← Κύπρος

A.M. κ.α. ν. Α. Λ., Αριθμός αγωγής: 364/2022, 21/11/2022

A.M. κ.α. ν. Α. Λ., Αριθμός αγωγής: 364/2022, 21/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 364/2022 (i-justice) Μεταξύ: M. & S. L. Εναγόντων και Α. Λ. Εναγόμενου -------------------- Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 11.5.2022 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.11.2022 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Κ. Ηροδότου, για ΦΟΙΒΟΣ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κα Α. Αριστείδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου απαγορεύεται στον Εναγόμενο να εγγράψει οποιαδήποτε επιβάρυνση ή και δικαστική απόφαση ή και ΜΕΜΟ ή και άλλως πως επιβάρυνση δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 29/07/08 εκδοθείσας από το Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια των συνενωμένων αγωγών αρ. [ ] και [ ] ή και τοιαύτον διάταγμα μέχρι εκδίκασης της έφεσης του Εναγομένου κατά της απόφασης ημερ. 30/12/19 εκδοθείσας από το Ε.Δ. Λεμεσού στο πλαίσιο της γενικής αίτησης αρ. [ ]. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να ακυρώνονται οι εγγραφές δικαστικής απόφασης - ΜΕΜΟ - ΑΡ. [ ] ημερ. 26/04/18, [ ], [ ] ημερ. 27/12/19 και αρ. [ ], [ ] και [ ] ημερ. 28/01/20 ή και οποιαδήποτε άλλη εγγραφή της δικαστικής απόφασης ημερ. 29/07/08 εκδοθείσας από το Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια των συνενωμένων αγωγών αρ. [ ] και [ ]. Γ. Γενικές αποζημιώσεις συνεπεία παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας των Εναγόντων ή και άλλως πως. Δ. Οποιανδήποτε άλλην παρεμπίπτουσα δικαίαν και/ή εν γένει άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει υπό τας περιστάσεις. Ε. Νόμιμον τόκον. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Εγγραφής [ ])». Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος, στις 12.4.2022 καταχώρησε εμφάνιση. Οι ενάγοντες, στις 11/5/2022 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 Θ.6, Δ.18 Θ.Θ.1 μέχρι 9, Δ.25 Θ.2, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 13 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 14 και 71, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη νομολογία και τέλος, στο φάκελο της υπόθεσης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Γ. Μ.. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο ίδιος. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α) - η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του - για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως, προϋποθέσεις. Ειδικότερα: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.6. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται καθώς επίσης και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 1168, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται (σωρευτικά εννοείται) το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στον εναγόμενο (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση θα πρέπει να δίνονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148: «.είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με τη Νεάρχου (ανωτέρω) αυτός είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Όλες οι παραπάνω αρχές επαναλαμβάνονται και σε σημαντικό αριθμό, ακόμη πιο πρόσφατων αποφάσεων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Μιχαηλίδης κ.ά. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. Αρ. 60/2011, ημερ. 12/7/2016, ECLI:CY:AD:2016:A353, Χαραλάμπους ν. Νεοφύτου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 292/2011, ημερ. 7/7/2017, ECLI:CY:AD:2017:A251, BRAINVIBES LTD κ.ά. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. Αρ. 504/2012, ημερ. 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235, Χριστοδούλου ν. Σάββα, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 139/2012, ημερ. 12/9/2018, Χαράκης ν. Βρυώνη, Πολ. Έφ. Αρ. Ε28/2017, ημερ. 24/10/2018, Κωνσταντίνου κ.ά. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2013, ημερ. 5/3/2019, Φιλίππου κ.ά. ν. Κούτρα, Πολ. ΄Εφ. Αρ. 397/2012, ημερ. 20/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A235 και Χαραλάμπους (Καρούσου) v. Μελά, Πολ. Έφ. Αρ. E242/2014, ημερ. 3/9/2020. Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο ότι οι δύο πρώτες προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησε εμφάνιση. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα υπό το φως όσων αναφέρονται στις υποθέσεις Δημητρίου, The Chain Gulf Traders Ltd και Νεάρχου (ανωτέρω)από την οποία (Νεάρχου) και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ.Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία)». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(B) A.A.Δ.1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης"». Παρατηρώ τα εξής: Ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωσή του αναφέρει τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι ικανοποιούν και αυτή τη δικαιοδοτικής φύσεως, προϋπόθεση: Είναι διευθυντής των εναγόντων και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και μπορεί να ορκιστεί θετικά γι' αυτά, όντας πλήρως εμπλεκόμενος σε κάθε στάδιο και έκφανση της υπόθεσης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής (παρ. 1). Εκπροσώπησε τους ενάγοντες, έχοντας άμεση επαφή με τον εναγόμενο και τους δικηγόρους των εναγόντων, τόσο πριν όσο και κατά και μετά την αρχική αγωγή με αριθμό 5770/1997, τη συμφωνία εν συνεχεία, ημερομηνίας 11/11/2010 που έγινε με τον εναγόμενο, τη γενική αίτηση με αρ. 128/2016 και εν γένει, καθετί σχετικό με την παρούσα υπόθεση και αντιδικία. Για τα νομικά ζητήματα στα οποία αναφέρεται έχει πάρει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγόντων (παρ. 2). Επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και τις πιο πάνω αξιούμενες θεραπείες (παρ. 20). Είναι η θέση του, ενόψει και των πιο πάνω αναντίλεκτων γεγονότων, αλλά και με βάση τη συμβουλή των δικηγόρων των εναγόντων, ότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή και κανένα απολύτως γεγονός, που να μπορεί να θεωρηθεί επαρκές για να δοθεί δικαίωμα στον εναγόμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ενόψει των πιο πάνω είναι η θέση του ότι θα ήταν απρόσφορο να του επιτραπεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, γιατί αυτό θα γίνει μόνο για λόγους καθυστέρησης, ενόψει της παντελούς ανυπαρξίας καλόπιστης ή και εν γένει, οποιασδήποτε υπεράσπισης (παρ. 21). Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Με τον 1ο λόγο ένστασης, μεταξύ άλλων υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφαση και διαζευκτικά, ότι η αγωγή και/ή αξίωση των εναγόντων δεν είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Με το 2ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν συνοπτική απόφαση και/ή το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή και εξουσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση, καθώς η αξίωση για ακύρωση ΜΕΜΟ δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου με βάση τη Δ.18 Θ.1, είναι δυνατή ή έκδοση συνοπτικής απόφασης. Με τον 5ο λόγο ένστασης, υπό
(4)υποβάλλεται ότι οι ενάγοντες παράτυπα και/ή κατά παράβαση της Δ.6
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβάλλουν ως βάση της αγωγής τους το δόλο. Το Δικαστήριο, προστίθεται, στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί δόλου, ως βάση αγωγής, οι οποίοι δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να τους διαγράψει και απαλείψει, εφόσον προωθούνται με κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, αντί γενικά οπισθογραφημένο και χωρίς να προβάλλονται λεπτομέρειες δόλου, κατά παράβαση των προνοιών της Δ.6
(4). Τέλος, με τον 11ο - και τελευταίο - λόγο ένστασης, μεταξύ άλλων υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Επειδή με τους πιο πάνω, συναφείς λόγους ένστασης, ουσιαστικά εγείρονται θέματα δικαιοδοτικής φύσεως, τα οποία, ακόμη και να μην εγερθούν είναι καλά γνωστό ότι μπορούν να εξεταστούν και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, θεωρώ ορθό να προβώ σε εξέταση των υπό αναφορά λόγων ένστασης, κατά προτεραιότητα και τούτο, επειδή σε περίπτωση που οποιοσδήποτε από αυτούς ήθελε αποδειχθεί βάσιμος, αυτόματα διαγράφεται και η τύχη της αίτησης - η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί - γεγονός το οποίο θα καταστήσει περιττή και αχρείαστη την ενασχόλησή μου με οποιοδήποτε άλλο θέμα αφορά στην αίτηση. Το τι αξιώνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους εναντίον του εναγόμενου εκτίθεται αυτούσιο σε άλλο σημείο πιο πάνω. Η ουσία έγκειται στα εξής: με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία ζητούν διάταγμα που ν' απαγορεύει στον εναγόμενο να εγγράψει οποιαδήποτε επιβάρυνση και/ή ΜΕΜΟ δυνάμει της δικαστικής απόφαση η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο των συνενωμένων αγωγών [ ] και [ ] του Ε. Δ. Λεμεσού, στις 29/7/2008 μέχρι την εκδίκαση της έφεσής του, κατά της απόφασης η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης Αρ. [ ], με τη δεύτερη, διάταγμα ακύρωσης των εγγραφών της ίδιας δικαστικής απόφασης, σε 6 διαφορετικές περιπτώσεις (αναφέρονται τα στοιχεία του σχετικού, κατά περίπτωση, ΜΕΜΟ), με την τρίτη, γενικές αποζημιώσεις συνεπεία παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους, με την τέταρτη, οποιανδήποτε άλλην παρεμπίπτουσα θεραπεία και/ή διάταγμα κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με την πέμπτη, νόμιμο τόκο και τέλος, με την έκτη, έξοδα και Φ.Π.Α. Σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.1, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια, οποιαδήποτε αγωγή θα αρχίζει με κλητήριο ένταλμα (Τύπος 1 και 2). Η Δ.2 Θ.6 προνοεί ότι: «Σε αγωγές:
(1)Όπου ο ενάγοντας ζητά να ανακτήσει οφειλή ή εκκαθαρισμένο (liquidated) ποσό χρημάτων από τον εναγόμενο με ή χωρίς τόκο που προκύπτει: (α) από γραμμάτιο ή συμβόλαιο (υποσχετικό σημείωμα κ.λ.π.) ή (β) από εγγύηση όταν η απαίτηση αφορά χρέος ή εκκαθαρισμένο ποσό χρημάτων ή
(2)Όταν ο οικοδεσπότης (landlord) ζητά ανάκτηση κατοχής ακίνητης περιουσίας με ή χωρίς απαίτηση για ενοίκιο εναντίον ενοικιαστή που έληξε το συμβόλαιό του ή του δόθηκε ειδοποίηση για τερματισμό του συμβολαίου του ή που κατέστη υπεύθυνος για τη μη πληρωμή ενοικίου, ή
(3)Όπου ο ενάγοντας ζητά ανάκτηση ειδικής κινητής περιουσίας με ή χωρίς απαίτηση για μίσθωση ή για ζημιές για κατακράτηση και
(4)Σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο (εκτός από αγωγές για λίβελλο, συκοφαντία, κακόβουλη δίωξη, αποπλάνηση, διάρρηξη υπόσχεσης γάμου, και αγωγές όπου ισχυρίζεται δόλος από τον ενάγοντα, το κλητήριο ένταλμα δύναται, κατά την εκλογή του ενάγοντα, να είναι ειδικά οπισθογραφημένο (Specially indorsed) με την έκθεση απαίτησης ή με τη θεραπεία που απαιτεί ότι δικαιούται (Τύπος 2).» Τέλος, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1: «(α) Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. (β) Αν κατά την ακρόαση οιασδήποτε αίτησης σύμφωνα με αυτό το κανονισμό φανεί ότι οιαδήποτε απαίτηση που δεν έπρεπε να γίνει με ειδική οπισθογράφηση σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.6 έχει περιληφθεί στην οπισθογράφηση του κλητηρίου, το Δικαστήριο μπορεί, αν φανεί βολετό, αμέσως να τροποποιήσει την οπισθογράφηση δια απαλείψεως αυτής της απαίτησης ή μπορεί να χειριστεί την απαίτηση που είναι ειδικά οπισθογραφημένη ωσάν να μη είχε περιληφθεί άλλη απαίτηση στην οπισθογράφηση και να επιτρέψει όπως η αγωγή προχωρήσει όσον αφορά το υπόλοιπο της αγωγής». (Οι υπογραμμίσεις - όπου υπάρχουν - είναι δικές μου). Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω Θεσμών, ως θέμα ερμηνείας προκύπτουν τα εξής: Όλες οι αγωγές μπορούν να καταχωρηθούν με κλητήριο ένταλμα, γενικά οπισθογραφημένο, κατά τον Τύπο 1. Όσες αναφέρονται ειδικά στη Δ.2 Θ.6 και γενικά όλες οι αγωγές, κατ' εκλογή του ενάγοντα μπορούν να καταχωρηθούν και με κλητήριο ένταλμα, ειδικά οπισθογραφημένο, εκτός εάν πρόκειται για αγωγές για λίβελλο, συκοφαντία, κακόβουλη δίωξη, αποπλάνηση, διάρρηξη υπόσχεσης γάμου και αγωγές όπου ο ενάγοντας ισχυρίζεται δόλο. Οι τελευταίες είναι σαφές, ότι μόνο με κλητήριο ένταλμα, γενικά οπισθογραφημένο, κατά τον Τύπο 1, μπορούν να καταχωρηθούν. Απ' εκεί και πέρα, προκειμένου ένας ενάγοντας να έχει δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση για συνοπτική απόφαση και το Δικαστήριο δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης και εξουσία να εκδώσει τέτοια απόφαση, η αγωγή, πρώτο, θα πρέπει να καταχωρηθεί με κλητήριο ένταλμα, ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.6 και δεύτερο, με αυτή ο ενάγοντας να ζητά την έκδοση απόφασης για συγκεκριμένο ποσό μαζί με τον τόκο (πρώτη περίπτωση) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) (δεύτερη περίπτωση) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος (τρίτη περίπτωση) και σε κάθε περίπτωση, τα έξοδα της αγωγής. Αυτές λοιπόν είναι οι τρεις - μόνο -περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας νομιμοποιείται να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εάν κατά την ακρόαση της αίτησης, φανεί στο Δικαστήριο ότι οποιαδήποτε απαίτηση, ενώ δεν θα' πρεπε να είχε γίνει με κλητήριο ένταλμα, ειδικά οπισθογραφημένο, εντούτοις έγινε, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, εάν του φανεί βολικό, να τροποποιήσει αμέσως ένα τέτοιο κλητήριο ένταλμα, απαλείφοντας τη συγκεκριμένη απαίτηση από αυτό ή μπορεί να εξετάσει την αίτηση σε σχέση μόνο με την απαίτηση που ορθά περιλήφθηκε στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και να επιτρέψει όπως η αγωγή προχωρήσει κατά τα λοιπά. Δηλαδή, σε σχέση με την απαίτηση που εσφαλμένα περιλήφθηκε στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι οι ενάγοντες, για καμιά από τις αξιώσεις τους νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η πρώτη αξίωσή τους, για την έκδοση διατάγματος απαγόρευσης εγγραφής οποιασδήποτε επιβάρυνσης και/ή δικαστικής απόφασης και/ή ΜΕΜΟ δυνάμει της δικαστικής απόφασης, ημερομηνίας 29/7/2008 καθώς και η δεύτερη, για την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των αναφερόμενων εγγραφών (ΜΕΜΟ) δυνάμει της ίδιας απόφασης δεν εμπίπτουν σε οποιαδήποτε από τις τρεις περιπτώσεις (ως ανωτέρω) όπου ένας ενάγοντας μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Το ίδιο ισχύει και για την έωλη και χωρίς ίχνος στοιχειοθέτησης - είτε δικογραφικά είτε με μαρτυρία είτε ακόμη και στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής των δικηγόρων τους - τρίτη αξίωσή τους, για γενικές αποζημιώσεις, συνεπεία παραβίασης του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους, υπό την έννοια ότι, ενώ ζητούν γενικές αποζημιώσεις, δεν συγκεκριμενοποιούν για ποιο ποσό είναι η εν λόγω αξίωσή τους, ενώ σύμφωνα με την προηγηθείσα ερμηνεία, για να νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, προς ικανοποίηση της τρίτης, δικαιοδοτικής φύσεως, προϋπόθεσης, ο ενόρκως δηλών γι' αυτούς, με την υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωσή του, θα πρέπει να βεβαιώνει το ποσό που απαιτείται και να ζητά την έκδοση απόφασης γι' αυτό, μαζί με τον τόκο, αν υπάρχει. Η τέταρτη αξίωσή τους, αποσυνδεδεμένη από οποιαδήποτε από τις πρώτες τρεις αξιώσεις τους, είναι χωρίς νόημα και το ίδιο ισχύει και για δυο τελευταίες αξιώσεις τους (την πέμπτη, με την οποία ζητούν νόμιμο τόκο και την έκτη, με την οποία ζητούν έξοδα και Φ.Π.Α) που για να έχουν νόημα, εξυπακούεται επιτυχία της αγωγής με ικανοποίηση οποιασδήποτε ουσιαστικής αξίωσή τους. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι ανακύπτει σοβαρό κώλυμα, δικαιοδοτικής φύσεως, που δεν επιτρέπει στους ενάγοντες να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτησή τους και την ίδια ώρα, στο Δικαστήριο να της επιληφθεί επί της ουσίας. Μολονότι η τύχη της αίτησης, ουσιαστικά έχει κριθεί, εντούτοις, θα συνεχίσω, αφού θεωρώ ότι υπάρχει ακόμη ένας λόγος, δικαιοδοτικής φύσεως κι αυτός, για τον οποίο η αίτηση δεν μπορεί να ευοδωθεί. Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον του εναγόμενου, είναι τα εξής: Μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης στο πλαίσιο δυο συνεκδικαζόμενων αγωγών, ο εναγόμενος, δυνάμει της εν λόγω απόφασης - την οποία ενέγραψε στο κτηματολόγιο - επιβάρυνε με αριθμό ΜΕΜΟ, ολόκληρη την ακίνητη περιουσία των εναγόντων. Βάσει της γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 11/11/2010 (για ό,τι μας ενδιαφέρει) συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι με την καταβολή ποσού €400.000 από τους ενάγοντες στον εναγόμενο, όλες οι χρηματικές απαιτήσεις του εναντίον τους, δυνάμει της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, θα καθίσταντο πλήρως διευθετηθείσες. Με την ίδια συμφωνία, ο εναγόμενος, υπό τον όρο της καταβολής του πιο πάνω ποσού από τους ενάγοντες, ανέλαβε την υποχρέωση να αποσύρει όλα τα ΜΕΜΟ επί των ακινήτων τους, ως και κάθε μέτρο εκτέλεσης εναντίον του διευθυντή τους. Οι ενάγοντες εκπλήρωσαν τη συμβατική τους υποχρέωση, αφού κατέβαλαν στον εναγόμενο το πιο πάνω ποσό, οπότε αυτός απέσυρε όλα τα ΜΕΜΟ επί των ακινήτων τους, εκτός από δυο. Στη συνέχεια κατάθεσε και δεύτερο ΜΕΜΟ επί δυο άλλων ακινήτων τους. Οι εν λόγω επιβαρύνσεις αφορούσαν ισχυριζόμενο από τον ίδιο, οφειλόμενο υπόλοιπο, ύψους €69.968, πλέον τόκους. Οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την πιο πάνω στάση του, χωρίς αποτέλεσμα, αφού επέμενε να διατηρεί τα ΜΕΜΟ επί της περιουσίας τους. Συνεπεία αυτού καταχώρησαν τη Γενική Αίτηση [ ] με την οποία αξίωσαν την ακύρωση/διαγραφή, κάθε τέτοιας εμπράγματης επιβάρυνσης. Μετά από μακρά ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο, με τη σχετική απόφασή του, ημερομηνίας 30/12/2019, ενέκρινε την αίτησή τους. Ο εναγόμενος εφεσίβαλε την εν λόγω απόφαση, αλλά ουδέποτε εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής εκτέλεσής της, με συνέπεια την εκτέλεσή της και τη διαγραφή των σχετικών επιβαρύνσεων. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης, παρά τα πιο πάνω, ο εναγόμενος, δολίως προχώρησε σε εγγραφή επιβαρύνσεων ΜΕΜΟ επί της περιουσίας των εναγόντων, έχοντας υπόψη την ως άνω Γενική Αίτηση ή και ενώ, προφανώς, πρώτα είχε ενημερωθεί ότι θα εκδιδόταν σ' αυτήν απόφαση, στις 30/12/2019 και συνεπώς, ενεργώντας προληπτικά, πριν την έκδοση απόφασης κατάθεσε τρία ΜΕΜΟ (με στοιχεία που αναφέρονται) και μετά την έκδοση απόφασης, άλλα τρία (με στοιχεία που επίσης αναφέρονται). Είναι ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο εναγόμενος ενήργησε παράνομα ή και κατά παράβαση της απόφασης, ημερομηνίας 30/12/2019 και εν γένει, κατά παράβαση της συμφωνίας, ημερομηνίας 11/11/2010 (βλ. την παρ. 14 της έκθεσης απαίτησης, στην οποία αναφέρονται και οι λόγοι). Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους, ότι εναγόμενος έχει παραβιάσει και παραβιάζει το δικαίωμά τους για ιδιοκτησία δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος (βλ. την παρ. 15 της έκθεσης απαίτησης, στην οποία εκτίθενται και σχετικές λεπτομέρειες). Από τα παραπάνω, είναι σαφές, ότι, στο σύνολό τους οι αξιώσεις των εναγόντων εδράζονται στο θεμελιακό ισχυρισμό τους, ότι ο εναγόμενος στον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ενήργησε δολίως. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι σε εφαρμογή της Δ.2 Θ.6
(4), μόνο με κλητήριο ένταλμα, γενικά οπισθογραφημένο, θα μπορούσαν να καταχωρήσουν την αγωγή τους. Το γεγονός ότι δεν το έκαναν και την καταχώρησαν με κλητήριο ένταλμα, ειδικά οπισθογραφημένο, σ' ό,τι αφορά στην αγωγή τους αποτελεί ασφαλώς παρατυπία, που υπό προϋποθέσεις είναι θεραπεύσιμη. Ωστόσο, αυτό δεν είναι θέμα το οποίο μπορεί ή θα πρέπει να με απασχολήσει στο παρόν στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Το θέμα είναι κατά πόσο υπάρχουν επιπτώσεις στην υπό κρίση αίτηση, συνεπεία της εν λόγω παρατυπίας, έχοντας υπόψη ότι, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) η καταχώρηση της αγωγής με κλητήριο ένταλμα, ειδικά οπισθογραφημένο αποτελεί την πρώτη, προκαταρκτική - δικαιοδοτικής φύσεως, προϋπόθεση, για σκοπούς νομιμοποίησης του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης και οι ενάγοντες, ναι μεν καταχώρησαν την αγωγή τους με τέτοιο κλητήριο, πλην όμως, δεδομένου ότι με αυτήν προσάπτουν δόλο στον εναγόμενο, όφειλαν να την είχαν καταχωρήσει με κλητήριο ένταλμα, γενικά οπισθογραφημένο. Όπως επισημαίνεται στην LOUKOS TRADING CO LTD κ.α. ν. ΡΕΙΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ. ΛΤΔ
(2000)1 Α.Α.Δ 1014: «΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Έχοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες, μολονότι με την αγωγή τους προσάπτουν δόλο στον εναγόμενο, αντί να την καταχωρήσουν με κλητήριο ένταλμα, γενικά οπισθογραφημένο, την καταχώρησαν με κλητήριο ένταλμα, ειδικά οπισθογραφημένο και στη συνέχεια καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι το έκαναν, προκειμένου να ικανοποιήσουν την πρώτη, δικαιοδοτικής φύσεως, προϋπόθεση, για σκοπούς νομιμοποίησής τους να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Αυτή η ενέργεια τους, σ' ό,τι αφορά την υπό κρίση αίτηση, απολήγει να προσλαμβάνει τη μορφή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Με αυτό δεδομένο, όπως και το Εφετείο στη LOUKOS TRADING CO LTD (ανωτέρω), στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία με διάταγμα απόρριψης της αίτησης και για αυτό το λόγο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει την υπεράσπισή του, χωρίς οποιοδήποτε όρο, εντός 15 ημερών από σήμερα. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος των εναγόντων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.