← Κύπρος

Μ. Α. κ.α. ν. Ν. Α. κ.α., Aρ. Αγωγής : 370/2022, 25/11/2022

Μ. Α. κ.α. ν. Ν. Α. κ.α., Aρ. Αγωγής : 370/2022, 25/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής : 370/2022 (i-Justice) Μεταξύ:

  1. Μ. Α.
  2. Λ. Α.
  3. Ε. Α. Εναγουσών και
  4. Ν. Α.
  5. Σ. Κ. Εναγόμενων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.4.2022 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25.11.2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσες - αιτήτριες 1, 2 και 3: κα Μ. Κάττου, για ΣΤΕΛΙΟΣ Κ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Μ. Γαβριηλίδης, για ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ & ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αξιώσεις των εναγουσών εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής των πρώτων, είναι οι εξής: «α) Απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται και/ή δηλώνεται ότι η διαθήκη του αποβιώσαντα Γ. Α. Μ., τέως από τη Λ., ημερομηνίας 03/08/2020, είναι άκυρη και/ή ανίσχυρη και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ ή έννομο αποτέλεσμα και/ή ότι αυτή καταρτίσθηκε και/ή υπογράφτηκε με εξαναγκασμό και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση και/ή αθέμιτο επηρεασμό και/ή παρακίνηση και/ή εξαπάτηση του πιο πάνω αποβιώσαντα και/ή επειδή η εκτέλεση και/ή κατάρτιση της προκλήθηκε και/ή έγινε κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και/ή αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις και/ή τα αναγκαία στοιχεία μιας έγκυρης και/ή ισχυρής διαθήκης. β) Απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγουσες 1, 2 και 3 δικαιούνται κληρονομικό μερίδιο επί της περιουσίας και/ή κληρονομιάς του πιο πάνω αποβιώσαντα σύμφωνα με το Νόμο. γ) Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή αποκλείει και/ή εμποδίζει την παραχώρηση ή και χορήγηση διατάγματος επικύρωσης της πιο πάνω αναφερόμενης διαθήκης του πιο πάνω αποβιώσαντα στον Εναγόμενο
  6. δ) Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να παραχωρεί ή χορηγεί τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα στις Ενάγουσες 1, 2 και 3 ή και το οποίο να διορίζει τις Ενάγουσες 1, 2 και 3 ως διαχειρίστριες της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα. ε) Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. στ) Νόμιμους τόκους. ζ) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Οι ενάγουσες, στις 18/4/2022 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν: «α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους ή οποιοδήποτε από αυτούς από του να εισέρχονται, επεμβαίνουν, παραμένουν ή και χρησιμοποιούν, ενοικιάζουν, παραχωρούν την κατοχή ή την χρήση σε οποιοδήποτε πρόσωπο καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατοικία και/ή οικοδομή που βρίσκεται στην οδό Σόλων αρ. 2, στη Λεμεσό, μέχρι τελικής εκδίκασης ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους ή οποιοδήποτε από αυτούς, από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν ολόκληρο το συμφέρον και/ή μερίδιο της επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], στην οδό Σ. 2, ενορία Α. Ι., Λ., μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. ..». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Δ.48 Θ.Θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας 3, στην οποία, όπως αναφέρει στην παράγραφο 2, προέβη και κατ' εξουσιοδότηση των αδελφών της - εναγουσών 1 και
  7. Η αίτηση, που θα πρέπει να λεχθεί εξ αρχής ότι καταχωρήθηκε δια κλήσεως, επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτήν ένσταση. Αποτελείται από 15 λόγους και υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις, στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of theplaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δεν μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Στο ερώτημα, κατά πόσο οι ενάγουσες απόδειξαν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους, απαντώ καταφατικά. Ότι ικανοποιούνται οι δυο αυτές ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποδεικνύεται από τα εξής, τα οποία, εν μέρει αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών: Οι τρεις ενάγουσες και η εναγόμενη είναι αδελφές και οι νόμιμες κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους, Γ. Α. Μ. (στο εξής «Ο αποβιώσας»), ο οποίος απεβίωσε στη Λ., στις 27/2/
  1. Ο αποβιώσας, στις 3/8/2020 κατάρτισε διαθήκη (στο εξής «επίμαχη διαθήκη»), με την οποία κατέλειπε στην εναγόμενη το σπίτι του στη Λ. (στο εξής «επίδικη κατοικία»). Στην επίμαχη διαθήκη αναφέρονται και τα κτηματολογικά στοιχεία της επίδικης κατοικίας. Σ' αυτή, ο αποβιώσας αναφέρει και το λόγο, ουσιαστικά, αποκλήρωσης των εναγουσών από την περιουσία του. Ακολουθεί αυτούσιος: «Όσο αφορά το λόγο που δεν αφήνω οποιαδήποτε περιουσία στις άλλες μου κόρες είναι ότι επέδειξαν τέτοια ασύγγνωστο διαγωγή προς το πρόσωπό μου και δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ στο να με φροντίσουν, ούτε να με βοηθήσουν τώρα που βρίσκομαι στα γεράματά μου». Τέλος, με την επίμαχη διαθήκη του, ο αποβιώσας όρισε τον εναγόμενο, ως εκτελεστή της. Η προσπάθεια του τελευταίου να εξασφαλίσει το νενομισμένο έγγραφο επικύρωσης της επίμαχης διαθήκης, με την καταχώρηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λ., της σχετικής αίτησης [ ] ανακόπηκε από τις ενάγουσες, με την καταχώρηση στις 17/5/2021, ανακοπής (caveat) αρχικά και ακολούθως - στις 28/3/2022 - της παρούσας αγωγής, με αξιώσεις, οι οποίες εκτίθενται αυτούσιες σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Είναι η θέση των εναγουσών - σύμφωνα με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της αίτησης, ένορκη δήλωση της ενάγουσας 3 - ότι η επίμαχη διαθήκη είναι άκυρη και στερούμενη έννομου αποτελέσματος για το λόγο ότι καταρτίστηκε κατόπιν εξαναγκασμού, απάτης και συνεπεία ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε στον αποβιώσαντα από την εναγόμενη αδελφή τους. Ο αποβιώσας, προστίθεται, λόγω σοβαρής και κακής κατάστασης της υγείας του κατά τον Αύγουστο του 2020, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τις πράξεις του ή και τις συνέπειές τους και να κατανοήσει το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης και στερείτο ικανότητας σύνταξης, διατύπωσης, αντίληψης και κατανόησης του περιεχομένου της. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης της παραπάνω θέσης τους, η ενάγουσα 3, στην ένορκη δήλωσή της επισυνάπτει την ιατρική βεβαίωση τού Β. Διευθυντή τής καρδιολογικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λ., Δρ. Α. Τ., ημερομηνίας 5/8/2020, ο οποίος, με ονομαστική αναφορά στον αποβιώσαντα, αναφέρει σ' αυτήν τα εξής: «. ο πιο πάνω ασθενής νοσηλεύεται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λ. από 22/7/2020 λόγω στεφανιαίας νόσου (έμφραγμα μυοκαρδίου με τοποθέτηση stent) και εγκεφαλικής αιμορραγίας. Η κατάστασή του κρίνεται σοβαρή (κλινήρης) ..» Η επίδικη κατοικία, μετά το θάνατο του πατέρα τους παρέμεινε αχρησιμοποίητη. Ευθύς αμέσως, η εναγόμενη παρέλαβε το κλειδί της κύριας εισόδου της και την κατέχει κατ' αποκλειστικότητα, εμποδίζοντας τις ίδιες από το να εισέλθουν σ' αυτή και να την επιθεωρήσουν. Πρόσφατα έχουν πληροφορηθεί ότι οι εναγόμενοι, χωρίς την άδεια και συγκατάθεσή τους, παραχώρησαν την επίδικη κατοικία προς ενοικίαση, σε τρίτο πρόσωπο και λαμβάνουν τα ενοίκια, χωρίς να τις ενημερώσουν για το θέμα αυτό ή για οποιοδήποτε θέμα αφορά την κληρονομιά. Όταν στις 29/3/2022 έλαβαν γνώση ότι μέσα στην επίδικη κατοικία διαμένει κάποιο άγνωστο πρόσωπο, αμέσως προέβησαν σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, η οποία προέβη αμέσως σε διερεύνηση εντός της και διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη επέτρεψε τη χρήση της σε άλλο πρόσωπο, εκτός των κληρονόμων και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεσή τους και παρόλο που υπάρχει καταχωρημένη η ένστασή τους (caveat) στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 136/
  2. Έναντι των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών των εναγουσών, οι εναγόμενοι, σύμφωνα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που έχουν προβεί προς υποστήριξη της ένστασής τους στην αίτηση, μεταξύ άλλων, αντιτείνουν τα εξής: Αρχίζοντας από τον εναγόμενο, ενόψει της ένστασης των εναγουσών, στην αίτησή του για επικύρωση της επίμαχης διαθήκης, μέχρι σήμερα δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με την περιουσία του αποβιώσαντα. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των εναγουσών περί ενοικίασης της επίδικης κατοικίας σε τρίτο πρόσωπο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το πρόσωπο στο οποίο ενδεχομένως αναφέρονται οι ενάγουσες είναι εργάτης, ο οποίος ανέλαβε τη συντήρηση της επίδικης κατοικίας, καθότι βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και έπρεπε οπωσδήποτε να γίνουν εργασίες συντήρησης. Σε διαφορετική περίπτωση, μέχρι την αποπεράτωση της αίτησης, η επίδικη κατοικία δεν ήταν σε κατοικήσιμη κατάσταση και τα έξοδα επιδιόρθωσής της θα ήταν υπέρογκα. Όσα ακολουθούν είναι από την ένορκη δήλωσης της εναγόμενης: Ο αποβιώσας, κατά το χρόνο σύνταξης, υπογραφής και κατάθεσης της επίμαχης διαθήκης είχε σώας τα φρένας. Πράγματι νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο, εξαιτίας εγκεφαλικού επεισοδίου που υπέστη, ωστόσο, αυτό, σε καμιά περίπτωση δεν επηρέασε την αντίληψή του, παρά μόνο προκλήθηκε μερική αδυναμία κινήσεως. Ενόψει της κατάστασής του, η ίδια διέμενε μαζί του και το φρόντιζε ανελλιπώς, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξαν οι ενάγουσες. Ο αποβιώσας είχε αναστατωθεί με το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη και θεώρησε ότι έπρεπε άμεσα να γίνει η διαθήκη του ώστε να διανεμηθεί η περιουσία του εκεί που ίδιος επιθυμούσε. Παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, ουδέν διανοητικό πρόβλημα αντιμετώπιζε και είχε την απόλυτη αντίληψη των πράξεων του, ιδίως κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης. Εις επίρρωση των εν λόγω θέσεων της, η εναγόμενη επισυνάπτει σχετική ιατρική και όχι μόνο, μαρτυρία. Σύμφωνα με το σημείωμα τού ειδικού νευρολόγου, Α. Λ. Θ., ημερομηνίας 14/7/2020, ο οποίος, όπως αναφέρει σ' αυτό, εξέτασε τον αποβιώσαντα τη συγκεκριμένη μέρα στο ιατρείο του, αυτός «Απαντά με σαφήνεια σε όλες τις ερωτήσεις μου. Νοητικά είναι καλά είναι υπεύθυνος των πράξεων του. Μπορεί να χειριστεί όλες τις υποθέσεις, χωρίς πρόβλημα και έχει σώας τας φρένας.». Με τη σειρά του, ο ψυχίατρος, Β. Χ., όπως αναφέρει στο σημείωμά του, ημερομηνίας 5/7/2022, εξέτασε τον αποβιώσαντα στην οικία του, στις 6/2/2021, επειδή παρουσίαζε δυσκολία στη βάδισή του. Διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε δυσκολία στον ύπνο και ήπιας μορφής κατάθλιψη, γι' αυτό και του συνταγογραφήθηκε σχετική φαρμακευτική αγωγή. Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε διαταραχή, αναφορικά με τη μνήμη, συγκέντρωση, προσοχή, τέτοια που να υποδηλώνει συμπτώματα ανοϊκής διαταραχής. Συνεχίζοντας η εναγόμενη, αναφέρει τα εξής: Η προ πολλού επιθυμία του πατέρα της ήταν να της μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία. Μάλιστα είχε προσπαθήσει να της τη μεταβιβάσει εν ζωή, ωστόσο, στο κτηματολόγιο Λ. όπου είχαν πάει μαζί, η αρμόδια υπάλληλος ενημέρωσε τον πατέρα της ότι δεν μπορεί να μεταβιβάσει λόγω του ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο. Σε ερώτησή του τι μπορούσε να κάνει, η υπάλληλος το συμβούλεψε να υπογράψει κάποια πληρεξούσια προς την ίδια (την εναγόμενη), κάτι που έπραξε, με τα οποία τη διόριζε ως ειδικό πληρεξούσιό του, ιδίως, αναφορικά με τις υποθέσεις που αφορούσαν στην επίδικη κατοικία. Παρενθετικά να πω, ότι στο περιεχόμενο των εν λόγω πληρεξουσίων εγγράφων - τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης -, θα αναφερθώ αργότερα. Η εναγόμενη, στην ίδια ένορκη δήλωση αναφέρει και τα εξής: Ο λόγος που ο πατέρας της επιθυμούσε τη μετεγγραφή επ' ονόματι της επίδικης κατοικίας, ήταν γιατί εν ζωή είχε προβεί σε δωρεές προς τις υπόλοιπες θυγατέρες του (δίδονται σχετικές λεπτομέρειες). Ουδέποτε είχε καταβάλει στην ίδια παρόμοια χρηματικά ποσά με αυτά που είχε καταβάλει στις ενάγουσες αδελφές της και πέραν τούτου, η ίδια, για 30 χρόνια διέμενε σε προσφυγικό σπίτι, σε άθλιες συνθήκες, κάτι που το στεναχωρούσε. Μάλιστα είχε αναφέρει τόσο στις ενάγουσες όσο και στα κοντινά του πρόσωπα ότι επιθυμούσε να αφήσει την επίδικη κατοικία στην ίδια. Οι ενάγουσες, ουδέποτε ήταν δίπλα του, ιδίως στα τελευταία του χρόνια. Αντίθετα, η ίδια έμενε μαζί του και το φρόντιζε, δείχνοντάς του απόλυτη αγάπη και τη στήριξή της. Τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας βρίσκονταν στην κατοχή της πριν το θάνατο του πατέρα της, καθότι είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα του και διέμενε μαζί του. Η επίδικη κατοικία, έκτοτε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι αχρησιμοποίητη. Εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για αυτή είναι ο εκτελεστής της επίμαχης διαθήκης, δηλαδή ο εναγόμενος, ο οποίος ενεργεί προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ουδέποτε παραχωρήθηκε η επίδικη κατοικία σε τρίτο πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν παραχώρησή της προς ενοικίαση, θα ήταν προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα, καθότι το ενοίκιο θα κατατίθετο σε ειδικό διαχειριστικό λογαριασμό. Παρατηρώ τα εξής: Θεμελιακή αιτία της αγωγής σύμφωνα τόσο με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά της όσο και με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής, της υπό κρίση αίτησης, μαρτυρίας, είναι θέση των εναγουσών ότι η επίμαχη διαθήκη είναι άκυρη και στερούμενη έννομου αποτελέσματος, για το λόγο ότι καταρτίστηκε κατόπιν εξαναγκασμού, απάτης και συνεπεία ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε από την εναγόμενη στον αποβιώσαντα πατέρα της. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η συγκεκριμένα αιτία, αποτελεί αναγνωρισμένη αιτία αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, οι ενάγουσες έχουν ικανοποιήσει την πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, που είναι η απόδειξη ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη προϋπόθεση. Η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων δεν με βρίσκει σύμφωνο και τούτο, επειδή παραβλέπει πλήρως τη νομολογιακή αρχή ότι κατά την εξέταση, ειδικά αυτής της προϋπόθεσης, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα αναφορικά με αυτά. Όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο της δίκης επί της ουσίας της αγωγής (βλ. τις υποθέσεις Γρηγορίου (ανωτέρω) και την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Ιορδάνους ν. PS SEAMLESS GUTTERS LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 4/2022, ημερ. 8/11/ 2022), η οποία πραγματεύεται σωρεία θεμάτων που αφορούν στην αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Με όλα αυτά δεδομένα, οι ακόλουθες δηλώσεις των εναγόμενων, που περιέχονται στην υποστηρικτική της ένστασής τους, ένορκη δήλωσή τους, δεν έχουν θέση: «Απορρίπτω κατηγορηματικά το περιεχόμενο των παραγράφων 2 μέχρι 26 και καλώ τις Αιτήτριες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους» (παρ. 3 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου). «Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 3 και την καλώ σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της» (παρ. 5 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης). «Απορρίπτω κατηγορηματικά το περιεχόμενο των παραγράφων 11 μέχρι 16 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας 3 και την καλώ προς αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της» (παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης). Η εναγόμενη δηλώνει το ίδιο ακριβώς και στις παραγράφους 32 και 41, σε σχέση με τις παραγράφους 17 μέχρι 22 και 23 μέχρι 26, αντίστοιχα, της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας
  3. Επί της ουσίας τώρα της υπό εξέταση προϋπόθεσης, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για να καταδειχθεί η ορατότητα επιτυχίας της αγωγής των εναγουσών. Προς τούτο παραπέμπω σε δυο μόνο στοιχεία μαρτυρίας, το ένα αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και το άλλο προέρχεται από την εναγόμενη. Αρχίζοντας από το πρώτο, πρόκειται για το γεγονός, ότι καθ' ον χρόνο ο αποβιώσας κατάρτιζε την επίμαχη διαθήκη (στις 3/8/2020), νοσηλευόταν κλινήρης και σε σοβαρή κατάσταση στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λ. (από 22/7/2020, μέχρι - τουλάχιστον - τις 5/8/2020, που είναι η ημερομηνία που φέρει η ιατρική βεβαίωση του Β. Διευθυντή της καρδιολογικής κλινικής του εν λόγω νοσοκομείου, Δρ. Α. Τ.), λόγω στεφανιαίας νόσου (έμφραγμα μυοκαρδίου με τοποθέτηση stent) και εγκεφαλικής αιμορραγίας. Μολονότι το στοιχείο αυτό από μόνο του, κατά τη γνώμη στοιχειοθετεί την ορατότητα επιτυχίας της αγωγής, εντούτοις, υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο μαρτυρίας, που οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Η εναγόμενη προκειμένου να καταρρίψει τη θέση των εναγουσών ότι η επίμαχη διαθήκη καταρτίστηκε κατόπιν εξαναγκασμού, απάτης και συνεπεία ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε από την ίδια στον αποβιώσαντα πατέρα της, μεταξύ άλλων, ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος ήθελε να της μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία εν ζωή. Για σκοπούς τεκμηρίωσης αυτής της θέσης, στην ένορκη δήλωσή της, προσκομίζει ένα γενικό και ένα ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, τα οποία, όπως υποβάλλει έμμεσα, της είχε παραχωρήσει ο πατέρας της, σε ανύποπτο χρόνο. Και τα δυο αυτά πληρεξούσια έγγραφα είναι ημερομηνίας 16/7/2020, δηλαδή, της είχαν παραχωρηθεί, 6 μόλις μέρες προτού ο αποβιώσας πατέρας της εισαχθεί στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λ., αντιμετωπίζοντας τα παραπάνω προβλήματα υγείας. Δεδομένου ότι αποτελεί κοινό τόπο η νομική εμβέλεια ενός γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, υπεισέρχομαι στο περιεχόμενο του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου που έχει θέσει ενώπιόν μου η εναγόμενη, από το οποίο προκύπτουν τα εξής: με την πρώτη παράγραφο, ο αποβιώσας είναι γεγονός ότι εξουσιοδότησε την εναγόμενη να προβεί σε υποθήκευση, πώληση και μεταβίβαση, της επίδικης κατοικίας σ' οποιοδήποτε πρόσωπο, επομένως και επ' ονόματί της, σε οποιαδήποτε τιμή. Υπάρχει όμως και δεύτερη παράγραφος στο συγκεκριμένο έγγραφο, με την οποία ο αποβιώσας εξουσιοδότησε την εναγόμενη και της έδωσε εντολή να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό και να καταθέτει επ' ονόματί του οποιαδήποτε ποσά θα προκύψουν από την πώληση και μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας του κ.ο.κ. Και βέβαια, από το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου, ανακύπτουν δυο ερωτήματα. Το πρώτο, δεδομένης της θέσης της εναγόμενης ότι ο πατέρας της ήθελε να της μεταβιβάσει εν ζωή την επίδικη κατοικία και η παραχώρηση στην ίδια εκ μέρους του των πιο πάνω πληρεξουσίων εγγράφων, σ' αυτό απέβλεπε, ποιο το νόημα συμπερίληψης της πιο πάνω παραγράφου στο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο; Και έπειτα, τι άλλαξε μέχρι και της 3/8/2020, δηλαδή, 18 μόλις μέρες αργότερα και ο αποβιώσας αποφάσισε να καταρτίσει την επίμαχη διαθήκη με την οποία κατέστησε δικαιούχο της επίδικης κατοικίας του την εναγόμενη; Ασφαλώς, δεν αναμένεται να δοθεί απάντηση σ' αυτά τα δυο ερωτήματα, καθώς το κατάλληλο στάδιο για να γίνει αυτό είναι κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (βλ. τις Γρηγορίου ZONDRVAN GROUP LTD και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS (ανωτέρω). Εξ αντικειμένου όμως, αυτό το στοιχείο μαρτυρίας, για τους σκοπούς και τις ανάγκες εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης, αποτιμούμενο στην όψη του καθιστά ορατή την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπεισέρχομαι τώρα και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η οποία θεωρώ πως, ενώ σε σχέση με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία, για καθαρά νομικό λόγο, έχει αποδειχθεί, δεν ισχύει το ίδιο και για τη δεύτερη. Αρχίζοντας από την τελευταία, με μόνο λόγο ότι οι ενάγουσες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία επιδιώκουν την ακύρωση της επίμαχης διαθήκης, αναγνωριστική απόφαση ότι δικαιούνται κληρονομικό μερίδιο επί τις περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους, απόφαση που ν' απαγορεύει την παραχώρηση διατάγματος επικύρωσης της επίμαχης διαθήκης στον εναγόμενο και τέλος, απόφαση που να χορηγεί στις ίδιες τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους, έστω κι αν καταχώρησαν την αγωγή τους, σε χρόνο, πέραν των τριών μηνών από την ημερομηνία που καταχώρησαν την προβλεπόμενη στον κανονισμό 24 των περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κανονισμών του 1955, ανακοπή (caveat), στο πλαίσιο της αίτησης του εναγόμενου με αριθμό [ ], με την οποία επιδιώκει την επικύρωση της επίμαχης διαθήκης και κατ' επέκταση, την ανάθεση της διαχείρισης της κληρονομίας του αποβιώσαντα στον ίδιο, διασφαλίζεται τόσο νομικά όσο και πραγματικά, ό,τι ακριβώς επιδιώκουν με τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία. Δηλαδή, η με οποιοδήποτε τρόπο, μη αποξένωση της επίδικης κατοικίας μέχρι και την έκδοση απόφασης στην παρούσα αγωγή. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Τριανταφυλλίδης Χρίστος, υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντος Varoujan Boyadjian ν. Ayda Karaoglanian
(2010)1 Α.Α.Δ.), η έγερση αγωγής σε σχέση με διαθήκη ή διαχείριση εμποδίζει την σφράγιση και τη χορήγηση εγγράφων διαχείρισης. Η αγωγή από μόνη της, έστω και χωρίς την καταχώρηση caveat επενεργεί ανασταλτικά μέχρι την απόφαση του Δικαστηρίου για τη χορήγηση των εγγράφων διαχείρισης στο δικαιούχο. Καθ' όλα σχετικό είναι και το άρθρο 14 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, το οποίο προνοεί ότι καμιά διαθήκη δεν θα έχει οποιαδήποτε αποτέλεσμα μέχρι να επικυρωθεί. Γιατί τώρα θεωρώ ότι οι ενάγουσες απέδειξαν την τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του πρώτου αιτούμενου διατάγματος. Η ενάγουσες ισχυρίζονται ότι εναγόμενη αδελφή τους κατέχει το κλειδί της επίδικης κατοικίας και ότι πρόσφατα, πληροφορήθηκαν ότι και οι δυο εναγόμενοι, χωρίς την άδεια και συγκατάθεσή τους, παραχώρησαν την επίδικη κατοικία προς ενοικίαση σε τρίτο πρόσωπο και λαμβάνουν τα ενοίκια, χωρίς να τις ενημερώσουν για τα θέμα αυτό. Εάν τους επιτραπεί να συνεχίσουν μονομερώς και χωρίς την άδεια ή συγκατάθεσή τους, προστίθεται, να διαχειρίζονται, ενοικιάζουν και εκμεταλλεύονται την επίδικη κατοικία δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν τι χρήματα εισπράττονται και τα ποσά που δικαιούνται οι ίδιες, ως κληρονόμοι. Με τη σειρά τους, οι εναγόμενοι αντιτείνουν ότι: Αρχίζοντας από τον εναγόμενο, ενόψει της ένστασης των εναγουσών, στην αίτησή του για επικύρωση της επίμαχης διαθήκης, μέχρι σήμερα δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με την περιουσία του αποβιώσαντα. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των εναγουσών, περί ενοικίασης της επίδικης κατοικίας σε τρίτο πρόσωπο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Το πρόσωπο στο οποίο ενδεχομένως αναφέρονται οι ενάγουσες, προστίθεται, είναι εργάτης, ο οποίος ανέλαβε τη συντήρηση της επίδικης κατοικίας, καθότι βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και έπρεπε οπωσδήποτε να γίνουν εργασίες συντήρησης. Σε διαφορετική περίπτωση, μέχρι την αποπεράτωση της αίτησης, η επίδικη κατοικία δεν θα ήταν σε κατοικήσιμη κατάσταση και τα έξοδα επιδιόρθωσής της, θα ήταν υπέρογκα. Με τη σειρά της, η εναγόμενη, στη δική της ένορκη δήλωση, αναφέρει τα εξής: τα κλειδιά της επίδικης κατοικίας βρίσκονταν στην κατοχή της πριν το θάνατο του πατέρα της, καθότι είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου τη φροντίδα του και διέμενε μαζί του. Η επίδικη κατοικία, έκτοτε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να είναι αχρησιμοποίητη. Εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για αυτή είναι ο εκτελεστής της επίμαχης διαθήκης, δηλαδή ο εναγόμενος, ο οποίος ενεργεί προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ουδέποτε παραχωρήθηκε η επίδικη κατοικία σε τρίτο πρόσωπο. Στην πραγματικότητα, σ' αυτή έγιναν ορισμένες εργασίες συντήρησης σε διάφορες ημέρες, καθότι πρόκειται για παλιά κατοικία η οποία μάλιστα έχει να ανοιχτεί από το θάνατο του αποβιώσαντα. Μάλιστα, όταν εισήλθαν σ' αυτή, ήταν σε άθλια κατάσταση και κρίθηκε απαραίτητη η διενέργεια εργασιών συντήρησής της. Τούτο έγινε καθαρά, προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα, δηλαδή της διατήρησης της επίδικης κατοικίας στην κατάσταση που ήταν. Εν πάση περιπτώσει, τόσο το ρεύμα όσο και το νερό έχουν διακοπεί και για την επαναφορά τους είναι απαραίτητη η προσκόμιση του διαχειριστηρίου, κάτι που δεν είναι δυνατό να γίνει μέχρι σήμερα, ενόψει της καταχώρησης caveat στο πλαίσιο της αίτησης [ ]. Συνεπώς είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να διαμένει οποιοδήποτε πρόσωπο σε οικία, χωρίς παροχή ρεύματος και νερού, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διαβίωση του ανθρώπου. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν παραχώρηση της επίδικης κατοικίας προς ενοικίαση, θα ήταν προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα, καθότι το ενοίκιο θα κατατίθετο σε ειδικό διαχειριστικό λογαριασμό, κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει λόγω της καταχώρησης του caveat από τις ενάγουσες. Οι τελευταίες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο εναγόμενος ενεργεί ως εκτελεστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, η οποία περιλαμβάνει την επίδικη κατοικία και είναι ο πλέον αρμόδιος να τη χρησιμοποιεί προς όφελος της περιουσίας του αποβιώσαντα. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόμενων, το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι συγχέουν την πραγματική δυνατότητα που τους παρέχεται να προβούν σε οτιδήποτε επιδιώκουν οι ενάγουσες να τους απαγορευτεί να να κάνουν, με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία, με τη νομική τους δυνατότητα να το κάνουν, την οποία, έχοντας υπόψη ότι ακόμη να επικυρωθεί η επίμαχη διαθήκη, σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189, ασφαλώς και δεν έχουν και το δεύτερο, ότι, μολονότι δεν έχουν τέτοια δυνατότητα, εντούτοις, ομολογούν ότι έχουν ήδη προβεί σε ενέργειες, που μόνο σε περίπτωση που επικυρωνόταν η επίμαχη διαθήκη, θα είχαν νομικά το δικαίωμα να προβούν. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι εκτός κι αν εκδοθεί το συγκεκριμένο διάταγμα, θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποδοθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Έχοντας υπόψη την ομολογία των εναγόμενων, ότι, χωρίς ακόμη να εξασφαλίσουν το διάταγμα επικύρωσης της επίδικης διαθήκης και χωρίς να έχουν ακόμη παραχωρηθεί στον εναγόμενο τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα και κυρίως, ενώ εκκρεμεί η παρούσα αγωγή, ο μεν εναγόμενος λειτουργεί ως εάν να είναι ήδη διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα και η δε εναγόμενη, ως εάν να είναι οριστικά, νόμιμη κληροδόχος της επίδικης κατοικίας του τελευταίου είναι προφανές, ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του εν λόγω διατάγματος, το ενδεχόμενο οι δυο τους να συνεχίσουν να προβαίνουν σε ενέργειες επί της επίδικης κατοικίας είναι κάτι περισσότερο από πιθανό. Και σε τέτοια περίπτωση, εάν για παράδειγμα ενοικιάσουν την επίδικη κατοικία σε οποιοδήποτε πρόσωπο, διερωτώμαι: με ποιο τρόπο θα μπορεί να γίνει ο υπολογισμός των ζημιών που θα υποστούν οι ενάγουσες, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους; Ο ισχυρισμός της εναγόμενης - της παραγράφου 43 της ένορκης δήλωσής της - ότι ο εκτελεστής και/ή διαχειριστής της περιουσίας, θα προβεί σε απογραφή της και εάν ήθελε κριθεί ότι οι ενάγουσες δικαιούνται μεριδίου από την κληρονομία, αυτό θα δοθεί με την εκ του νόμου καθοριζόμενη διαδικασία, δεν αποτελεί απάντηση. Προφανώς, οι εναγόμενοι αδυνατούν να αντιληφθούν ότι για την ώρα, ο εναγόμενος δεν είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, για να δικαιούται αλλά και να υποχρεούται, είτε να διαχειρίζεται την επίδικη κατοικία είτε ακόμη να καταχωρεί απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντα, ως επίσης, ότι το νομικώς καθεστώς της εναγόμενης έναντι της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της, μέχρι και την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, θα είναι ίδιο ακριβώς με το αντίστοιχο νομικό καθεστώς των εναγουσών αδελφών της. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του πρώτου αιτούμενου διατάγματος, ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο αυτό είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149.» Όπως υποδεικνύεται συναφώς με τα παραπάνω στην Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω), το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του ΄status quo ante bellum'. Δηλαδή, της κατάστασης πραγμάτων που υπήρχε αμέσως πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Βλέπε και την υπόθεση ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ν. ΣΟΥΛΗ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2015, ημερ. 7/12/2018. Στο ερώτημα λοιπόν κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, απαντώ καταφατικά. Από την έκδοσή του, ουδόλως διαταράσσεται το νομικό καθεστώς της επίδικης κατοικίας, η οποία, μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής, θα εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του αποβιώσαντα, ενώ, εκτός κι αν εκδοθεί το πρώτο αιτούμενο διάταγμα, οι εναγόμενοι, μολονότι δεν έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο επί της εν λόγω κατοικίας, θα έχουν την πραγματική δυνατότητα να το κάνουν, προς βλάβη των οικονομικών συμφερόντων και νομικών δικαιωμάτων των εναγουσών, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Με αυτά απαντώ και στον ισχυρισμό της εναγόμενης - της παραγράφου 42 της ένορκης δήλωσής της - ότι η ζημιά που θα προκληθεί στην περιουσία του αποβιώσαντα και συνεπακόλουθα, στην ίδια, ως τη μοναδική κληρονόμο, από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι δυσανάλογη της ζημιάς που θα υποστούν οι ενάγουσες. Έπεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, καταφανώς γέρνει υπέρ της έκδοσης του πρώτου επίδικου διατάγματος. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω: Επειδή, συνεπεία της διαφαινόμενης κατάληξής μου και μέχρι και την έκδοση απόφασης στην αγωγή, ενδέχεται να ανακύψουν διάφορα προβλήματα που αφορούν στη συντήρηση και όχι μόνο της επίδικης κατοικίας, προτρέπω τόσο τις ενάγουσες όσο και τους εναγόμενους και κυρίως, τις 4 αδελφές, όπως με πνεύμα αλληλοκατανόησης και συγκατάβασης, συνεργαστούν - κατ' ελάχιστον - μεταξύ τους, προκειμένου να διασφαλίσουν την καλή κατάσταση της επίδικης κατοικίας, κάτι που αν συμβεί, ανάλογα και με το αποτέλεσμα της αγωγής, θα αποβεί προς όφελος όλων. Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 20 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου παρέχει τέτοια δυνατότητα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος (α) της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα, δεδομένης της μερικής επιτυχίας της αίτησης, αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται, κατά το ήμισυ, υπέρ των εναγουσών και σε βάρος των εναγόμενων. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.