε το συμβάν και σε τι ενέργειες πρόβηκε ο ίδιος πριν και μετά το συμβάν. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή με εξαίρεση κάποια σημεία της μαρτυρίας του τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω. Ο ΜΕ1 λοιπόν με σαφήνεια και παραστατικότητα εξήγησε κατά τη συγκεκριμένη μέρα πως ενήργησε κατά τη διάρκεια της εργασίας του και κατά τη διαδικασία πρόσδεσης. Εξήγησε με καθαρότητα ποια ήταν τα μέτρα που έλαβε, εξήγησε ποια ήταν ακριβώς τα καθήκοντα του και ότι αμφιταλαντεύτηκε το συρματόσχοινο κατά την έξοδο του από το μηχάνημα χωρίς να κάνει κάτι ο ίδιος. Αποδέχομαι ως σαφής, καθαρή και επεξηγηματική τη θέση του ότι ο ίδιος είχε εμπειρία να εκτελέσει την εργασία, έτυχε εκπαίδευσης και ότι καθ' όλη τη διάρκεια εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας βρισκόταν στη σωστή θέση. Ο ΜΕ1 ανάφερε ότι η αμφιταλάντευση του συρματόσχοινου έγινε καθότι το μηχάνημα πρόσδεσης ήταν ελαττωματικό θέση όμως που ο μάρτυρας άφησε μετέωρη αφού δεν παρουσιάστηκαν αντικειμενικά στοιχεία και/ή ανεξάρτητη μαρτυρία ότι το ίδιο το μηχάνημα πρόσδεσης ήταν ελαττωματικό. Όμως ο μάρτυρας ανάφερε και εξήγησε ότι το μηχάνημα στην μπροστινή θέση που ξετυλίγει το σχοινί καθυστερούσε λίγα δευτερόλεπτα θέση που δεν αντικρούστηκε. Ο ΜΕ1 γνώριζε ότι το μηχάνημα λειτουργούσε με αυτή την καθυστέρηση και κατά τη θέση του αυτό προκάλεσε την αμφιταλάντευση του συρματόσχοινου. Δεν μπορώ με ασφάλεια να προβώ σε εύρημα ότι η καθυστέρηση στη λειτουργία του μηχανήματος είχε σαν αποτέλεσμα την ελαττωματικότητα του ίδιου του μηχανήματος αλλά αποδέχομαι ως ειλικρινή τη θέση του ΜΕ1 ότι το μηχάνημα λειτουργούσε με κάποια καθυστέρηση. Συνεπώς από τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με τη λειτουργία του μηχανήματος αποδέχομαι μόνο ότι λειτουργούσε με κάποια καθυστέρηση και ότι αυτό αποτελούσε δυσλειτουργία αφού παρέμεινε κενή και ασαφής η θέση του περί ελαττωματικότητας του ίδιου του μηχανήματος πρόσδεσης. Ο ΜΕ1 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και μάλιστα παρατηρώ ότι και στο Τεκμήριο 12 τη γραπτή κατάθεση που έδωσε κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος ανάφερε ότι η ταλάντευση του συρματόσχοινου έγινε λόγω κακής λειτουργίας του μηχανήματος. Ο ΜΕ1 λοιπόν από το 2011 ανάφερε ότι υπήρχε κάποιο θέμα με το μηχάνημα και δεν το ανάφερε αυτό εκ των υστέρων. Κρίνω λοιπόν ότι υπήρξε ειλικρινής. Επισημαίνω επίσης κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε μεταξύ άλλων σε αυτόν ότι δεν προφύλαξε τον εαυτό του και δεν τηρούσε τη σωστή θέση με το ΜΕ1 να επαναλαμβάνει και να εξηγεί τις θέσεις του όμως ουδέποτε υποβλήθηκε σ' αυτόν ότι θα μπορούσε όταν είδε τη βόλτα του συρματόσχοινου δηλαδή τη ταλάντευση να την αποφύγει με το να επικοινωνήσει μέσω ασύρματου με το χειριστή του ρυμουλκού και να ζητήσει να διακοπεί η διαδικασία. Στερήθηκε λοιπόν της δυνατότητας να απαντήσει στη θέση αυτή που πρόβαλε ο ΜΥ1 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποτελέσει η θέση αυτή των Εναγόμενων αντικείμενο αξιολόγησης. [6] Δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχουν κάποιες μικροαντιφάσεις στο Έγγραφο Α τη γραπτή του δήλωση που αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του σε σχέση με το Τεκμήριο 12 στο οποίο αναφέρει ότι μετά τον τραυματισμό του πήγε στο Νοσοκομείο και μετά σε ιδιωτική κλινική ενώ στο Έγγραφο Α αναφέρει μόνο ότι πήγε στην ιδιωτική κλινική. Δε θεωρώ ότι η αντίφαση είναι ουσιώδης ή ότι είναι ικανή να επιδράσει στην αξιοπιστία του μάρτυρα. Η θέση του Ενάγοντα επίσης κατά την περιγραφή της ταλάντευσης του συρματόσχοινου την οποία χαρακτήρισε ως βίαιη θα έλεγα ότι ήταν υπερβολική αλλά σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Ενάγοντας παραποίησε τα γεγονότα τα οποία εξήγησε με σαφήνεια πως εξελίχθηκαν. Ως επισημαίνω επεξηγήθηκε με συνοχή και καθαρότητα ο τρόπος και η διαδικασία πρόσδεσης του μηχανήματος με το ΜΕ1 να εξηγεί ότι η ταλάντευση του συρματόσχοινου (δηλαδή η βόλτα στο συρματόσχοινο) έγινε αμέσως μετά τη λειτουργία του μηχανήματος και όταν αυτό παρουσίασε την καθυστέρηση, αμέσως μετά την έξοδο του σχοινιού θέση που γίνεται αποδεκτή. Ο ΜΕ1 ανάφερε ότι γνώριζαν οι Εναγόμενοι ότι το μηχάνημα είχε το συγκεκριμένο θέμα κατά τη λειτουργία του και το ανάφερε στους προϊστάμενους του προφορικά. Ο ΜΕ1 δε φάνηκε να θέλει να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια μάλιστα εξήγησε ότι γραπτώς δεν το ανάφερε ποτέ, μόνο προφορικώς και συνέχιζε να πηγαίνει στην εργασία του για να εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί. Σε σχέση με τους τραυματισμούς που έχει υποστεί η μαρτυρία του βρίσκεται σε συνοχή με την ιατρική μαρτυρία για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω. Όμως στο σημείο αυτό περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι περιέγραψε με επάρκεια τις ζημιές που προκλήθηκαν σε αυτόν και μάλιστα δεν υπήρξε ιδιαίτερη αμφισβήτηση ούτε αντικρούστηκε η μαρτυρία του ΜΕ1 καθ' οιονδήποτε τρόπο. Η μαρτυρία λοιπόν του ΜΕ1 γίνεται αποδεκτή με εξαίρεση τη θέση του ότι το μηχάνημα πρόσδεσης ήταν το ίδιο ελαττωματικό. Ο ΜΥ1 ως ανάφερε διερεύνησε το επίδικο ατύχημα και κατάθεσε ως ειδικός σε θέματα ασφάλειας και υγείας και εκτίμησης κινδύνων κατά την εργασία. Ο μάρτυρας αυτός έδωσε τη μαρτυρία του σαν εμπειρογνώμονας στα θέματα, που άπτονται και αφορούν την ασφάλεια και υγεία εργαζομένων και την εκτίμηση κινδύνων κατά την εργασία. Ο ΜΥ1 όσον αφορά τις τοποθετήσεις του σε σχέση με γεγονότα για τα οποία δεν είχε άμεση γνώση, όπως τα γεγονότα του ατυχήματος, παρέθεσε τις καταθέσεις που έλαβε από τον Ενάγοντα και τον κυβερνήτη του ρυμουλκού. Ανάφερε ότι ετοίμασε την έκθεση Τεκμήριο 13 από έρευνα που έκανε και πρόβηκε σε συμπεράσματα από την εμπειρία του. Δε φαίνεται να έκανε επιτόπου έρευνα ή να εξέτασε τη θέση του Ενάγοντα περί κακής λειτουργίας του μηχανήματος. Κρίνω ότι δε δόθηκαν στο Δικαστήριο όλα τα εχέγγυα, λεπτομέρειες και κριτήρια ώστε να μπορεί επ' αυτών να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη επί των επίδικων ζητημάτων. Και εξηγώ. Μέσω της μαρτυρίας του αν και προσπάθησε να δείξει ότι ήταν ανεξάρτητος κριτής έδωσε την εντύπωση ότι δεν έδωσε βαρύτητα στις θέσεις και ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Αντιθέτως παρατηρώ ότι παρόλο που στο Τεκμήριο 12 ο Ενάγοντας αναφέρθηκε σε κακή λειτουργία του μηχανήματος πρόσδεσης δεν το έλαβε υπόψη. Χωρίς να έχει ενώπιον του άλλα στοιχεία παρά μόνο τις 2 καταθέσεις, ως το Τεκμήριο 12 και Τεκμήριο 14 πρόβηκε σε κάποια συμπεράσματα και εικασίες. Τα συμπεράσματα του όμως παρέμειναν ατεκμηρίωτα και μου δόθηκε η εντύπωση ότι ο μάρτυρας δεν ήρθε για να παρουσιάσει τη γνώμη του αντικειμενικά αλλά για να υποστηρίξει τη θέση των Εναγόμενων. Με αναφορά στο Τεκμήριο 13 εξήγησε ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω χαλαρής βόλτας που δημιουργήθηκε στο ταμπούρλο και λόγω κακής θέσης του Ενάγοντα αλλά δε φαίνεται να βασίζει σε υπαρκτά γεγονότα αυτό το συμπέρασμα αλλά εξήγαγε αυτά λόγω του ότι απέκλεισε αδικαιολόγητα ότι δεν υπήρχε μηχανικό πρόβλημα. Η απάντηση του σε ερώτηση εάν η δημιουργία βόλτας στο συρματόσχοινο επαφίεται σε ελαττωματικότητα ή σε μηχανικό πρόβλημα του μηχανήματος πρόσδεσης ο ΜΥ1 ήταν συγχυσμένη και παρέμεινε ασαφής. Στην ουσία αποδέχθηκε ότι η ταλάντευση του συρματόσχοινου μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οφείλεται σε κάποιο μηχανικό πρόβλημα αλλά στην προκείμενη το απέκλεισε επειδή δεν ήρθε εις γνώση του μέχρι εκείνη τη μέρα που ετοίμασε την έκθεση του (τεκμήριο 13) αναφορά για μηχανικό πρόβλημα, δημιουργώντας ερώτημα στο Δικαστήριο γιατί δεν έγινε έλεγχος περί τούτου ακόμη και μετά το ατύχημα του Ενάγοντος. Επίσης παρατηρώ ότι απαντώντας ο ΜΥ1 στο πως μπορεί να δημιουργηθεί χαλαρή βόλτα απλώς είπε τι σημαίνει ουδέποτε εξήγησε πως μπορεί να δημιουργηθεί. Ο ΜΥ1 ως φάνηκε δεν ξέρει από ρυμουλκήσεις παρά μόνο παρακολούθησε τη διαδικασία και μάλιστα όταν ερωτήθηκε για να επεξηγήσει στα πλαίσια ποιων εκ των δύο ελέγχων εντάσσεται η επιθεώρηση του μηχανήματος πρόσδεσης (βίντζι) ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει λέγοντας μάλιστα ότι δεν είναι μηχανικός και ότι δεν ήταν παρών κατά τον έλεγχο. Τα πιο πάνω προκαλούν ασάφεια και ερωτηματικά ως προς τα όσα παράθεσε ο μάρτυρας. Ειδικότερα σημειώνω ότι ενώ είχε αναφέρει με σιγουριά ότι το μηχάνημα πρόσδεσης ήταν κατάλληλο δε γνώριζε τελικά εάν το περιλάμβανε ο έλεγχος που έγινε. Σε γενικές γραμμές θα έλεγα ότι η μαρτυρία του δεν μου έκανε καλή εντύπωση και βρίθει από ανακρίβειες και αοριστία. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι υπάρχουν κίνδυνοι τραυματισμού αλλά ως ανάφερε εξαρτάται από τον κάθε ένα εάν θα τον αποφύγει και ότι η Αρχή Λιμένων έκαμνε ότι ήταν δυνατόν για να μειώνει ατυχήματα. Πέραν αυτής της γενικής αναφοράς του δεν ανάφερε τι μέτρα έλαβαν οι Εναγόμενοι για να άρουν τους κινδύνους κατά τη ρυμούλκηση πλοίων ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει πότε οι Εναγόμενοι πρόβηκαν σε εκτίμηση κινδύνων και πότε ενημέρωσαν γι' αυτούς τους υπαλλήλους τους. Ουσιαστικά ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι μπορεί να δημιουργηθεί λάσκο και χαλαρή βόλτα του συρματόσχοινου αλλά ως ανάφερε αντεξεταζόμενος για να μην είχαν παρόμοια ατυχήματα με τούτο σημαίνει κατά τη γνώμη του η οποία κρίνεται επισφαλής από το Δικαστήριο ότι δεν υπήρξε σωστός συντονισμός μεταξύ του Ενάγοντα και του χειριστή του ρυμουλκού. Η πιο πάνω θέση δε βασίστηκε σε κάποιο αντικειμενικό κριτήριο αλλά πάλι αποτελούν εικασίες του μάρτυρα. Όμως το αναφέρω γιατί ο ΜΥ1 ουσιαστικά αναγνώρισε τον κίνδυνο πρόκλησης του λάσκου και κατά συνέπεια κίνδυνο τραυματισμού. Τα όσα επίσης ανάφερε στην έκθεση του και στη μαρτυρία του αφορούν εικασίες που δεν τεκμηριώθηκαν. Για παράδειγμα είκασε ότι άφησε ο Ενάγοντας το συρματόσχοινο να κάνει λάσκο και ότι δεν το παρακολουθούσε θέση που όχι μόνο δε δικογραφήθηκε αλλά δε τεκμηριώθηκε και ούτε υποβλήθηκε στον Ενάγοντα για να απαντήσει. Δε φαίνεται ο ίδιος κατά την έρευνα του πέραν των γραπτών καταθέσεων που έλαβε, να ζήτησε διευκρινήσεις ή να ρώτησε τον Ενάγοντα σε ποια θέση ήταν προτού ολοκληρώσει την έκθεση του. Υπενθυμίζω ότι θέσεις που δε δικογραφούνται δε λαμβάνονται υπόψη.[7] Η έκθεση του ΜΥ1 (Τεκμήριο 13) δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο ούτε μπορεί να βασιστεί σ' αυτήν για να προβεί σε ασφαλή ευρήματα. Δεν προκύπτουν από την έκθεση τα γεγονότα που βάσισε τη γνώμη του όπως για παράδειγμα ότι ο Ενάγοντας δε βρισκόταν σε σωστή θέση ή ότι το μηχάνημα πρόσδεσης λειτουργούσε κανονικά. Ουσιαστικά δεν παρασχέθηκε εξήγηση πως δημιουργείται τελικά το λάσκο και γενικά η ταλάντευση του συρματόσχοινου που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΥ1 κρίνεται επισφαλής και δε γίνεται αποδεκτή εκτός βεβαίως των γεγονότων που συνιστούν παραδοχή ή βρίσκονται σε συνάφεια με τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν. Το Τεκμήριο 1, το απόκομμα μισθοδοσίας με ημερομηνία 27/09/2011 στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους και δη δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν για τους Εναγόμενους και ότι λάμβανε τα ποσά που αναγράφονταν στο εν λόγω Τεκμήριο. Το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου γίνεται αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του. Τα Τεκμήρια 2, 3, 4,5 και 10 είναι πιστοποιητικά και ιατρικές εκθέσεις από τον Δρ. xxxxxxxxxxx Μ. ΜΕ
  9. Ο ΜΕ2 αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3 και 10 και υιοθέτησε το περιεχόμενο τους. Τα εν λόγω Τεκμήρια όπως και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3,4,και 5 δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία τους ούτε αντικρούστηκαν και γίνονται αποδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο
  10. Το Τεκμήριο 6 που είναι βεβαίωση από το Φυσιοθεραπευτήριο xxxxxx Σ., όπως και το Τεκμήριο 7 απόδειξη είσπραξης από το εν λόγω φυσιοθεραπευτήριο στην ουσία αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Η κατάθεση μαρτυρίας ακόμη και εξ' ακοής είναι επιτρεπτή εφόσον συντρέχουν λόγοι που εξειδικεύονται στο Νόμο και δεν πρέπει το αποδεκτό της μαρτυρίας να συγχέεται με τη βαρύτητα που θα αποδοθεί στο τέλος της ημέρας από το Δικαστήριο σε τέτοια μαρτυρία λεκτική ή έγγραφη.[8] Δεν ήρθε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει ο φυσιοθεραπευτής αλλά ο ΜΕ2 εξήγησε με σαφήνεια ότι ο ΜΕ1 ήταν αναγκαίο να υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία και ότι υποβλήθηκε σε αυτήν. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ούτε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ούτε του ΜΕ2 ότι υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία με αποτέλεσμα να κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων. Το ίδιο ισχύει και για το Τεκμήριο 9 που είναι πιστοποιητικό μαγνητικής τομογραφίας με ημερ. 07/05/2012 το οποίο εξήγησε αναλυτικά μέσω της μαρτυρίας του ο ΜΕ
  11. Το Τεκμήριο 12 αναγνωρίστηκε από το μάρτυρα στα πλαίσια αντεξέτασης του. Γίνεται αποδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Ενόψει του ότι ο Η. Χ' Σ. που υπογράφει την κατάθεση ως το Τεκμήριο 14, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι, δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσει ενόρκως και να υποβληθεί σε αντεξέταση ειδικότερα αφού αμφισβητήθηκαν οι συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, θεωρώ ορθότερο όπως μη προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της κατάθεσής του. Ομοίως τα Τεκμήρια 15 και 16 αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Τα έγγραφα έτυχαν αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Έγιναν ερωτήσεις στο ΜΥ1 επί του περιεχομένου τους και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει τι σήμαιναν κάποιες ορολογίες ή τελικά τι έλεγχος έγινε. Δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μαρτυρία από το Cyprus Bureau of Shipping για να τα εξηγήσει με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται κενά και ασάφειες. Ως εκ των πραγμάτων σε σχέση με τα εν λόγω τεκμήρια θα αποδοθεί μειωμένη βαρύτητα στο περιεχόμενο τους. Γίνεται απλώς αποδεκτό ότι τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναγράφεται σ'αυτά έγινε έλεγχος στο πλοίο με την ονομασία Aspelia από το Cyprus Bureau of Shipping. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΕ2 παρόλο που δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα του και ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονες στην ειδικότητά του, εξέτασα το επάγγελμα, την εκπαίδευση, τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας, κρίνω ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας, στην ειδικότητα του.[9] Ο ΜΕ2 θα έλεγα ότι σε γενικές γραμμές μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Με βάση τα όσα ανάφερε και δη σε σχέση με τα επιστημονικά κριτήρια που παράθεσε κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια αλλά και ότι πρόκειται για ένα ανεξάρτητο κριτή. Μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Ήταν, επίσης, αυθόρμητος και συνεπής στη μαρτυρία του. Ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν τα Τεκμήρια 3 και 10 το περιεχόμενο των οποίων εξηγήθηκαν με σαφήνεια στο Δικαστήριο και γίνονται αποδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Εξήγησε ο μάρτυρας με σαφήνεια τα ευρήματα του από την εξέταση του ΜΕ1, γιατί κρίθηκε αναγκαία η χειρουργική επέμβαση και τα κατάλοιπα που παρέμειναν. Ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε ότι έχει πληρωθεί τα ιατρικά έξοδα που διεκδικεί ο Ενάγοντας. Eπίσης επιβεβαίωσε ότι λόγω της φύσεως των τραυμάτων του Ενάγοντα του χορήγησε αρχικά τρεις μήνες αναρρωτική άδεια όπως και αναρρωτική άδεια μετά την επέμβαση. Συγκεκριμένα με τη μαρτυρία του ΜΕ2 καταδείχθηκαν οι σωματικές βλάβες και ζημιές που έχει υποστεί ο Ενάγοντας και ότι τα τραύματα προκλήθηκαν συνεπεία του ατυχήματος. Δεν έχει επίσης παρουσιαστεί αντίθετη μαρτυρία από τους Εναγόμενους και αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη. Μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω σημειώνω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε και έγινε αποδεκτή για σκοπούς οικονομίας λόγου συνιστά εύρημα μου, όπως και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έγιναν αποδεκτά, τα γεγονότα που εν πάση περίπτωση δεν αμφισβητήθηκαν από τον ΜΥ1 και αυτά που αναφύονται από τα δικόγραφα ως παραδεκτά γεγονότα. Συνοπτικά περί την 20/06/2011 ο ΜΕ1 και ώρα 06:00 π.μ. αφού ο Ενάγοντας έλαβε όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ασφάλεια του και αφού φόρεσε στολή, γάντια και κράνος που του παρείχαν οι Εναγόμενοι επιβιβάστηκε μαζί με άλλους 3 συναδέλφους του στο ρυμουλκό πλοίο με την ονομασία Aspelia για να προβούν ως οι οδηγίες των Εναγόμενων στη ρυμούλκηση πλοίου που θα εισερχόταν στα ύδατα της λιμενικής περιοχής Λεμεσού. Στις 06:45 π.μ. ξεκίνησε η διαδικασία πρόσδεσης του ρυμουλκού με το ρυμουλκούμενο πλοίο με συρματόσχοινο. Το μηχάνημα κατά τη λειτουργία του παρουσίαζε κάποια καθυστέρηση και κατά τη διάρκεια ξετυλίγματος του σχοινιού, κατά την έξοδο του παρουσιάστηκε ταλάντευση και αυτό εκτινάχθηκε και τον κτύπησε τραυματίζοντας τον. O Ενάγοντας βρισκόταν στη σωστή θέση αλλά η ταλάντευση του συρματόσχοινου συνέβηκε τόσο γρήγορα που δεν μπορούσε να αντιδράσει. Δεν ήταν στα πλαίσια καθηκόντων του Ενάγοντα η συντήρηση του μηχανήματος πρόσδεσης. Γενικά μπορεί να δημιουργηθεί λάσκο του συρματόσχοινου το οποίο θα έχει ως συνέπεια την ταλάντευση αυτού (χαλαρή βόλτα). Το λάσκο στο συρματόσχοινο μπορεί να δημιουργηθεί κατά την εκτέλεση της διαδικασίας πρόσδεσης. Οι Εναγόμενοι γνώριζαν τον κίνδυνο ταλάντευσης του συρματόσχοινου. Το συρματόσχοινο κτύπησε τον Ενάγοντα στο κεφάλι και στο δεξί ώμο και έχασε τις αισθήσεις του. Το κτύπημα δεν ήταν απαλό. Αρχικά ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο και μετά στον Δρ. xxxxxx Μ. ΜΕ
  12. Τα όσα διαπίστωσε ο ΜΕ2 καταγράφονται στα Τεκμήρια 3 και
  13. Αρχικά πήρε αναρρωτική άδεια για 3 μήνες. Ο ΜΕ1 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία και φυσιοθεραπείες ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 6 και
  14. Για τις φυσιοθεραπείες κατέβαλε το ποσό των €750 και στο Δρ. Μ. κατέβαλε το ποσό των €
  15. Στις 14/06/2012 ο ΜΕ1 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση υπό γενική αναισθησία όπου έγινε συρραφή και επανακαθήλωση με οστική άγκυρα. Απουσίαζε για άλλους 3 μήνες από την εργασία του, ήταν ακινητοποιημένος για 1 μήνα και συστήθηκε φυσιοθεραπεία. Υποφέρει από πόνους, δεν ανέκτησε πλήρως την κινητικότητα του και υποφέρει από δυσκαμψία στο δεξιό του ώμο. Ο ΜΥ1 ήταν λειτουργός για την ασφάλεια των λιμενικών εγκαταστάσεων, θέματα υγείας και περιβάλλοντος, Στα πλαίσια των καθηκόντων του ετοίμασε το Τεκμήριο
  16. Επίσης οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με το μηχάνημα πρόσδεσης κατά τη λειτουργία αυτού και δη ότι καθυστερούσε αλλά δεν έλεγξαν ούτε επιθεώρησαν το μηχάνημα ούτε συντήρησαν αυτό πριν την εκτέλεση της εργασίας του Ενάγοντα ούτε έδωσαν κατάλληλες εντολές στον Ενάγοντα για τη χρήση αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι ως εργοδότες του Ενάγοντος υπήρξαν αμελείς ή και εάν υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντος. Οι υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του σε σχέση με την ασφάλεια αυτών κατά την εργασία τους πηγάζουν από το άρθρο 51 του Κεφ.148 . Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διεξάγει τις εργασίες του με τέτοιο τρόπο ώστε να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς κινδύνους ή να λαμβάνει εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια τους κάτω από τις περιστάσεις ώστε να αποφεύγονται προβλεπτοί κίνδυνοι. Σχετική είναι και η υπόθεση Αγγελή v. Κάρκα κ.α.[10] όπου σε σχέση με την ευθύνη του εργοδότη λέχθηκε ότι"Η ευθύνη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη και δεν μπορεί να μετατεθεί αυτή η ευθύνη στους ώμους του εργοδοτούμενου. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση το καθήκον του εργοδότη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας στον εργοδοτούμενο του ήταν υπαρκτό και ο εφεσείων δεν το εξετέλεσε." Επίσης στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού v. Χαραλάμπους[11] τονίστηκε πως ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τα πρόσωπα που εργοδοτούνται από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που μπορεί λογικά να προβλεφθεί και ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί με προστατευτικά μέτρα των οποίων η λύση είναι αφενός πραγματικά εφικτή και αφετέρου η δαπάνη που συνεπάγεται δεν είναι εντελώς δυσανάλογη προς το είδος και το μέγεθος του κινδύνου που στοχεύεται να αποφευχθεί. Ακόμη στην υπόθεση Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd[12] λέχθηκε ότι κάθε εργοδότης έχει ευθύνη να παράσχει ασφαλή μέθοδο εργασίας και ορθή επιτήρηση του χώρου όπου διεξάγονται οι εργασίες. Ως λέχθηκε στην General Cleaning Contractors Ltd v Christmas

(1952)2 All E.R. 1110 περαιτέρω ότι είναι καλά γνωστό στους εργοδότες ότι οι εργάτες πολύ συχνά, αν όχι συστηματικά, δεν λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η εργασία τους. Είναι δε γι' αυτό το λόγο που το κοινοδίκαιο απαιτεί ότι οι εργοδότες πρέπει να καταβάλλουν λογική φροντίδα να καθορίζουν ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργοδότες δεν εξαιρούνται από αυτό το καθήκον από το γεγονός ότι οι εργάτες τους είναι έμπειροι και θα μπορούσαν, αν ήταν στη θέση των εργοδοτών, να εφαρμόσουν οι ίδιοι ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργάτες δεν βρίσκονται στη θέση των εργοδοτών. Τα καθήκοντα τους δεν εκτελούνται μέσα στην ήρεμη ατμόσφαιρα του γραφείου με τις συμβουλές των ειδικών. Περαιτέρω με αναφορά στην ίδια αυτή υπόθεση λέχθηκε ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι άλλα συστήματα διεξαγωγής της εργασίας δεν ήταν πρακτικώς εφαρμόσιμα, οι εργοδότες είχαν υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι το σύστημα το οποίο είχε υιοθετηθεί ήταν, όσο μπορούσε αυτό να επιτευχθεί, ασφαλές και ότι οι υπάλληλοί τους είχαν καθοδηγηθεί ως προς τα μέτρα που θα ελάμβαναν για να αποφύγουν τα ατυχήματα. Περαιτέρω, στο νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, 'Αστικά Αδικήματα', Τόμος 2, σελ. 32 γίνεται αναφορά ότι μέρος της υποχρέωσης του εργοδότη είναι να δίδει και κατάλληλες οδηγίες και να φροντίζει για την επίβλεψη των εργοδοτουμένων του. Οι οδηγίες για ασφάλεια πρέπει να είναι εκείνες που ένας εύλογα επιμελής εργοδότης που έχει εξετάσει το πρόβλημα που προκύπτει από την εργασία θα έδιδε στους εργάτες του. Στην Metalco (Heaters) Ltd v. Νεοφύτου κ.α.[13] με αναφορά τόσο σε Αγγλική όσο και Κυπριακή νομολογία λέχθηκε επίσης ότι το καθήκον του εργοδότη να λαμβάνει κάθε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια των εργοδοτουμένων του περιλαμβάνει και την εξασφάλιση και συντήρηση ικανοποιητικού εξοπλισμού. Στο παρόν στάδιο κρίνω ορθό να υπενθυμίσω ότι σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης του Ενάγοντος εξαρτάται από το αν αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, η δική της εκδοχή.[14] Στα πλαίσια θεμελίωσης ευθύνης από μέρους του εργοδότη απαιτείται απόδειξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδυναμίας του συστήματος εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη με τη ζημιά που υπέστηκε ο εργοδοτούμενος. Το βάρος απόδειξης βαρύνει τον Ενάγοντα[15] ενώ το βάρος απόδειξης τυχόν συντρέχουσας αμέλειας είναι στους ώμους των Εναγόμενων που επικαλούνται την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας.[16] Όπου οι Εναγόμενοι δεν προσφέρουν οι ίδιοι μαρτυρία, διατρέχουν τον κίνδυνο να μην αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί συντρέχουσας αμέλειας.[17] Ωστόσο, η μη προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς Εναγόμενων, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία της ίδιας της Ενάγουσας ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν, όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο.[18] Το εάν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ο διάδικος που τον βαραίνει αυτό εξαρτάται από τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο.[19] Αναφορικά με το δόγμα «Res Ipsa Loquitur» για το οποίο γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και κατόπιν εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι κατά τη θέση του τυγχάνει εφαρμογής παραπέμπω στο άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 που καθιερώνει την αρχή του Res Ipsa Loquitur του Αγγλικού κοινοδικαίου ως μέρος του Κυπριακού Δικαίου. Το συγκεκριμένο δόγμα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης για το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο γεγονός, ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους για το πώς προκλήθηκε η ζημιά, παρέχοντας έτσι την δυνατότητα στο Δικαστήριο να καθορίσει την ευθύνη. Συνοπτικά, αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης εκεί όπου ο Ενάγων δεν έχει εντός του πεδίου γνώσης του το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο συμβάν και αντί ο Ενάγων να πρέπει να θεμελιώσει την ύπαρξη αμέλειας από πλευράς του Εναγόμενου, εφόσον η ζημιογόνα κατάσταση πραγμάτων βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο του Εναγόμενου, σ' αυτόν εναπόκειται για να παράσχει λογική εξήγηση για την πρόκληση του συμβάντος χωρίς υπαιτιότητα εκ μέρους του. Αν δοθεί λογική εξήγηση από τον Εναγόμενο, αναβιώνει η υποχρέωση του Ενάγοντα να αποδείξει αμέλεια. Στην προκείμενη περίπτωση περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι ο Ενάγοντας μέσω των δικογράφων του ανάφερε ότι υπήρχε ταλάντευση του συρματόσχοινου η οποία ταλάντευση ήταν το αίτιο του ατυχήματος. Γνωρίζει δηλαδή το αίτιο της ζημιάς του και ισχυρίζεται ότι η ταλάντευση προκλήθηκε λόγω ελαττώματος του μηχανήματος πρόσδεσης και/ή λόγω κακής και/ή ελλιπής λειτουργίας του. Παραθέτει δε λεπτομέρειες αμέλειας των Εναγόμενων και ισχυρίζεται ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους οι Εναγόμενοι παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας τους έναντι του Ενάγοντα. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν εφαρμόζεται το δόγμα Res Ipsa Loquitur. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων συμπερασματικά αναφέρω ότι ο κίνδυνος να δημιουργηθεί λάσκο στο συρματόσχοινο η οποία δυνατόν να προκαλέσει ταλάντευση αυτού είναι υπαρκτός και προβλεπτός όπως υπαρκτός είναι και ο τραυματισμός από το συρματόσχοινο. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο δε φαίνεται να λήφθηκαν μέτρα προς αποφυγή αυτού του κινδύνου ούτε καν εξηγήθηκε πως μπορεί τελικά να δημιουργηθεί. Ως διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία κατά τη διαδικασία ξετυλίγματος του σχοινιού υπάρχει ο κίνδυνος δημιουργίας λάσκου και ταλάντευσης αυτού. Έγινε επίσης αποδεκτό ότι το μηχάνημα πρόσδεσης κατά την έναρξη της λειτουργίας του παρουσίαζε καθυστέρηση για κάποια δευτερόλεπτα γεγονός που γνώριζαν οι Εναγόμενοι. Ούτε πριν ούτε μετά το ατύχημα του Ενάγοντος (παραδέχονται οι Εναγόμενοι ουσιαστικά ότι το ατύχημα συνέβη από ταλάντευση του συρματόσχοινου κατά τη διάρκεια λειτουργίας του μηχανήματος πρόσδεσης) οι Εναγόμενοι έλεγξαν το μηχάνημα πρόσδεσης αφού υπήρξε παράπονο ότι αυτό κατά τη λειτουργία του παρουσίαζε καθυστέρηση. Παρόλο που ο Ενάγοντας ήταν έμπειρος λεμβοδηγός δεν εξαλείφθηκε η υποχρέωση των Εναγόμενων να ελέγξουν και επιθεωρήσουν το ρυμουλκό πριν τη χρήση του ειδικότερα αφού έστω και προφορικά έγινε γνωστό ότι υπήρχε κάποιο θέμα στο μηχάνημα πρόσδεσης αλλά και με δεδομένο το γεγονός ότι υπήρχε κίνδυνος πρόκλησης λάσκου στο συρματόσχοινο και δημιουργίας χαλαρής βόλτας. Όφειλαν λοιπόν να εξετάσουν εάν υπήρχε ή όχι καθυστέρηση κατά τη λειτουργία μηχανήματος, να εξετάσουν το θέμα αυτό και να δώσουν τις κατάλληλες οδηγίες στον Ενάγοντα κατά τη χρήση του μηχανήματος ή εάν χρειαζόταν να γίνει κάποια επιδιόρθωση. Το μηχάνημα πρόσδεσης εν πάση περίπτωση βρισκόταν υπό την επιτήρηση και έλεγχο των Εναγόμενων και όφειλαν να το εξετάσουν και να το παραχωρήσουν για χρήση απαλλαγμένο από οποιοδήποτε πρόβλημα τυχόν να είχε. Επίσης δε φάνηκε από τη μαρτυρία οι υπάλληλοι να ενημερώθηκαν γενικά για τους κινδύνους στο χώρο εργασίας τους. Κρίνω λοιπόν ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει την απαραίτητη και λογική φροντίδα για να διατηρήσουν ασφαλές το σύστημα εργασίας με βάση το καθήκον τους ως εργοδότες ούτε φαίνεται τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν να ήταν ασφαλή. Το γεγονός της καθυστέρησης στη λειτουργία του μηχανήματος δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ή συμπέρασμα ελαττωματικότητας του ίδιου του μηχανήματος. Δεν παρουσιάστηκε εν πάση περιπτώσει τέτοια μαρτυρία. Από τη μαρτυρία όμως που έγινε αποδεκτή φαίνεται ότι η ταλάντευση του συρματόσχοινου έγινε αμέσως μετά τη λειτουργία του μηχανήματος το οποίο αυτό παρουσίαζε καθυστέρηση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία υπήρξε καθυστέρηση κάποια δευτερόλεπτα κατά τη διάρκεια ξετυλίγματος του σχοινιού και αμέσως έγινε χωρίς να κάνει κάτι ο Ενάγοντας προκλήθηκε ταλάντευση του συρματόσχοινου το οποίο εκτινάχθηκε και τον κτύπησε. Σαφώς και προκύπτει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ταλάντευσης του συρματόσχοινου και τον τραυματισμό του Ενάγοντος. Η ταλάντευση προήλθε αμέσως μετά τη λειτουργία του μηχανήματος που παρουσίαζε καθυστέρηση και κατά τη διάρκεια ξετυλίγματος του σχοινιού μετά την έξοδο αυτού ώστε εύλογα συνδέεται με αυτό και φαίνεται να προκλήθηκε μετά από αυτό ο τραυματισμός του Ενάγοντα. Επομένως, σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος και του συνεπακόλουθου τραυματισμού του Ενάγοντος ήταν η επικινδυνότητα ταλάντευσης του συρματόσχοινου από το λάσκο και αυτό έγινε κατά τη λειτουργία του μηχανήματος, λόγω της παράλειψης των Εναγόμενων να λάβουν ουσιαστικά όλα τα απαραίτητα μέτρα και να ελέγξουν, επιτηρήσουν ή συντηρήσουν το μηχάνημα πρόσδεσης. Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να επιδείξουν την απαραίτητη επιμέλεια και/ή να διατηρήσουν ασφαλές το χώρο εργασίας και ενώ γνώριζαν ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με το μηχάνημα κατά τη λειτουργία του μηχανήματος δεν έπραξαν κάτι. Η αδυναμία αυτή στο σύστημα εργασίας με τη ζημιά που προκλήθηκε στον Ενάγοντα βρίσκεται σε συνάφεια. Σημειώνω ότι το μηχάνημα πρόσδεσης και το συρματόσχοινο αποτελούσαν τον εξοπλισμό και μέσο του Ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Ως φαίνεται οι Εναγόμενοι δεν παρείχαν ούτε ασφαλή εξοπλισμό και μέσο στον Ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας του με αποτέλεσμα την έκθεση του σε περιττό κίνδυνο. Με βάση τα πιο πάνω υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και αδιαφορίας των Εναγόμενων και του επίδικου ατυχήματος. Όφειλαν δε να βεβαιωθούν για την ασφάλεια χρήσης του μηχανήματος. Ως αναφέρεται ανωτέρω το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας διέπεται από το άρθρο 57 του Κεφ.
  1. Ουσιαστικά αποτελεί παράγοντα μείωσης των αποζημιώσεων που θα καταβάλει ο Εναγόμενος.[20] Η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας απορρέει από την παράλειψη του ενάγοντα να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια για να προστατεύσει τον ίδιο τον εαυτό του από βλάβη ή ζημιά. Το κριτήριο για να αποφασιστεί αν έχει επιτευχθεί συντρέχουσα αμέλεια είναι βασικά το ίδιο με την αμέλεια αφού το προβλεπτό πρόκλησης ζημιάς και η παράλειψη να ληφθούν προφυλάξεις έναντι προβλεπτών κινδύνων είναι το κλειδί για να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας.[21] Στην προκείμενη περίπτωση είναι παραδεκτό και από τον Ενάγοντα ότι ήταν προβλεπτό να προκληθεί κάποιος κίνδυνος με το συρματόσχοινο, ο ίδιος γνώριζε το ότι το μηχάνημα καθυστερούσε λίγα δευτερόλεπτα και μάλιστα είχε ενημερώσει τους προϊστάμενους του. Ως ανάφερε όμως δεν είχε άλλη επιλογή έπρεπε να εκτελέσει την εργασία του. Υπενθυμίζω ότι ο εργαζόμενος λόγω της σύμβασης εργασίας του δεν έχει την ευχέρεια να επιλέξει αν θα πάει να εργαστεί ή αν θα απέχει από τα καθήκοντα του. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου[22] "Στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον εργαζόμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι έχει περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελεί την εργασία η οποία του ανατίθεται. Η επιλογή, εξάλλου, την οποία εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εφεσειόντων ότι ο εργαζόμενος πάντα έχει να αποχωρήσει από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του." Επίσης σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ο Ενάγοντας είχε την εμπειρία σαν λεμβοδηγός φόρεσε τη στολή, γάντια και κράνος που του έδωσαν και κατά τη διαδικασία πρόσδεσης βρισκόταν στη σωστή θέση. Σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι δε τηρούσε ο Ενάγοντας τα μέτρα ασφαλείας αλλά μόνο παρουσιάστηκαν εικασίες ως προς το που μπορεί να βρισκόταν. Επίσης ο Ενάγοντας ανάφερε ότι η ταλάντευση έγινε τόσο γρήγορα που δε μπορούσε να κάνει κάτι. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.[23] λέχθηκε ότι για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του. Στην προκείμενη περίπτωση δε διαπιστώνω ότι ο Ενάγοντας προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες που είχαν σαν αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.9.2021, στην Πολιτική Έφεση αρ. 173/2014, E. SAKKAS & SONS DEVELOPERS LTD ν. xxx HAG GAZI, η οποία αφορούσε εργατικό ατύχημα, αναφέρθηκε ότι κατά τον επιμερισμό ευθύνης για συντρέχουσα αμέλεια ελέγχεται εάν υπήρχε κάποια προφύλαξη που εύλογα θα μπορούσε ο ενάγων να πάρει και δεν πήρε. Δεν υποχρεούται όμως ο Ενάγοντας να μεριμνήσει ο ίδιος για να δημιουργήσει προϋποθέσεις ασφάλειας σε ένα χώρο όπου ήταν η εναγόμενη επιφορτισμένη με το καθήκον να διασφαλίσει συνθήκες ασφάλειας. Στην προκειμένη περίπτωση τέθηκε γενικά από το ΜΥ1 θέση που ως αναφέρεται ανωτέρω δε δικογραφήθηκε ότι ο Εναγόμενος είδε το λάσκο να και δεν ζήτησε να διακόψει τη διαδικασία. Ο εν λόγω ισχυρισμός επίσης ουδέποτε τέθηκε στον Ενάγοντα ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει. Δεν υπάρχει δηλαδή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για εύλογα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει ο Ενάγοντας. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι οι Εναγόμενοι υπήρξαν οι αποκλειστικοί υπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος. Παρατηρώ επίσης ότι ο Ενάγοντας στηρίζει την απαίτηση του και σε ισχυριζόμενη παραβίαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόμενων. Τα αγώγιμα δικαιώματα της αμέλειας και της παράβασης νομικών καθηκόντων είναι διαφορετικά και οι αξιώσεις για κάθε ένα από αυτά θα πρέπει να δικογραφούνται ξεχωριστά στην Έκθεση Απαίτησης.[24] Το ίδιο ισχύει και για την απαίτηση που στηρίζεται σε παραβίαση συμφωνίας εργοδότησης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε ξεχωριστή δικογράφηση, ούτε και έγινε επίκληση οποιασδήποτε συγκεκριμένης νομοθεσίας στην Έκθεση Απαίτησης και δη του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου, Ν.89(Ι)/96, τον οποίο επικαλέστηκε για πρώτη φορά κατά την τελική του αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντα. Η αναγκαιότητα συμπερίληψης των νομοθετικών προνοιών επί των οποίων στηρίζεται ο ισχυρισμός περί παράβασης νομικών καθηκόντων αναφέρθηκε στην υπόθεση Παναγή κ.α v. Παναγή κ.α.[25] Ενόψει των πιο πάνω, οι σχετικές εισηγήσεις που περιλαμβάνονται στην τελική αγόρευση του Ενάγοντα δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης, καθώς η νομοθετική βάση στην οποία στηρίζονται δεν συμπεριλήφθηκε στο δικόγραφο του. Προχωρώ να εξετάσω το θέμα των ειδικών ζημιών και γενικών αποζημιώσεων. Σε σχέση με τις ειδικές ζημιές είναι καθιερωμένη αρχή ότι αυτές πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει τη ζημία του με θετική μαρτυρία.[26] Οι διάδικοι οφείλουν λοιπόν να αποδεικνύουν τις ειδικές ζημιές τους.[27] Η μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, σε συνάρτηση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι αποδεικνύουν στον απαιτούμενο βαθμό τα ακόλουθα ποσά τα οποία ο Ενάγοντας διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις. Σημειώνω ότι με την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ζητούσε ως ειδικές αποζημιώσεις περί του ποσού των € 2900 το οποίο περιορίστηκε σε € 1.400 . Το ποσό των € 750 αφορά έξοδα φυσιοθεραπείας και το ποσό των €650 αφορά ιατρικά έξοδα του ΜΕ
  2. Κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι ειδικές ζημιές. Αναφορικά με τις αξιωμένες γενικές αποζημιώσεις, έχω κατά νου ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδικάζονται είναι η δίκαιη αποζημίωση του θύματος για τη ζημιά και τραυματισμούς που έχει υποστεί και συναρτώνται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη, τη δυσχέρεια που προκαλούν τα τραύματα, τη διάρκεια των τραυμάτων και τα κατάλοιπα από τους τραυματισμούς με την όποια μορφή αυτά παίρνουν. Δεν υπάρχει μέτρο, ούτε ζυγαριά, με τα οποία θα μπορούσαμε να μετρήσουμε και να ζυγίσουμε αυτό τούτο τον τραυματισμό και τα όσα πιθανόν να έπονται απ' αυτόν, χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα[28]. Έχω επίσης κατά νου ότι το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι εύλογο,[29] «κοινωνικά αποδεκτό»[30] και να αντανακλά την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο που υπέστη το αθώο μέρος[31]. Επίσης, χωρίς όμως να πρόκειται για απόλυτο κανόνα, διαπιστώνεται μια γενικά αυξητική τάση στα ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις. [32] Η υποτίμηση του χρήματος στην περίοδο που διέρρευσε από τον χρόνο προηγουμένων επιδικασθέντων ποσών, είναι παράγοντας που κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψη.[33] Για τον λόγο αυτό, προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο με την έννοια του δεδικασμένου αλλά παρέχουν απλή καθοδήγηση στο Δικαστήριο.[34] Για σκοπούς καθοδήγησης ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων έχω λάβει υπόψη μου, το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν σε περιπτώσεις όπου η φύση και έκταση των τραυματισμών όπως και τα κατάλοιπα των τραυμάτων ήταν αντίστοιχα ή προσομοίαζαν με την παρούσα υπόθεση όπως τις αποφάσεις στις υποθέσεις: Μαρία Παπαγγελοδήμου κ.α. v Ηλιάδη
(1991)Α.Α.Δ. 639, Κεζαρίδης v Kώστα Κωνσταντίνου
(2007)Ι ΑΑΔ 1373, Χαραλάμπους v Χριστοφόρου
(2012)Ι Α.Α.Δ. 733, L.P. Transbeton Ltd v Κώστα Σταύρου
(2009)Ι Α.Α.Δ. 304, Γ. Ρούμπα v Σταύρου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1129, Νικολάου v Στέλιος Στυλιανού Π.Ε.412/2008 ημερ. 11/10/2011. Για σκοπούς γενικών αποζημιώσεων λοιπόν λαμβάνω υπόψη μου ότι ο Ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 48 ετών. Κατά το χρόνο πρόκλησης σ' αυτόν του ατυχήματος έχασε τις αισθήσεις του και παρουσίασε μωλωπισμούς και εκχυμώσεις στο λαιμό και στον αυχένα. Το κτύπημα δεν ήταν απαλό. Παρουσίασε και εξακολουθεί να παρουσιάζει δυσκαμψία στον αυχένα, παρουσίασε πόνο στη δεξιά ωμοπλάτη και βραχίονα, υπόφερε από κεφαλαλγία και ζάλη, υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εγκεφαλική διάσειση. Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Σταδιακά παρουσίασε βελτίωση της κεφαλαλγίας της ζάλης και του πόνου στην αυχενική μοίρα. Λαμβάνω υπόψη μου ότι απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα από την εργασία του και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Λόγω έντονου πόνου και υποτροπής στο δεξί ώμο με ανικανότητα κινήσεων στο άνω άκρο υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία και κρίθηκε αναγκαίο όπως χειρουργηθεί και χειρουργήθηκε στις 14/06/2012 και η ρήξη αποκαταστάθηκε με συρραφή του τένοντα. Ακινητοποιήθηκε για ένα μήνα και υποβλήθηκε για δύο μήνες σε φυσιοθεραπεία. Έλαβα επίσης υπόψη ότι σήμερα έχει επηρεαστεί η προσωπική του ζωή δεν μπορεί να ασχοληθεί με το κυνήγι. Έχει παραμείνει η δυσκαμψία στον αυχένα, σπονδυλαρθρίτιδα, και έχει πόνο στις αλλαγές του καιρού. Επίσης έχει υποστεί περιορισμό των κινήσεων στο δεξί ώμο. Δεν μπορεί να εκτελεί βαριές δουλειές ή εργασίας με τα χέρια όπως να σηκώνει βάρη ή κλάδεμα δέντρων. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η επιδίκαση του ποσού των €20.000 ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης ότι συνιστά δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τον Ενάγοντα. Αναφορικά με την επιδίκαση τόκου ως προκύπτει από το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ο νόμος απολήγει στην παροχή δυνατότητας επιδίκασης τόκου για ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος ή από οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, ως ήθελε κριθεί δίκαιο. To Δικαστήριο δύναται να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Ως έχει περαιτέρω νομολογηθεί επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος εκτός εάν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα. Ο νόμιμος τόκος επιδικάζεται επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων.[35] Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής από τον Ενάγοντα. Ενώ το επίδικο συμβάν συνέβη τον Ιούνιο 2011 η αγωγή καταχωρήθηκε 2 χρόνια μετά περί το Φεβρουάριο
  1. Δεν υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση ως προς την καθυστέρηση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στην καταχώρηση της αγωγής. Κρίνω λοιπόν ότι η καθυστέρηση είναι μεγάλη και δε δικαιολογήθηκε επαρκώς ώστε θεωρώ η επιδίκαση τόκων ως προς τις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις να αρχίζει από την καταχώρηση της αγωγής. Καταληκτικά εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €20.000 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από την 11/02/2013 πλέον €1.400 ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από την 11/02/
  2. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............. Μ-Α Στυλιανού, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Al Watani κ.α. v Παπαδοπούλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ 1924 [2] Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551, Adidas Sportshunfanbriken Adi DasslerKG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 599. [3] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [4] Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). [5] Παπαλλής κ.α ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83 [6] Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 551, Adidas Sportshunfanbriken Adi DasslerKG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 599). [7] Γεώργιος Παπαγεωργίου v Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 [8] Πανίκκος Κοκκινής ν. Συμεών Κοκκινής, ECLI:CY:AD:2017:A179, Πολ. Έφεση αρ. 247/2011 ημερομηνίας 17/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:A179. [9] Ελένη Τσαγγάρη Δημητρίου ν. Ανδριανής Κυριάκου Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1285). [10]
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1118. [11]
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 423. [12]
(2005)1 Α.Α.Δ. 556 [13]
(1997)1 Α.Α.Δ. 211 [14] Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 [15] Kυριάκου v Caramondani Bros Limited
(2001)1 (A) Α.Α.Δ. 219, Κωνσταντίνου v Phasouri Plantantions
(1992)1 (A) Α.Α.Δ. 720. [16] Owen v. Brimmell [1977] 1 Q.B. 859 [17] Chapman v Copeland
(1966)Times 7 May, 110 Sol Jo 569, CA. [18] Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B. 461 και Clerk & Lindsell on Torts, 16th Ed., par. 1-156. [19] Χ'' Παυλή κ.α. v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220. [20] Covotsos Textiles v. Serghiou
(1981)1 C.L.R. 475 [21] Odysseos v. Mantovani & Sons
(1989)1 C.L.R. 321 [22]
(1992)1 Α.Α.Δ. 123 [23]
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 [24] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου μέσω των γονέων του και φυσικών κηδεμόνων του, Χρίστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1Α Α.Α.Δ 432 και Sigma Radio TV Public Ltd κ.α και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α Πολ. Έφεση αρ. 272/13 ημερ.08.06.21). [25]
(2009)1Α Α.Α.Δ 145 [26] Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475. [27] Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126. [28] Χαριλάου ν Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, Fletcher v Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726, Constantinou v Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416. [29] Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν Αλέξανδρος Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079 [30] Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 [31] Φοινικαρίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 [32] Παναγή ν Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669 [33] (βλ.Σύγραμμα Φρίξου Νικολαΐδη 'Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες' παρ. 1-21, σελ. 25) [34] Ιακώβου ν Παπαδάκη κ.α
(2000)1Γ Α.Α.Δ 2079) [35] Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 2134. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.