← Κύπρος

T. P. M. H. L. ν. Ι. Κ., Aρ. Αγωγής: 1970/2019, 5/12/2022

T. P. M. H. L. ν. Ι. Κ., Aρ. Αγωγής: 1970/2019, 5/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A240 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1970/2019 Μεταξύ: T. P. M. H. L. Εναγόντων και Ι. Κ. Εναγόμενου ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 8.6.2022 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.12.2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο - αιτητή: κ. Ζ. Νικολαΐδης, για ΖΗΝΩΝΑΣ Ν ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Κλ. Παπή, για ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου είναι για το συνολικό ποσό των €423.610,11 το οποίο τους οφείλει ο εναγόμενος, δυνάμει δυο πιστωτικών διευκολύνσεων που του είχαν παραχωρήσει στον ουσιώδη χρόνο, υπό μορφή δανείου, η μια και τρεχούμενου λογαριασμού, η άλλη. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν και την εκποίηση των βεβαρημένων, με 5 υποθήκες, ακινήτων, οι οποίες συστάθηκαν για σκοπούς εξασφάλισης των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρήσει στον εναγόμενο. Επειδή, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, έχει σημασία παρατίθεται το ιστορικό της υπόθεσης, όπως προκύπτει από το φάκελο. Ειδικότερα: Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους, με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 10/9/

  1. Ο εναγόμενος - αφού του επιδόθηκε η αγωγή - στις 29/10/2020 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, συμπληρωμένο ιδιοχείρως, στο οποίο δηλώνει ότι υπερασπίζεται αυτοπροσώπως και στις 9/11/2020, κάποιο άλλο έγγραφο, με τίτλο, «Έκθεση υπεράσπισης στην Αγωγή Αρ. 1970/201», συμπληρωμένο κι αυτό, ιδιοχείρως. Στο συγκεκριμένο έγγραφο, επισυνάπτονται και διάφορα έγγραφα. Οι ενάγοντες, στις 23/11/2020 εξέδωσαν κλήση για οδηγίες, η οποία ορίστηκε για εξέταση, στις 7/4/
  2. Την ημέρα αυτή, το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από το παρών) όρισε την αγωγή για οδηγίες, στις 9/6/2021, με οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, εκατέρωθεν, εντός 60 ημερών. Στις 9/6/2021, η αγωγή επαναορίστηκε για οδηγίες, στις 6/10/2021 και δόθηκαν ξανά οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, εκατέρωθεν, εντός 90 ημερών. Οι ενάγοντες, συμμορφούμενοι με τις τελευταίες οδηγίες του Δικαστηρίου, στις 9/9/2021 καταχώρησαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Ο εναγόμενος, εν τέλει διόρισε δικηγόρο, ο οποίος, στις 4/10/2021 καταχώρησε στο πρωτοκολλητείο σχετική ειδοποίηση. Στις 6/10/2021, η υπόθεση ορίστηκε στις 25/1/2022 για οδηγίες και έκδοση οδηγιών δυνάμει της Δ.30, με περαιτέρω οδηγίες, όπως ο εναγόμενος προβεί μέχρι τότε, σε όλα τα διαβήματα για τροποποίηση της υπεράσπισης και για καταχώρηση οποιασδήποτε άλλης αίτησης αναφορικά με τη Δ.
  3. Την ημέρα αυτή, η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες, στις 8/4/2022 και δόθηκε περαιτέρω χρόνος στον εναγόμενο για καταχώρηση παραρτήματος, τυχόν κλήσης οδηγιών, ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων καθώς και αίτησης τροποποίησης της υπεράσπισής του μέχρι τις 31/3/
  4. Ο εναγόμενος, την 1/3/2022 καταχώρησε - μέσω του δικηγόρου του - αίτηση, με την οποία, στην ουσία ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφεται ολόκληρη η υπεράσπισή του και η αντικατάστασή της με την επισυναπτόμενη στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωσή του, υπεράσπιση, η οποία σημειώνεται ως τεκμήριο
  5. Οι ενάγοντες, στις 5/5/2022 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία, στις 25/5/2022 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, άνευ βλάβης. Την ίδια μέρα, το Δικαστήριο όρισε την κλήση οδηγιών των εναγόντων, στις 6/10/2022 και παράτεινε το χρόνο καταχώρησης του παραρτήματος εκ μέρους του εναγόμενου, για περαιτέρω 60 μέρες. Ο εναγόμενος, στις 8/6/2022 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία, στην ουσία ζητά και πάλι, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφεται ολόκληρη η υπεράσπισή του και η αντικατάστασή της με το κείμενο υπεράσπισης (στο οποίο περιλαμβάνεται και ανταπαίτηση) που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1, στην ένορκη δήλωση στην οποία έχει προβεί προς υποστήριξη της αίτησης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1, 5 και 6, Δ.23, Δ.39 Θ.Θ.1 μέχρι 21, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, 7, 8 και 9 και Δ.64 Θ.Θ. 1 και 2, στα Άρθρα 9 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 5, 6 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο δίκαιο της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τέλος, στη φυσική δικαιοσύνη. Οι ενάγοντες, στις 19/9/2022 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία αποτελείται από 15 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τού υπαλλήλου τους, Γ. Γ.. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι η υπόθεση τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά, στις 21/11/2022, που η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών - και έτσι είναι - ότι η υπό κρίση αίτηση, έχοντας υπόψη ότι καταχωρήθηκε μετά την έκδοση κλήσης οδηγιών εκ μέρους των εναγόντων διέπεται από την ισχύουσα - νέα - Δ.25 και ειδικά από το Θ.1

(3), ο οποίος προνοεί ότι: «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αίτησης και ειδικά της θέσης του, ότι η αιτούμενη τροποποίηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραπάνω πρόνοιας και συγκεκριμένα, ότι η καταχώρηση από τον ίδιο της υφιστάμενης υπεράσπισής του, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, αποτελεί καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της εν λόγω υπεράσπισης, στην υποστηρικτική τής υπό κρίση αίτησης, ένορκη δήλωσή του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στις 17/11/2021 διόρισε δικηγόρο του τον κ. Ζήνωνα Νικολαΐδη και κατά την μελέτη της αγωγής παρουσιάστηκε η ανάγκη για την υπό κρίση αίτηση. Κατά τη μελέτη της υπόθεσης και για την ακρόασή της διαπιστώθηκε ότι η υπεράσπιση ήταν ελλιπής και πολλοί ουσιαστικοί λόγοι απουσίαζαν από την αρχικά, καταχωρηθείσα υπεράσπισή του, η οποία δεν παρουσίαζε πλήρως λεπτομέρειες και πληροφορίες σχετικά με τους λόγους που θα έπρεπε να αναφέρει για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης. Η διόρθωση και/ή αντικατάσταση και/ή τροποποίηση της υπεράσπισής του και η παροχή άδειας για καταχώρηση νέας υπεράσπισης είναι αναγκαία για να καθοριστούν με σαφήνεια οι πραγματικές θέσεις και να διαλευκανθούν τα πραγματικά θέματα που χρήζουν εξέτασης, για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης καθώς και η εξέταση της ανταπαίτησής του. Κατά τη σύνταξη της αρχικής υπεράσπισής του, λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν είχε λάβει νομική συμβουλή και δεν γνώριζε πώς και με ποιο τρόπο να διατυπώσει τα όσα επιθυμεί να ισχυριστεί στη δικογραφία του έτσι που να είναι σε θέση να τύχει δίκαιης δίκης. Θεωρεί ότι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να πετύχει η αίτηση καθώς θα του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί τόσο τα νόμιμα δικαιώματά τους, αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, η οποία «διασφαλισμένα από τα Διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα και είναι ουσιώδους σημασίας για την ομαλή λειτουργεία της κοινωνίας.». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αλλά και την πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου πιστεύει ότι έχει αποδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» για την επιτυχία της αίτησης. Έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ότι στη βάση της αρχής της ισότητας των όπλων πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να τροποποιήσει την υπεράσπισή του καθώς δεν είχε νομική βοήθεια ή γνώσεις για να διασφαλίσει τα δικαιώματά του και ο μόνος λόγος που δεν μπορούσε να διορίσει δικηγόρο ήταν η αισχρή οικονομική του κατάσταση που θεωρεί άθλια. Ενόψει των συνεπειών που πιθανόν να προκύψουν αν δεν του δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς καμιά ζημιά δεν θα υποστούν οι ενάγοντες που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα είναι δίκαιο να δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Με τη σειρά τους, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του, στη γραπτή αγόρευσή τους, κινούμενοι στο ίδιο μήκος κύματος, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής: Καταρχήν, επαναλαμβάνουν την κεντρική θέση του, ότι το δικαίωμά του για τροποποίηση της υπεράσπισής του, αλλά και της προσθήκης ανταπαίτησης πηγάζει μέσα από τη νέα Δ.25, καθώς η παράλειψή του να συμπεριλάβει τα απαιτούμενα εντός της αρχικής υπεράσπισής του - την οποία συνέταξε μόνος και χωρίς καμιά βοήθεια ή συμβουλή από δικηγόρο - μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί καλόπιστο λάθος, εντός του πλαισίων και ορισμού του νόμου, της νομολογίας και των αρχών του δικαίου καθώς το αντίθετο, θα του αποστερούσε το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να διασαφηνίσει με ακρίβεια τα θέματα τα οποία χρειαζόταν το Δικαστήριο, για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, είναι η θέση τους, ότι στην περίπτωσή του τυγχάνει εφαρμογής και ο Θ.5 της Δ.25, ο οποίος προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ και στις περί αντιθέτου θέσεις των εναγόντων εξηγώ αμέσως γιατί θεωρώ ότι η υπό κρίση αίτηση, μολονότι διέπεται από την ισχύουσα - νέα - Δ.25, εντούτοις, δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αποδοχή της, δυνάμει, είτε του Θ.1
(3)είτε του Θ.5. Η παντελής ανικανότητα ενός διαδίκου να συντάξει κάποιο δικόγραφο, που να ικανοποιεί κατ' ελάχιστον τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για να είναι στην πραγματικότητα, ό,τι κατ' όνομα αποκαλείται από το συντάκτη του, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ανάγκη, στην ουσία, ολοκληρωτικού παραμερισμού του συγκεκριμένου εγγράφου - «δικογράφου» και η αντικατάστασή του με κάποιο άλλο, τελείως διαφορετικό, τύποις και ουσία, πραγματικό δικόγραφο, επ' ουδενί προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει κάτι τέτοιο, δυνάμει, είτε του Θ.3
(1), ο οποίος διαλαμβάνει για την τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου - για ό,τι μας ενδιαφέρει - νοουμένου ότι η αναγκαιότητα για τροποποίησή του, εδράζεται σε καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξή του είτε ακόμη, του Θ.5, αν εκ εφόσον στην έννοια της «οποιασδήποτε διαδικασίας», ήθελε θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται και το δικόγραφο. Γιατί τώρα θεωρώ ότι η υφιστάμενη - και προς αντικατάσταση - «υπεράσπιση», μόνο κατ' όνομα αποτελεί υπεράσπιση, ενώ στην πραγματικότητα, τύποις και ουσία αποτελεί κάτι μεταξύ υπομνήματος και αναφοράς. Οι ενάγοντες, σε μια ορθά δομημένη έκθεση απαίτησης (υπό την έννοια ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Δ.19 - που αναφέρεται γενικά στα δικόγραφα - καθώς και της Δ.20 - που αναφέρεται ειδικά στην έκθεση απαίτησης -) αναφέρονται σε δυο πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρήσει στον εναγόμενο στον ουσιώδη χρόνο, δυνάμει δυο συμφωνιών, δανείου η μία και τρεχούμενου λογαριασμού, η άλλη. Με αυτή, σε 15 ξεχωριστές και αριθμημένες παραγράφους αναφέρονται - μεταξύ άλλων - στους βασικούς όρους των εν λόγω συμφωνιών, στις εξασφαλίσεις τους, στην πορεία λειτουργίας τους μέχρι και τον τερματισμό τους από τους ίδιους καθώς και στο λόγο τερματισμού τους. Αναφέρουν ακόμη τα κατ' ισχυρισμό τους, υπόλοιπα των σχετικών λογαριασμών και γενικά, το σύνολο των - κατ' ισχυρισμών τους - ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον του εναγόμενου. Και βέβαια, ως είναι φυσικό, με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης, με ξεχωριστή και αριθμημένη και πάλι παράγραφο (την 16η), αξιώνουν εναντίον του εναγόμενοι, ό,τι αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Ας δούμε τώρα τι συνθέτει την υπεράσπιση του εναγόμενου στην εναντίον του αγωγή, σύμφωνα με το ιδιόχειρο έγγραφο που έχει καταχωρήσει, το οποίο ο ίδιος αποκαλεί υπεράσπιση. Ειδικότερα: Καταρχήν, το εν λόγο έγγραφο, έκτασης 5 σελίδων αποτελείται μόνο από 2 αριθμημένες παραγράφους. Στην πρώτη, ο εναγόμενος αναφέρει κατά λέξη τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την αγωγή αυτή καλούνται οι ενάγοντες να δηλώσουν ότι έχουν μελετήσει όλες τις πράξεις και δράσεις που αφορούν την διαχείριση των λογαριασμών μου που αφορά η παρούσα αγωγή και έχουν διαπιστώσει το νόμιμο τούτων και δέχονται τις συνέπειες των πράξεων τους αυτών, νομικές, αστικές και ποινικές. Για όσες δράσεις θεωρούν επιλήψιμες, καλούνται να τις αποσύρουν ή και διαγράψει αν το επιθυμούν.» Ότι η εν λόγω αναφορά του, που δεν συναρτάται είτε γενικά είτε ειδικά με οποιοδήποτε δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγόντων μα ούτε και βγάζει καθόλου νόημα, πόρρω απέχει από το να θεωρηθεί δικόγραφο και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, υπεράσπιση είναι ολοφάνερο. Με την επόμενη παράγραφο (την υπ' αριθμό 2), η οποία αποτελείται από μια υποπαράγραφο [την (α)], ο εναγόμενος, μολονότι αρχίζει την αναφορά του με τη φράση «Σχετικά με την παράγραφο 3 της αγωγής αυτής, δηλώνω», στη συνέχεια παραθέτει διάφορες θέσεις, που έμμεσα φαίνεται να αφορούν στην επίδικη συμφωνία δανείου, με αναφορά σε κάποιες λεπτομέρειες αναφορικά με το επιτόκιο κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας. Σε ξεχωριστή - και χωρίς αρίθμηση - παράγραφο στη συνέχεια, όπως αναφέρει, το δάνειο του δόθηκε χωρίς να του ζητηθεί καμιά ίδια συνεισφορά. Ήταν οικιστικό και του δόθηκε για αγορά γης για ανέγερση κατοικίας. Τα όσα αναφέρει στην επόμενη παράγραφο, αφορούν μάλλον στην επίδικη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, την οποία διασυνδέει με την επίδικη συμφωνία δανείου. Σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός, με όριο τις £50.000, του δόθηκε για πληρωμή της προκαταβολής για την αγορά της γης που αφορούσε το επίδικο δάνειο και ακόμη, πληρωμή δόσεων του εν λόγω δανείου και σε περίπτωση δυσκολιών, θα του αύξαναν το όριο του τρεχούμενου. Μετά από διαμαρτυρίες του, από 1/1/2008 το επιτόκιο του τρεχούμενου καθορίστηκε 6% κυμαινόμενο, ήτοι, 2% περιθώριο σταθερό και 4 βασικό της ΕΚΤ, που ήταν η μεταβλητή παράμετρος. Όπως αναφέρει στην επόμενη παράγραφο, η τράπεζα, κατά καιρούς αύξανε το περιθώριο του επιτοκίου κατά το δοκούν και όταν το αντιλαμβανόταν, δεν το αποδεχόταν και διαμαρτυρόταν, χωρίς να εισακούεται και με την προτροπή, αν δεν του αρέσει να πάει σε άλλα τράπεζα, πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει. Όπως αναφέρει καταληκτικά, στην ίδια παράγραφο, τελικά αύξησαν το περιθώριο στο 400%, σχεδόν, του αρχικού. Στην επόμενη παράγραφο, προσάπτει, υποθέτω στην τράπεζα, ότι αύξαναν το επιτόκιο και στον τρεχούμενο λογαριασμό και πάντα διαμαρτυρόταν, χωρίς να εισακούεται. Όπως αναφέρει στην μεθεπόμενη παράγραφο, στις 22/5/2017 απέστειλε επιστολή στην τράπεζα σχετικά με το θέμα και ζητούσε να εφαρμόσουν τα συμφωνηθέντα επιτόκια και να καθορίσουν τα πραγματικά υπόλοιπα των λογαριασμών του και ακολούθως, από κοινού να συμφωνήσουν τρόπους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Μέχρι σήμερα δεν είχε γραπτή απάντηση. Όπως αναφέρει στην επόμενη παράγραφο, στις 22/6/2018, σε συνάντησή του με το λειτουργό της τράπεζας (αναφέρεται το όνομά του), ο τελευταίος, του είπε ότι η τράπεζα αποδέχτηκε ότι είχε δίκαιο σχετικά με τα περιθώρια (κέρδους) των επιτοκίων. Ο ίδιος λειτουργός, στις 29/8/2018, του ανακοίνωσε ότι το υπόλοιπο του τρεχούμενοι λογαριασμού από €133.000, θα γίνει €117.000 και του λογαριασμού δανείου, από €267.000 περίπου, θα γίνει €185.
  1. Όπως αναφέρει σε κάποια άλλη παράγραφο, πρόθεσή του είναι να ξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις του προς την τράπεζα, με τρόπο που θα συμφωνήσουν αμοιβαία, αφού πρώτα εφαρμόσουν σε όλους τους λογαριασμούς του, τα νόμιμα συμφωνηθέντα επιτόκια και αφαιρεθούν όλες οι παράτυπες χρεώσεις. Στην επόμενη παράγραφο αναφέρει τα εξής: «Εάν οι ενάγοντες (Τ.Κ.) δεν συμφωνούν τότε ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο να προχωρήσει στην εκδίκαση της αγωγής αυτής και να καθοριστούν οι ευθύνες του κάθε διαδίκου.» Με την επόμενη παράγραφο ζητά άδεια του Δικαστηρίου για να προσκομίσει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, συμπληρωματική έκθεση υπεράσπισης, που θα προκύψει με τη βοήθεια σχετικών εμπειρογνωμόνων, μετά από μελέτη όλων των εγγράφων που αφορούν τους λογαριασμούς αυτούς. Τέλος, με την τελευταία παράγραφο, καλεί τους ενάγοντες να αιτιολογήσουν όλες τις χρεώσεις που συνιστούν τις απαιτήσεις τους. Όπως αναφέρει καταληκτικά «Διαφωνώ με το ποσό αυτό.» Από τις παραπάνω θέσεις του και γενικά, από την όλη δομή της φερόμενης υπεράσπισής του, στην οποία - για να επαναλάβω - επισυνάπτει και αριθμό εγγράφων, είναι φανερό ότι αυτή αντίκεται ή δε συνάδει, μεταξύ άλλων, με τους ακόλουθους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας: Αρχίζοντας με τη Δ.19, με το Θ.4, ο οποίος προνοεί ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει - στην προκειμένη περίπτωση - την υπεράσπισή του, αλλά, όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχτούν τα γεγονότα και πρέπει, όπου είναι αναγκαίο, να διαιρείται σε παραγράφους, αριθμημένες κατά σειρά. Με το Θ.11, ο οποίος προνοεί ότι κάθε ισχυρισμός γεγονότος σε κάθε δικόγραφο, αν δεν αποκρούεται ειδικά ή με το αναγκαίο συμπέρασμα ή αν δεν αναφέρεται ότι είναι μη παραδεκτός στα δικόγραφα της άλλης πλευράς, θα θεωρείται σαν παραδεκτός. Με το Θ.13, ο οποίος - για ό,τι μας αφορά - προνοεί ότι ο εναγόμενος πρέπει να εγείρει με το δικόγραφό του όλα τα ζητήματα που θα να δείχνουν ότι η αγωγή δεν ευσταθεί και θα πρέπει επίσης να εγείρονται όλα τα σημεία της υπεράσπισης, που αν δεν εγερθούν, θα καταλάβουν το αντίδικο μέρος εξ απροόπτου. Με το Θ.15, ο οποίος - για ό,τι και πάλι μας αφορά - προνοεί ότι δεν θα είναι ορθό για ένα εναγόμενο να αρνείται με την υπεράσπισή του γενικά τα γεγονότα που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης, αλλά, θα πρέπει να ασχολείται ειδικά με κάθε ισχυρισμό γεγονότος που δεν παραδέχεται την ορθότητά του. Τέλος, με το Θ.16, ο οποίος προνοεί ότι όταν ένας διάδικος σε οποιοδήποτε δικόγραφο αρνείται ένα ισχυρισμό γεγονότος στο προηγούμενο δικόγραφο του αντιδίκου του, δεν πρέπει να το κάμει υπό τύπον υπεκφυγής, αλλά να απαντήσει στην ουσία του σημείου. Το τελευταίο, διαλαμβάνεται και στη Δ.21 Θ.13, η οποία προνοεί ότι ουδεμία υπεράσπιση θα πρέπει να γίνεται υπό τύπο υπεκφυγής. Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι η υφιστάμενη υπεράσπιση του εναγόμενου είναι τόσο προβληματική, σε βαθμό που, ακόμη και να του επιτραπεί να την προβάλει, ως έχει, εξ αντικειμένου, είναι πολύ αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να προκαλέσει οποιαδήποτε ουσιαστική επίπτωση στην αγωγή, την απόρριψη της οποίας, ούτε καν ζητά. Προκειμένου να γίνει κατανοητό τι θέλω να πω, αρκεί να επαναλάβω την ακόλουθη αναφορά του από την τελευταία παράγραφο στη σελίδα 4: «Πρόθεσή μου είναι να εξοφλήσω όλες τις υποχρεώσεις μου προς την τράπεζα, με τρόπο που θα συμφωνήσουμε αμοιβαία, αφού πρώτα εφαρμοστούν σε όλους τους λογαριασμούς μου τα νόμιμα συμφωνηθέντα επιτόκια και αφαιρεθούν όλες οι «παράτυπες» (και όχι παράνομες) χρεώσεις.» Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για να συνεχίσω, ενώ αυτή είναι η υπεράσπιση του εναγόμενου, η οποία - για να επαναλάβω - καταχωρήθηκε στις 9/11/2020, ουδεμία αντίδραση υπήρξε εκ μέρους των εναγόντων, οι οποίοι θεωρώ ότι, σε κάθε περίπτωση και για σκοπούς εξοικονόμησης του δικαστικού χρόνου, θα μπορούσαν και ενδεχομένως, όφειλαν κιόλας να προβούν σε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα δικονομικά διαβήματα: Καταρχήν, σε εφαρμογή της Δ.19 Θ.26, θα μπορούσαν να ζητήσουν τη διαγραφή από την υπεράσπιση, όλων εκείνων των αναφορών του εναγόμενου, που δεν είναι αναγκαίες και ενδεχομένως, ακόμη και σκανδαλώδεις. Για παράδειγμα, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι τι νόημα έχει να καλεί τους ενάγοντες - στην πρώτη κιόλας παράγραφο - να δηλώσουν ότι έχουν μελετήσει τις πράξεις και δράσεις τους και δέχονται τις συνέπειές τους, ακόμη και ποινικές. Έπειτα, σε εφαρμογή της Δ.24 Θ.6, θα μπορούσαν να αποταθούν στο Δικαστήριο για έκδοση απόφασης εναντίον του, στο βαθμό που με την υπεράσπισή του, ουσιαστικά παρέχεται ότι τους οφείλει δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Έπειτα, σε εφαρμογή της Δ.27 Θ.3, θα μπορούσαν να ζητήσουν από το Δικαστήριο τη διαγραφή της υπεράσπισης, ως μηδαμινής ή ενοχλητικής. Τέλος, δυνάμει της Δ.64, θα μπορούσαν να επιδιώξουν τον παραμερισμό της υπεράσπισης, καθότι, για όλους τους λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), υπήρξε σοβαρή εκτροπή από τους Θεσμούς που διέπουν τη σύνταξη κανονικής υπεράσπισης. Τίποτε από τα παραπάνω έχει γίνει, για μια υπεράσπιση, τόσο προβληματική - στην οποία επισυνάπτονται ακόμη και έγγραφα - και το σοβαρό ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: δεδομένου ότι η τύχη της εν λόγω υπεράσπισης, ουσιαστικά είναι προδιαγεγραμμένη και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, σε εφαρμογή της Δ.25, τι νόημα έχει είτε η έκδοση οδηγιών των εναγόντων που ακολουθούσε είτε να οδηγηθεί η υπόθεση σε ακρόαση, τη στιγμή που ο εναγόμενος, ενώ όπως προκύπτει από την προτεινόμενη - νέα υπεράσπισή του, έχει τόσο υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή όσο και ανταπαίτηση, τελικά, εκτός και αν του επιτραπεί να τις καταχωρήσει, όχι μόνο δεν θα μπορέσει να τις προβάλει, αλλά θα εμπλακεί σε μια δίκη επί ματαίω, που θα έχει ως μόνο αποτέλεσμα, την πρόκληση εξόδων και τη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου; Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, ο ίδιος είναι που έχει οδηγήσει τον εαυτό του στη δεινή θέση που βρίσκεται σήμερα, καθώς συνέταξε μια ανώφελη και σε σοβαρή αντίθεση με τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες, υπεράσπιση, τύποις και ουσία, που τώρα δεν μπορεί να την αντικαταστήσει με κανονική υπεράσπιση - με συμπερίληψη και ανταπαίτησης - επειδή η σχετική αίτησή του, και πάλι δεν καλύπτεται από τους δικονομικούς κανόνες και συγκεκριμένα, από τη Δ.
  2. Και όλα αυτά, τη στιγμή που είναι γεγονός ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν. Ηλία Ονουφρίου
(2004)1 Α.Α.Δ. 582), οι δικονομικοί κανόνες υπάρχουν για να διευκολύνουν και προστατεύουν τους διαδίκους και όχι για να συνιστούν τροχοπέδη στην απονομή της δικαιοσύνης. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και με δεδομένο ότι καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. την Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817: «.το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ 663 σύμφωνα με την οποία: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. .... Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Έχω τη γνώμη, ότι στην προκειμένη περίπτωση, προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα και των δυο πλευρών για προσφυγή στη δικαιοσύνη, επί ίσοις όροις και ότι θα τύχουν δίκαιης δίκης, η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί απευθείας στο Σύνταγμα. Με συνδυασμένη ερμηνεία των Άρθρων 30 και 35 του Συντάγματος προκύπτει ότι καθένας δικαιούται να προσφύγει στη δικαιοσύνη και όταν κληθεί να εμφανισθεί στο Δικαστήριο, έχει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς του έναντι των λόγων για τους οποίους καλείται στο Δικαστήριο καθώς και να προσαγάγει μάρτυρες και γενικά μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Αυτονόητο πως έχει το δικαίωμα να αντεξετάσει και τους μάρτυρες της άλλης πλευράς. Το Δικαστήριο δε, σε εφαρμογή του θεμελιακού του καθήκοντος - κατά το Άρθρο 35 του Συντάγματος - να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, κάθε ατόμου, οφείλει να διασφαλίσει και τα παραπάνω δικαιώματα των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, σ' ό,τι αφορά τον εναγόμενο, ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να του επιτραπεί να καταχωρήσει πραγματική υπεράσπιση στην αγωγή καθώς και την ανταπαίτησή του. Και με δεδομένο ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει, θεωρώ ότι, ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στους ενάγοντες, που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, συνεπεία της διαφαινόμενης κατάληξής μου να αποδεχθώ την αίτηση. Με αυτό δεδομένο, έχω τη βαθιά πεποίθηση, ότι το καλώς νοούμενου συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις, τις οποίες θεωρώ και απαραίτητες, αλλά και αναγκαίες, για σκοπούς δίκαιης, ορθής και αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της υπεράσπισης, με αντικατάσταση της υφιστάμενης υπεράσπισης από την επισυνημμένη - ως τεκμήριο 1 - στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου, στην οποία έχει προβεί προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση και η ανταπαίτηση, να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση, να καταχωρηθούν εντός περαιτέρω 10 ημερών. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες, στις 2/2/2023 και ώρα 08:30. Την ίδια μέρα επαναορίζεται για οδηγίες και η κλήση οδηγιών, ημερομηνίας 23/11/2020, η οποία, ασφαλώς θα ιδωθεί υπό το φως των νέων δεδομένων που δημιουργούνται ως αποτέλεσμα της αποδοχής της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα προκύψουν συνεπεία των τροποποιήσεων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου. Στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.