← Κύπρος

S. L. ν. L. M., Αριθμός αγωγής: 1253/2021, 4/11/2022

S. L. ν. L. M., Αριθμός αγωγής: 1253/2021, 4/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1253/2021 Μεταξύ: S. L. Εναγόντων και L. M. Εναγόμενης -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 31.3.2022 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4.11.2022 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Κ. Πίττας, για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Αδάμου, για Μ. ΧΡΙΣΤΟΦΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους - η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 14/7/2021 - αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης, το συνολικό ποσό των €132.000, πλέον τόκους, δυνάμει τριών συμφωνιών δανείου, ημερομηνίας 20/9/2017, 3/11/2017 και 6/11/2017, αντίστοιχα. Διαζευκτικά, αξιώνουν το ποσό αυτό, δυνάμει αθέμιτου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης - η οποία καταχωρήθηκε στις 9/12/2021 - η εναγόμενη ζήτησε και πήρε το πιο πάνω ποσό από τους ενάγοντες με σκοπό να βοηθηθούν τα επιχειρηματικά της πλάνα και/ή άλλως πως. Μολονότι ήταν ρητός όρος των εν λόγω συμφωνιών ότι θα επέστρεφε κάθε ποσό που της είχε καταβληθεί, ένα χρόνο αργότερα, εντούτοις, μέχρι σήμερα αρνείται και/ή αμελεί να συμμορφωθεί. Η εναγόμενη, αφού της επιδόθηκε η αγωγή, στις 24/11/2011 καταχώρησε εμφάνιση και στις 31/3/2022, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: πρώτο, διάταγμα που να διατάσσει τους ενάγοντες να παράσχουν εντός τακτής προθεσμίας, ασφάλεια εξόδων, για το ποσό των €29.365,55, για τα έξοδα με τα οποία θα επιβαρυνθεί η ίδια στην παρούσα αγωγή και δεύτερο, διάταγμα που να αναστέλλει οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία στο πλαίσιο της αγωγής μέχρι να καταβληθεί η ασφάλεια εξόδων και σε περίπτωση μη καταβολής του σχετικού ποσού εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η αγωγή να θεωρείται ως αυτόματα απορριφθείσα με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Η αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - και στη Δ.60 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες, στη γενική πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση - όπως αναφέρεται στο σώμα της - εμφαίνονται από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής, στην ένορκη δήλωση της Ε. Δ. που υποστηρίζει την αίτηση της C. S. [ ], ημερομηνίας 14/2/2022, για λήψη άδειας παρέμβασης στην παρούσα αγωγή (αίτηση στην οποία δόθηκε απόφαση, ευθύς προηγουμένως) καθώς και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ίδιας, ημερομηνίας 31/3/2022. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 7 λόγους και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση τής δικηγόρου και διευθύνουσας συνεταίρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους, Μ. Χ. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Alahmari v. Alia Airline

(1990)1 Α.Α.Δ. 434: «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέµα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του ∆ικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος "may" (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της ∆60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp.384 - 385). Όταν τεθεί το θεµέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, µε τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαµβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δυο, η κατοχή εκ µέρους του ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δε µετακινείται εύκολα) στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του». Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Standard Ltd κ.ά. ν. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. ....... Τα έξοδα δεν πρέπει να είναι, ούτε φανταστικά, ούτε καταπιεστικά. » Αναφορικά με το ύψος του ποσού για το οποίο είναι δυνατό να δοθεί ασφάλεια ως προς τα έξοδα, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Sally Line Ltd ν. Greenmar Nav. Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 633 , νοουμένου ότι η σχετική αίτηση καταχωρηθεί χωρίς καθυστέρηση, η ασφάλεια που θα διαταχθεί είναι δυνατό να καλύψει, πέραν των μελλοντικών εξόδων και έξοδα που έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Παραπέμπω ακόμη και στη πιο πρόσφατη υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) 1314, από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο πρωτίστως φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (δέστε Ebrand v. Gassier
(1884)28 Ch.D. 232 και In Re Apollinaris Company´s Trade Marks
(1891)1 Ch. 1). Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd & Άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170).» Ακόμη ένα κριτήριο για την παροχή ασφάλειας εξόδων είναι και η οικονομική δυνατότητα του διαδίκου, εναντίον του οποίου στρέφεται το σχετικό διάταγμα, να ανταποκριθεί προς τους όρους του. Σύμφωνα με την Studland Holdings Limited και Άλλος ν. Σωφρόνιου Ευσταθίου και Άλλης
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809, η έκδοση του σχετικού διατάγματος δεν μπορεί να απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Ωστόσο, το σχετικό βάρος ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο, το έχει αυτός που προβάλλει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες είναι αλλοδαπή εταιρεία με έδρα τις Σ., που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ισχυρισμός αυτός σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 31/3/2022, δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Απεναντίας αποτελεί και θέση τους σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με την ίδια ένορκη δήλωση, μεταξύ Κύπρου και Σ. δεν υπάρχει διακρατική συμφωνία, συναφώς με την παροχή νομικής συνδρομής σε ζητήματα δικαστηριακών υποθέσεων. Ούτε και αυτό αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Δεδομένου ότι έχει τεθεί το θεμέλιο για ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας μου [βλ. την Alahmari και Genemp Trading Ltd (ανωτέρω] υπεισέρχομαι τώρα και στους διάφορους παράγοντες/κριτήρια, που καθηκόντως θα πρέπει να λάβω υπόψη προκειμένου κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, να αποφασίσω εάν θα πρέπει να προχωρήσω ή όχι στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για την εναγόμενη, στην ίδια ένορκη δήλωση, εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, οι ενάγοντες δεν κατέχουν οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, που να είναι δεκτική εκτέλεσης σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής και καταδίκης τους σε έξοδα. Οι ενάγοντες, με τον έκτο λόγο ένστασης υποβάλλουν ότι η εναγόμενη δεν έχει προσκομίσει επαρκή μαρτυρία που να δείχνει οικονομική αδυναμία τους να καλύψουν τα δικηγορικά έξοδα. Είναι φανερό, ότι οι ενάγοντες, όχι μόνο δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης [βλ. Hampton Advisory Group S.A. ν. Bost AD και Άλλων
(2011)1 Α.Α.Δ. 1416 και Studland Holdings Limited και Άλλος (ανωτέρω)], αλλά, αντίθετα, το αντιστρέφουν, εναποθέτοντας το βάρος απόδειξης της οικονομικής τους αδυναμίας, στους ώμους της εναγόμενης. Ότι αυτό συμβαίνει προκύπτει ευθέως από τους ακόλουθους ισχυρισμούς τής ενόρκως δηλούσας γι' αυτούς, η οποία, στην παράγραφο 30 της ένορκης δήλωσής της, ημερομηνίας 14/6/2022 αναφέρει τα εξής: η εναγόμενη δεν έχει προσκομίσει την οποιαδήποτε μαρτυρία που να δηλώνει ότι οι ενάγοντες δεν είναι φερέγγυοι και/ή είναι ανίκανοι να πληρώσουν τα οποιαδήποτε έξοδα στην παρούσα διαδικασία. Είναι υποχρέωσή της, προστίθεται, να προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία, που να δείχνει την αφερεγγυότητα των εναγόντων. Εν πάση περιπτώσει, αφ' ης στιγμής η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν κατέχουν οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, που να είναι δεκτική εκτέλεσης, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής και καταδίκης τους σε έξοδα και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, σ' αυτούς εναπόκειται να καταρρίψουν τον ισχυρισμό αυτό, με την προσαγωγή της κατάλληλης μαρτυρίας. Διερωτώμαι και τι μαρτυρία αναμένουν ότι θα μπορούσε να προσκομίσει η εναγόμενη, προκειμένου να αποδείξει κάτι που δεν υπάρχει. Εάν υπήρχε περί αντιθέτου θέση εκ μέρους τους - που δεν υπάρχει - και συγκεκριμένα, ότι κατέχουν περιουσία στην Κύπρο, είτε ακόμη, ότι έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν τα έξοδα της εναγόμενης σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής τους και καταδίκης τους στα έξοδα της διαδικασίας είναι κάτι το οποίο εμπίπτει στην γνώση τους, το οποίο και γνωρίζουν καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο. Επομένως, θα μπορούσαν κάλλιστα, καταρχήν, να το αναφέρουν με την ένστασή τους και έπειτα, να προσκομίσουν και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Ούτε το ένα έκαναν μα ούτε και το άλλο, οπότε, η εξαγωγή εκ μέρους μου συμπεράσματος, ότι δεν κατέχουν οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο, που να είναι δεκτική εκτέλεσης, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής και καταδίκης τους σε έξοδα - όπως είναι και η θέση της εναγόμενης - είτε ακόμη, ότι δεν κατέχουν οποιαδήποτε περιουσία, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό, αποτελεί μονόδρομο. Ακολουθεί ότι ο έκτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Αναφορικά με τη δύναμη/ισχύ της υπόθεσης των εναγόντων, παρατηρώ τα εξής: Η βάση της αγωγής τους, που θεμελιώνει το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον της εναγόμενης εδράζεται σε τρεις συμφωνίες δανείου που έγιναν μεταξύ των διαδίκων, το
  1. Η εναγόμενη, όπως αναφέρουν οι ενάγοντες στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, ζήτησε και έλαβε από τους ίδιους, το συνολικό ποσό των €132.000 «με σκοπό να βοηθηθούν τα επιχειρηματικά της πλάνα και/ή άλλως πως.» Σύμφωνα με την παράγραφο 12, ήταν όρος των συμφωνιών δανείου ότι η εναγόμενη θα επέστρεφε τα τρία χρηματικά ποσά που της κατέβαλαν οι ενάγοντες, εντός ενός έτους από την καταβολή τους. Παρόλα αυτά, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 13, μέχρι σήμερα αρνείται και/ή αμελεί να τα επιστρέψει. Η εναγόμενη - που θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει καταχωρήσει ακόμη την υπεράσπισή της -, με την επισυνημμένη στην υπό κρίση αίτηση, ένορκη δήλωση της Ε. Δ., ημερομηνίας 31/3/2022 καθώς και με την επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ίδιας (δηλαδή της Δ.), στην οποία έχει προβεί προς υποστήριξη της αίτησης της G. S. [ ], ημερομηνίας 14/2/2022 - την οποία η εναγόμενη επικαλείται προς υποστήριξη και της υπό κρίση αίτησης - δίδει μια εντελώς διαφορετική διάσταση στην υπόθεση. Στην ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 31/3/2022, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: Στην παρούσα υπόθεση εμπλέκονται, εκτός από τους διαδίκους, άλλα δυο νομικά πρόσωπα (E. M. L., από τις Σ. και G. S. από την Ι.) και ακόμη δυο φυσικά πρόσωπα (E. και B. από τη Ρ.). Ο E. κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ο τελικός δικαιούχος και ελέγχων πρόσωπο των εναγόντων και της E. M. L. Η εναγόμενη και ο E., κατά ή περί το δεύτερο εξάμηνο του 2017 συμφώνησαν να συνάψουν ένα κοινό έργο και επιχειρηματική σχέση, για τη δημιουργία μιας επιχείρησης πώλησης προϊόντων μέσω διαδικτύου, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί μέσω μιας κοινής ι. εταιρείας. Η συνεισφορά των δυο στο κοινό έργο, θα ήταν €150.000, έκαστος. Για την υλοποίηση του έργου ιδρύθηκε η εταιρεία G. S., με μοναδικό μέτοχο, διευθυντή και εγγεγραμμένο μέτοχο την εναγόμενη. (Στη συνέχεια δίδονται αρκετές λεπτομέρειες τι διαλάμβανε η παραπάνω συμφωνία μεταξύ εναγόμενης και E. καθώς και τι έγινε στη συνέχεια προς υλοποίηση της συμφωνίας). Όπως αναφέρεται στη συνέχεια (παρ. 14.11), παρά το γεγονός ότι ο E. έλαβε από την G. S. (δηλαδή την εναγόμενη) το σύνολο των κεφαλαίων που επενδύθηκαν στο κοινό έργο (το οποίο περιλαμβάνει το ποσό των €150.000 που επένδυσε εκ μέρους της εναγόμενης) και παρά το γεγονός ότι έλαβε από την G. S., το επιπλέον ποσό των €85.556, για ισχυριζόμενες υπηρεσίες, που δήθεν παρασχέθηκαν στην G. S. προσπαθεί τώρα μέσω και της παρούσας αγωγής όσο και με ξεχωριστή αγωγή που καταχώρησε μέσω της E. M. L., να εξαπατήσει την πρώην συνεργάτιδά του, δηλαδή την εναγόμενη καθώς και την G. S., βασιζόμενος και χρησιμοποιώντας τις διάφορες εικονικές συμφωνίες δανείου που αναφέρονται σε άλλο σημείο, στην ίδια ένορκη δήλωση, μέσω των οποίων, ο ίδιος είχε προωθήσει τη μεταφορά της συνολικής επένδυσης στο κοινό έργο που πραγματοποιήθηκε μέσω της G. S. Η αγωγή καταχωρήθηκε από τον E., μέσω των εναγόντων (εταιρεία που του ανήκει πλήρως και ελέγχεται από αυτόν), με σκοπό την εξαπάτηση της εναγόμενης και της G. S.. (Στη συνέχεια δίδονται λεπτομέρειες για σκοπούς στοιχειοθέτησης του εν λόγω ισχυρισμού). Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 14.12 (ε), κατόπιν αιτήματος και οδηγιών του E., η εναγόμενη, ως μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της G. S. είχε εξουσιοδοτήσει την πληρωμή και μεταφορά από την G. S. στην E. M. L., όχι μόνο του συνολικού ποσού της επένδυσης που έγινε στο κοινό έργο που λειτουργεί μέσω της G. S., ύψους €265.000 (δηλαδή, που αντιπροσωπεύει το ποσό των €132.000 που μεταβίβασε ο E. στην εναγόμενη μέσω των εναγόντων και το ποσό των €133.000 που μεταβίβασε ο E. στην εναγόμενη μέσω της E. M. L.), αλλά και του επιπλέον ποσού των €85.556, που αντιπροσωπεύει τις δήθεν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από την E. M. L στην G. S, για τις οποίες, ούτε ο E. ούτε η εταιρεία του E. M. L. ή αντιπρόσωποί τους παρουσίασαν στην G. S. ή στην εναγόμενη, οποιαδήποτε αποδεικτικά έγγραφα που να τις δικαιολογούν. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 15, η αγωγή των εναγόντων δεν έχει οποιεσδήποτε ή καλές πιθανότητες επιτυχίας, ενδεικτικά, για τους εξής λόγους: πρώτο, συνιστά και/ή χρησιμοποιείται ως όχημα ή εργαλείο από τον E., για να καταδολιεύσει την εναγόμενη και την G. S., δεύτερο, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, γιατί με αυτή οι ενάγοντες και ο ιδιοκτήτης τους, E., επιδιώκουν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του E. σε βάρος της εναγόμενης και της G. S., τρίτο, είναι παντελώς αβάσιμη, καταχρηστική, ενοχλητική και καταπιεστική, τέταρτο, προωθείται κακόπιστα και πέμπτο, ο E. καταχρηστικά και κακόπιστα προκάλεσε την καταχώρηση τριών ξεχωριστών αγωγών εναντίον της εναγόμενης, στη βάση εικονικών συμφωνιών δανείου, οι οποίες έχουν να κάνουν με το ίδιο επενδυτικό έργο και με τα ίδια γεγονότα. Και ενώ η εναγόμενη, προς τεκμηρίωση των παραπάνω ισχυρισμών της, στην ένορκη δήλωση της Ε. Δ. που υποστηρίζει την αίτηση, ημερομηνίας 14/2/2022 (για συνένωση της εταιρείας G. S. στην παρούσα αγωγή ως εναγόμενων 2, αλλά και ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων), επισυνάπτει σωρεία εγγράφων/τεκμηρίων, οι ενάγοντες, που όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) αναγάγουν ως μόνη επίδικη διαφορά με την εναγόμενη στην παρούσα αγωγή, τις τρεις ξεχωριστές - μεταξύ τους - συμφωνίες δανείου και τη μη εξόφληση από την εναγόμενη εντός της συμφωνηθείσας - δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών - προθεσμίας, του συνολικού ποσό των €132.000, που όπως είναι η θέση τους, την είχαν δανείσει προσωπικά «με σκοπό να βοηθηθούν τα επιχειρηματικά της πλάνα και/ή άλλως πως.», με μέρος όσων αναφέρει γι' αυτούς η Μ. Χ., στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση και μάλιστα, κάτω από τον τίτλο «ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ ΓΕΓΟΝΟΤΑ», ουσιαστικά επιβεβαιώνουν αρκετούς από τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας για την εναγόμενη. Ειδικότερα: Δέχονται ότι ο E. είναι ο τελικός δικαιούχος των εναγόντων. Ακολούθως, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 20, 21, 22 και 25, η εναγόμενη και ο E. συζήτησαν την κατάρτιση επιχειρηματικού πλάνου για πωλήσεις μέσω διαδικτύου, αλλά, οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν με οριστική απόφαση, δηλαδή την πραγματοποίηση της επιχειρηματικής ιδέας μέσω ι. εταιρείας. Η εναγόμενη ίδρυσε την ι. εταιρεία (προφανώς πρόκειται για την G. S. αυτή) από δική της πρωτοβουλία και χωρίς τη συμμετοχή του E.. Ο τελευταίος δεν υπήρξε ποτέ μέτοχος στην εν λόγω εταιρεία ή τελικός / ωφέλιμος δικαιούχος. Δεν σύναψε δεσμευτική συμφωνία με την εναγόμενη, η οποία θα το δέσμευε να προχωρήσει το επιχειρηματικό πλάνο μέσω ι. εταιρείας. Δεν υπήρξαν νομικά δεσμευτικές συμφωνίας μεταξύ εναγόμενης και E., όπου ο καθένας τους θα συνεισέφερε το ποσό των €150.000 και ο E. θα κάλυπτε το ποσό αυτό εκ μέρους της εναγόμενης. Μεταξύ εναγόμενης και κάποιου B. (παρενθετικά να πω ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Ε. Δ., κι αυτός εμπλέκεται στην παρούσα υπόθεση) υπάρχει συμφωνία δανείου καθώς και συμφωνία υποθήκης μεταξύ του πατέρα της εναγόμενης και του B. Ότι η G. S. ιδρύθηκε και μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της είναι η εναγόμενη είναι γεγονός. Η τελευταία έλαβε και χρησιμοποίησε τα ποσά των επίδικων δανείων για σκοπούς της εταιρείας G. S. και οι συμφωνίες που υπογράφτηκαν ήταν πραγματικές και εξυπηρέτησαν τα επιχειρηματικά πλάνα της εναγόμενης και της εταιρείας της. Με αντιπαραβολή των παραπάνω εκατέρωθεν ισχυρισμών, τους οποίους αποτιμώ στην όψη τους και μόνο, δηλαδή, χωρίς να τους αξιολογώ και να δηλώνω ποιους αποδέχομαι και ποιους απορρίπτω (αυτό θα γίνει σε κατοπινό στάδιο κατά την εκδίκαση της αγωγής και ενδεχομένως της ανταπαίτησης) θεωρώ την υπόθεση της εναγόμενης πιο ισχυρή από την αντίστοιχη των εναγόντων. Αναφορικά με το χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, δεν συμφωνώ με τους ενάγοντες ότι αυτή υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14/7/2021 και η εναγόμενη, αφού της επιδόθηκε, στις 24/11/2011 καταχώρησε εμφάνιση. Οι ενάγοντες, στις 9/12/2021 καταχώρησαν έκθεση απαίτησης, οπότε η εναγόμενη έλαβε γνώση των ισχυρισμών τους που συνθέτουν τη βάση της εναντίον της αγωγής τους και τρεισήμισι, μόλις, μήνες αργότερα και μάλιστα, προτού οι ενάγοντες προβούν σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα για σκοπούς προώθησης της αγωγής τους, η ίδια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Ακολουθεί ότι ο σχετικός - δεύτερος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με τον πέμπτο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει την αρχή της δίκαιης δίκης και το συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων για απρόσκοπτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Περιορίζομαι να πω τούτο: οι ενάγοντες και σ' αυτή την περίπτωση δεν έχουν αποσείσει το βάρος που επωμίζονται για απόδειξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, για τον οποίο, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή τους, ουδέν αναφέρεται [βλ. Hampton Advisory Group S.A. (ανωτέρω) και Studland Holdings Limited και Άλλος (ανωτέρω επίσης)]. Έπεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι το ύψος της αιτούμενης ασφάλειας είναι υπερβολικό και/ή διογκωμένο, ενώ σύμφωνα με τον έβδομο λόγο ένστασης, στον προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων περιλαμβάνονται έξοδα που δεν καλύπτονται από τους σχετικούς κανονισμούς. Λόγω της συνάφειάς τους, οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης θα συνεξεταστούν. Σε σχέση με αυτή την πτυχή της αίτησης, η ενόρκως δηλούσα για την εναγόμενη, στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσής της, ημερομηνίας 31/3/2022, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: το ποσό για το οποίο ζητείται η παροχή ασφάλειας εξόδων της εναγόμενης είναι εύλογο, λογικό και το ελάχιστο που θα δικαιούται η εναγόμενη σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της και εναντίον των εναγόντων. Το ποσό αυτό έχει υπολογιστεί ενδεικτικά στη βάση καταλόγου εξόδων που ετοιμάστηκε λαμβάνοντας υπόψη την κλίμακα της αγωγής και τη συνήθη πορεία μίας αγωγής μέχρι το στάδιο της έκδοσης απόφασης. Στο προσχέδιο καταλόγου εξόδων (τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωση), το οποίο ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους της εναγόμενης, περιλαμβάνονται τόσο υφιστάμενα έξοδα όσο και αυτά που υπολογίζονται ότι θα προκύψουν στο μέλλον μέχρι και την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Επιπρόσθετα, στο αιτούμενο ποσό, έχουν υπολογιστεί και συμπεριληφθεί έξοδα που θα δικαιούται η εναγόμενη σε περίπτωση αποτυχίας των εναγόντων, τα οποία θα είναι πληρωτέα στη βάση της Δ.59 Θ.22 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως, για παράδειγμα, τα έξοδα για την προσέλευση μαρτύρων στην Κύπρο από το εξωτερικό για τις ανάγκες ακρόασης της ουσίας της αγωγής (αεροπορικά εισιτήρια και έξοδα διαμονής των μαρτύρων υπεράσπισης καθώς και έξοδα για μεταφράσεις). Τα ποσά των εξόδων, προστίθεται, έχουν προσεγγιστεί συντηρητικά από τους δικηγόρους της εναγόμενης και αντικατοπτρίζουν κατ' αποκοπή ποσά, τα οποία, ενδεχομένως, ανάλογα με την πορεία της υπόθεσης και υπό την επιφύλαξη διαφόρων άλλων αστάθμητων παραγόντων, αυτά τελικά να είναι πολύ μεγαλύτερα. Στον αντίποδα, η ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες, στη δική της ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 14/6/2022 αναφέρει τα εξής: τα έξοδα της εναγόμενης και των μαρτύρων της, ήτοι, αεροπορικά εισιτήρια και διαμονή τίθενται με τρόπο υπερβολικό. Υπάρχουν ξενοδοχειακά καταλύματα στην πόλη της Λεμεσού, πολύ φθηνότερα από το ενδεικτικό ποσό που αναγράφεται στον προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων. Περαιτέρω, τα αεροπορικά εισιτήρια έχουν τεθεί κατά τρόπο υπερβολικό, λαμβανομένου υπόψη, πως, το πιθανότερο, η ακροαματική διαδικασία θα ξεκινήσει και ολοκληρωθεί εκτός περιόδου καλοκαιρινών διακοπών, ήτοι, εποχής με υψηλή ζήτηση και τιμές. Επιπρόσθετα, τα πιο πάνω έξοδα δεν καλύπτονται από τα δικηγορικά έξοδα και δικαιώματα στις αγωγές και τους σχετικούς κανονισμούς και ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο εξόδων και/ή αμοιβής δικηγόρου και πόσο μάλλον, να υπόκεινται σε Φ.Π.Α. Σε κάθε περίπτωση και εφόσον ήθελε αποδειχθούν ότι καλύπτονται από τη Δ.59 Θ.22, αυτά έχουν τεθεί διογκωμένα και θα πρέπει να αποδειχθούν με αυστηρότητα από την εναγόμενη, προσκομίζοντας σχετικές αποδείξεις πληρωμής. Επίσης, τα έξοδα του μεταφραστή έχουν τεθεί με τρόπο διογκωμένο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή στις χρεώσεις των μεταφραστών. Παρατηρώ τα εξής: Σε αντίθεση με την εναγόμενη, η οποία προσκομίζει προκαταρκτικό, καθ' υπολογισμό κατάλογο των εξόδων της στην αγωγή, με αναλυτική αναφορά σε τι συνίστανται αυτά και στο σχετικό - κατά περίπτωση - ποσό, οι ενάγοντες που προβάλλουν όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς, ουδέν αναφέρουν και κανένα στοιχείο παρουσιάζουν που να τεκμηριώνει τους δικούς τους ισχυρισμούς και την ίδια ώρα, να καταρρίπτει τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της εναγόμενης. Για παράδειγμα, η εναγόμενη, στο συνολικό ποσό των προϋπολογισμένων εξόδων της για το οποίο ζητά παροχή ασφάλειας, περιλαμβάνει το ποσό των €1.800 για τα αεροπορικά εισιτήρια των τριών μαρτύρων της που θα έρθουν από τη Ρ. και την Ι., το ποσό των €1.200 για τη διαμονή των εν λόγω μαρτύρων για δυο νύχτες (3 x €400) και τέλος, το ποσό των €1.500, ως έξοδα μεταφραστή κατά τη διάρκεια της ακρόασης στο Δικαστήριο (3 x €500). Οι ενάγοντες που ισχυρίζονται ότι όλα αυτά τα έξοδα τίθενται με τρόπο υπερβολικό και ειδικά για τα έξοδα διαμονής, ότι υπάρχουν ξενοδοχειακά καταλύματα στην πόλη της Λ., πολύ φθηνότερα από το ενδεικτικό ποσό που αναγράφεται στον προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων, δεν αναφέρουν ποιο κατά τη γνώμη τους είναι το λογικό, εύλογο και προφανώς, μικρότερο αντίστοιχο ποσό που έχουν υπόψη τους, κατ' αντιστοιχία αυτού που αναφέρει η εναγόμενη και ειδικά για τα έξοδα διαμονής, δεν αναφέρουν, έστω κι ένα ξενοδοχείο στη Λ., που σε περίπτωση διαμονής των μαρτύρων της εναγόμενης σ' αυτό, το σχετικό κόστος θα είναι φθηνότερο από το προϋπολογισμένο από τους δικηγόρους της. Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα των μεταφραστών, ενώ, για τα αεροπορικά εισιτήρια των μαρτύρων της εναγόμενης και τα σχετικά έξοδα, ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι γιατί οι ενάγοντες προεξοφλούν, πρώτο, ότι το πιθανότερο η ακροαματική διαδικασία θα ξεκινήσει και ολοκληρωθεί εκτός περιόδου καλοκαιρινών διακοπών και δεύτερο, ότι, και να συμβεί αυτό, η συγκεκριμένη περίοδος είναι εποχή με ψηλή ζήτηση και τιμές. Διερωτώμαι: δηλαδή, εάν η ακρόαση ξεκινήσει την περίοδο των γιορτών των Χριστουγέννων, η συγκεκριμένη περίοδος, είναι εποχή με χαμηλή ζήτηση και τιμές; Δε νομίζω. Για να συνεχίσω, αποτελεί θέση μου, ότι όλα τα προϋπολογισμένα έξοδα της εναγόμενης σύμφωνα με το σχετικό κατάλογο που έχουν ετοιμάσει οι δικηγόροι της καλύπτονται από τη σχετική Δ.59 Θ.
  2. Τέλος, επί του ισχυρισμού των εναγόντων ότι τα έξοδα της εναγόμενης θα πρέπει να αποδειχθούν με αυστηρότητα από την ίδια, με την προσκόμιση σχετικών αποδείξεων πληρωμής, το μόνο που θέλω να πω είναι το εξής: θέμα προσκόμισης αποδείξεων θα τεθεί μόνο σε περίπτωση που οι ενάγοντες αποτύχουν στην αγωγή τους και καταδικαστούν στα έξοδα και εναγόμενη θα προβεί στην ετοιμασία και υποβολή καταλόγου εξόδων στον Πρωτοκολλητή για υπολογισμό/ψήφιση και όχι σ' αυτό το στάδιο, που τα έξοδά της, έχουν προϋπολογιστεί καθαρά σε υποθετική βάση, αποκλειστικά για τις ανάγκες εξέτασης και προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Για να καταλήξω, με τη διαπίστωση ότι το συνολικό ποσό της αιτούμενης ασφάλειας είναι όντως κάπως υπερβολικό και/ή διογκωμένο, ωστόσο, όχι για τους λόγους που αναφέρουν οι ενάγοντες με τους υπό κρίση λόγους ένστασης, κατά τα λοιπά και οι δυο αυτοί λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Όμως, επί του προκειμένου, θα επανέλθω. Με τον τρίτο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει αναληθείς ισχυρισμούς. Να πω απλώς, ότι η αίτηση, ουσιαστικά υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις και ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός των εναγόντων, σε ένορκη δήλωση που περιέχει αναληθείς ισχυρισμούς και μάλιστα, χωρίς ειδική αναφορά, έστω σ' ένα τέτοιο ισχυρισμό, δεν αρκεί για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Πέραν τούτου, είναι και το γεγονός, ότι οι ενάγοντες, με την προβολή του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, παραβλέπουν ότι σ' αυτό το στάδιο δεν επιτρέπεται η εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων επί της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα, είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης. Ακολουθεί ότι και αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Συγκεφαλαιώνοντας, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει την υπό κρίση αίτηση είναι η κατάληξή μου ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις (νομικές και πραγματικές) για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Προτού καθορίσω το ύψος του ποσού εξόδων για το οποίο οι ενάγοντες θα διαταχθούν να παράσχουν ασφάλεια, θα εξηγήσω για ποιο λόγο θεωρώ ότι το συνολικό ποσό για το οποίο η εναγόμενη ζητά την έκδοση διατάγματος (€29.365,55), πράγματι είναι υπερβολικό και διογκωμένο. Με αντιπαραβολή των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονται στον προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων που έχουν ετοιμάσει οι δικηγόροι της, με τα διαλαμβανόμενα - κατά περίπτωση - στο σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου (3/2017), ποσά, διαπιστώνω ότι η εναγόμενη προϋπολογίζει τα έξοδα στο μέγιστο προβλεπόμενο ποσό. Με αυτό δεδομένο, θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις, το ποσό των €20.000 αποτελεί ικανοποιητική ασφάλεια για τα έξοδα της εναγόμενης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, εκδίδεται διάταγμα, με το οποίο οι ενάγοντες διατάσσονται να δώσουν ασφάλεια για τα έξοδα στην εναγόμενη, για το ποσό των €20.
  3. Το ποσό αυτό να δοθεί, είτε με κατάθεσή του είτε με παράδοση τραπεζικής εγγύησης, για το ίδιο ποσό, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ή προσωπικά στην εναγόμενη, εντός 60 ημερών από σήμερα. Μέχρι τη συμμόρφωση των εναγόντων με τα πιο πάνω ή την εκπνοή του χρόνου που έχει οριστεί, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται. Εάν οι ενάγοντες παραλείψουν να συμμορφωθούν με το πιο πάνω διάταγμα, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα, με έξοδα σε βάρος τους και υπέρ της εναγόμενης. Σε περίπτωση συμμόρφωσης των εναγόντων με την πιο πάνω διαταγή, ο Πρωτοκολλητής να θέσει την υπόθεση ενώπιόν μου για ορισμό. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος των εναγόντων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.