← Κύπρος

S. L. ν. L. M., Αριθμός αγωγής: 1253/2021, 4/11/2022

S. L. ν. L. M., Αριθμός αγωγής: 1253/2021, 4/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1253/2021 Μεταξύ: S. L. Εναγόντων και L. M. Εναγόμενης -------------------- Αίτηση από G. S. [ ] , ημερομηνίας 14.2.2022 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4.11.2022 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτήτρια: κ. Κ. Πίττας, για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Αδάμου, για Μ. ΧΡΙΣΤΟΦΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους - η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 14/7/2021 - αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης, το συνολικό ποσό των €132.000, πλέον τόκους, δυνάμει τριών συμφωνιών δανείου, ημερομηνίας 20/9/2017, 3/11/2017 και 6/11/2017, αντίστοιχα. Διαζευκτικά, αξιώνουν το ποσό αυτό, δυνάμει αθέμιτου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης - η οποία καταχωρήθηκε στις 9/12/2021 - η εναγόμενη ζήτησε και πήρε το πιο πάνω ποσό από τους ενάγοντες με σκοπό να βοηθηθούν τα επιχειρηματικά της πλάνα και/ή άλλως πως. Μολονότι ήταν ρητός όρος των εν λόγω συμφωνιών ότι θα επέστρεφε κάθε ποσό που της είχε καταβληθεί, ένα χρόνο αργότερα, εντούτοις, μέχρι σήμερα αρνείται και/ή αμελεί να συμμορφωθεί. Οι αιτητές, με την υπό κρίση αίτηση, ζητούν τ' ακόλουθα: «Α. Διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάζει ή να επιτρέπει την συνένωση (joining) και/ή προσθήκη (addition) και/ή παρέμβαση (intervention) της Αιτήτριας ως Εναγόμενης Αρ. 2 στην Αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό που καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα εναντίον της Εναγόμενης, στην οποία διεκδικεί την αποπληρωμή κατ' ισχυρισμό χρεών που οφείλονται κάτω από συμφωνίες δανείου (η «Αγωγή»), προκειμένου η Αιτήτρια να μπορεί να υπερασπιστεί και να αντιταχθεί στις αξιώσεις της Ενάγουσας και/ή να ανταξιώσει, και/ή Β. Διάταγμα Δικαστηρίου που να δίδει άδεια και/ή να επιτρέπει στην Αιτήτρια να καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταξίωση στην Αγωγή υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό, και/ή Γ. Διάταγμα Δικαστηρίου και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου ώστε η Ενάγουσα στην Αγωγή να επιδώσει στους Κύπριους Δικηγόρους της Αιτήτριας και/ή στην Αιτήτρια, πιστό αντίγραφο (true copy) του κλητηρίου εντάλματος (writ of summons) της Αγωγής, ως ενδιαφερόμενο και/ή επηρεαζόμενο μέρος στην ανωτέρω Αγωγή, και/ή Δ. Διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάζει την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό με την αρίθμηση της κας. L. M. ως Εναγόμενης Αρ. 1 και την προσθήκη της G. S.[ ] ως Εναγόμενης Αρ. 2. Ε. .... ΣΤ. ....» Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ.Θ.1-13, Δ.48 Θ.Θ.1-9 και Δ.61, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τέλος, στην πρακτική και τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου». Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση - όπως αναφέρεται στο σώμα της - εμφαίνονται από το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής, καθώς και από την επισυνημμένη ένορκη δήλωση τής δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των αιτητών, Ε. Δ., ημερομηνίας 14/2/2022. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση τής δικηγόρου και διευθύνουσας συνεταίρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων τους, Μ. Χ. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων

(1997)1(Β) Α.Α.Δ.772): «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. ΄Οπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. ..... Στην Byrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "........ Σε ελληνική μετάφραση: "΄Ενας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, 332)». Βλέπε και την Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Μηνά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1818, από την οποία το ακόλουθο απόσπασμα: «Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από την Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η τελευταία αντιστοιχεί με την Δ.16 θ.11 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θ.11 έτυχε ερμηνείας από την Αγγλική νομολογία. Στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 το θέμα τέθηκε ως εξής: «Το κριτήριο κατά πόσο δυνάμει της Δ.16 θ.11 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να προσθέσει ως εναγόμενο πρόσωπο το οποίο ο ενάγων δεν επιθυμούσε να εναγάγει ήταν κατά πόσο το διάταγμα το οποίο ο ενάγων επεδίωκε στην αγωγή δυνατόν να επηρέαζε άμεσα τον παρεμβαίνοντα (δηλαδή τον προτεινόμενο διάδικο) με τον περιορισμό των νομίμων δικαιωμάτων των. γιατί ο μόνος λόγος ο οποίος δυνατόν να καθιστά την παρουσία ενός μέρους ενώπιον του Δικαστηρίου αναγκαία για να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως (εντός της έννοιας της Δ.16 θ.11) ήταν ότι θα δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της διαδικασίας.» Προηγουμένως στην Dollfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England
(1950)2 All E.R. 605, 611 υιοθετήθηκε το εξής κριτήριο: «Μπορεί το διάταγμα το οποίο επιδιώκει ο ενάγων να επηρεάσει άμεσα τον παρεμβαίνοντα στην απόλαυση των νομίμων δικαιωμάτων του.» Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω δύο αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί από το δικό μας Εφετείο στην General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R. 117. Στην Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 o Lord Denning M.R. επέλεξε να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από τον Lord Esher M.R. στην Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τζέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να 'αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως' ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.»» Περαιτέρω, σύμφωνα με την Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά. (Αρ.1)
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1213: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.» Βλέπε και τη Σοφιανού ν. Minas Makris Developers Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Με τον 5ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και σκοπό έχουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, μια σειρά γεγονότων προς υποστήριξη της θέσης της εναγόμενης, πως ξόφλησε το ποσό που δανείστηκε. Με τον 6ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η ενόρκως δηλούσα αναφέρει γεγονότα με τρόπο παραπλανητικό, ούτως ώστε να νοηθεί ότι οι ενάγοντες αιτούνται πληρωμή συγκεκριμένου ποσού, το οποίο δόθηκε για συγκεκριμένο σκοπό, ενώ αυτό τους έχει ήδη επιστραφεί. Τέλος, με τον 8ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει όλα τα πραγματικά γεγονότα και/ή αναφέρει ως γεγονότα, ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Διεκπεραίωση Και οι τρεις αυτοί λόγοι ένστασης - που λόγω της συνάφειάς τους, θα συνεξεταστούν - είναι αβάσιμοι και τούτο, επειδή παραγνωρίζουν τη νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, η διαδικασία προσθήκης εναγόμενου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιονδήποτε από τους εναγόμενους, καθώς αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το Δικαστήριο στην εν λόγω διαδικασία είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος [βλ. τη Mepa Underwriting, (ανωτέρω)]. Το τελευταίο είναι που επιδιώκουν οι αιτητές με όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα γι' αυτούς στην υποστηρικτική της αίτησής τους, ένορκη δήλωση. Κατά πόσο αυτά είναι ικανοποιητικά προκειμένου να τους καταστήσουν αναγκαίο διάδικο, θα διαφανεί σε κατοπινό στάδιο. Με τον 7ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι οι αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων στην αίτηση, ουδέν αναφέρεται για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, ο οποίος, ούτε και αναπτύσσεται από τους δικηγόρους των εναγόντων στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής τους. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι είναι έκθετος σε απόρριψη, αφού, εκτός από αβάσιμος θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί κιόλας από τους ενάγοντες. Με τον 9ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση και υπόκειται σε απόρριψη. Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14/7/2021 και η εναγόμενη, αφού της επιδόθηκε, στις 24/11/2011 καταχώρησε εμφάνιση. Οι ενάγοντες, στις 9/12/2021 καταχώρησαν έκθεση απαίτησης. Η ημερομηνία αυτή αποτελεί και την αφετηριακή βάση προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσο οι αιτητές καταχώρησαν έγκαιρα ή με καθυστέρηση την υπό κρίση αίτηση. Και τούτο, επειδή, σύμφωνα και πάλι με την Mepa Underwriting (ανωτέρω), το δικόγραφο το οποίο διευκρινίζει και προσδιορίζει την αιτία αγωγής εναντίον ενός εναγόμενου είναι η έκθεση απαίτησης. Πρέπει ένας να διαβάσει την έκθεση απαίτησης για να αντιληφθεί για ποιο λόγο κάποιος έχει καταστεί διάδικος. Στην προκειμένη περίπτωση, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η πάροδος, μόλις δυο μηνών και μερικών ημερών από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά καθυστέρηση, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι οι αιτητές καταχώρησαν την αίτησή τους, προτού οι ενάγοντες προβούν σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα για σκοπούς προώθησης της αγωγής τους και χωρίς βέβαια να μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με τη Δ.9 Θ.10, που διέπει την αίτηση, αυτή μπορεί να καταχωρηθεί σ' οποιοδήποτε στάδιο. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης - συναφείς κι αυτοί μεταξύ τους - αφορούν στην ουσία της αίτησης, καθώς με αυτούς, ουσιαστικά υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις/κριτήρια για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Απ' όσα υποβάλλονται με τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης, ό,τι αξίζει να αναφερθεί ειδικά είναι τα εξής: Με τον 1ο λόγο - εκτός από τα παραπάνω - και ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία τριτοδιαδίκου, εάν η εναγόμενη πίστευε ότι δικαιούται σε αποζημίωση από τρίτο προς την αγωγή, πρόσωπο. Με τον 4ο λόγο, ότι δε θα επηρεασθούν τα οικονομικά ή άλλα συμφέρονται των αιτητών, αν δεν γίνει δεκτή η παρέμβασή τους στη διαδικασία, αφού η αγωγή στρέφεται μόνο εναντίον της εναγόμενης. Τέλος, με το 10ο λόγο, ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει πως έχουν έννομο συμφέρον για παρέμβαση στη διαδικασία. Παρατηρώ τα εξής: Οι ενάγοντες, καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης, το συνολικό ποσό των €132.000, το οποίο, όπως είναι η θέση τους, της είχαν καταβάλει το 2017, με τρεις ξεχωριστές συμφωνίες δανείου που συνήψαν μαζί της, το ίδιο έτος, με σκοπό να βοηθηθούν τα επιχειρηματικά της πλάνα και αυτή αρνείται και/ή αμελεί να τους το επιστρέψει εντός της ταχθείσας, με τις εν λόγω συμφωνίες, προθεσμίας. Οι αιτητές, με την υπό κρίση αίτηση, δίδοντας μια εντελώς διαφορετική διάσταση στην υπόθεση και στις μεταξύ των ίδιων και της εναγόμενης με τους ενάγοντες και άλλα πρόσωπα (φυσικά και νομικά), διαφορές, με την υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση της Ε. Δ. - έκτασης, 36 σελίδων - μεταξύ άλλων ισχυρίζονται τα εξής: Στην παρούσα υπόθεση, εκτός από τους ενάγοντες και την εναγόμενη, εμπλέκονται, άλλα δυο νομικά πρόσωπα και ακόμη δυο φυσικά πρόσωπα. Οι αιτητές, που είναι από την Ι., η εταιρεία E. M. L., από τις Σ., ο D. E. από τη Ρ. (στο εξής «E») και ο S. A. B., επίσης από τη (στο εξής «B.»). Ο E., κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Ρ. και εξακολουθεί να είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος και ελέγχων πρόσωπο των εναγόντων και της E. M. L. Η εναγόμενη και ο E., κατά ή περί το δεύτερο εξάμηνο του 2017 συμφώνησαν να συνάψουν ένα κοινό έργο και επιχειρηματική σχέση, για τη δημιουργία μιας επιχείρησης πώλησης προϊόντων μέσω διαδικτύου, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί μέσω μιας ι. εταιρείας που θα κατεχόταν από κοινού. Η εν λόγω συμφωνία, μεταξύ άλλων διαλάμβανε τα ακόλουθα: η συνεισφορά των δυο στο κοινό έργο, θα ήταν €150.000, έκαστος. Ο E. θα κάλυπτε και τη συνεισφορά της εναγόμενης, η οποία θα του επέστρεφε το ποσό των €150.000, μέσω του ποσοστού της επί των εσόδων του κοινού έργου, μόλις αυτό άρχιζε να αποκομίζει κέρδη. Για την υλοποίηση του έργου ιδρύθηκαν οι αιτητές, με μοναδικό διευθυντή και εγγεγραμμένο μέτοχο την εναγόμενη. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 2017 και Οκτωβρίου 2018, το συνολικό ποσό των €265.000 μεταβιβάστηκε από τους ενάγοντες και την E. M. L. στον προσωπικό λογαριασμό της εναγόμενης και χρησιμοποιήθηκε - ως είχε συμφωνηθεί - για τις δραστηριότητες του κοινού έργου που θα διεξαγόταν μέσω των αιτητών. Προκειμένου να διευκολυνθούν οι μεταφορές των εν λόγω κεφαλαίων, μετά από παραστάσεις, οδηγίες και συμβουλές του E. και των αντιπροσώπων του, η εναγόμενη προέβη στην εκτέλεση διαφόρων εικονικών και πλασματικών συμφωνιών δανείου. Στην πραγματικότητα, τα κεφάλαια που μεταφέρθηκαν στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών, ήταν μέρος των συμφωνηθέντων €300.000 που ο E. θα εισήγαγε στο κοινό έργο, το οποίο συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί μέσω των αιτητών. Μεταξύ 2019 και 2020, ο E., μέσω της χρήσης πλασματικής συμφωνίας για την παροχή ισχυριζόμενων υπηρεσιών μάρκετινγκ στην εταιρεία του κοινού έργου, δηλαδή τους αιτητές, κατάφερε να διοχετεύσει από αυτούς προς την εταιρεία του, E. M. L., το συνολικό ποσό των €350.
  2. Με την εν λόγω συμφωνία ανέκτησε όλα τα κεφάλαια που επένδυσε ο ίδιος στο κοινό έργο που υλοποιήθηκε μέσω των αιτητών, τόσο για λογαριασμό του όσο και για λογαριασμό της εναγόμενης, μέσω των εικονικών συμφωνιών δανείου (δηλαδή, το ποσό των €265.000) και έλαβε από τους αιτητές, το επιπλέον ποσό των €85.556, για ισχυριζόμενες υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στους αιτητές. Παρά το γεγονός ότι έλαβε από τους αιτητές, το σύνολο των κεφαλαίων που επενδύθηκαν στο κοινό έργο (το οποίο περιλαμβάνει το ποσό των €150.000 που επένδυσε εκ μέρους της εναγόμενης) καθώς και το επιπλέον ποσό των €85.556, για ισχυριζόμενες υπηρεσίες, που δήθεν παρασχέθηκαν στους αιτητές, προσπαθεί τώρα, μέσω και της παρούσας αγωγής όσο και με ξεχωριστή αγωγή που καταχώρησε μέσω της E. M. L., να εξαπατήσει την πρώην συνεργάτιδά του, δηλαδή την εναγόμενη καθώς και τους αιτητές, βασιζόμενος και χρησιμοποιώντας τις διάφορες εικονικές συμφωνίες δανείου που αναφέρονται πιο πάνω, μέσω των οποίων, ο ίδιος είχε προωθήσει τη μεταφορά της συνολικής επένδυσης στο κοινό έργο που πραγματοποιήθηκε μέσω των αιτητών. Καταχώρησε την παρούσα αγωγή μέσω των εναγόντων (εταιρεία που του ανήκει πλήρως και ελέγχεται από αυτόν), με σκοπό την καταδολίευση της εναγόμενης και των αιτητών, απαιτώντας την αποπληρωμή των ισχυριζόμενων δανείων που έγιναν στην εναγόμενη από τους ενάγοντες, παρά το γεγονός, ότι η εναγόμενη, στην πραγματικότητα δεν είχε λάβει ποτέ προσωπικά δάνεια από τους ενάγοντες. Κατόπιν αιτήματος και οδηγιών του, η εναγόμενη, ως μοναδικός διευθυντής και μέτοχος των αιτητών είχε εξουσιοδοτήσει την πληρωμή και μεταφορά από τους αιτητές στην E. M. L., όχι μόνο του συνολικού ποσού της επένδυσης που έγινε στο κοινό έργο που λειτουργεί μέσω των αιτητών, ύψους €265.000 (δηλαδή, που αντιπροσωπεύει το ποσό των €132.000 που μεταβίβασε ο E. στην εναγόμενη μέσω των εναγόντων και το ποσό των €133.000 που μεταβίβασε ο ίδιος στην εναγόμενη μέσω της E. M. L.), αλλά και του επιπλέον ποσού των €85.556, που αντιπροσωπεύει τις δήθεν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από την E. M. L. στους αιτητές, για τις οποίες, ούτε ο ίδιος μα ούτε και η E. M. L. ή αντιπρόσωποί τους παρουσίασαν στους αιτητές, οποιαδήποτε αποδεικτικά έγγραφα που να τις αποδεικνύουν. Οι αιτητές είναι αναγκαίο μέρος για να συνενωθούν στην αγωγή, προκειμένου, πρώτο, να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, επειδή τα κεφάλαια που έλαβε η εναγόμενη από τον E. μέσω των εταιρειών και των οχημάτων του, δηλαδή τους ενάγοντες και την E. M. L., ήταν επενδύσεις που έγιναν από αυτόν στους αιτητές ή στην επιχείρησή τους και τέτοια κεφάλαια είχαν εξοφληθεί πλήρως από τους αιτητές στον E., μέσω της E. M. L., δεύτερο, να ανταξιώσουν εναντίον των δυο τελευταίων και των εναγόντων, σχετικά με όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν ή μεταβιβάστηκαν σ' αυτούς ή προς όφελός τους ή για λογαριασμό τους και/ή κατόπιν οδηγιών του E., τρίτο, να αποτρέψουν τον E., μέσω των εταιρειών του (ενάγοντες και E. M. L.) να ανακτήσει εις διπλούν τα ποσά που του έχουν καταβληθεί από τους αιτητές και τέταρτο, οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί εναντίον της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή, θα εκθέσει τους αιτητές σε ευθύνη έναντί της να την αποζημιώσουν, επειδή η εναγόμενη είχε λάβει ή εισπράξει τα κεφάλαια που της είχε καταβάλει ο E. μέσω των εναγόντων και της E. M. L., υπό την ιδιότητά της ως αντιπροσώπου ή προωθητή των αιτητών. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απόλυτα δικαιολογημένη, διότι πρώτο, η παρουσία και συμμετοχή των αιτητών σ' αυτές τις διαδικασίες είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδικάσει αποτελεσματικά και πλήρως και να αποφασίσει για όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, δεύτερο, τα οικονομικά συμφέροντα και δικαιώματα των αιτητών, θα επηρεαστούν δραστικά από την εκδίκαση της αγωγής και οι αιτητές είναι αναγκαίο μέρος και θα πρέπει να τους επιτραπεί να ακουστούν και να συμμετάσχουν στη διαδικασία προκειμένου να υπερασπιστούν τα δικαιώματα και συμφέροντά τους, τρίτο, χωρίς τη συνένωση και συμμετοχή τους ως διαδίκου στην αγωγή, τα ζητήματα και θέματα που εγείρονται σ' αυτή, δεν μπορούν να εκδικαστούν αποτελεσματικά και πλήρως, διότι τα κεφάλαια που αξιώνουν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, πρώτο, δεν αποτελούσαν πραγματικά κεφάλαια που χορηγήθηκαν στην εναγόμενη, αλλά αντιπροσώπευαν την επένδυση που έκανε ο E. στους αιτητές και την επιχείρησή τους, δεύτερο, χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς ίδρυσης και λειτουργίας της εν λόγω επιχείρησης και τρίτο, είχαν εξοφληθεί πλήρως από τους αιτητές στον ο E., μέσω μεταφορών και πληρωμών που έγιναν κατόπιν οδηγιών του στην εταιρεία του, E. M. L.. Και ενώ οι ενάγοντες αναγάγουν ως μόνη επίδικη διαφορά με την εναγόμενη στην παρούσα αγωγή, τις τρεις ξεχωριστές - μεταξύ τους - συμφωνίες δανείου και τη μη εξόφληση από την εναγόμενη εντός της ταχθείσας - δυνάμει των εν λόγω συμφωνιών - προθεσμίας, του συνολικού ποσό των €132.000, που όπως είναι η θέση τους, την είχαν δανείσει προσωπικά «με σκοπό να βοηθηθούν τα επιχειρηματικά της πλάνα και/ή άλλως πως.», ας δούμε τώρα και τι αναφέρει γι' αυτούς η Μ. Χ., στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή τους στην αίτηση. Ειδικότερα: Δέχονται ότι ο E. είναι ο πραγματικός τελικός δικαιούχος των εναγόντων. Δέχονται ακόμη ότι η εναγόμενη και ο E. συζήτησαν την κατάρτιση επιχειρηματικού πλάνου για πωλήσεις μέσω διαδικτύου, αλλά, οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν με οριστική απόφαση, δηλαδή την πραγματοποίηση της επιχειρηματικής ιδέας μέσω ι. εταιρείας. Η εναγόμενη ίδρυσε την ι. εταιρεία (προφανώς πρόκειται για τους αιτητές αυτή) από δική της πρωτοβουλία και χωρίς τη συμμετοχή του E.. Ο τελευταίος δεν υπήρξε ποτέ μέτοχος στην εν λόγω εταιρεία ή τελικός / ωφέλιμος δικαιούχος. Δεν σύναψε δεσμευτική συμφωνία με την εναγόμενη, η οποία θα το δέσμευε να προχωρήσει το επιχειρηματικό πλάνο μέσω ι. εταιρείας. Δεν υπήρξαν νομικά δεσμευτικές συμφωνίας μεταξύ εναγόμενης και E., όπου ο καθένας τους θα συνεισέφερε το ποσό των €150.000 και ο E. θα κάλυπτε το ποσό αυτό εκ μέρους της εναγόμενης. Μεταξύ εναγόμενης και κάποιου B. (ο οποίος, παρεμπιπτόντως σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Ε. Δ., κι αυτός εμπλέκεται στην παρούσα υπόθεση) υπάρχει συμφωνία δανείου καθώς και συμφωνία υποθήκης μεταξύ του πατέρα της εναγόμενης και του B.. Ότι ιδρύθηκαν οι αιτητές και μοναδικός μέτοχος και διευθυντής τους είναι η εναγόμενη, είναι γεγονός. Η τελευταία έλαβε και χρησιμοποίησε τα ποσά των επίδικων δανείων για σκοπούς των αιτητών και οι συμφωνίες που υπογράφτηκαν ήταν πραγματικές και εξυπηρέτησαν τα επιχειρηματικά πλάνα της εναγόμενης και της εταιρείας της, δηλαδή των αιτητών. Οι τελευταίοι έλαβαν σχετικά τιμολόγια για την παροχή υπηρεσιών προώθησης προϊόντων με σχετικές λεπτομέρειες των υπηρεσιών. Σ' αυτά αναγράφονταν επακριβώς οι παρασχεθείσες υπηρεσίες και αφορούσαν διαφήμιση μέσω και/ή σε διάφορες ιστοσελίδες, οι οποίες αναγράφονταν στα τιμολόγια. Το ποσό των €350.556 που ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι επέστρεψε μέσω των αιτητών, δεν αφορούσε το ποσό των επίδικων συμφωνιών δανείου. Με απλή αντιπαραβολή των εκατέρωθεν ισχυρισμών (ως ανωτέρω) καθίσταται τελείως ξεκάθαρο, ότι οι αιτητές είναι, όχι απλώς αναγκαίος, αλλά, απολύτως αναγκαίος διάδικος στην παρούσα αγωγή, η οποία είναι φανερό ότι δεν αποτελεί μια απλή υπόθεση παροχής δανείου από τους ενάγοντες στην εναγόμενη και μη αποπληρωμής του από την τελευταία. Τα επίδικα ζητήματα στην αγωγή είναι πολύ περισσότερα και πιο σύνθετα απ' ό,τι φαίνονται να είναι σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης και για να καταστεί δυνατή, ευχερής και αποτελεσματική η επίλυσή τους, αλλά και προς αποφυγή πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών, καθίσταται από κάθε άποψη αναγκαία η συμμετοχή και των αιτητών στη διαδικασία της παρούσας αγωγής. Μόνο και μόνο που σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον της εναγόμενης, αυτή ενδέχεται να στραφεί εναντίον των αιτητών, για ανάκτηση κάθε ποσού που θα επιδικαστεί σε βάρος της, έχοντας υπόψη τη θέση των αιτητών, ότι η εναγόμενη, στον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε υπό την ιδιότητά της ως αντιπρόσωπός τους και υπό αυτή της ιδιότητα είχε λάβει ή εισπράξει τα κεφάλαια που της είχε καταβάλει ο E. μέσω των εναγόντων και της E. M. L., σε συνδυασμό και με την άλλη θέση των αιτητών, ότι με τη συμμετοχή τους στην αγωγή επιδιώκουν να αποτρέψουν τον E., μέσω των εταιρειών του (ενάγοντες και E. M. L.), να ανακτήσει εις διπλούν τα ποσά που του είχαν καταβάλει οι ίδιοι, καταφαίνεται πόσο αβάσιμος είναι ο 4ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι δεν θα επηρεαστούν τα οικονομικά συμφέρονται των αιτητών, αν δεν γίνει αποδεκτή η παρέμβασή τους στη διαδικασία. Με μόνο λόγο ότι δεν αποκλείεται να συμβεί οτιδήποτε από τα παραπάνω, καθίσταται εντελώς αβάσιμος και ο 10ος λόγος ένστασης, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει πως έχουν έννομο συμφέρον για παρέμβαση στη διαδικασία. Τέλος, ως εντελώς αβάσιμο και ανεδαφικό, κρίνεται και το αιτιολογικό του 1ου λόγου ένστασης, με το οποίο υποβάλλεται ότι, εάν η εναγόμενη πίστευε ότι δικαιούται σε αποζημίωση από τρίτο, προς την αγωγή, πρόσωπο, θα έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία τριτοδιαδίκου. Είναι φανερό, ότι οι ενάγοντες, με την προβολή αυτής της θέσης παραβλέπουν ότι δεν είναι η εναγόμενη που επιδιώκει τη συνένωση των αιτητών, ως εναγόμενων στην παρούσα αγωγή, αλλά οι ίδιοι οι αιτητές, για να διασφαλίσουν τα έννομα και οικονομικά συμφέροντά τους, έναντι, τόσο της εναγόμενης όσο και των εναγόντων και όχι μόνο αυτών. Έναντι των τελευταίων, με την προβολή, τόσο υπεράσπισης όσο και ανταπαίτησης. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι κανένας λόγος ένστασης ευσταθεί ενώ πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις (νομικές και πραγματικές) για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι (Α) μέχρι (Δ) της αίτησης. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και να επιδοθεί στους δικηγόρους των αιτητών εντός περαιτέρω 5 ημερών. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος των εναγόντων. Όσα θα χαθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των αιτητών. Στο σύνολο τους τα έξοδα, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.