← Κύπρος

Ν. Α. κ.α. ν. Σ. Ε. Δ. Π. Σ. Λ., Aρ. Αγωγής: 2453/2018, 19/12/2022

Ν. Α. κ.α. ν. Σ. Ε. Δ. Π. Σ. Λ., Aρ. Αγωγής: 2453/2018, 19/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2453/2018 Μεταξύ: Ν. Α. Ε. Α. Ενάγοντες και Σ. Κ. Τ. Λ. Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει της Διαταγής 25, κανονισμός 2

  1. Ν. Α.
  2. Ε. Α. Ενάγοντες και Σ. Ε. Δ. Π. Σ. Λ. Εναγόμενοι ------------------ Αίτηση τροποποίησης, ημερομηνίας 10.5.2022 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.12.2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους-αιτητές: κα Κ. Γιαπανά, για ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κα Ε. Μουζουρίδου, για CHRISTOFINIS - MOUZOURIDOU & CO LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ακόλουθα γεγονότα, ουσιαστικά αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών: Οι εναγόμενοι, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 13/4/2010 παραχώρησαν στον ενάγοντα δάνειο, ύψους €285.
  3. Προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου, η ενάγουσα, με ξεχωριστή σύμβαση υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητό της και με άλλη σύμβαση, εγγυήθηκε προσωπικά τις υποχρεώσεις του ενάγοντα που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου. Απ' εκεί και πέρα, οι ενάγοντες, με την αγωγή τους, για λόγους που αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης ζητούν - μεταξύ άλλων - την ακύρωση και των τριών αυτών συμφωνιών καθώς και αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους, αρνούνται όλους τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των εναγόντων και όλες τις εναντίον τους αξιώσεις τους και ζητούν απόρριψη της αγωγής. Επειδή, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια έχει σημασία παρατίθεται το ιστορικό της υπόθεσης - σε όση έκταση είναι αναγκαίο - όπως προκύπτει από το φάκελο. Ειδικότερα: Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 8/11/2018 και έκθεση απαίτησης, στις 11/1/
  4. Οι εναγόμενοι, στις 10/12/2021 καταχώρησαν υπεράσπιση και οι ενάγοντες, στις 16/12/2021, απάντηση στην υπεράσπιση. Στις 20/12/2021 εξέδωσαν κλήση για οδηγίες - με επισυνημμένο παράρτημα κατά τον Τύπο 25 - η οποία ορίστηκε για εξέταση, στις 8/4/
  5. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν το δικό τους παράρτημα - κατά τον ίδιο τύπο - στις 31/3/2022 και σ' αυτό, περικλείεται και αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης με βάση τη Δ.
  6. Στις 10/5/2022 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, η ουσία της οποίας έγκειται στα εξής: Ενώ με την παράγραφο 6(α) της υφιστάμενης υπεράσπισης αναφέρονται απλώς στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και δηλώνουν ότι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να αναφερθούν κατά την ακρόαση στο πλήρες κείμενο, ερμηνεία και ισχύ της, με την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκουν την συμπερίληψη 11 ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων που διέπουν την εν λόγω συμφωνία. Με τη δεύτερη αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκουν την προσθήκη ανταπαίτησης εναντίον των εναγόντων, με την οποία αξιώνουν εναντίον τους, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, απόφαση για το ποσό των €580.000,20, που αποτελεί οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου δανείου - πλέον τόκους και έξοδα - και εναντίον της ενάγουσας, διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της, με δημόσιο πλειστηριασμό. Η αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - στη Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της υπαλλήλου της A. A. M. (C.) L., η οποία - σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα - δυνάμει συμφωνίας που έχει συνάψει με τους εναγόμενους ενεργεί για λογαριασμό τους και διαχειρίζεται αριθμό χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεών τους, ανάμεσά τους και το επίδικο δάνειο και οι συναφείς με αυτό, εξασφαλίσεις. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία αποτελείται από 11 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα στην οποία προέβη και κατόπιν εξουσιοδότησης της ενάγουσας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της θέσης τους, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της Δ.25 Θ.1.

(3), στην υποστηρικτική της υπό κρίση αίτησης, ένορκη δήλωσή της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι δεν προχώρησαν στην καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής εναντίον των εναγόντων ή ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή, ήταν επειδή ο ενάγοντας - που είναι ο πρωτοφειλέτης του επίδικου δανείου - στις 10/10/2019, τους υπόβαλε αίτηση για ένταξη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», οπότε ανάμεναν την έκβασή της. Οι ενάγοντες, στις 20/12/2021 καταχώρησαν την κλήση για οδηγίες, η οποία επιδόθηκε στους δικηγόρους των εναγόμενων, στις 25/1/2021, οι οποίοι επικοινώνησαν άμεσα με τους πελάτες τους για να τους ενημερώσουν και για να λάβουν οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Ακολούθως, η μάρτυρας απευθύνθηκε προς όλα τα αρμόδια τμήματα των εναγόμενων για να λάβει ενημέρωση αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό δανείου και/ή το επίδικο δάνειο και τις συναφείς με αυτό, εξασφαλίσεις. Από ενημέρωση που έχει λάβει πρόσφατα από τους λειτουργούς του τμήματος αναδιαρθρώσεων καθώς και του τμήματος εκποιήσεων, ουδεμία εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου έχει γίνει μέχρι σήμερα από τους εναγόμενους, ενώ το αίτημα του ενάγοντα για ένταξη του επίδικου δανείου στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» απορρίφθηκε - από τον αρμόδιο φορέα - στις 19/1/
  1. Ακολούθως καταχώρησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε στις 2/9/
  2. Εντούτοις, εκ παραδρομής και ένεκα καλόπιστου λάθους, λόγω και του όγκου των υποθέσεων που αφορούν μη εξυπηρετούμενα δάνεια και των σχετικών αιτήσεων για ένταξη των οφειλετών στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», οι λειτουργοί του τμήματος αναδιαρθρώσεων των εναγόμενων, δεν ενημέρωσαν εγκαίρως τους λειτουργούς του νομικού τμήματός τους, που βρίσκονται σε συνεννόηση και επικοινωνία με τους δικηγόρους τους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση για την απόρριψη του αιτήματος του ενάγοντα και ως εκ τούτου, οι τελευταίοι, στις 10/12/2021 που καταχώρησαν την υπεράσπιση ή ακόμη και πριν τους επιδοθεί η κλήση οδηγιών των εναγόντων, δεν προχώρησαν με την καταχώρηση ανταπαίτησης εναντίον τους, με την οποία να διεκδικούν το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου και/ή διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Άμεσα και μόλις ενημερώθηκαν για την πιο πάνω εξέλιξη προχώρησαν στις 31/3/2022 στην καταχώρηση παραρτήματος στην κλήση για οδηγίες των εναγόντων, με το οποίο ζητούν εκ μέρους των εναγόμενων, όπως καταχωρήσουν σχετική αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής τους και γι' αυτό προχωρούν με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την προσθήκη σχετικής ανταπαίτησης εναντίον των εναγόντων, με την οποία διεκδικούν - μεταξύ άλλων - το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου, ως επίσης και διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Εξ όσων την ενημερώνουν οι δικηγόροι των εναγόμενων, είναι εμφανές από τα πιο πάνω, ότι η μη συμπερίληψη εξ αρχής της ανταπαίτησης στην υπεράσπιση των τελευταίων οφείλεται σε εκ παραδρομής και καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, εφόσον οι δικηγόροι των εναγόμενων θεωρούσαν ότι το αίτημα του ενάγοντα για ένταξή του στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» βρισκόταν ακόμη σε εκκρεμότητα και/ή εξέταση και δεν γνώριζαν ότι αυτό είχε απορριφθεί από τον αρμόδιο φορέα. Περαιτέρω, εξ όσων έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους των εναγόμενων, ουσιαστικά, μετά την έκδοση και επίδοση της κλήσης για οδηγίες από τους ενάγοντες, προέκυψαν νέα δεδομένα, ήτοι, η απόρριψη του αιτήματος του ενάγοντα για ένταξη του δανείου του στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», τα οποία δεν ήταν υπαρκτά και/ή γνωστά στους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, κατά την αποστολή - λήψη εκ μέρους τους των οδηγιών για σύνταξη της υπεράσπισης των εναγόμενων. Βάσει όλων των πιο πάνω, έντιμα και ειλικρινά πιστεύει ότι η υπό κρίση περίπτωση και γεγονότα είναι τέτοια, που ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.1.
(3), για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Οι ενάγοντες, με τους 5ο, 6ο, 7ο, 8ο και 9ο λόγους ένστασης υποβάλλουν τα εξής: η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη καθώς αντίκειται της νέας Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη καθώς δεν υφίστανται οι εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούνται για να επιτραπεί τροποποίηση σε αυτό το στάδιο και/ή μετά την έκδοση και επίδοση της κλήσης για οδηγίες, με βάση την τροποποιηθείσα Δ.25. Οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να είχαν περιλάβει εξ αρχής και/ή σε προηγούμενο στάδιο τα γεγονότα και τις εναντίον τους αξιώσεις τους, ως επιχειρούν να τα περιλάβουν με την αιτούμενη τροποποίηση, καθώς αποτελούν γεγονότα τα οποία ήταν εν γνώσει τους εξ αρχής και/ή πριν από την καταχώρηση της υπεράσπισής τους. Η αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή και προσθήκη ισχυρισμών και αξιώσεων, ως εκτίθενται στην ανταπαίτηση, οι οποίοι, αν ευσταθούσαν, ήταν ή όφειλαν να είναι γνωστοί στους εναγόμενους. Η αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή ισχυρισμών, σήμερα, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν εκ παραδρομής και καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, γεγονός το οποίο κατ' εξαίρεση μπορεί να δικαιολογήσει αίτημα για τροποποίηση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Με τους παραπάνω - συναφείς - λόγους ένστασης, ουσιαστικά υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αποδοχή της αίτησης, δυνάμει της ισχύουσας Δ.25 Θ.1.
(3). Η εν λόγω διαταγή, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι διέπει την αίτηση - έχοντας υπόψη ότι καταχωρήθηκε μετά την έκδοση κλήσης οδηγιών εκ μέρους των εναγόντων - ακολουθεί αυτούσια: «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Από το περιεχόμενο του παραπάνω θεσμού, ως θέμα ερμηνείας προκύπτουν τα εξής: μετά την έκδοση της διαλαμβανόμενης στη Δ.30, κλήσης για οδηγίες, ο κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται καμιά τροποποίηση στη δικογραφία. Στον εν λόγω κανόνα υπάρχουν μόνο δυο εξαιρέσεις. Η πρώτη αφορά στο εκ παραδρομής, καλόπιστο λάθος, κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και η δεύτερη, τις περιπτώσεις όπου έχουν προκύψει - προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου - νέα δεδομένα, τα οποία δεν υπήρχαν κατά τη λήψη οδηγιών - για ό,τι μας ενδιαφέρει - για καταχώρηση της υπεράσπισης και/ή της ανταπαίτησης. Και με δεδομένο ότι αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι η υπό κρίση αίτηση, θα πρέπει να επιτραπεί, καθότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής και των δυο αυτών εξαιρέσεων, ως θέμα ερμηνείας και πάλι, προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας τού Γ. Μπαμπινιώτη, Β΄ Έκδοση
(2002)«παραδρομή» είναι η έλλειψη προσοχής, η απροσεξία. Συνώνυμη της λέξης είναι η αβλεψία. Σύμφωνα δε με το Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας τού Α. Γεωργοπαπαδάκου «παραδρομή» είναι το λάθος από αβλεψία, απροσεξία. Σύμφωνα και πάλι με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη «εκ παραδρομής» σημαίνει από απροσεξία. Έχοντας υπόψη την ερμηνεία της παραπάνω λέξης και φράσης, αντίστοιχα, η φράση «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» κατά τη γνώμη μου, έχει την έννοια της συμπερίληψης ή της μη συμπερίληψης στη δικογραφία, κατά τη σύνταξή της, κάποιου ισχυρισμού γεγονότος και/ή νομικού ισχυρισμού, ο οποίος συμπεριλήφθηκε ή αναλόγως, δεν συμπεριλήφθηκε στη δικογραφία, είτε από έλλειψη προσοχής είτε από απροσεξία είτε από καλόπιστο λάθος, λόγω αβλεψίας, οπότε, σε τέτοια περίπτωση, κατ' εξαίρεση, ακόμη και μετά την έκδοση της κλήσης οδηγιών, επιτρέπεται η τροποποίηση της δικογραφίας, για διαγραφή ή αναλόγως, προσθήκη σ' αυτή των εν λόγω ισχυρισμών. Αυτονόητο πως, στην περίπτωση που η αίτηση τροποποίησης αποβλέπει σε προσθήκη τέτοιων ισχυρισμών, αυτό έχει την έννοια ισχυρισμών, υπαρκτών και γνωστών στο συντάκτη του δικογράφου κατά τη σύνταξή του, οι οποίοι δεν συμπεριλήφθηκαν σ' αυτό, είτε λόγω έλλειψης προσοχής είτε λόγω απροσεξίας είτε εκ λάθους και δη καλόπιστου, λόγω αβλεψίας. Ότι αυτή η είναι η ορθή έννοια της παραπάνω φράσης, εξ αντιδιαστολής συνάγεται και από τη δεύτερη περίπτωση, όπου, κατ' εξαίρεση και πάλι επιτρέπεται η τροποποίηση της δικογραφίας, μετά την έκδοση της κλήσης οδηγιών, που αφορά τις περιπτώσεις όπου έχουν προκύψει - προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου - νέα δεδομένα, τα οποία δεν υπήρχαν κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση - στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει - υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν αυτά τα δεδομένα - τα οποία μπορεί να αφορούν είτε σε γεγονότα είτε και στο νόμο - κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η τροποποίηση της υπεράσπισης, ακόμη και μετά την έκδοση της κλήσης οδηγιών, προκειμένου να συμπεριληφθούν. Και σ' αυτή την περίπτωση είναι αυτονόητο, ότι η φράση «νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών», δεν μπορεί να έχει την έννοια δεδομένων, τα οποία, μολονότι υπαρκτά, απλώς δεν ήταν γνωστά κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση της δικογραφίας. Εάν ο συντάκτης του σχετικού θεσμού ήθελε να καλύψει και αυτή την περίπτωση, θεωρώ ότι θα προέβαινε και στην ανάλογη διατύπωση. Στην προκειμένη περίπτωση, στο ερώτημα, κατά πόσο οι αιτούμενες τροποποιήσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής, είτε της πρώτης είτε της δεύτερης είτε και των δυο εξαιρέσεων - όπως είναι η θέση των εναγόμενων - προκειμένου, κατά την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας να τις επιτρέψω, απαντώ αρνητικά. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχάς, με μόνο λόγο ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται - μέσω της ενόρκως δηλούσας γι' αυτούς - ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προχώρησαν στην καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής εναντίον των εναγόντων ή ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή, ήταν επειδή ο ενάγοντας - που είναι ο πρωτοφειλέτης του επίδικου δανείου - στις 10/10/2019, τους υπόβαλε αίτηση για ένταξη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», οπότε ανάμεναν την έκβασή της είναι προφανές, ότι η επί του προκειμένου παράλειψή τους αποτελεί συνειδητή επιλογή τους, υπό την έννοια ότι, ενώ γνώριζαν, τουλάχιστον δυο και πλέον χρόνια προτού καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους ότι είχαν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγόντων, το οποίο θα μπορούσαν να ασκήσουν, είτε με αυτοτελή αγωγή είτε με ανταπαίτηση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, ούτε το ένα έκαναν μα ούτε και το άλλο και ειδικά το δεύτερο, όχι από έλλειψη προσοχής ή από απροσεξία, είτε τέλος, από καλόπιστο λάθος, λόγω αβλεψίας κατά τη σύνταξη της υπεράσπισής τους, αλλά, συνειδητά, επειδή ενάγοντας - που είναι ο πρωτοφειλέτης του επίδικου δανείου - στις 10/10/2019, τους υπόβαλε αίτηση για ένταξη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», οπότε ανάμεναν την έκβασή της. Σ' αυτά δε προστίθενται και ακόλουθοι ισχυρισμοί τους τής παραγράφου 32 της υφιστάμενης υπεράσπισής τους: ο ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με τις συμβατικές του υποχρεώσεις δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου και δεδομένου ότι υπήρχαν παραβιάσεις των όρων της και/ή καθυστερήσεις στην αποπληρωμή του δανείου εκ μέρους του, οι εναγόμενοι και/ή οι προκάτοχοί τους τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου, με τις επιστολές τους, ημερομηνίας 9/7/2012 που απέστειλαν τόσο στον ενάγοντα όσο και στην ενάγουσα, ως εγγυήτρια και/ή ενυπόθηκο οφειλέτη. Αυτονόητο πως, από την ημερομηνία αυτή, οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν αγωγή εναντίον και των δυο εναγόντων, με βάση όσα συνθέτουν την ανταπαίτηση που επιδιώκουν να προσθέσουν με την υπό κρίση αίτηση. Των παραπάνω λεχθέντων, η υποβολή του αιτήματος του ενάγοντα για ένταξη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ, ασφαλώς δεν αποτελεί δεδομένο, μη υπαρκτό κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση της υπεράσπισής των εναγόμενων και το ίδιο ισχύει και για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, αρχικά και ακολούθως, της ένστασης του ενάγοντα κατά της απόρριψης του εν λόγω αιτήματός του. Το αίτημα απορρίφθηκε στις 19/1/2021, η ένσταση, στις 2/9/2021 και οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπεράσπισή τους, 3 και πλέον μήνες αργότερα. Ότι και τα δυο αυτά γεγονότα ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών για καταχώρηση της υπεράσπισης των εναγόμενων απορρέει από τους ακόλουθους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας γι' αυτούς, οι οποίοι περιέχονται στην παράγραφο 14 της υποστηρικτικής τής υπό κρίση αίτησης, ένορκης δήλωσής της: εκ παραδρομής και ένεκα καλόπιστου λάθους, λόγω και του όγκου των υποθέσεων που αφορούν μη εξυπηρετούμενα δάνεια και των σχετικών αιτήσεων για ένταξη των οφειλετών στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», οι λειτουργοί του τμήματος αναδιαρθρώσεων των εναγόμενων, δεν ενημέρωσαν εγκαίρως τους λειτουργούς τους τού νομικού τμήματος που βρίσκονται σε συνεννόηση και επικοινωνία με τους δικηγόρους των εναγόμενων που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, για την απόρριψη του αιτήματος του ενάγοντα και ως εκ τούτου, οι δικηγόροι των εναγόμενων, στις 10/12/2021 που καταχώρησαν την υπεράσπιση ή ακόμη και πριν τους επιδοθεί η κλήση οδηγιών των εναγόντων, δεν προχώρησαν με την καταχώρηση ανταπαίτησης εναντίον τους, με την οποία να διεκδικούν το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου και/ή διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας για τους εναγόμενους, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε ανταπαίτηση μαζί με την υφιστάμενη υπεράσπιση είναι η μη έγκαιρη ενημέρωση των δικηγόρων των εναγόμενων για την απόρριψη του αιτήματος του ενάγοντα για ένταξη στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» και όχι ότι το συγκεκριμένο γεγονός έλαβε χώρα μετά που οι δικηγόροι των εναγόμενων πήραν οδηγίες από αυτούς για καταχώρηση της υπεράσπισής τους στην αγωγή, είτε ακόμη, ότι κατ' αυτό το χρόνο, οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν το συγκεκριμένο γεγονός. Ότι το συγκεκριμένο γεγονός - όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους στη συνέχεια - δεν ήταν γνωστό στους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση κατά την αποστολή - λήψη εκ μέρους τους των οδηγιών για σύνταξη της υπεράσπισης των εναγόμενων, ασφαλώς δεν το καθιστά μη υπαρκτό δεδομένο, το οποίο, όπως είναι η θέση τους, προέκυψε μετά την έκδοση και επίδοση της κλήσης οδηγιών των εναγόντων, ενώ οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι η μη συμπερίληψη εξ αρχής της ανταπαίτησης στην υφιστάμενη υπεράσπιση, σε καμιά περίπτωση μπορεί να λεχθεί ότι οφείλεται σε εκ παραδρομής και καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δε χρειάζεται να τους επαναλάβω. Έπεται ότι όλοι οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι. Είναι γεγονός, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.1.
(3), για άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας για αποδοχή της υπό κρίση αίτησης. Περαιτέρω είναι η θέση μου, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ούτε και ο Θ.5 της Δ.25 τυγχάνει εφαρμογής. Σύμφωνα με αυτό: «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» Η μη συμπερίληψη της ανταπαίτησης των εναγόμενων εξ υπαρχής και συγκεκριμένα, καθ' ον χρόνο καταχωρούσαν την υπεράσπισή τους, σε καμιά περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά ένα απλό ελάττωμα ή λάθος, για να τίθεται θέμα διορθωτικής παρέμβασης εκ μέρους μου. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεών και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.