Α. Κ., άλλως Μ. ν. Μ. Γ. Π. κ.α., Αρ. Αγωγής: 4547/2014, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4547/2014 Μεταξύ: Α. Κ., άλλως Μ. Ενάγουσας και
- Μ. Γ. Π.
- Ζ. Ν. Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/11/2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Λ. Θεοχάρους δια κ.κ. Λέανδρος Θεοχάρους & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1: κ. Α. Αργυρού δια κ.κ. Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2: κ. A. Γλυκής για κ.κ. Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και Ν.Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η I. Εισαγωγή:- Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων:- Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει, αρχικά με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε και ακολούθως με την Έκθεση Απαίτησης, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €30.000- πλέον νόμιμο τόκο, το οποίο κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 για την αγορά κατοικίας στο χωριό Π. της Επαρχίας Λεμεσού πριν την υπογραφή τελικής συμφωνίας υπό καθεστώς ψευδών παραστάσεων ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ιδιοκτήτης αυτής και/ή ότι είχε δικαίωμα να πωλήσει και να μεταβιβάσει αυτή, κάτι που ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αληθές. Εναντίον του Εναγόμενου 2 ισχυρίζεται ότι συναίνεσε και την προέτρεψε να καταβάλει το ποσό αυτό στον Εναγόμενο 1, καθώς και ότι ως δικηγόρος της επ' αμοιβή επέδειξε αμέλεια παραλείποντας να λάβει ως όφειλε τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να διακριβώσει εάν ο Εναγόμενος 1 ήτο ιδιοκτήτης ή εδικαιούτο να καταστεί τέτοιος ή εάν είχε εξουσία να πωλήσει και να μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία και ότι παρέλειψε να συντάξει πωλητήριο έγγραφο που να δεσμεύει τον Εναγόμενο 1 να εκτελέσει τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του προς την Ενάγουσα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί τον Μάιο του 2011 επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος παρουσιάζετο ως κτηματομεσίτης και πωλητής ακινήτων, ο οποίος της έδειξε στο χωριό Π. δύο οικίες και η Ενάγουσα επέλεξε μια από αυτές. Όπως ισχυρίζεται, κατόπιν διαπραγμάτευσης συμφώνησαν προφορικά την αγορά της επιλεγείσας κατοικίας για το ποσό των €280,000- έναντι προκαταβολής €30,000-, ενός οικοπέδου της Ενάγουσας στο Τ. συμφωνηθείσας τιμής €150,000- και το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν κατά την μεταβίβαση της οικίας. Προς τον σκοπό αυτό η Ενάγουσα προβάλλει ότι εξασφάλισε έγκριση δανείου από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για ποσό €100,000- και ανέθεσε στον Εναγόμενο 2, ως δικηγόρο της επ' αμοιβή να ετοιμάσει και συντάξει συμφωνία με τον Εναγόμενο 1, όπως συμφώνησε με αυτόν. Αρχικά, στις 5/5/2011 κατέβαλε €5,000- για κράτηση της επιλεγείσας κατοικίας, ενώ μετά την καταβολή αυτή ο Εναγόμενος 1 ανάρτησε προσωπική πινακίδα πώλησης στο οικόπεδό της στο Τ., καταβάλλοντας στη συνέχεια άλλες €25,000- με την παρότρυνση του Εναγόμενου 2 πριν την υπογραφή της συμφωνίας παρά τους ενδοιασμούς της. Για την καταβολή των €30,000- στον Εναγόμενο 1 υπογράφηκε υποσχετική συμφωνία για πώληση οικίας και απόδειξη. Παραθέτει στη συνέχεια ότι ο Εναγόμενος 1 της αποκάλυψε ότι ιδιοκτήτης της οικίας ήταν η εταιρεία Τ.Τ. A. P. Ltd και ότι ο Εναγόμενος 1 μαζί με κάποια Μ. Η. είναι αγοραστές της και πως ο Εναγόμενος 1 χρωστούσε στην εταιρεία αυτή το ποσό των €70,000-. Σύμφωνα με τα όσα δικογραφεί η Ενάγουσα, μετά την αποκάλυψη αυτή ο Εναγόμενος 1 στην παρουσία του Εναγόμενου 2 της εισηγήθηκε όπως καταβάλει το ποσό των €30,000- και άλλες €40,000- στην εταιρεία και να αποσύρετο το συμβόλαιο από το Κτηματολόγιο Λεμεσού, ώστε η κατοικία να μεταβιβαστεί στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα να πλήρωνε το υπόλοιπο ποσό στον Εναγόμενο 1 και η εταιρεία θα μεταβίβαζε την κατοικία σε αυτή, λέγοντας της ότι είχε επενδυτική ασφάλεια για €171,000- και δεν έπρεπε να ανησυχεί για την αξιοχρεότητα του. Την εισήγηση αυτή την απέρριψε. Στον Εναγόμενο 2 καταλογίζει αμέλεια ως αναφέρεται ανωτέρω, αλλά και ότι την παρότρυνε και εξώθησε να καταβάλει στον Εναγόμενο 1 το ποσό που διεκδικεί διαβεβαιώνοντας την ότι ήταν αξιόχρεος και αξιόπιστος ως στρατιωτικός που είναι ζημιώνοντας την. Καταληκτικά αξιώνει το ποσό αυτό λόγω ψευδών παραστάσεων του Εναγόμενου 1, της αμέλειας του Εναγόμενου 2 και ως αντάλλαγμα, το οποίο απέτυχε, εξέλιπε, δεν υπήρχε και δεν παρασχέθηκε. Ο Εναγόμενος 1 ήγειρε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ειδικότερα ο Εναγόμενος απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο ίδιος με διαφημίσεις παρουσιαζόταν ως κτηματομεσίτης και πωλητής ακινήτων, αναφέροντας ότι είναι στρατιωτικός στην Εθνική Φρουρά από το
- Αρνούμενος σχετικό ισχυρισμό της Ενάγουσας υποστηρίζει ότι η επικοινωνία του με την Ενάγουσα έγινε περί τον Μάρτιο του 2011, όταν και αυτή εκδήλωσε ενδιαφέρον για αγορά μιας οικίας που είχε προς πώληση στην περιοχή του Ύψωνα και που είχε αγοράσει με αγοραπωλητήριο έγγραφο, η οποία δεν ικανοποίησε την Ενάγουσα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να παρουσιάσει στην Ενάγουσα την κατοικία στην Π., την οποία, αφού επιθεώρησε αποφάσισε να αγοράσει και αρνείται ότι παρουσίασε στην περιοχή εκείνη στην Ενάγουσα 2 οικίες. Παραδέχεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς ήταν €280,000- με €30,000- προκαταβολή και αποπληρωμή του υπολοίπου με την μεταβίβαση της οικίας και αρνείται ότι το οικόπεδο στο Τ. αποτελούσε μέρος του ανταλλάγματος για την πώληση προς €150,000-, υποστηρίζοντας ότι το θέμα αυτό ετέθη από την Ενάγουσα σε αυτόν πολύ μεταγενέστερα, επειδή η Ενάγουσα δεν είχε την δυνατότητα να υλοποιήσει την συμφωνία και δεν μπορούσε να εξεύρει με δανειοδότηση το ποσό των €250,000-. Επίσης, ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι εισέπραξε από την Ενάγουσα τα ποσά των €5,000- και €25,000- και ότι υπέγραψε υποσχετική συμφωνία για πώληση της οικίας και είσπραξη των ποσών αυτών. Αναφορικά με την αγορά της επίδικης οικίας από την T.T. A. P. Ltd υποστηρίζει ότι αυτό έγινε από τον ίδιο και την σύζυγό του Μ. Ι. Η. δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 19/02/2009, η οποία είναι εμβαδού 192 τ.μ. εκ συνολικής εκτάσεως 3345 τ.μ. του οικοπέδου υπ' αρ. εγγραφής [ ] τεμ. 5 Φ/Σχ [ ] στην Π., για το ποσό των €255,
- Η συμφωνία αυτή είναι δεόντως χαρτοσημασμένη και καταχωρημένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και για την αγορά της ο Εναγόμενος 1 σύναψε δάνειο €170,000- με ενυπόθηκη εξασφάλιση στο ακίνητο αυτό. Για όλα αυτά υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα και/ή οι αντιπρόσωποί της ήταν πλήρως ενημερωμένοι και ότι είχε φέρει σε επικοινωνία την Ενάγουσα με την εταιρεία, ώστε αυτή να γνωρίζει την κατάσταση, ενώ παρόντος και του Εναγόμενου 2, η Ενάγουσα επικοινώνησε με λειτουργό του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, όπου το ποσό του δανείου και της επιβάρυνσης επιβεβαιώθηκε. Υποστηρίζει ότι στην εταιρεία οφείλει €68,000-, το οποίο η Ενάγουσα γνώριζε εξαρχής και αρνείται τα όσα προβάλλει η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της αναφορικά με δήθεν εισήγηση που έκανε ο Εναγόμενος
- Ο Εναγόμενος 1 αρνείται τις αξιώσεις της Ενάγουσας και υποστηρίζει ότι εκ της συμπεριφοράς της υπέστηκε ζημιά €44,000-, την οποία και ανταπαιτεί και ότι αυτή ήγειρε την αγωγή εναντίον του εκδικητικά επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσει με την υλοποίηση της συμφωνίας για την επίδικη οικία, υπαναχωρώντας αδικαιολόγητα και αξιώνοντας τα χρήματα που κατέβαλε πίσω. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ακύρωσε άλλη πώληση για το ίδιο ποσό. Εκ του φακέλου του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δόθηκαν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες παραγράφων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Εναγόμενου 1 σύμφωνα με σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου σε σχέση με το προς ανταπαίτηση ποσό της ζημίας των €44,
- Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την καταχώρηση των λεπτομερειών ημερ. 30/05/2016 προβάλλεται ότι η ζημιά αυτή προκύπτει από το ότι εκ της αδικαιολόγητης υπαναχώρησης της Ενάγουσας από τη συμφωνία για την πώληση της οικίας οι τόκοι του δανείου που σύναψε ο Εναγόμενος 1 με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για την αγορά της αυξήθηκαν, όπως επίσης και εκ του ότι την ίδια χρονική στιγμή που η Ενάγουσα προσέγγισε τον Εναγόμενο 1 για την αγορά της κατοικίας υπήρχε και άλλος υποψήφιος αγοραστής, τον οποίο ο Εναγόμενος 1 απέρριψε εξ' υπαιτιότητας της Ενάγουσας. Στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 εγείρονται προδικαστικές ενστάσεις περί καθυστέρησης στην έγερση της παρούσας αγωγής από την Ενάγουσα και ειδικότερα ότι το όποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2 έχει παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 68 του Κεφ.
- Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων αυτών, ο Εναγόμενος 2 αρνείται τα όσα του καταλογίζει η Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διορίστηκε δικηγόρος της Ενάγουσας για αγορά ακίνητης περιουσίας οπουδήποτε, αλλά ότι ενεργούσε δικηγόρος της για άλλες υποθέσεις. Για την αγορά της επίδικης οικίας ο Εναγόμενος 2 υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα του ζήτησε φιλική συμβουλή για το κατά πόσο έπρεπε να προβεί σε αγορά μιας ακίνητης περιουσίας και σε συνάντηση που είχαν για άλλες υποθέσεις, όπου η Ενάγουσα του ανέφερε ότι η οικία ήταν υποθηκευμένη την συμβούλεψε να μην την αγοράσει. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 2 αρνείται ότι παρότρυνε την Ενάγουσα να προβεί στις οποιεσδήποτε πληρωμές για την επίδικη οικία και όλες τις λεπτομέρειες αμέλειας που αυτή του καταλογίζει. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση πέραν της άρνησης των θέσεων που προβάλλονται από τον Εναγόμενο 1 σε όση έκταση συγκρούονται με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, προβάλλεται ότι η Ενάγουσα είχε εξασφαλίσει επαρκές δάνειο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της αναφορικά με την αγορά της επίδικης οικίας και ζητείται η απόρριψη της Ανταπαίτησης ως μετέωρη και ανυπόστατη, για την οποία σε κατοπινό δικονομικά στάδιο ζητήθηκαν και δόθηκαν λεπτομέρειες. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση πέραν της άρνησης των θέσεων του Εναγόμενου 2 προβάλλεται ότι οι προδικαστικές ενστάσεις είναι αβάσιμες, όπως επίσης ότι σε συγκεκριμένες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης τίθεται ξεκάθαρα η βάση της αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 2 και τις συμβατικές παραβάσεις, παραλείψεις και αμέλεια του ως δικηγόρου της Ενάγουσας, ενώ αναφέρεται ότι με συγκεκριμένη παράγραφο της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 αυτός αρνείται τη «συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών». II. Η προσαχθείσα μαρτυρία:- Για την Ενάγουσα προσέφερε μαρτυρία στο Δικαστήριο η ίδια (ΜΕ1) και ο Π. Α., υπάλληλος της ΚΕΔΙΠΕΣ (ΜΕ2). Από την άλλη πλευρά μαρτυρία προσέφερε ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1) και ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ2). II.
- Μαρτυρία Ενάγουσας (ΜΕ1):- H ΜΕ1 στη Γραπτή της Δήλωση, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Έγγραφο Α» ανέφερε ότι περί τον Μάϊο 2011 ήρθε σε επαφή και κανόνισε συνάντηση με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος παρουσιαζόταν ως κτηματομεσίτης και πωλητής οικιών από τις «Χρυσές Αγγελίες», κατηγορία «Κτηματικά». Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη δημοσιεύσεων του Εναγόμενου 1 από την κατηγορία «Κτηματικά» των «Χρυσών Αγγελίων». Όπως υποστήριξε, ο Εναγόμενος 1 της έδειξε 2 κατοικίες στην Π. Λεμεσού και αυτή επέλεξε μία από αυτές και συμφώνησε μαζί του όπως αποδεχθεί το οικόπεδό της στο Τ. Λεμεσού για €150,000- και το υπόλοιπο σε μετρητά, ώστε να καταστεί δυνατή η αγορά της κατοικίας για συνολικό ποσό €280,000-. Η προκαταβολή, σύμφωνα με την Ενάγουσα συμφωνήθηκε στις €30,000- και το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν κατά την μεταβίβαση της κατοικίας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας για το οικόπεδο με αρ. εγγραφής [ ], τεμάχιο [ ], στο Τ. Λεμεσού. Υποστήριξε δε, ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 όπως συνταχθεί γραπτή συμφωνία και ακολούθως αυτή αποτάθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ εξασφαλίζοντας έγκριση δανείου για ποσό €100,000-. Όλες τις απαραίτητες νομικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης της σύνταξης γραπτής συμφωνίας και νομικών συμβουλών μέχρι την μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομά της τα ανέθεσε επ' αμοιβή στον Εναγόμενο 2, τον οποίο της συνέστησε φιλικό της πρόσωπο που ήταν φίλος του στον οποίο κατέβαλε €600- σε συνάντηση που έγινε στο γραφείο του παρόντος του Εναγόμενου
- Προχώρησε σε καταβολή στον Εναγόμενο 1 με παρότρυνση του Εναγόμενου 2 αρχικά €5,000- για κράτηση της κατοικίας και ο Εναγόμενος 1 ανάρτησε πινακίδα πώλησης στο οικόπεδό της στο Τ. και στη συνέχεια μετά και πάλι από επιμονή του, αλλά και παρότρυνση του Εναγόμενου 2 του κατέβαλε άλλες €25,
- Υπέγραψε με τον Εναγόμενο 1 «υποσχετική συμφωνία πώλησης κατοικίας» με ημερ. 6/05/2011, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
- Όλα αυτά τα έκανε καθ' υπόδειξη και προτροπή του Εναγόμενου 2 παρά τους ενδοιασμούς της, αφού δεν είχε συνταχθεί ακόμη γραπτή συμφωνία, η οποία ουδέποτε υπογράφηκε παρά το ότι τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο Εναγόμενος 2 συνέταξαν σχετικές συμφωνίες. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 αντίγραφο αγοραπωλητηρίου εγγράφου άνευ υπογραφής με ημερ. 6/05/2011, καθότι οποιουδήποτε άλλου επιχειρούμενου προς κατάθεση ως τεκμηρίου εγγράφου δεν έγινε δεκτή η κατάθεσή του ένεκα μη αποκάλυψης του. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην αποκάλυψη γεγονότων από τον Εναγόμενο 1 προς αυτή, τα οποία και επιβεβαίωσε και ή ίδια, ότι ιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας ήταν η εταιρεία T.T. A.P. Ltd («A.») από την οποία ο Εναγόμενος 1 αγόρασε την επίδικη οικία στη βάση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 19/02/2009, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως τεκμήριο 5, με την Μ. Η. και ότι όφειλε ακόμη σε αυτή €70,000-. Με την αποκάλυψη ότι η επίδικη κατοικία δεν άνηκε στο Εναγόμενο 1, αυτός στην παρουσία του Εναγόμενου 2 της εισηγήθηκε όπως καταβάλει στην A. τις €30,000- που έλαβε από αυτή ως προκαταβολή και άλλες €40,000- για να αποσυρθεί το αγοραπωλητήριο από το Κτηματολόγιο Λεμεσού και αυτή θα πλήρωνε το υπόλοιπο στον ίδιο και η A. θα μεταβίβαζε την επίδικη οικία στο όνομά της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 αντίγραφο «πιστοποιητικού ομαδικής ασφάλισης ζωής» του Εναγόμενου 1 της Allianz Ελλάς Α.Ε. που αυτός της έδωσε ποσού €171,000- για να την πείσει ότι δεν είχε σε τίποτα να φοβηθεί για το αξιόχρεο του. Την εισήγηση του Εναγόμενου 1 ανέφερε ότι την απέρριψε και στην συνέχεια ότι έλαβε επιστολή ημερ. 05/08/2011 από τους δικηγόρους του Εναγόμενου 1, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο
- Πρόβαλε δε, ότι ο Εναγόμενος 2 επέδειξε αμέλεια που είχε αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ίση με το ποσό που κατέβαλε στον Εναγόμενο 1, το οποίο και αξιώνει. Αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 1, ανέφερε ότι πήγε η ίδια στο Κτηματολόγιο και έκανε έρευνα για την επίδικη κατοικία μετά που έδωσε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €30,000- και ότι ο λόγος που πήρε τον Εναγόμενο 1 τηλέφωνο από τις «Χρυσές Αγγελίες» ήταν επειδή «έπαιρνε μέσα» και οικόπεδο. Επέμεινε ότι ο Εναγόμενος 1 της παρουσιάστηκε ως κτηματομεσίτης και ότι την πήρε και είδε σπίτια αρχικά στον Ύψωνα και επειδή δεν της άρεσαν την πήρε και είδε 2 οικίες στην Π.. Δεν γνώριζε αν είχε σπίτι δικό του σε αυτά που της έδειξε, πρώτη φορά το άκουγε και διευκρίνισε ότι ο Εναγόμενος 1 στην Π. είχε 2 δικές του κατοικίες, στην 1 θα έμενε ο ίδιος, την οποία αυτή επέλεξε. Επίσης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ανέφερε ότι πήγε 2 με 3 φορές μπορεί και παραπάνω στην Π., ότι της άνοιξε ο Εναγόμενος 1 και ότι είχε την μια φορά ακόμη ένα άτομο μέσα τον οποίο δεν γνώριζε, ούτε και μίλησε μαζί του. Στην υποβολή ότι δεν υπήρχε η οποιαδήποτε αγγελία για ανταλλαγή με οικόπεδο επέμεινε ότι τέτοια υπήρχε, άσχετο αν δεν την κατάθεσε στο Δικαστήριο, προσθέτοντας ότι τις μπλε σελίδες του τεκμηρίου 1 της έδωσε ο Εναγόμενος 1 και τις άλλες τις βρήκε από τις «Χρυσές Αγγελίες». Όπως επέμεινε η ΜΕ1, ο Εναγόμενος 1 της είπε ότι η επίδικη κατοικία πωλείτο για €280,000-, ότι αυτή του είπε μόνο με ανταλλαγή με οικόπεδο για €150,000- και τα υπόλοιπα μετρητά και ότι αυτός δέχθηκε, ότι η συζήτηση έλαβε χώρα στην επίδικη κατοικία για 10' με 15', ότι δεν της ζήτησε κάτι για το οικόπεδο, αλλά δέχθηκε και πως μετά του έδειξε το οικόπεδο. Στην υποβολή ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε γιατί ο Εναγόμενος 1 είχε δάνειο για την αγορά της επίδικης κατοικίας, απάντησε ότι αυτό το έμαθε κατόπιν εορτής. Την αίτηση για δανειοδότηση την έκανε μετά που κατέβαλε τις €30,000-, ότι εγκρίθηκε, αλλά δεν το πήρε γραπτώς, αν και σε επόμενη ερώτηση απάντησε ότι δεν σκέφτηκε να την φέρει στο Δικαστήριο και στην συνέχεια ότι ακύρωσε το δάνειο τηλεφωνικώς γιατί ανακάλυψε ότι εξαπατήθηκε. Όπως είπε, έβαλε υποθήκη και εγκρίθηκε, το σταμάτησε όμως όταν ανακάλυψε «πράγματα», τα οποία ανέφερε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος τα παραδέχθηκε, αλλά της είπε ότι δεν έχει πρόβλημα δίδοντάς της το τεκμήριο
- Το τεκμήριο 5 της το έδωσε ο Εναγόμενος 1 μετά που του έδωσε τα χρήματα για να δει ότι είχε αγοραπωλητήριο. Ανακάλυψε ότι υπάρχει άλλο όνομα στο μητρώο, ότι χρωστά και ήταν υποθηκευμένο, όπως της εξήγησε μια κοπέλα από το Κτηματολόγιο και τίποτε άλλο. Στην κοπέλα έδωσε το όνομα του και ταυτότητα και της είπε να κάνει έρευνα. Στην συνέχεια ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 της έδωσαν στο γραφείο του Εναγόμενου 2 χαρτάκι για να το ελέγξει για να δει αν ήταν εντάξει για μεταβίβαση. Δεν ήξερε για το δάνειο και το αγοραπωλητήριο και αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε έρθει σε επαφή με το συνεργατικό ίδρυμα, άρα γνώριζε, πριν δώσει τα χρήματα, λέγοντας ότι δεν ήταν βλάκας να δώσει τους κόπους μιας ζωής. Στην ερώτηση αν της είπε κάποιος ότι δεν θα γινόταν η πράξη απάντησε επί λέξη «το μυαλό μου», λέγοντας στη συνέχεια ότι είπε στον Εναγόμενο 1 να της δώσει πίσω τα χρήματα που του έδωσε και πως πήγε για συνάντηση στο γραφείο του Εναγόμενου 2, ο οποίος της ανέφερε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και την πίεζε να προχωρήσει και για τις €100,000-. Στην ερώτηση αν το τεκμήριο 3 γράφει για υποχρέωση αναφορικά με το οικόπεδο στο Τ. απάντησε αρνητικά, ενώ στην υπόδειξη ότι το τεκμήριο 4 που είπε ότι το ετοίμασε ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ποσό €250,000-, το τεκμήριο 5 €255,426- ενώ ο όρος 1(γ) του τεκμηρίου 4 αναφέρεται σε αξία οικοπέδου στο Τ. €120,000- απάντησε ότι το τεκμήριο 4 της το έδωσε ο Εναγόμενος 2 που το ετοίμασε ο Εναγόμενος 1 και την κορόιδεψε και πως η συμφωνία για το οικόπεδο στο Τ. ήταν για €150,000-. Αντεξεταζόμενη αναφορικά με τις ενέργειες που έκανε μετά την απόρριψη της εισήγησης του Εναγόμενου 1, ανέφερε ότι πήγε στην Αστυνομία, η οποία της είπε ότι η υπόθεση δεν αφορά θέμα απάτης και πήγε σε άλλο δικηγόρο που δεν ανέλαβε την υπόθεση της. Σε σχέση με το πότε απέρριψε την εισήγηση του Εναγόμενου 1 και κατά πόσο αυτό έλαβε χώρα πριν τον Αύγουστο του 2011 απάντησε θετικά, ενώ είπε ότι μετά που της επιδόθηκε η επιστολή τεκμήριο 7 πήρε την A., οι οποίοι της ανέφεραν ότι θα έκαναν και αυτοί αγωγή στον Εναγόμενο 1 και ότι ο δικηγόρος της κάλεσε τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1 να της επιστρέψει τα χρήματα. Όπως εξήγησε, δεν κινήθηκε άμεσα γιατί άργησε η Αστυνομία και ο δικηγόρος της καθυστέρησε. Μεταξύ των υποβολών που της έγιναν αρνήθηκε την θέση ότι ο Εναγόμενος 1 την ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε τίτλος για την επίδικη κατοικία και ότι η συναλλαγή θα γινόταν με την ακύρωση του τεκμηρίου 5 και αντικατάσταση της με νέα σύμβαση μεταξύ της ίδιας και της A.. Επίσης αρνήθηκε την υποβολή ότι πριν καταβάλει τις €5,000- συναντήθηκε με την A. και της εξηγήθηκε για το δάνειο, την υποθήκη και όλα τα υπόλοιπα. Ακόμη στην υποβληθείσα θέση ότι μετά που έδωσε τις €5,000 ο Εναγόμενος 1 την ενημέρωσε για άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή και ότι αυτή του είπε να μην πουλήσει την κατοικία, είπε ότι έδωσε τα χρήματα για κράτηση. Τέλος αρνήθηκε τα περί ζημιάς που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 1 ένεκα της μη ολοκλήρωσης της συναλλαγής. Σε συνέχεια της αντεξέτασης της ΜΕ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 2 συμφώνησε ότι οι διαπραγματεύσεις της ίδιας με τον Εναγόμενο 1 έγιναν χωρίς την ανάμειξη του Εναγόμενου 2 και ότι μόνη της βρήκε τον πωλητή. Όπως ανέφερε, μετά που συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Εναγόμενο 1 είχε μιλήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 2 και του είχε πει να της ετοιμάσει αγοραπωλητήριο έγγραφο για το σπίτι. Δεν υπέγραψε κάποιο έγγραφο μαζί με τον Εναγόμενο 2 για την ετοιμασία των εγγράφων, αλλά του έδωσε €600- και δεν ήξερε για την τελική του αμοιβή έχοντας του εμπιστοσύνη, επειδή ανέλαβε και άλλες της υποθέσεις. Αναγνώρισε την υπογραφή της σε τύπο διορισμό ενάγοντα που κατατέθηκε ως τεκμήριο 9, την αίτηση περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού ημερ. 09/06/2011 (αρ. υπόθεσης 26/2011) αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο 10 που καταχώρησε ο Εναγόμενος 2 με τις οδηγίες της ιδίας, καθώς και την μονομερή αίτηση ημερ. 15/06/2011 που κατατέθηκε ως τεκμήριο 11 και παραδέχθηκε ότι είχε διορίσει στις υποθέσεις αυτές τον Εναγόμενο 2 ως δικηγόρο της τέλη Μαΐου-αρχές Ιουνίου
- Όμως, διαφώνησε ότι το ποσό των €600- το κατέβαλε στον Εναγόμενο 2 για τις υποθέσεις αυτές επιμένοντας ότι τα χρήματα αυτά αφορούσαν την ετοιμασία του αγοραπωλητήριου εγγράφου, υποστηρίζοντας ότι για τις υποθέσεις στο Οικογενειακό Δικαστήριο δεν πλήρωσε κάτι, αφού δεν έγινε κάτι (σ.σ. προφανώς εννοούσε διαδικασία) και είπε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν της ζήτησε για αυτές χρήματα. Δεν της ζήτησε για αυτές τις υποθέσεις χρήματα, παρά την επισήμανση σε αυτή του κ. Γλυκή ότι οι υποθέσεις οικογενειακού είχαν έξοδα, αλλά της ζήτησε χρήματα για το αγοραπωλητήριο έγγραφο στην πρώτη συνάντηση που του τα έδωσε, αφού είχαν μιλήσει τηλεφωνικά πριν για το τι ήθελε. Όπως απάντησε σε σχετική ερώτηση, στην πρώτη συνάντηση παρόντες ήταν ο Εναγόμενος 1, ένα φιλικό της πρόσωπο και ο Εναγόμενος 2 και ότι ζήτησε την συνάντηση αυτή διότι ήθελε τις νομικές συμβουλές του Εναγόμενου
- Η ΜΕ1 αναγνώρισε την απόδειξη που της έδωσε ο Εναγόμενος 2 για ποσό €600- άνευ ημερομηνίας με αριθμό [ ] και κατατέθηκε ως τεκμήριο 12 με αναφορά «προκαταβολή περιουσιακών», όμως εξήγησε ότι δεν την «χάλασε» που έκανε αυτή την αναφορά για να του πει κάτι και πως του είχε εμπιστοσύνη, πήρε τα χρήματα αυτά για να ετοιμάσει αγοραπωλητήριο και δεν το ετοίμασε. Εξηγώντας αντεξεταζόμενη το τι έγινε σε κάθε συνάντηση είπε ότι στην πρώτη είπαν ότι έπρεπε να γίνει μια συμφωνία, στη δεύτερη συνάντηση ήταν που έδωσε τις €5,000- ως προκαταβολή με μάρτυρα τον Εναγόμενο 2, στην τρίτη συνάντηση ήταν που την πήρε τηλέφωνο ο Εναγόμενος 1 και ήθελε άλλες €25,000- αλλά τελική συμφωνία δεν έγινε, όμως τις κατέβαλε παρά τις ενστάσεις της γιατί είχε πιεστεί από τον Εναγόμενο 2 χωρίς τελική συμφωνία, ενώ στην τέταρτη συνάντηση, αφού είχε κάνει τις δικές της έρευνες, ο Εναγόμενος 1 της αποκάλυψε ότι η κατοικία ήταν στο όνομα της A. και ότι χρωστούσε, προτείνοντας της αυτά που ανέφερε ότι απέρριψε πιο πάνω και ότι ο Εναγόμενος 2 επέμεινε να δώσει ακόμη €100,000- χωρίς να την προστατέψει. Όπως εξήγησε, όταν ανακάλυψε το τι πραγματικά συνέβαινε πήρε τηλέφωνο τον Εναγόμενο 2 και ζήτησε συνάντηση, η οποία κανονίστηκε, αλλά δεν του είπε για αυτά από το τηλέφωνο γιατί ήταν πολύ θυμωμένη. Στην συνέχεια, σε επίμονη ερώτηση του κ. Γλυκή απάντησε ότι ο Εναγόμενος 2 έκανε συμφωνία στην τέταρτη συνάντηση και ότι στην αρχή της έδωσαν συμφωνία και ο Εναγόμενος 1 και ο Εναγόμενος 2 τις οποίες απέρριψε. Σε επίμονη αντεξέταση για το πότε της έδωσε συμφωνία ο Εναγόμενος 2 απάντησε ότι αυτό έγινε στην τρίτη συνάντηση στις 6/05/2011 και ότι της την έδωσε, αλλά δεν την διάβασε, ενώ υποδεικνύοντάς της ξανά το τεκμήριο 3 είπε ότι αυτά έγιναν την ίδια μέρα. Δεν έκανε σχόλιο επ' αυτής γιατί δεν ήξερε από τέτοια πράγματα. Την είχε στην κατοχή της αλλά δεν μπόρεσε για δικονομικούς λόγους να την καταθέσει ως τεκμήριο και στην ερώτηση που την βρήκε, αφού όπως είπε δεν την κράτησε, απάντησε με απορία ότι της την έδωσε ο Εναγόμενος 2 στην τέταρτη συνάντηση. Αρνήθηκε τη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν απλά παρών στη συνάντηση ημερ. 6/05/2011 ως μάρτυρας υπογραφής στο τεκμήριο 3 και όχι σαν δικηγόρος, καθώς και ότι απλά ζήτησε από αυτόν φιλική συμβουλή, λέγοντας ότι βρέθηκαν για το ζήτημα τέσσερις φορές και ότι είχε αναλάβει από την αρχή την υπόθεση της αυτή και ότι αυτός την συμβούλεψε για όλα. Το ότι ο Εναγόμενος 2 δεν έκανε καλά την δουλειά του το αντιλήφθηκε περί τα μέσα Μαΐου
- Δεν ήταν ξεκάθαρη στην απάντηση που έδωσε στην ερώτηση πώς αφού ανακάλυψε ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά του ο Εναγόμενος 2 στις 15/06/2011 έκανε ένορκη δήλωση στην αίτηση που καταχώρησε για αυτήν στο Οικογενειακό Δικαστήριο ο Εναγόμενος 2 λέγοντας ότι δεν λέει ακριβείς ημερομηνίες και ότι μετά που έγινε αυτό ήθελε να τον αλλάξει και ότι πήγε στον Πρωτοκολλητή και πήραν τους φακέλους. ΙΙ.
- Μαρτυρία Π. Α.-(ΜΕ2):- Στην μαρτυρία του ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ξέρει την Ενάγουσα ως πελάτη της τράπεζας. Όπως είπε είναι πρώην υπάλληλος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και τώρα της ΚΕΔΙΠΕΣ. Εξ' όσων γνωρίζει, η Ενάγουσα αποτάθηκε για δάνειο €100,000- για αγορά κατοικίας με ανταλλαγή και προκαταβολή €30,000- και ήταν αυτός που την πρότεινε για έγκριση και ότι το δάνειο της εγκρίθηκε. Αντεξεταζόμενος αν είχε επαφή με την Ενάγουσα ή με τους δικηγόρους της, ανέφερε ότι μια εβδομάδα πριν την μαρτυρία του είχε τηλεφωνική επικοινωνία για να τον ρωτήσουν αν θυμόταν την υπόθεση, την οποία όπως είπε θυμόταν, καθότι αυτός πρότεινε την αίτηση να προχωρήσει. Επέμεινε ότι γνωρίζει ότι το δάνειο εγκρίθηκε και ότι έδωσε την προκαταβολή από την ίδια που του το είπε όταν πήγε να υποβάλει την αίτηση δανείου. Στην ερώτηση πόσες άλλες αιτήσεις είχε απάντησε 20, όμως δεν θυμόταν ονόματα, λέγοντας ότι θα μπορούσε αν έβλεπε τον πελάτη. Η αίτηση για το δάνειο υποβλήθηκε τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου
- Όπως επέμεινε, είδε το έντυπο που υποβλήθηκε και ότι για εξασφάλιση δηλώθηκε ακίνητο της Ενάγουσας, όμως δεν θυμόταν λεπτομέρειες γιατί τις συμπλήρωσε άλλο άτομο και ότι αυτός την πρότεινε ως φερέγγυο άτομο, καθώς και ότι τότε είχε εκστρατεία να δανείζουν φερέγγυα άτομα. Δεν ήξερε τον μισθό της, ούτε την περιουσία της, όμως μπορούσε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή να βλέπει αν τα δάνεια εξυπηρετούνταν ή όχι. Δεν είχε την εκτίμηση γιατί υπεύθυνος ήταν άλλος. Στην ερώτηση πότε την ενέκριναν απάντησε ότι το δάνειο εγκρίθηκε, αλλά δεν είχε κάτι γραπτώς για έγκριση. Είχε μόνο το ακίνητο για την εξασφάλιση και τα άλλα τα ανέλαβε η λειτουργός που κάνει την αίτηση. Στην ερώτηση αν με μόνο το ακίνητο προτείνεις δάνειο απάντησε καταφατικά, αλλά δεν είδε αν το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο. Όπως επέμεινε, έβλεπε την προϊστορία και διερωτήθηκε γιατί να μην μπορούσε η Ενάγουσα να αιτηθεί νέο δάνειο. Τότε, όπως υποστήριξε, τα πράγματα ήταν διαφορετικά, δεν γίνονταν ούτε επικαιροποιήσεις των πελατών, σήμερα είπε ζητούνται τα πάντα. Για το τί ζητούσαν απάντησε ότι υπεύθυνο ήταν το άτομο που έκανε την αίτηση. Το αποδεικτικό που ζητούσαν ήταν η σχέση του ακινήτου βάσει δανείου και η μισθοδοσία για δυνατότητα αποπληρωμής, δεν θυμόταν όμως την μισθοδοσία της, προσθέτοντας ότι η ίδια του το είπε το 2011 για το δάνειο και τα άλλα και κατέληξε στην επισήμανση ότι για την τύχη της έγκρισης δεν ξέρει κανένας, ότι δεν είναι το αρμόδιο άτομο να γνωρίζει και δεν γνωρίζει την τύχη της αίτησης. Τελικά επέμεινε απαντώντας σε σχετική υποβολή ότι ξέρει ότι το δάνειο της Ενάγουσας εγκρίθηκε, αλλά δεν έχει τρόπο να το αποδείξει. II.
- Μαρτυρία Εναγόμενου 1-(ΜΥ1):- O ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β'. Όπως ανέφερε είναι αρχιλοχίας στην Εθνική Φρουρά από το
- Όπως ανέφερε, η Ενάγουσα επικοινώνησε μαζί του περί τον Μάρτιο του 2011 βλέποντας μια αγγελία στο τεκμήριο 1 για μία οικία που είχε προς πώληση στον Ύψωνα που είχε αγοράσει με την σύζυγο του Μ. Η. από κάποια εταιρεία C.C. and D. Ltd δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 01/02/2010, το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο
- Συνεχίζοντας αναφέρει ότι επειδή δεν άρεσε στην Ενάγουσα μετά που την επιθεώρησε, αφού ήθελε κάτι τελειωμένο για να μετακομίσει, την ενημέρωσε ότι είχε προς πώληση μια οικία στην Π. που είχε αγοράσει με την σύζυγό του από την A. για το ποσό των €255,436- δυνάμει του τεκμηρίου 5, που είχε δεόντως χαρτοσημανθεί και κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Οι τίτλοι της εν λόγω οικίας, όπως επισήμανε, εκδόθηκαν στις 29/03/2013, τους οποίους κατέθεσε ως τεκμήρια 14 και
- Όπως εξήγησε, για την αγορά της επίδικης οικίας κατέβαλαν στην A. το ποσό των €187,436- εκ των οποίων δανείστηκαν το ποσό των €171,000- από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού με εγγύηση του Α.Α. της A., αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως τεκμήριο
- Επίσης, κατέθεσε ως τεκμήριο 17 αντίγραφο «συμφωνίας εκχώρησης δικαιωμάτων αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από τον Αγοραστή», «αποδοχή εκχώρησης» και «πληρεξούσιο έγγραφο», προς εξασφάλιση του δανείου, τα οποία υπογράφηκαν από τον ίδιο, την σύζυγό του και τον Α., συνοδευόμενα από «αποδοχή εκχώρησης». Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 18 αντίγραφο επιστολής ημερ. 6/05/2011 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού προς τον ίδιο και την σύζυγό του για καθυστερήσεις στο δάνειο. Όπως εξήγησε, στην Π. έδειξε στην Ενάγουσα μια και όχι δύο κατοικίες, η οποία της άρεσε και συμφώνησαν επί τόπου το ποσό των €280,000- για την αγορά της, με το οποίο θα εξοφλούσε το δάνειο του, θα κατέβαλε στην A. το ποσό των €68,000, καθώς και άλλα έξοδα, ενώ το υπόλοιπο ποσό θα το κρατούσε. Η Ενάγουσα ήταν ενήμερη από την πρώτη στιγμή ότι οι τίτλοι θα εκδίδονταν σε δύο χρόνια όπως έγινε, όπως και για την διαδικασία με την οποία θα γινόταν η υλοποίηση της αγοράς, ήτοι είτε με υπογραφή εκχώρησης μεταξύ του ιδίου, της συζύγου του και της Ενάγουσας είτε με ακύρωση του τεκμηρίου 5 και την σύναψη νέου αγοραπωλητηρίου μεταξύ Ενάγουσας και της A. με την σύμφωνη γνώμη του Α. που ήταν ενήμερος. Υποστηρίζει δε ότι η Ενάγουσα ήταν ενήμερη και για το δάνειο του ιδίου και της συζύγου του, ενώ λειτουργοί του πιστωτικού ιδρύματος κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της επιβεβαίωσαν το δάνειο και την εκχώρηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα. Ο ΜΕ2 επέμεινε ότι η Ενάγουσα ήταν ενημερωμένη για το χρέος προς την A., ενώ για όλα τα οποία ανέφερε πιο πάνω ήταν γνωστά πριν αυτός λάβει τις €5,000- και από τον Α. μετά από συνάντηση που είχαν. Περαιτέρω, όπως αναφέρει σε μια εκ των επισκέψεων του στο γραφείο του Εναγόμενου 2 υπέγραψε και το τεκμήριο 3, στο οποίο φαίνεται ότι ανέλαβε υποχρέωση να διαμορφώσει την κατοικία όπως συμφωνήθηκε, ήτοι να κατασκευάσει ξύλινο φράχτη, ψησταριά και ντουλάπια μπάνιων. Όπως ισχυρίζεται ο ΜΥ1, η Ενάγουσα επιθεώρησε μια με δύο φορές την επίδικη οικία πέραν της πρώτης φοράς που το έπραξε στην παρουσία του ιδίου, ενώ πάντα τα κλειδιά τα κρατούσε ο Α., ο οποίος την άνοιγε. Μετά που του δόθηκε το ποσό των €30,000- η Ενάγουσα βρέθηκε ξανά με τον Α. και τον ίδιο στον δικηγόρο της τον κ. Μεσίττη, η οποία ήταν και η τελευταία φορά που βρέθηκαν. Στην συνέχεια επειδή δεν εγκρίθηκε το δάνειο για το οποίο αποτάθηκε για €250,000-, έκανε αίτηση για το ποσό των €100,000- και απαίτησε από τον ίδιο να αποδεχθεί το οικόπεδο της στο Τ. για να ολοκληρωθεί η συμφωνία, επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Αυτός, όπως είπε, αρνήθηκε επειδή χρωστούσε το δάνειο με την σύζυγο του, καθώς και στην A.. Επίσης, μετά που του εδόθη το ποσό των €30,000- ο Α. επικοινώνησε μαζί του λέγοντας του ότι υπήρχε ενδιαφερόμενος για την οικία με τα ίδια χρήματα που συμφωνήθηκε με την Ενάγουσα και ήταν έτοιμος να του καταβάλει €10,000- προκαταβολή άμεσα, κάτι που τον οδήγησε στο να επικοινωνήσει με την Ενάγουσα και να την ρωτήσει αν εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την υλοποίηση της συμφωνίας, καθότι είχε περάσει αρκετός καιρός, ισχυριζόμενος ότι αυτή του ανέφερε να μην πουλήσει το σπίτι της και ότι θα μετακόμιζε σε αυτή με τον υιό της. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι το τεκμήριο 4 ετοιμάστηκε από τον ίδιο ή ότι της το έδωσε αυτός, καθότι ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε η σύζυγός του ήταν σύμφωνοι με τους όρους του, ειδικότερα δεν τίθετο, όπως εξήγησε, θέμα να καταβληθούν €100,000- με την μεταβίβαση της οικίας στο όνομα της Ενάγουσας. Τίποτα από αυτά που του καταλογίζει η Ενάγουσα στη γραπτή της δήλωση ότι της εισηγήθηκε δεν είναι αληθή και δεν γνωρίζει που βρήκε η Ενάγουσα το τεκμήριο 6 που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Επίσης αρνείται ότι ανάρτησε πινακίδα προς πώληση στο οικόπεδο της Ενάγουσας στο Τ. και ουδέποτε πίεσε την Ενάγουσα να του καταβάλει χρήματα, τα οποία του κατέβαλε χωρίς ενδοιασμό, ενώ τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του ήταν έτοιμοι να προβούν στην υλοποίηση της συμφωνίας. Ειδικότερα για το ζήτημα της ισχυριζόμενης ανάρτησης πινακίδας στο οικόπεδο της Ενάγουσας στο Τ. υποστήριξε ότι ούτε τίτλο ιδιοκτησίας του έφερε, ούτε ήξερε που είναι, ούτε συντελεστές ή τετραγωνικά μέτρα γνώριζε και διερωτήθηκε πως θα μπορούσε να αποδεχθεί κάτι τέτοιο. Αξιώνει το ποσό των €44,000- ως ζημία που υπέστηκε από την ακύρωση της άλλης πράξης πώλησης, καθώς και τους τόκους του δανείου που έχει επιβαρυνθεί, ενώ παραθέτει λεπτομέρειες των διαφημίσεων που εμφαίνονται στο τεκμήριο 1 και τον αφορούν σε σχέση με δικά του και της συζύγου του ακίνητα ή ακίνητα που έχει με φιλικό του πρόσωπο προς πώληση για καλύτερη τιμή, αρνούμενος ότι παρουσιάστηκε στην Ενάγουσα ως κτηματομεσίτης. Σε περαιτέρω απάντηση ερώτησης της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι στην κατοικία που αφορά το τεκμήριο 5 διαμένει σήμερα ο ίδιος και η σύζυγός του από το 2012 με
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 1 του τις έδωσε ο εργολάβος από τον οποίο αγόρασε την οικία και πως αγόρασε 2 κατοικίες από τον συγκεκριμένο εργολάβο και ήταν προς πώληση. Την κατοικία του τεκμηρίου 13, όπως εξήγησε, την αγόρασε για ποσό €270,000- πλέον Φ.Π.Α., έδωσε €200,000-, όμως δεν του παραδόθηκε διότι δεν αποπερατώθηκε. Όπως περαιτέρω εξήγησε ο λόγος που αναγράφεται το τηλέφωνο του στο τεκμήριο 1 είναι επειδή είχε 2 δικές του κατοικίες προς πώληση. Σε καμία περίπτωση έδειξε σπίτι που δεν ήταν δικό του. Στο συγκεκριμένο έργο διαφήμιζε μόνο δύο κατοικίες που ήταν δικές του με αγοραπωλητήρια έγγραφα και αν πουλούσε σε κάποιον θα γίνονταν καινούργια συμβόλαια με τον εργολάβο που είχε το έργο και αυτός θα έφευγε, όπως θα έκανε και με την επίδικη κατοικία στην Π.. Επέμεινε στην θέση ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης ότι είχε αγοραπωλητήρια έγγραφα με τα οποία αγόρασε τις κατοικίες και πως θα έπαιρνε κάποιο χρονικό διάστημα να εκδοθούν τίτλοι. Στο τεκμήριο 1 που εμφαίνονται πολλές κατοικίες αυτός διαφήμισε μόνο τις δικές του και εξήγησε πως αν ήταν μεσίτης, όπως του υπεβλήθηκε θα έβαλε περισσότερες προς πώληση. Για το ζήτημα των ευκολιών πληρωμής που αναφέρει στο τεκμήριο 1 απάντησε ότι έκανε ευκολίες και δεν ζητούσε να εξοφληθεί αμέσως. Παραδέχθηκε ότι για τα ακίνητα που ήταν δικά του στην σελίδα 21 του τεκμηρίου 1 αποδεχόταν και κατοικία και θα έκανε ανταλλαγή σαν ιδιοκτήτης όχι σαν μεσίτης, ενώ για άλλο χωράφι στο Καπηλειό είπε ότι το είχε αγοράσει με συνάδελφό του (14,5 ο συνάδελφος του και 5,5 σκάλες αυτός) και ότι προσέφερε συνολικά 20 σκάλες για καλύτερη τιμή παρά να πωληθούν ξεχωριστά και για το οποίο έχει πληρεξούσιο από αυτόν. Σε σχέση με άλλη κατοικία που προσέφερε για πώληση στην σελ. 73 του τεκμηρίου 1 και στην επισήμανση ότι και για αυτή δεχόταν ανταλλαγή με διαμέρισμα συμφώνησε λέγοντας ότι ανταλλαγή μπορούσε να κάνει μόνο για δική του περιουσία. Μόνο τα δικά του ακίνητα πωλούσε και κάποιου φίλου του, δεν ήταν κτηματομεσίτης και διερωτήθηκε σε σχέση με την επίδικη κατοικία πώς γίνεται ένας μεσίτης να δέχεται αμέσως οικόπεδο ως μέρος του τιμήματος χωρίς να ερωτήσει τον ιδιοκτήτη. Όπως επέμεινε, η Ενάγουσα γνώριζε το επάγγελμά του, καθότι της το ανέφερε από την πρώτη στιγμή που την γνώρισε στην επίδικη κατοικία, διότι τόσο η αδελφή του όσο και η κόρη της εργάζονταν στην ίδια εταιρία που εργαζόταν η Ενάγουσα. Σε άλλη σχετική ερώτηση αντεξέτασης απάντησε ότι μόνο μία κατοικία στον Ύψωνα έδειξε στην Ενάγουσα που ήταν δική του και δεν της άρεσε και της είπε ότι είχε και μια δική του προς πώληση στην Π. για την οποία της είπε ότι ήταν τελειωμένη και πως ήθελε €280,000- και ότι της εξήγησε πόσα την είχε αγοράσει, το δάνειο του στην τράπεζα, καθώς και πόσα χρωστούσε στον εργολάβο και πως τον ειδοποίησε επειδή είχε τα κλειδιά και τους άνοιξε για να μπουν μέσα. Τα έγγραφα για όσα είχε αναφέρει της τα έδειξε στο γραφείο του Εναγόμενου 2 πριν αυτή του καταβάλει τις €5,000-. Επέμεινε πως ουδέποτε συμφώνησε να δεχθεί οικόπεδο και παρέπεμψε στο τεκμήριο 3 στην οποία αναφέρονται οι όροι της μεταξύ τους συμφωνίας, συμφώνησε όμως με την θέση ότι το τεκμήριο 3 έγινε μέχρι να γίνει η τελική συμφωνία, αλλά με τους όρους που το τεκμήριο 3 περιλαμβάνει ως βασικούς. Όπως ανέφερε, το τεκμήριο 3 ετοιμάστηκε στο γραφείο του Εναγόμενου 2 και πως νομίζει ότι την ετοίμασε ο Εναγόμενος
- Όπως εξήγησε, το σπίτι ήταν έτοιμο να παραδοθεί όταν η Ενάγουσα θα ήταν έτοιμη με τα δάνεια της. Στην θέση που του υποβλήθηκε ότι αυτός δεν ήταν έτοιμος για να εκπληρώσει την συναλλαγή διότι χρωστούσε στην τράπεζα, στον εργολάβο και ένεκα και της επιβάρυνσης απάντησε ότι ήταν πανέτοιμος, αφού ήταν θέμα μαθηματικών με τα χρήματα που θα έπαιρνε θα πληρώνονταν όλοι και θα του έμεναν χρήματα. Μετά που δεν μπόρεσε η Ενάγουσα να πάρει δάνειο για €250,000-, αλλά της ενέκριναν €100,000- αυτή επέμεινε «να πάρει μέσα» το οικόπεδό της με το «έτσι θέλω». Σε άλλη σχετική ερώτηση για το πότε καθόρισαν ως ημερομηνία για υπογραφή της τελικής συμφωνίας, απάντησε ότι, αφού πήρε την προκαταβολή περίμενε την ίδια να του τηλεφωνήσει για τις υπογραφές και πως αυτό δεν έγινε ποτέ. Όπως εξήγησε, ήταν παρών σε 2 συναντήσεις στο γραφείο του Εναγόμενου 2, την μια όταν πήρε τις €5,000- δίδοντας απόδειξη και την δεύτερη φορά όταν πήρε τις άλλες €25,000- και υπέγραψε το τεκμήριο
- Αναφορικά με τον λόγο που κράτησε τις €30,000- εξήγησε ότι εκείνος ήταν έτοιμος για την ολοκλήρωση της συναλλαγής και ότι έχασε πελάτη μέχρι να του πει η Ενάγουσα αν θα ήταν έτοιμη, η οποία του έλεγε να κάνει υπομονή και θα εύρισκε τα χρήματα. Όπως επίμονα υποστήριξε, αν είχε συμφωνήσει να ανταλλάξει την επίδικη κατοικία με το οικόπεδο της Ενάγουσας θα αναγραφόταν στο τεκμήριο
- Δεν αναγράφηκε ημερομηνία μεταβίβασης, καθότι δεν ήξερε πότε θα είχε τα λεφτά, αλλά ότι εγκρίθηκε μόνο για €100,000-. Αντεξεταζόμενος επί της ανταπαίτησής του ανέφερε ότι κατέληξε στο ποσό των €44,000-, το οποίο ανταπαιτεί, καθότι οι τόκοι του δανείου προχωρούσαν, δεν ήταν σταθεροί και το δάνειο του από €171,000- ανήλθε στις €220,000- και ο λόγος που ήθελε να πωλήσει την επίδικη οικία είναι επειδή δεν μπορούσε να πληρώνει δύο δάνεια, καθότι είχε ακόμη ένα, τονίζοντας ότι αν η Ενάγουσα τηρούσε την συμφωνία που έκαναν το δάνειό του θα είχε εξοφληθεί. Στην επίμονη αντεξέταση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας αρνήθηκε ότι ετοίμασε το τεκμήριο 4, στο οποίο του υποδείχθηκε ότι υπάρχει όρος για ανταλλαγή με οικόπεδο, αλλά ούτε και το αναγνωρίζει. Την επιστολή των δικηγόρων του τεκμήριο 7 την απέστειλαν για να δούν τις προθέσεις της Ενάγουσας αναφορικά με την ολοκλήρωση της συναλλαγής και όχι για να μεταβιβάσει τον τίτλο, αλλά για να κάνουν τα συμβόλαια που έπρεπε να γίνουν όπως εξαρχής εξηγήθηκαν. Όπως είπε, από τον Μάϊο που συνεννοήθηκαν είχε πάει Αύγουστος και η Ενάγουσα δεν τον πήρε τηλέφωνο. Σε σχετική ερώτηση γιατί δεν πήρε τηλέφωνο την Ενάγουσα, αφού ήθελε να ξέρει εξαιτίας των χρεών και των τόκων τι θα γινόταν, απάντησε ότι όταν έχασε τον πελάτη δεν υπήρχε λόγος να την πάρει τηλέφωνο μετά, αλλά και ούτε ξαναέβαλε για πώληση το σπίτι ή ενδιαφέρθηκε, περίμενε να τον πάρει η Ενάγουσα τηλέφωνο, αφού ήταν έτοιμος να προχωρήσει και πως δεν είχε πελάτες κάθε μέρα να πωλήσει την επίδικη κατοικία. Αναφορικά με το ραντεβού στον δικηγόρο Μεσιήττη που έγινε, όπως είπε, λίγες μέρες μετά την καταβολή των χρημάτων περίπου Ιούνιο μήνα, όπου συναντήθηκε με την Ενάγουσα και τον Α., υποστήριξε ότι σκοπός του ήταν η ετοιμασία των συμβολαίων και πως όταν πήγε εκεί η Ενάγουσα επέμεινε για το οικόπεδο. Κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου 2 αυτός συμφώνησε στην υπόδειξη ότι η διαπραγμάτευση του με την Ενάγουσα έγινε χωρίς την ανάμειξη του Εναγόμενου 2 και πως ο Εναγόμενος 2 δεν τους έφερε σε επαφή για την συναλλαγή αυτή. Επίσης, ότι ούτε για την καταβολή των €5,000- είχε την οποιαδήποτε ανάμειξη ή παρότρυνε την Ενάγουσα ο Εναγόμενος 2, αλλά ούτε και είχε γνώση για την συνάντηση Ενάγουσας με την A., αφού γνώρισε μεταγενέστερα τον Εναγόμενο
- Επίσης, συμφώνησε με την υπόδειξη ότι για το οικόπεδο δεν γνώριζε ο Εναγόμενος 2, καθότι μέχρι να βρεθούνε στο γραφείο του Εναγόμενου 2 ούτε ο ίδιος γνώριζε και δεν άκουσε την Ενάγουσα να αναθέτει τον καταρτισμό εγγράφου στον Εναγόμενο 2, όπως και ότι το τεκμήριο 4 δεν το ετοίμασε ο Εναγόμενος
- Όπως δήλωσε, δεν ήταν παρών ο Εναγόμενος 2 στη συζήτηση με την οποία φέρεται ο Εναγόμενος 1 να εισηγήθηκε τρόπο εκπλήρωσης της συναλλαγής μετά που, όπως υποστήριξε η Ενάγουσα, ανακάλυψε ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης και πως χρωστούσε. Για το τεκμήριο 3, ήτοι την υποσχετική συμφωνία δεν γνωρίζει ποιος το έκανε, αλλά ότι όταν πήγε στο γραφείο του Εναγόμενου 2 το κρατούσε η Ενάγουσα και του το έδωσε, ενώ συμφώνησε ότι ο Εναγόμενος 2 το υπέγραψε σαν μάρτυρας. Δήλωσε ότι η συναλλαγή αυτή ήταν μεταξύ του ιδίου και της Ενάγουσας και ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν απλά παρών. ΙΙ.
- Μαρτυρία Εναγόμενου 2 (ΜΥ2):- O Εναγόμενος 2 δικηγόρος από το έτος 2009 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Γ' στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης. Όπως αναφέρει, την Ενάγουσα την έφερε στο γραφείο που εργαζόταν ως ανεξάρτητος συνεργάτης ένας φίλος του, με την οποία είχε δεσμό, για να αναλάβει τις περιουσιακές διαφορές που είχε με τον τότε σύζυγό της. Για τις υπηρεσίες αυτές του κατέβαλε το ποσό των €600- για το οποίο εξέδωσε το τεκμήριο 12, ενώ καταχώρησε τις αιτήσεις τεκμήρια 10 και
- Όπως υποστηρίζει, όταν η Ενάγουσα του είπε ότι ήθελε να αγοράσει και είχε συμφωνήσει να αγοράσει μια κατοικία λέγοντάς του ότι είναι υποθηκευμένη για άλλο δάνειο της ανέφερε σε φιλικό επίπεδο ότι δεν ήταν ασφαλές να προχωρήσει με αυτή την συναλλαγή και εν τέλει ότι θα βρισκόταν εκτεθειμένη. Ουδέποτε είπε στην Ενάγουσα να προχωρήσει με την συναλλαγή αυτή ή να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό και ουδέποτε ετοίμασε το οποιοδήποτε νομικό έγγραφο. Όλα τα χειρίστηκε η Ενάγουσα από μόνη της, παρά την αντίθετη επί τούτου άποψή του στα πλαίσια μιας απλής κουβέντας που κάνανε και σε καμία περίπτωση δεν τον διόρισε δικηγόρο της. Η Ενάγουσα του ζήτησε να κάνει μια συνάντηση με τον Εναγόμενο 1 στο γραφείο που εργαζόταν για να καταβάλει μια προκαταβολή για την αγορά και αυτός παρέστηκε σε αυτή όχι σαν δικηγόρος και υπέγραψε ως μάρτυρας το τεκμήριο 3 παρά την αντίθετη του άποψη, το οποίο δεν ετοίμασε ο ίδιος. Σε αυτή την συνάντηση, όπως θυμάται, ο Εναγόμενος 1 δεν απέκρυψε από την Ενάγουσα το γεγονός ότι υπήρχαν βάρη στην επίδικη οικία. Όπως κρίνει η αγωγή εναντίον του είναι εκδικητική, επειδή η Ενάγουσα χώρισε με τον φίλο του και τον έπαυσε από δικηγόρο της στα θέματα οικογενειακού δικαίου. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με τις περιστάσεις που η Ενάγουσα του ανέφερε για το ενδιαφέρον της να αγοράσει μια κατοικία είπε ότι δεν θυμόταν πότε προσθέτοντας ότι αυτό έγινε κατά «τον ουσιώδη χρόνο», ότι είχε έρθει στο γραφείο του για τα θέματα των περιουσιακών και του ανέφερε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει μια κατοικία, ότι είχε μια κατοικία στη Φ. και ότι συνάντησε κάποιο για μια κατοικία στη Φ. ρωτώντας τον την άποψή του στα πλαίσια της φιλίας τους. Είπε ότι προηγήθηκε η συνομιλία ότι η κατοικία ήταν υποθηκευμένη όπως την ενημέρωσε ο Εναγόμενος 1 και την φιλική του συμβουλή να μην προχωρήσει και μετά τον έφερε όταν συμφώνησε μαζί του τα υπόλοιπα και του ζήτησε να υπογράψει σαν μάρτυρας στη συμφωνία που έκαναν οι δύο τους. Επέμεινε ότι εξαιτίας του φίλου του που ήταν δάσκαλος του στις πολεμικές τέχνες από την ηλικία των 5 ετών είχε και με αυτή φιλική σχέση. Όπως θυμάται, ήταν μάρτυρας της πληρωμής κάποιας προκαταβολής όχι όμως συγκεκριμένα των €5,000- μαζί με τον Ν. Α. τον φίλο της Ενάγουσας την δεδομένη στιγμή. Εξήγησε ότι απλά έκανε τη χάρη στην Ενάγουσα επειδή του το ζήτησαν μαζί με τον φίλο του. Δεν θυμόταν αν ετοίμασε το έγγραφο αυτό στο γραφείο του, ούτε και συγκεκριμένα να το ετοίμασε, αλλά είπε ότι μπορεί να το δακτυλογράφησαν εκείνη την ώρα μαζί με την Ενάγουσα ή με τον φίλο του. Διαφώνησε με την υπόδειξη ότι πήρε για την συγκεκριμένη συναλλαγή αμοιβή, αναφέροντας περαιτέρω ότι δεν διορίστηκε ως δικηγόρος για αυτή και ότι η απόδειξη που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αφορά σε αμοιβή ξεκαθαρίζει πάνω τον λόγο της αμοιβής. Στα πλαίσια της ερώτησης επί του πρωτοτύπου του τεκμηρίου 12 κατατέθηκε ως τεκμήριο 21 η πρωτότυπη απόδειξη πληρωμής για το ποσό των €600-. Όπως εξήγησε, η Ενάγουσα είχε πάθει ψύχωση με την συγκεκριμένη κατοικία και δεν τον άκουσε. Για τις περιστάσεις του πότε είπε στην Ενάγουσα να μην προχωρήσει με την αγορά και αν της το είπε στην παρουσία του Εναγόμενου 1 απάντησε ότι δεν θυμάται, αλλά ότι σίγουρα της τα είπε. Ούτε θυμόταν αν με τον Εναγόμενο 1 έγιναν δύο συναντήσεις όπου δόθηκαν οι €5,000- και κατόπιν οι €25,000-, αλλά ότι συναντήθηκε μαζί τους στα πλαίσια της στενής του φιλίας με τον τότε δεσμό της για να μαρτυρήσουν και οι δύο την συναλλαγή. Όπως επέμεινε, δεν ήθελε να κάνει το οτιδήποτε για την συγκεκριμένη συναλλαγή, αλλά ούτε και συναίνεσε ή παρότρυνε την Ενάγουσα να καταβάλει το ποσό της προκαταβολής. Σε μια τελευταία του απάντηση αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 ανέφερε ότι περί τον Ιούνιο ή Ιούλιο η Ενάγουσα του ζήτησε να αποσυρθεί από δικηγόρος της στα θέματα του Οικογενειακού Δικαίου και δεν άκουσε οτιδήποτε για την συγκεκριμένη συναλλαγή μέχρι που του επιδόθηκε η αγωγή το
- III. Νομικές αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας:- Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014, ECLI:CY:AD:2014:A319). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τoν ΜΕ1 και τον ΜΕ2 όσο και από τον ΜΥ1 και τον ΜΥ2. Επίσης, το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). IV. Αξιολόγηση μαρτύριας:- Προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων και της εντύπωσης που έδωσαν στο Δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, ενόψει και των τεκμηρίων που κατέθεσαν. IV.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1:- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ1 στην οποία θα προβεί το Δικαστήριο αφορά στα όσα αυτή προσέφερε στην μαρτυρία της αναφορικά με τις περιστάσεις της σύναψης της συμφωνίας για την αγορά της επίδικης κατοικίας με τον Εναγόμενο 1, το εάν γνώριζε ότι η επίδικη κατοικία ήταν αγορασμένη από τον Εναγόμενο 1 και την Μ. Η. από την A. πριν συνάψει την συμφωνία και καταβάλει την προκαταβολή που αποτυπώνεται στο τεκμήριο 3, εάν ως μέρος του τιμήματος της αγοράς της επίδικης κατοικίας θα αποτελούσε το οικόπεδό της στο Τ. για το ποσό των €150,000- ή θα κατέβαλε το υπόλοιπο του τιμήματος των €250,000- σε μετρητά και στο εάν προέβηκε στην αίτηση δανείου και εγκρίθηκε για ποσό €100,
- Επίσης, σε σχέση με την αξίωση της εναντίον του Εναγόμενο 2 η μαρτυρία της Ενάγουσας θα αξιολογηθεί αναφορικά με το κατά πόσο έδωσε οδηγίες και ανέθεσε στον Εναγόμενο 2 να την εκπροσωπήσει αναφορικά με την αγορά της επίδικης κατοικίας και κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 ήταν ο δικηγόρος της Ενάγουσας σε σχέση με την δικαιοπραξία αυτή. Στα πλαίσια της αξιολόγησης αυτής το Δικαστήριο θα εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των τεκμηρίων που κατέθεσε τόσο η Ενάγουσα, όσο και ο Εναγόμενος 1 και 2 και αυτά θα συσχετιστούν και με την μαρτυρία που έδωσαν οι διάδικοι στο Δικαστήριο, αλλά και ο ΜΕ
- Αρχικά οφείλω να επισημάνω ότι η Ενάγουσα στις απαντήσεις που έδιδε κατά την αντεξέταση της έδειχνε σύγχυση και πολλές φορές έχανε την χρονική σειρά των γεγονότων για τα οποία έδιδε μαρτυρία. Αυτό σε κάποιο βαθμό θα μπορούσε να εξηγηθεί από την πάροδο των ετών που μεσολάβησαν από την ημερομηνία που εξελίχθηκαν τα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μέχρι την παρουσία της στο Δικαστήριο. Αναφορικά με την συνομολόγηση της συμφωνίας για αγορά της επίδικης κατοικίας με τον Εναγόμενο 1 επέμεινε ότι τον πήρε τηλέφωνο επειδή έκανε ανταλλαγή με οικόπεδο, ότι ήταν σίγουρη ότι είδε αυτό στην αγγελία, όμως δεν είχε κάτι συγκεκριμένο να παρουσιάσει επί τούτου στο Δικαστήριο. Επίσης, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο το οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 όπως το οικόπεδό της στο Τ. να είναι μέρος του τιμήματος της αγοράς της επίδικης κατοικίας των €280,000- υπολογιζόμενο στο ποσό των €150,000, ούτε έφερε στο Δικαστήριο την οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει τα λεγόμενά της ως προς το ότι ο Εναγόμενος 1 έβαλε αμέσως πινακίδα στο οικόπεδό της για να το πωλήσει. Ακόμη, το τεκμήριο 3 που κατέθεσε στο Δικαστήριο που καταγράφει το τίμημα αγοράς της επίδικης κατοικίας και τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 να προβεί στην ανέγερση ξύλινης περίφραξης, ψησταριάς και στην κατασκευή ντουλάπας δεν αναφέρουν την ανταλλαγή με το οικόπεδο. Όσο γενικά και να αποτυπώνονται οι όροι στο τεκμήριο 3, καθοριζομένων των υπόλοιπων όρων στην ολοκληρωμένη συμφωνία που θα ετοιμαζόταν σε κατοπινό στάδιο, αλλά και παρά το ότι κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι επειδή η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν αμελής, όπως αναφέρει και δεν έκανε συμφωνία να την προστατέψει, άρα η ίδια δεν υπολόγισε ή δεν ήξερε ώστε να απαιτήσει να αποτυπωθεί και η υποχρέωση για το οικόπεδο, το Δικαστήριο διερωτάται, πώς τα όσα ανέλαβε να κατασκευάσει ο Εναγόμενος 1 σύμφωνα με το τεκμήριο 3 ήταν πιο σημαντικά από το είδος του μέρους του τιμήματος αγοράς και μάλιστα για συμφωνημένη τιμή και να μην επιμένει η Ενάγουσα να αποτυπωθεί τέτοια υποχρέωση στο τεκμήριο
- Τα όσα παρατίθενται στο τεκμήριο 4, όπου γίνεται αναφορά σε ανταλλαγή με οικόπεδο δεν φαίνεται να υποστηρίζουν την εκδοχή της Ενάγουσας, καθότι το συμφωνηθέν τίμημα και οι όροι της συναλλαγής όπως η ίδια η Ενάγουσα παραδέχεται δεν συνάδουν με τα όσα παρατίθενται στο τεκμήριο 4, εξάλλου η ίδια η Ενάγουσα ανέφερε ότι δεν συμφωνούσε με τους όρους του τεκμήριου 4 και ότι το απέρριψε. Άλλωστε, σε ερώτηση που της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της αναφορικά με το πώς είναι δυνατόν να συμφώνησε στην πρώτη συνάντηση που έγινε στην οικία ο Εναγόμενος 1 με την ίδια αναφορικά με το συνολικό τίμημα να ανταλλάξει το οικόπεδό της για συγκεκριμένο ποσό χωρίς καν να έχει συγκεκριμένα στοιχεία για αυτό, περιοριζόμενη στο να πει ότι απλά ο Εναγόμενος 1 το αποδέχθηκε, είναι άξια απορίας. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της Ενάγουσας ως προς το ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 να ανταλλάξει το οικόπεδο προς €150,000- ως μέρος του τιμήματος αγοράς της επίδικης κατοικίας. Το πότε προέκυψε ζήτημα ανταλλαγής του οικοπέδου δεν φαίνεται να μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά, μάλλον συγκλίνω προς την θέση ότι η Ενάγουσα προσπάθησε να δανειστεί το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος αγοράς της κατοικίας και δεν το κατόρθωσε, ίσως προσπαθώντας να πωλήσει η ίδια το οικόπεδό της και στην αδυναμία της αυτή να προέβηκε σε αίτηση δανείου για €100,000-, ώστε να καλύψει την διαφορά ζητώντας από τον Εναγόμενο 1 να αποδεχθεί εκ των υστέρων το οικόπεδό της ως μέρος του συνολικού ανταλλάγματος. Η θέση της ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος 1 της παρουσιάστηκε ως μεσίτης, μάλλον διαψεύδεται από τα γεγονότα όπως προβάλλονται της αγοράς της κατοικίας από τον Εναγόμενο 1 και την σύζυγό του για την οποία είχαν αγοράσει από την A. δυνάμει του τεκμηρίου
- Άλλωστε δεν κρίνεται λογικό κάποιος που παρουσιάζεται ως μεσίτης να αναλαμβάνει ως δέσμευση την κατασκευή διαφόρων πραγμάτων σε μια οικία προς πώληση και μάλιστα να δέχεται και ένα οικόπεδο ως μέρος του συνολικού τιμήματος, όπως υποστήριξε η ΜΕ
- Σε σχέση με το κατά πόσο η Ενάγουσα γνώριζε ότι η επίδικη κατοικία δεν ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγόμενου 1, η ίδια η Ενάγουσα ανέφερε ότι αυτό δεν το γνώριζε εξ αρχής γιατί αν το γνώριζε δεν θα έκανε την αγορά και να δώσει την προκαταβολή των €30,000-, τα οποία και κατέβαλε με την παρότρυνση του Εναγόμενου
- Όπως ανέφερε στο Έγγραφο Α' αυτά της τα αποκάλυψε εκ των υστέρων ο Εναγόμενος 1 και τα επιβεβαίωσε και η ίδια από το Κτηματολόγιο. Μάλιστα έκανε αναφορά σε μια κοπέλα που της τα ανέφερε, χωρίς να αναφέρει ποια και πως κατάφερε να εξασφαλίσει τις πληροφορίες αυτές χωρίς επίσημη έρευνα που δεν παρουσίασε. Ενώ είπε ότι της τα είπε εκ των υστέρων ο Εναγόμενος 1 και έκανε και αυτή τις έρευνές της, σε σχετική ερώτηση αντεξέτασης είπε ότι η ίδια ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και έκανε τις έρευνές της, ενώ η ίδια παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 και 2 της είχαν δώσει χαρτάκι για να το ελέγξει. Αυτό που προκύπτει από την μαρτυρία αυτή είναι το ερώτημα γιατί αφού της έκανε αποκαλύψεις ο Εναγόμενος 1 αυτή έκανε έρευνες στο Κτηματολόγιο λέγοντας ότι ένιωθε ότι κάτι δεν πάει καλά. Επίσης, εύλογη απορία προκάλεσε στο Δικαστήριο η θέση της Ενάγουσας ότι συμφώνησε για προκαταβολή €30,000- για την αγορά της επίδικης κατοικίας και στην συνέχεια, ενώ παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι ουδέποτε είχε εμπλακεί ο Εναγόμενος 2 στην διαπραγμάτευση με τον Ενάγοντα, αλλά ότι αυτή η εμπλοκή έγινε μετά που συμφώνησε τους όρους με τον Εναγόμενο 1 και του ζήτησε να ετοιμάσει αγοραπωλητήριο έγγραφο, ακόμη και το αρχικό ποσό των €5,000- ισχυρίστηκε ότι το έδωσε με την παρότρυνση του Εναγόμενου 2, όπως και το ποσό των €25,000-. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν κρίνει ότι η Ενάγουσα είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με το ότι ο Εναγόμενος 1 της απέκρυψε ότι την επίδικη κατοικία την πωλούσε όχι ως ιδιοκτήτης, αλλά ως δικαιούχος να εγγραφεί ως τέτοιος δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Επίσης, το Δικαστήριο δεν κρίνει την ΜΕ1 αξιόπιστη όσον αφορά τις περιστάσεις που κατέβαλε το ποσό των €30,000- στον Εναγόμενο 1 υποστηρίζοντας ότι παροτρύνθηκε ή πιέστηκε από τον Εναγόμενο 2, αλλά ότι τα κατέβαλε όπως είχε συμφωνήσει με αυτόν. Σε σχέση με το κατά πόσο έτυχε έγκρισης δανείου ύψους €100,000- δεν παρουσίασε οποιαδήποτε τέτοια έγκριση στο Δικαστήριο που να υποστηρίζει την εκδοχή της, ενώ η μαρτυρία του ΜΕ2 όπως θα εξηγηθεί επί τούτου δεν έχει ικανό αποδεικτικό βάρος ώστε να υποστηρίξει τις θέσεις της. Βέβαια σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 φαίνεται να γίνεται αναφορά σε έγκριση τέτοιου δανείου, αλλά δεν σημαίνει ότι τέτοια αναφορά αποδεικνύει και του λόγου το αληθές, αφού μπορεί να γνωρίζει κάτι τέτοιο από ότι του είχε αναφέρει η Ενάγουσα. Εξάλλου, το κατά πόσο εγκρίθηκε το δάνειο αυτό ή όχι αυτό δεν έχει την οποιαδήποτε σημασία, αφού το Δικαστήριο δεν δέχεται την εκδοχή της Ενάγουσας ότι συμφωνήθηκε ανταλλαγή του οικοπέδου της, άρα ακόμη €100,000- δεν θα ήταν αρκετές να καλύψουν την διαφορά του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό ανάθεση της επίδικης συναλλαγής στον Εναγόμενο 2 ως επ' αμοιβή δικηγόρου, το Δικαστήριο διερωτάται πως ένας δικηγόρος που δεν έχει αναλάβει να συμβουλεύσει ένα πελάτη αποδέχεται συναντήσεις στο γραφείο του για μια συναλλαγή στην οποία δήλωσε επανειλημμένα στην Ενάγουσα ότι διαφωνεί κάθετα, μόνο στα πλαίσια μιας φιλικής σχέσης με τον φίλο της, χωρίς να αναλάβει ενεργό ρόλο νομικού συμβούλου. Πάντως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €600- στον Εναγόμενο 2 σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή, αφού είναι ξεκάθαρο εκ του τεκμηρίου 12 και του πρωτότυπου του τεκμηρίου 21 ότι το ποσό αυτό ασχέτως ότι δεν φέρει ημερομηνία αφορά υποθέσεις περιουσιακών διαφορών που κατά παραδοχή της Ενάγουσας, αλλά και των λοιπών τεκμηρίων που κατατέθηκαν είχε αναλάβει ο Εναγόμενος
- Περαιτέρω, η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την αμοιβή του Εναγόμενου 2 για την ολοκλήρωση της συναλλαγής. Παράλογη επίσης κρίνεται η θέση της ότι για τις δικαστικές διαδικασίες ο Εναγόμενος 2 δεν της ζήτησε χρήματα, αλλά ότι αυτό το έκανε για το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Ακόμη, η Ενάγουσα απέτυχε να δώσει πειστική απάντηση στο ερώτημα πώς, όπως δήλωσε, καταλόγιζε ευθύνη στον Εναγόμενο 2, όταν κατάλαβε ότι εξαπατήθηκε περί τα μέσα Μαΐου 2011 και μέσα στον Ιούνιο 2011 ο Εναγόμενος 2 καταχωρούσε εκ μέρους της τις αιτήσεις-τεκμήρια 10 και
- Από την μια η Ενάγουσα επικαλέστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν την προστάτεψε με το να μην την συμβουλεύσει σωστά και να μην κάνει αγοραπωλητήριο έγγραφο, ενώ από την άλλη δήλωσε ότι έκανε ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο που δεν κατάφερε να καταθέσει στο Δικαστήριο, αυτή το είδε αλλά δεν το διάβασε ούτε το κράτησε, λέγοντας ότι αυτό έγινε στην τρίτη τους συνάντηση και στην υπόδειξη για το πως τότε το είχε στην κατοχή της απάντησε ότι της το έδωσε ο Εναγόμενος 2 στην τέταρτη συνάντηση. Το ερώτημα είναι τελικά τι ευθύνη καταλογίζει στον Εναγόμενο 2 η Ενάγουσα, αν δηλαδή του καταλογίζει ότι δεν έκανε αγοραπωλητήριο την στιγμή που η ίδια λέει από την μια ότι δεν έκανε και από την άλλη ότι έκανε. Για το ζήτημα του κατά πόσο έπρεπε να ελέγξει ο Εναγόμενος 2 την συναλλαγή πριν δώσει τις €30,000- στον Εναγόμενο 1, εκ της μαρτυρίας της ίδιας της Ενάγουσας στην παράγραφο 8 του Εγγράφου Α' φαίνεται να είχε ήδη συμφωνήσει το ποσό αυτό με τον Εναγόμενο 1 το οποίο και κατέβαλε μέχρι τις 6/05/2011 υπογράφοντας το τεκμήριο
- Απορία προκαλεί επίσης ότι ενώ στην παράγραφο 13 του Εγγράφου Α' η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 στις 5/5/2011 το ποσό των €5,000-, υποστηρίζει ότι μετά από μια εβδομάδα αυτός την πίεσε και με την παρότρυνση του Εναγόμενου 2 κατέβαλε ακόμη €25,000-, την στιγμή που το ποσό αυτό φαίνεται εκ του τεκμηρίου 3 να καταβλήθηκε στις 6/05/
- H αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας αναφορικά με τον ρόλο του Εναγόμενου 2 υποστηρίζεται από τα όσα φαίνεται να είπε ο Εναγόμενος 1 και ο Εναγόμενος
- Ειδικότερα, υπενθυμίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 είπε ότι έγιναν δύο συναντήσεις στο γραφείο του Εναγόμενου 2 όταν έδωσε τις €5,000- και μετέπειτα τις €25,000- οπόταν και υπογράφηκε το τεκμήριο 3, το οποίο είπε με αρκετό βαθμό βεβαιότητας ετοιμάστηκε από τον Εναγόμενο 2 στο γραφείο του. Ο Εναγόμενος 2 με δισταγμό αποδέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι μπορεί να δακτυλογράφησε το τεκμήριο 3 με τον φίλο του στο γραφείο του. Αυτό καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος 2 διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στην συναλλαγή όχι όμως απαραίτητα αυτό του νομικού συμβούλου. Επίσης αναφέρθηκε το όνομα κάποιου κυρίου Μεσίττη ως δικηγόρου της Ενάγουσας όπου έγινε συνάντηση και επί τούτου δεν προκύπτει ότι αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος 1 αναφορικά με τον ρόλο αυτού του δικηγόρου, αλλά ούτε και του υποβλήθηκε το οτιδήποτε, αφήνοντας τα όσα σχετικά ανέφερε μετέωρα. Τέλος, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι η Ενάγουσα δεν είχε επαφή με την A. στο χρονικό διάστημα που διήρκησε μέχρι το τελικό ναυάγιο της συναλλαγής, αφού παρά το ότι η ίδια παραδέχθηκε ότι την πρώτη φορά στην επίδικη κατοικία είχε ένα άτομο μέσα που δεν γνώριζε, στη συνέχεια αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι πήρε την Α. μετά που πήρε την επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα, χωρίς να εξηγήσει τον λόγο που το έπραξε. Πόσο μάλλον ξενίζει το γεγονός ότι ο Α. δεν κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο από την ίδια την Ενάγουσα να υποστηρίξει τις θέσεις της ότι δεν τον γνώριζε εξ αρχής. IV.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2:- Ξεκινώντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2 το Δικαστήριο διερωτήθηκε αναφορικά με την ιδιότητα του ΜΕ2, δηλαδή αν κλητεύθηκε στο Δικαστήριο ως αρμόδιος υπάλληλος του τραπεζικού ιδρύματος ή αν η κλήτευση έγινε προσωπικά ή αν δεν έγινε καθόλου κλήτευση και αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο οικειοθελώς. Εν πάση περιπτώσει ο ΜΕ2 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθότι ήταν φανερό ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι θυμόταν για την επίδικη συναλλαγή της Ενάγουσας, γνωρίζοντας λεπτομέρειες αυτής τόσο αναφορικά με την προκαταβολή, όσο και για την ανταλλαγή με το οικόπεδο και ότι η αίτηση αφορούσε σε δάνειο €100,000- που αυτός συνέστησε και από ότι ήξερε εγκρίθηκε. Παραδέχθηκε βέβαια ότι μίλησε με τους δικηγόρους της Ενάγουσας μια εβδομάδα πριν έρθει στο Δικαστήριο για να δουν αν θυμόταν την περίπτωση. Για άλλες αιτήσεις πελατών είπε πως θυμάται λεπτομέρειες, όμως δεν μπορούσε να πει κάτι συγκεκριμένο εκτός αν έβλεπε τον πελάτη, κάτι πολύ παρατραβηγμένο μετά από 10 τόσα χρόνια. Επέμεινε ότι το δάνειο εγκρίθηκε, αφού η Ενάγουσα συστήθηκε ως φερέγγυο άτομο με ακίνητο προς υποθήκη και πως σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη η μισθοδοσία και η εξασφάλιση χωρίς όμως να θυμάται την μισθοδοσία της Ενάγουσας και χωρίς να έχει οτιδήποτε να παραθέσει που να υποστηρίζει ότι το δάνειο εγκρίθηκε. Εν κατακλείδι παραδέχθηκε ότι δεν θυμόταν την τύχη της αίτησης. IV.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1:- Αξιολογώντας τα όσα ανέφερε στην μαρτυρία του ο ΜΥ1 σε συνάρτηση με τα όσα σχετικά λέχθηκαν στην εξέταση και αντεξέταση των υπόλοιπων μαρτύρων, τείνω να αποδεχθώ την θέση του αναφορικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες συμφωνήθηκε η πώληση της επίδικης κατοικίας. Δέχομαι ως αξιόπιστα τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 ότι δεν παρουσιάστηκε στην Ενάγουσα ως κτηματομεσίτης και ότι μόνο ακίνητα επί των οποίων απέκτησε δικαιώματα της έδειξε και τίποτα παραπάνω. Σε σχέση με την επίδικη κατοικία δέχομαι την θέση του ΜΥ1 ότι εξήγησε εξαρχής στην Ενάγουσα ότι την είχε αγοράσει από την A. και τα όσα ανέφερε στην μαρτυρία του σε σχέση με τις λεπτομέρειες του δανείου, του χρέους και της εκχώρησης του πωλητηρίου. Εξάλλου δεν διαβλέπω τον οποιονδήποτε λόγο γιατί ο ΜΥ1 να αποκρύψει από την Ενάγουσα τις λεπτομέρειες αυτές, αφού είχε κατατεθειμένο αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, ήτοι το τεκμήριο 5 και το ποσό του δανείου του, αλλά και τα χρήματα που χρωστούσε στην A. θα μπορούσαν να αποπληρωθούν από το αντάλλαγμα της συναλλαγής με την Ενάγουσα. Όπως εξήγησε ο ΜΥ1 ήταν ζήτημα μαθηματικής άσκησης. Τίθεται ένα ερώτημα αναφορικά με το πώς αφού ο ΜΥ1 αποκάλυψε την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων στην Ενάγουσα, δηλαδή ότι η επίδικη κατοικία ήταν αγορασμένη δυνάμει του τεκμηρίου 5 υπέγραψε το τεκμήριο 5 μόνο ο ίδιος και όχι μετά της συζύγου του Μ. Η. Κάτι τέτοιο δεν τέθηκε στον ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του για να παραθέσει την θέση του, συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι εξ αυτού δεν μπορεί να προβεί στην εξαγωγή συμπεράσματος αντίθετου με την κρίση του περί αξιοπιστίας του ΜΥ1 στο θέμα αυτό, αφού η όποια τελική συμφωνία δεν είχε ετοιμαστεί και υπογραφεί, κάτι που επιβεβαιώνεται από την υπόλοιπη μαρτυρία. Ακόμη, αποδέχομαι τη θέση του ΜΥ1 περί ενημέρωσης, καθότι δεν μπορώ να αντιληφθώ πως η Ενάγουσα κατέβαλε έστω τις €5,000- χωρίς να ζητήσει έστω ένα έγγραφο που να καταδεικνύει την σχέση του ΜΥ1 με την επίδικη κατοικία. Αξιόπιστος κρίνεται ο ΜΥ1 αναφορικά με τα όσα ανέφερε για το οικόπεδο της Ενάγουσας στο Τ., ήτοι ότι ουδέποτε συμφώνησε κάτι τέτοιο και πως δεν ήταν δυνατόν να συμφωνήσει όπως ανέφερε η Ενάγουσα επί τόπου και για συγκεκριμένη τιμή χωρίς καν να το επιθεωρήσει και να γνωρίζει τα πολεοδομικά και άλλα χαρακτηριστικά του, χωρίς καν να δει τους τίτλους ιδιοκτησίας του. Η θέση αυτή κρίνεται και λογική εκ των υπόλοιπων περιστάσεων και τεκμηρίων που κατέθεσε ο ΜΥ1 σχέση με το δάνειο του στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, το οποίο εκ του τεκμηρίου 18 φαίνεται ότι παρουσίαζε καθυστερήσεις αποπληρωμής των δόσεων. Εξάλλου η ίδια η Ενάγουσα δεν προσκόμισε το οτιδήποτε στο Δικαστήριο που να υποστηρίζει την θέση της επί τούτου, ήτοι έστω την αγγελία που όπως είπε θυμόταν ότι μιλούσε για ανταλλαγή, ενώ και το τεκμήριο 3 που υπογράφηκε δεν έκανε αναφορά σε κάτι τέτοιο. Αναφορικά με το πότε και πως θα καταβαλλόταν το υπόλοιπο τίμημα για την πώληση της επίδικης κατοικίας στην απουσία συγκεκριμένης έγγραφης δέσμευσης δεν κρίνω ότι μπορώ να προβώ σε αξιολόγηση και κρίση. Η θέση του ΜΥ1 ότι σε κάποιο σημείο της εξέλιξης των γεγονότων που αφορούν την επίδικη συναλλαγή επικοινώνησε μαζί του ο Α. και του ανέφερε ότι είχε έτοιμο πελάτη να καταβάλει προκαταβολή προς τον σκοπό αγοράς της επίδικης κατοικίας δεν με έχει πείσει. Ο ισχυρισμός όπως ετέθη από τον ΜΥ1 είναι πολύ γενικός για μπορεί να αξιολογηθεί θετικά από το Δικαστήριο, η μαρτυρία αυτή αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία και δεν έχει επεξηγηθεί γιατί δεν ήταν πρόσφορο δυνάμει του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 να μαρτυρήσει το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, ώστε και να αντεξεταστεί επί τούτου. Πέραν των όσων ανέφερε επί του ζητήματος αυτού ο ΜΥ1 κρίνονται ως προσπάθεια του να παραθέσει ένα εκ των λόγων που δεν επέστρεψε την προκαταβολή που έλαβε από την Ενάγουσα. Ούτε χρονικά επ' ακριβώς τοποθετείται πότε έλαβε χώρα το συγκεκριμένο κατ' ισχυρισμό γεγονός, περιοριζόμενης της αναφοράς στο ότι αυτό συνέβη μετά που έλαβε το ποσό των €30,000-. Ο ΜΥ1 κρίνεται ειλικρινής όταν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ανέμενε την Ενάγουσα να προβεί στις δέουσες ενέργειες για να υλοποιήσουν την μεταξύ τους συμφωνία σε σχέση με την επίδικη κατοικία και πως δεν την έβαλε ξανά προς πώληση. Ούτε προκύπτει από την μαρτυρία του ότι μετά που αποστάληκε η επιστολή τεκμήριο 7 στην Ενάγουσα για να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση στις 11/08/2011, όπου φαίνεται να έγινε πλέον ξεκάθαρο ότι τα συμφωνηθέντα δεν θα υλοποιούνταν, ο ΜΥ1 έβαλε ξανά πωλητήριο στην επίδικη οικία. Το γεγονός της έκδοσης τίτλων ιδιοκτησίας στο όνομά του και της συζύγου του αποδεικνύεται από τα τεκμήρια 14 και
- Αξιόπιστη κρίνεται και η θέση του ότι αν και στις 11/08/2011 δεν μπορούσε ο ίδιος να προβεί σε μεταβίβαση της οικίας στην Ενάγουσα με υλοποίηση των όσων συμφωνήθηκαν, δεν προκύπτει συμπέρασμα ότι η επιστολή αυτή εκλαμβάνεται ως ένδειξη ότι η Ενάγουσα δεν γνώριζε περί του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και ότι πίστευε τότε ότι ο Ενάγοντας ήταν ιδιοκτήτης, αφού χρονικά σύμφωνα με την δική της μαρτυρία που δεν δέχθηκε το Δικαστήριο ως αξιόπιστη έλαβε γνώση του αγοραπωλητηρίου, του δανείου και της επιβάρυνσης πολύ πιο πριν. Αποδέχομαι την θέση του ΜΥ1 ότι ο λόγος του τεκμηρίου 7 ήταν για να διακριβωθούν οι προθέσεις της Ενάγουσας αναφορικά με την επίδικη συναλλαγή και τίποτα παραπάνω. Όσον αφορά το τεκμήριο 6, ήτοι το πιστοποιητικό ομαδικής ασφάλισης για το οποίο ο ΜΥ1 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει από που το βρήκε η Ενάγουσα το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατυπώσει κρίση αξιοπιστίας του μάρτυρα, ενόψει των διαφορετικών εκδοχών μεταξύ της μαρτυρίας αυτής και της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Σε σχέση με την μαρτυρία του ΜΥ1 αναφορικά με τον ρόλο του Εναγόμενου 2, φαίνεται να παραδέχεται ότι τουλάχιστον έγιναν 2 συναντήσεις στο γραφείο του που ήταν ο ίδιος παρών, καθώς και ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο για τις μεταξύ τους σχέσεις. Επίσης, όπως απάντησε, νομίζει ότι το τεκμήριο 3 έγινε στο γραφείο του Εναγόμενου 2 από τον ίδιο, αναβαθμίζοντας μετά την απάντηση του σε σίγουρο ναι, κάτι που φαίνεται να παραδέχεται στη δική του μαρτυρία ο Εναγόμενος 2 με κάποια αμφιβολία βέβαια, αν και στην αντεξέταση του ΜΥ1 από τον κ. Γλυκή φέρεται να δήλωσε ότι δεν γνώριζε ποιος το ετοίμασε και πως όταν πήγε στο γραφείο του Εναγόμενου 2 το κρατούσε η Ενάγουσα. Ακόμη φαίνεται να δήλωσε ότι η συναλλαγή ήταν μεταξύ του ιδίου και της Ενάγουσας χωρίς την εμπλοκή του Εναγόμενου 2 που ήταν απλά παρών. Αυτά κρίνονται από το Δικαστήριο ως προσπάθεια του ΜΥ1 να βοηθήσει τον Εναγόμενο 2 να υποστηρίξει τις θέσεις του, αντιφάσκουν με τα όσα δήλωσε αρχικά, ασχέτως πως το Δικαστήριο θα καταλήξει αναφορικά με τον ρόλο του Εναγόμενου 2 στην επίδικη συναλλαγή. Ξεκάθαρο είναι εκ του τεκμηρίου 3 ότι ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών. Πάντως κρίνω αξιόπιστα τα όσα απάντησε ο ΜΥ1 αναφορικά με τον ρόλο του Εναγόμενου 2 στα πρώτα στάδια της επίδικης συναλλαγής όπου συμφωνήθηκαν οι κύριες λεπτομέρειες της χωρίς την εμπλοκή του Εναγόμενου 2, κάτι που επιβεβαιώνεται και από άλλη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη. Σε σχέση με τον ρόλο του δικηγόρου Μεσίττη, επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα πιο πάνω σε σχέση με το ότι ο ρόλος και η εμπλοκή του δικηγόρου αυτού δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Ενάγουσας, ούτε και αντεξετάστηκε επί τούτου ο ΜΥ
- Τέλος, σε σχέση με τους τόκους των δανείων που έχει επιβαρυνθεί ο ΜΥ1, όπως ανέφερε, προσπαθώντας να υποστηρίξει την ανταπαίτηση του επισημαίνω ότι δεν παρέθεσε οτιδήποτε το συγκεκριμένο στο Δικαστήριο, πλην της επιστολής τεκμήριο 18 που δείχνει ότι στις 6/05/2011, ημερομηνία που έλαβε το ποσό των €30,000- από την Ενάγουσα και υπογράφτηκε το τεκμήριο 3, ήδη παρουσίαζε καθυστερήσεις στο δάνειο του στο ποσό των €12.581,08 . Τόσο η κατ' ισχυρισμό απώλεια του πελάτη όσο και η αναφορά στην αδυναμία του ΜΥ1 να εξυπηρετήσει το δάνειο του ουδόλως έχουν επεξηγηθεί στο Δικαστήριο πως ανταπαιτεί το ποσό των €44,000-. IV.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ2:- Αξιολογώντας τον ΜΥ2 παρατηρώ ότι στο Έγγραφο Γ' σε σχέση με το κατά πόσο ετοίμασε το τεκμήριο 3 δηλώνει ότι δεν το ετοίμασε ο ίδιος, ενώ αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι δεν θυμάται και ότι μπορεί να το δακτυλογράφησαν μαζί με τον φίλο του στο γραφείο του. Για το ζήτημα αυτό κρίνω ότι προσπάθησε να αποφύγει την οποιαδήποτε σύνδεση του με την επίδικη συναλλαγή, κάτι που αποτέλεσε και τον κεντρικό άξονα της υπεράσπισης του. Το ίδιο προκύπτει και από το γεγονός ότι, όπως μαρτύρησε, δεν θυμόταν αν έγιναν περισσότερες από μια συναντήσεις στο γραφείο του για την επίδικη συναλλαγή μπορεί και 2, όπως είπε, για το οποίο ο ΜΥ1 ήταν σαφής. Όντως φέρεται να υπέγραψε ως μάρτυρας το τεκμήριο 3 και ότι για τις υποθέσεις οικογενειακού δικαίου ήταν ο δικηγόρος της Ενάγουσας, όπως άλλωστε και η ίδια η Ενάγουσα ανέφερε στην δική της μαρτυρία. Το τι φιλικά όπως είπε ότι δήλωσε στην Ενάγουσα μετά από την κατ' ισχυρισμό αναφορά της στον ίδιο ότι η επίδικη κατοικία έχει βάρη δεν μπορεί να αξιολογήσει το Δικαστήριο, καθότι δεν μπορεί να το συσχετίσει με οποιαδήποτε άλλη προσκομισθείσα μαρτυρία. Αξιόπιστη είναι η μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο ο ΜΥ2 σε σχέση με την καταβολή του ποσού των €600- για τις περιουσιακές διαφορές και όχι για την κατάρτιση του οποιουδήποτε αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Επίσης, αξιόπιστα κρίνονται το ότι δεν γνώριζε το οτιδήποτε για την επίδικη συναλλαγή μέχρι που έγιναν συναντήσεις στο γραφείο του και υπέγραψε ως μάρτυρας στο τεκμήριο 3, μαζί με τον φίλο του, ο οποίος διατηρούσε σχέση με την Ενάγουσα. Αυτό υποστηρίζεται τόσο από την μαρτυρία του ΜΥ1 όσο και της ίδιας της Ενάγουσας που ανέφερε στο Έγγραφο Α' ότι συμφώνησε συγκεκριμένους όρους και προκαταβολή και στην συνέχεια ανέθεσε στον ΜΥ2 να καταρτίσει αγοραπωλητήριο έγγραφο, κάτι που του καταλογίζει ότι δεν έπραξε και συνεπώς δεν την προστάτεψε. Το αποτύπωμα του ΜΥ2 στην επίδικη συναλλαγή δεν φαίνεται να προκύπτει σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο εκτός του τεκμηρίου 3 και πέραν της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Υπενθυμίζω τα όσα αναφέρθηκαν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας ως προς το ζήτημα της καταχώρησης διαδικασιών περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού σε περίοδο που η ίδια η Ενάγουσα προκύπτει ότι είχε ήδη αντιληφθεί, κατά τους δικούς της ισχυρισμούς, ότι η επίδικη κατοικία ήταν επιβαρυμένη ένεκα δανείου και ότι ο ΜΥ1 δεν ήταν ιδιοκτήτης. Ως εκ τούτου, συγκλίνω στο να αποδεχθώ την θέση του ΜΥ2 ότι δεν είχε την οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή στην επίδικη συναλλαγή πέραν της συμμετοχής του στο τεκμήριο
- Ακόμη μια παρατήρηση αφορά την αναφορά στο όνομα άλλου δικηγόρου, για την οποία δεν έγινε η οποιαδήποτε αντεξέταση σε σχέση με τον ρόλο του, αλλά ούτε βέβαια έγινε αναφορά από την ίδια την Ενάγουσα. V. Ευρήματα Δικαστηρίου:- Ενόψει της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν παρατεθεί στο προηγούμενο μέρος προβαίνω ακολούθως στην εξαγωγή ευρημάτων. Περί τις αρχές Μαΐου 2011 ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε να πωλήσει στην Ενάγουσα μια κατοικία που ανεγέρθηκε στο τεμάχιο [ ], Φ/Σχ [ ], αριθμού εγγραφής [ ], στην Π., Λεμεσού για το συνολικό ποσό των €280,000-. Η κατοικία αυτή δεν ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του Εναγόμενου 1, αλλά είχε αγοραστεί δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19/02/2009 από τον Εναγόμενο 1 και την Μ. Ι. Η. από την εταιρεία T.T A. P. Ltd χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας. Ο Εναγόμενος 1 και η σύζυγος του Μ. Η. είχαν προβεί σε δάνειο για την αγορά της επίδικης κατοικίας από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το συνολικό ποσό των €171,000-, με εκχώρηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου δυνάμει συμφωνίας ημερ. 20/02/2009, με την εγγύηση του Α. Α. δυνάμει εγγράφου ημερ. 20/02/2009, ο οποίος φαίνεται να είναι διευθυντής της Τ.Τ. A. P. Ltd. Επίσης, όπως προκύπτει, χρωστούσαν ακόμη στην T.T A. P. Ltd το ποσό των €68,000- περίπου. Το Δικαστήριο δεχόμενο ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Εναγόμενου 1, κρίνει ότι η Ενάγουσα φαίνεται ότι γνώριζε τις λεπτομέρειες του αγοραπωλητήριου εγγράφου ημερ. 19/02/2009, του δανείου και της εκχώρησης. Το τίμημα της αγοράς θα αποπληρωνόταν δια προκαταβολής ύψους €30,000-, ενώ οι υπόλοιπες λεπτομέρειες θα καθορίζονταν δυνάμει τελικής γραπτής συμφωνίας που θα υπέγραφαν τα μέρη. Η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €5,000- και ακολούθως το ποσό των €25,000- οπόταν και κατά την ημερομηνία της δεύτερης αυτής καταβολής, ήτοι την 6/05/2011 υπογράφηκε γραπτή υποσχετική συμφωνία πώλησης από την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο 1 με μάρτυρες των υπογραφών τον Ν. Α., φίλο της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 2, καθώς και τον Εναγόμενο
- Δυνάμει της υποσχετικής συμφωνίας πώλησης που καθόριζε την οικία και το τίμημα πώλησης, ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να προβεί σε κάποιες μετατροπές και προσθήκες στην επίδικη κατοικία, ήτοι την κατασκευή ξύλινης περίφραξης, ψησταριάς και ντουλάπια μπάνιου. Η Ενάγουσα για τους δικούς της οικονομικούς λόγους μετά την καταβολή της προκαταβολής ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 όπως αποδεχθεί ένα οικόπεδο που είχε στην ιδιοκτησία της στο Τ. Λεμεσού για €150,000- και να του καταβάλει την διαφορά των €100,000- σε μετρητά, ποσό για το οποίο ισχυρίστηκε ότι εξασφάλισε δάνειο. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε κάτι τέτοιο, εξαιτίας του ότι με την υπογραφή των τελικών συμφωνιών και την καταβολή του υπόλοιπου του συμφωνηθέντος τιμήματος θα εξοφλούσε το δάνειο προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, το υπόλοιπο του τιμήματος προς την T.T. A. P. Ltd, κάποια άλλα έξοδα και τέλη και θα κρατούσε με την σύζυγό του την όποια διαφορά. Σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή έλαβαν χώρα συναντήσεις στο γραφείο του Εναγόμενου 2, ο οποίος δεν προέκυψε από την αξιολογηθείσα μαρτυρία ότι είχε οποιοδήποτε ρόλο ή ότι ανέλαβε την νομική εκπροσώπηση της Ενάγουσας. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε συνέστησε τον Εναγόμενο 1 στην Ενάγουσα, ενώ ήταν διορισμένος δικηγόρος της Ενάγουσας επ' αμοιβή σε διαδικασίες στο αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο καταχωρώντας εκ μέρους της σχετικές διαδικασίες περιουσιακών διαφορών στις 9/06/2011 και 15/06/2011, ήτοι 40 ημέρες περίπου μετά που υπεγράφη η υποσχετική συμφωνία ημερ. 6/05/2011 και που η ίδια η Ενάγουσα υποστήριξε στην μαρτυρία της ότι ανακάλυψε την πραγματικότητα και ότι ο Εναγόμενος 2 δεν εκτέλεσε σωστά τα επαγγελματικά του καθήκοντα. Τελική συμφωνία μεταξύ των μερών δεν υπογράφτηκε ποτέ. Ο Εναγόμενος 1 απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολή ημερ. 5/08/2011, καλώντας την Ενάγουσα να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στις 12/08/2011, ώστε να της μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία αφού καταβάλει το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα των €250,000-. Η επίδικη συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε και ο Εναγόμενος 1 δεν επέστρεψε το ποσό των €30,000- που του κατέβαλε η Ενάγουσα, το οποίο διεκδικεί να της επιστραφεί. Ο Εναγόμενος 1 μετά που κατ' ισχυρισμό έχασε πελάτη για να πωλήσει την επίδικη κατοικία, κάτι που δεν αποδέχθηκε το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του, δεν προσπάθησε να πωλήσει την επίδικη κατοικία και διαμένει από το 2012 με 2013 με την σύζυγό του σε αυτή. VI. Νομικές αρχές, κρίση Δικαστηρίου και κατάληξη:- Προτού ξεκινήσει η παράθεση της δικαστικής κρίσης σε συνδυασμό με τις όποιες εφαρμοστέες νομικές αρχές στην παρούσα υπόθεση, αν και το ζήτημα της ύπαρξης νομικά δεσμευτικής σύμβασης δεν κατέστηκε από καμία πλευρά ως επίδικο θέμα, κρίνεται σκόπιμο να καθοριστεί. Στην προκείμενη περίπτωση ήταν ξεκάθαρο ότι η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 την αγορά της επίδικης κατοικίας για συγκεκριμένο ποσό με προκαταβολή που καταβλήθηκε, καθώς και άλλες υποχρεώσεις που έπρεπε να εκτελεστούν και πως αυτά θα αποτυπώνονταν σε επίσημο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Η χρονική εκτέλεση των διαφόρων υποχρεώσεων φαίνεται ότι εξέλιπε και προφανώς ήταν κάτι που θα καθοριζόταν στο αγοραπωλητήριο έγγραφο που δεν υπογράφηκε ποτέ. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 33η έκδοση, 2018, σελ 295 υπό τον τίτλο «Duty to negotiate outstanding details?» αναφέρονται τα εξής σχετικά: «In Walford v. Miles the principal agreement was not legally binding because it was subject to contract, and the lock-out agreement was not legally binding because it specified no dates. The case does not exclude the possibility that a different conclusion may be reached where the parties have reached agreement on all essential points so as to show that they do intend to be legally bound by the agreement, but have left other points open. The court may then imply a term that they negotiate in good faith so as to settle outstanding details which are to be incorporated in the formal document setting out the full terms of the contract between them [..].». Γίνεται φανερό εκ των ανωτέρω, ότι στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη καθορισμού του χρόνου καταβολής του υπόλοιπου συμφωνηθέντος τιμήματος και συνακόλουθης απόκτησης των δικαιωμάτων επί της κατοικίας θα καθοριζόταν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο που θα υπογραφόταν από τις δύο πλευρές, κατόπιν της μεταξύ τους διαπραγμάτευσης και κρίνεται ότι ήταν δεδομένη η πρόθεση δημιουργίας νομικά δεσμευτικών καταστάσεων αναφορικά με την επίδικη κατοικία, ώστε η μεταξύ τους συμφωνία (agreement) να καθίσταται σύμβαση (contract). Ούτε και κρίνω ότι τίθεται ζήτημα βεβαιότητας αυτής (certainty), ώστε να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η συμβατική ισχύς της επίδικης συμφωνίας. Σε σχέση με το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 1 γίνεται φανερό ότι ο Εναγόμενος 1 δεν προέβηκε σε παράβαση των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων του για πώληση της επίδικης κατοικίας. Το Δικαστήριο δέχθηκε προς τούτο την μαρτυρία του Εναγόμενου 1 αντί της Ενάγουσας αναφορικά με το ότι φαίνεται να γνώριζε την νομική κατάσταση που έδιδε το δικαίωμα στον Εναγόμενο 1 να πωλήσει την επίδικη κατοικία. Η Ενάγουσα τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην μαρτυρία της ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 με σκοπό να πειστεί να του δώσει τα χρήματα παρέστησε σε αυτή ότι ήταν ιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας. Καθορίζοντας το κατά πόσο μια παράσταση έγινε με απατηλό σκοπό, το επίπεδο απόδειξης που εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων όπως σε κάθε άλλη αστική διαδικασία, όμως όπως έχει αποφασιστεί, ο βαθμός της πιθανότητας της απαιτούμενης απόδειξης μπορεί να διαφέρει αναλόγως της βαρύτητας του ισχυρισμού που πρέπει να αποδειχθεί (βλ. Hornal v Neuberger Products Ltd [1956] 3 All E.R. 970), κάτι που το Δικαστήριο κρίνει ότι η Ενάγουσα υπό τις περιστάσεις απέτυχε να αποδείξει, αντιθέτως το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ενάγουσα γνώριζε αυτό που επικαλέστηκε προς το αντίθετο. Εκ των όσων έχουν παρατεθεί στο Δικαστήριο δεν διαβλέπω να υπήρχε το οποιοδήποτε κώλυμα ώστε να γίνει η μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας στην Ενάγουσα όταν οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα είχαν εκδοθεί, κάτι που φαίνεται να έχει γίνει σε κατοπινό στάδιο στον Εναγόμενο 1 και την Μ. Η.. Τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιείτο η συναλλαγή περιέγραψε ο Εναγόμενος 1, ήτοι με την αλλαγή του αγοραστή μέσω εκχώρησης ή την ακύρωση και απευθείας συνομολόγηση συμφωνίας με την Τ.Τ. A. P. Ltd. Δεν προκύπτει να έχει παρατεθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία ότι το ακίνητο βαρύνετο με οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος για το οποίο θα έθετε σε κίνδυνο την αξίωση της Ενάγουσας για την κατοικία, νοουμένου βέβαια ότι το οποιοδήποτε νέο αγοραπωλητήριο έγγραφο ή εκχωρητήριο θα καταχωρείτο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Αυτό το οποίο φαίνεται να εξώθησε την Ενάγουσα να μην προχωρήσει με την επίδικη συναλλαγή είναι η αδυναμία της να εξεύρει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς είτε με δανεισμό είτε με άλλο τρόπο. Ο Εναγόμενος 1 στην μαρτυρία του δήλωσε ότι ακόμη και σήμερα μπορεί να διεκπεραιώσει τα όσα είχαν τότε συμφωνηθεί. Στο Δικαστήριο δεν δόθηκε η οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει πως εκ των όσων ισχυρίστηκε η Ενάγουσα ότι διαπίστωσε και που δεν γνώριζε, θα απέτρεπαν την ολοκλήρωση της επίδικης συναλλαγής. Ουδέποτε φάνηκε ότι ο Εναγόμενος 1 έδειξε αδυναμία εκπλήρωσης, ούτε προέκυψε μαρτυρία ότι θα υπήρχε το οποιοδήποτε πρόβλημα με την Τ.Τ. A. Properties Ltd, αφού ο Α. Α. φαίνεται να ήταν προσωπικά εγγυητής στο δάνειο του Εναγόμενου 1 και της συζύγου του. Αυτό που διαφάνηκε είναι ότι η Ενάγουσα δεν προχώρησε με την εκπλήρωση, κάτι που φάνηκε και στην μαρτυρία της όταν ερωτήθηκε ποιος της είπε ότι δεν θα ολοκληρωνόταν η συναλλαγή και απάντησε «το μυαλό μου». Εξ όσων προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά η Ενάγουσα υπαναχώρησε από την συμφωνία και αξιώνει το ποσό που κατέβαλε ως προκαταβολή, ήτοι τις €30,000- από τον Εναγόμενο
- Ο Εναγόμενος 1 ως αναίτιο μέρος θα δικαιούται σε αποζημιώσεις μόνο όταν απεδείκνυε με μαρτυρία ότι υπέστη ζημία από την παράβαση (βλ. Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1 ΑΑΔ 1061). Ο Εναγόμενος 1 επικαλέστηκε το ότι έχασε πελάτη που θα μπορούσε να πωλήσει την επίδικη κατοικία, καθώς και τους τόκους του δανείου. Όμως, δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι έχασε τέτοια ευκαιρία πώλησης, αλλά ούτε και ότι με δεδομένο ότι η Ενάγουσα δεν θα εκπλήρωνε τα συμφωνηθέντα προσπάθησε να πωλήσει την κατοικία σε τρίτο, ήτοι έστω να προσπαθήσει να μετριάσει την όποια κατ' ισχυρισμό ζημιά υπέστη ως όφειλε. Απεναντίας, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν ασχολήθηκε με κάτι τέτοιο και πως διαμένει από το 2012 με 2013 με την σύζυγο του σε αυτή. Σε σχέση με τους τόκους των δανείων που ο Εναγόμενος 1 επικαλείται ως ζημία (σε συνδυασμό με την απώλεια του πελάτη που δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο) ανταπαιτώντας το ποσό των €44,000, θεωρώ ότι τέτοιοι είναι αποσυνδεδεμένοι από οποιοδήποτε εύρημα ζημιάς εκ της παράβασης της σύμβασης, ώστε να εφαρμόσω τις κείμενες νομικές αρχές του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 όπως αποτύπωσαν τις αρχές της υποθέσης Hadley v. Baxendale
(1854)9 Ex. 341 [με συνέχεια την Victoria Laundry (Windsor) Ltd v. Newman Industries Ltd
(1949)2 K.B. 528, καθώς και την Koufos v. C. Czarnikow Ltd (The Heron II)
(1969)1 AC 350]. Στην προκείμενη περίπτωση ο Εναγόμενος 1 δεν απέδειξε οποιαδήποτε τέτοια ζημιά ένεκα της όποιας πληρωμής τόκων σε δάνειο για ένα ακίνητο το οποίο κατά παραδοχή του παραμένει στην ιδιοκτησία αυτού και της συζύγου του και διαμένει σε αυτό μέχρι σήμερα, αλλά ούτε και έχει παρασχεθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία που να καθόριζε οποιαδήποτε τέτοια ζημιά, ώστε να τύχει της όποιας αξιολόγησης από το Δικαστήριο, πέραν της γενικής αναφοράς σε τόκους και σε ποσό. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω σκέψεων του Δικαστηρίου η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 είναι έκθετη σε απόρριψη. Επανερχόμενος στο ζήτημα της διεκδίκησης του ποσού των €30,000- από την Ενάγουσα γίνεται φανερό ότι αυτό αποτέλεσε μέρος του τιμήματος της αγοράς της επίδικης κατοικίας. Στην υπόθεση Αγαπίου ν. Λεωνίδου
(2007)1 ΑΑΔ 50 το Ανώτατο Δικαστήριο στην ομόφωνη απόφαση του επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου που διέταξε την επιστροφή της προκαταβολής στην αγοράστρια ακινήτου που κατέβαλε στους εφεσείοντες-εναγόμενους κατά την υπογραφή συμφωνίας πώλησης μιας κατοικίας των εφεσειόντων προς αυτή παρόλο που έκρινε πως ο τερματισμός της συμφωνίας οφειλόταν στην υπαναχώρηση της θεωρώντας ότι αυτό ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η νομική αρχή που φαίνεται να εφαρμόστηκε στην πιο πάνω απόφαση είναι η αρχή «Dies» από την απόφαση στην υπόθεση Dies v British and International Mining and Finance Corpn Ltd [1939] 1 KB 724, όπου αποφασίστηκε ότι όταν δοθεί προκαταβολή και δεν υπάρχει στην συμφωνία ρητή πρόνοια παρακράτησης (forfeiture), η καταβολή αυτή είναι ανακτήσιμη από το μέρος που παραβίασε την σύμβαση, τηρουμένης της οποιασδήποτε ανταπαίτησης για αποζημιώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση τέτοια ρήτρα παρακράτησης δεν προκύπτει ότι έχει συμφωνηθεί μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενου 1, ενώ η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 για αποζημιώσεις για τους λόγους που επεξηγήθηκαν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Εξ αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Εναγόμενος 1 θα πρέπει να επιστρέψει το ποσό των €30,000- που έλαβε ως προκαταβολή από την Ενάγουσα. Σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 για επαγγελματική αμέλεια, το Δικαστήριο στα ευρήματά του κατέληξε ότι τέτοια σχέση δικηγόρου-πελάτη για την επίδικη συναλλαγή δεν έχει καταδειχθεί, χωρίς βέβαια να κρίνει ότι απαιτείτο να είχε υπογραφεί γραπτό διοριστήριο, αλλά απλά να είχε συναχθεί από τις περιστάσεις [βλ. Halsbury's Laws of England,
(2020)Vol 66, παρ. 519], κάτι που δεν κρίνεται να έχει καταδειχθεί. Το εύρημα αυτό οδηγεί αναπόδραστα στην απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του. Το ζήτημα της ενδεχόμενης παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που φαίνεται να απασχόλησε τους ευπαίδευτους συνηγόρους στο στάδιο των αγορεύσεων δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο, περιοριζόμενο στο να αναφέρει ότι ένας δικηγόρος που ενεργεί επ' αμοιβή υπέχει συντρέχοντα καθήκοντα προς τον πελάτη του τόσο συμβατικά όσο και σε αστικό αδίκημα (Midland Bank Trust Co v Hett, Stubbs & Kemp [1979] Ch 384 at 403) που επιτρέπει στον πελάτη του να επωφελείται από τις διατάξεις αναφορικά με τον χρόνο παραγραφής (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, 2010 παρ. 10-110). Στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της παραδοχής της ίδιας της Ενάγουσας ότι κατ' ισχυρισμό έμαθε την πραγματική νομική κατάσταση της ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου περί το τέλος Μαΐου 2011, ενδεχομένως η πάροδος της τριετίας μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι την 27/10/2014 να απέτρεπε την αξίωση της για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, όχι όμως για την αξίωση της για παράβαση σύμβασης εναντίον του Εναγόμενου 2. Από την άλλη, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση για την ύπαρξη ευθύνης πρέπει να υπάρξει και ζημία στην Ενάγουσα, κάτι που ενόψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν απέδειξε, αφού η Ενάγουσα δεν απέδειξε στο Δικαστήριο γεγονότα για τα οποία ότι η συναλλαγή δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί. Συνακολούθως, εκδίδεται απόφαση υπέρ Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €30,000- πλέον νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον της Ενάγουσας απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 2 εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.).......... Χ-Μ Καραπατάκης Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο