Σ. Π. ν. Δ. Ζ., Αρ. Αγωγής 3243/14, 24/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3243/14 Μεταξύ: Σ. Π., εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και- Δ. Ζ., εκ Λεμεσού Εναγόμενης ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 24/10/2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Χρ. Σωτήρη δια κ.κ. Κ. ΧΡ. ΣΩΤΗΡΗ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κ. Κ. Αριστείδου δια κ.κ. ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ- ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ & ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ:- Η Ενάγουσα με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει από την Εναγόμενη γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία, ειδικές αποζημιώσεις εκ €3.132-, τόκους και έξοδα πλέον Φ.Π.Α., τις οποίες υπέστηκε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επισυνέβηκε στις 14/11/2013 στην οδό Δ. Χ. στην Λεμεσό. Όπως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα, ηλικίας 60 ετών τότε, οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] επί της οδού Δ. Χ. με ανατολική κατεύθυνση. Περί τις 15:00 η Εναγόμενη που οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] στην οδό Α. με νότια κατεύθυνση, φθάνοντας στην συμβολή της με την οδό Δ. Χ. έστριψε δεξιά στην οδό αυτή με δυτική κατεύθυνση κτυπώντας στην νοτιοδυτική γωνιά της συμβολής και στην συνέχεια εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της Εναγόμενης και στην παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων αυτής καθότι, μεταξύ άλλων, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, πήρε ανοικτά την στροφή και κτύπησε με το μπροστινό ελαστικό του αυτοκινήτου της στη νοτιοδυτική γωνία της συμβολής των οδών Α. με Δ. Χ., έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας. Συνεπεία του δυστυχήματος η Ενάγουσα τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Τ.Ε.Π.Α. του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου παρέμεινε για 2 ημέρες. Στις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών τις οποίες η Ενάγουσα παραθέτει ότι υπέστηκε συνεπεία του δυστυχήματος γίνεται αναφορά σε έντονο πόνο στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, σε κεφαλαλγία, ζάλη, ναυτία, σε περιτραυματική αμνησία και επεισόδια εμετού, σε πόνο στην αριστερή άκρα χείρα, σε σοβαρό διάστρεμμα αυχένα, σε κεφαλαιμάτωμα και σε εγκεφαλική διάσειση. Όπως ισχυρίζεται, χρειάστηκε να υποβληθεί σε ακτινογραφίες, φυσιοθεραπείες, ότι έλαβε φαρμακευτική αγωγή και χρησιμοποιούσε αυχενικό κολλάρο, ενώ εμφάνισε καταθλιπτικά στοιχεία, ελαφρά διανοητική σύγχυση, ζάλη, αναγούλες, πονοκέφαλο, καθώς και δυσκολία στον ύπνο. Στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης προβάλλεται μια εντελώς διαφορετική θέση αναφορικά με την αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος. Ειδικότερα, εκ της παραγράφου 3 της Υπεράσπισης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα κινείτο στο μέσο και δεξιά της οδού Δ. Χ. και παρεμπόδιζε την ελεύθερη διέλευσή της και ότι για να αποφύγει τη σύγκρουση με την Ενάγουσα έκανε υποχρεωτικό ελιγμό αριστερά σε σχέση με την πορεία της, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να κτυπήσει με το αριστερό μπροστινό ελαστικό του οχήματος που οδηγούσε στη νοτιοδυτική γωνιά της συμβολής, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος της και να συγκρουστεί με το όχημα της Ενάγουσας. Ως εκ των ανωτέρω ισχυρισμών, η Εναγόμενη θεωρεί ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική ή έστω συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας και στην παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της λεπτομέρειες των οποίων παραθέτει. Αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που δικογραφεί η Ενάγουσα, η Εναγόμενη τις αρνείται είτε ως μη έχουσες σχέση με το δυστύχημα είτε ως προϋπάρχουσες, όπως επίσης και ότι είναι μικρότερης έκτασης από αυτή που περιγράφει η Ενάγουσα, υπερβολικές και αδικαιολόγητες. Τα ίδια ισχυρίζεται αναφορικά με τις ειδικές ζημιές τις οποίες παραθέτει και για τις οποίες διεκδικεί θεραπείες η Ενάγουσα. Ακόμη ισχυρίζεται ότι οι όποιες προκληθείσες σωματικές βλάβες οφείλονται στο γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ενάγουσας ουδέν άλλο ισχυρισμό προβάλλει, περιοριζόμενη στην άρνηση της εκδοχής και των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Εναγόμενης και στην επανάληψη των δικογραφημένων της ισχυρισμών με αναφορά στις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Οι ως ανωτέρω δικογραφημένοι ισχυρισμοί καθόρισαν και τα επίδικα θέμα για τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να ακούσει μαρτυρία και να προβεί στην αξιολόγησή της προκειμένου να καταλήξει για το ζήτημα της ευθύνης, του είδους και της έκτασης των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών με αποκορύφωμα την επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, νοουμένου βέβαια ότι καταδειχθεί η πλήρης ή η μερική ευθύνη της Εναγόμενης για το επίδικο δυστύχημα. Σε διαφορετικές ημερομηνίες ακροάσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιόρισαν τα επίδικα θέματα δηλώνοντας το ποσό των ειδικών ζημιών της Ενάγουσας επί πλήρους ευθύνης της Εναγόμενης, καθώς και προβαίνοντας σε παραδεκτά γεγονότα αναφορικά με κάποια γεγονότα που αποτυπώνονται σε ιατρικό πιστοποιητικό, αλλά και για τις σωματικές βλάβες που υπέστη η Ενάγουσα, επιφορτίζοντας το Δικαστήριο μόνο με το έργο του καθορισμού της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα και σε περίπτωση ευρήματος πλήρους ή μερικής ευθύνης της Εναγόμενης, του υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων της Ενάγουσας. Το ζήτημα για το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί, ώστε να καθορίσει το ζήτημα της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα είτε πλήρους είτε μερικής της Ενάγουσας ή της Εναγόμενης είναι το κατά πόσο η Εναγόμενη ερχόμενη από την οδό Α. και στρίβοντας δεξιά στην οδό Δ. Χ. οδήγησε το όχημα της αμελώς κτυπώντας στην άκρη του πεζοδρομίου στην συμβολή αυτών των οδών και στη συνέχεια στο όχημα της Ενάγουσας, η οποία κινείτο στην αριστερή λωρίδα της οδού Δ. Χ. με κατεύθυνση προς το αλτ που εφάπτετο της οδού Α. ή εάν ο λόγος που η Εναγόμενη κτύπησε στην άκρη του πεζοδρομίου με συνεπακόλουθα τα όσα έχουν αναφερθεί, είναι επειδή η Ενάγουσα κινείτο στο μέσο και δεξιά της οδού Δ. Χ. αναγκάζοντας την Εναγόμενη να προβεί στρίβοντας σε ελιγμό αποφυγής σύγκρουσης. II. H ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ:- Η επ' ακροατηρίω διαδικασία ολοκληρώθηκε με την μαρτυρία 3 μαρτύρων για την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο άκουσε την μαρτυρία του Αστυφύλακα [ ] Κ. Α., ο οποίος είναι ο Εξεταστής της υπόθεσης (ΜΕ1), της Ενάγουσας (ΜΕ2), καθώς και του Δρ. Χ. Σ. ιδιώτη ορθοπεδικού χειρούργου (ΜΕ3). ΙΙ.
- Παραδεκτά γεγονότα:- Το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να ακούσει ή για κάποια θέματα, αν και άκουσε, να αξιολογήσει μαρτυρία σε σχέση με τα εξής τα οποία έγιναν παραδεκτά: Δια της από κοινού παραδοχής του περιεχομένου του τεκμηρίου 3, ήτοι του Ιατρικού Πιστοποιητικού ημερομηνίας 28/11/2013 του Δρος Α. Χ., Γενικού Χειρούργου, Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού:- · Ότι η Ενάγουσα διεκομίσθη με ασθενοφόρο στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού στις 14/11/2013 μετά από αναφερόμενο τροχαίο συμβάν αναφέροντας κατά την εξέτασή της κεφαλαλγία, ναυτία, ζάλη, αυχεναλγία, περιτραυματική αμνησία και εμετούς. · Η εξέταση της Ενάγουσας έδειξε ήπια ευαισθησία αυχενική μοίρας σπονδυλικής στήλης, κεφαλαιμάτωμα τριχωτού κεφαλής διαμέτρου 3cm περίπου, δεν καταδείχθηκαν οστικές κακώσεις με τον ακτινολογικό έλεγχο, αλλά ούτε και παθολογικά ευρήματα στην αξονική τομογραφία του αυχένα. · Η Ενάγουσα εισήχθη στη Χειρουργική κλινική για παρακολούθηση με διάγνωση εγκεφαλικής διάσεισης, όπου και εκτιμήθηκε από Ορθοπεδικό για άλγος άνω άκρου και αυχένα, ενώ τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο. · Η μετατραυματική πορεία της Ενάγουσας ήταν ομαλή και έλαβε εξιτήριο στις 16/11/2013 με οδηγίες για παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία των ορθοπεδικών. Δια της από κοινού δήλωσης παραδεκτών ειδικών ζημιών Ενάγουσας:- · Ιατρικό πιστοποιητικό του Ορθοπεδικού χειρούργου Δρ. Σ. ......€ 400- Έξοδα φυσιοθεραπείας Ενάγουσας ..............€ 350- Ιατρικά Έξοδα Δρ. Α. Θ.....................€ 350- Ζημιά οχήματος Ενάγουσας με αριθμό εγγραφής [ ]....... €1.000- Έξοδα ιατρικού πιστοποιητικού Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ... €62- ---------------- ΣΥΝΟΛΟ €2.162- Δια της από κοινού έγγραφης δήλωσης παραδεκτών γεγονότων αναφορικά με τους τραυματισμούς, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστηκε η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Έγγραφο Β'», δηλώθηκε ότι η Ενάγουσα υπέστηκε ΜΟΝΟ τα ακόλουθα:- · Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Τ.Ε.Π.Α. του Γ.Ν.Λ. όπου παρέμεινε για 36 ώρες. · Πόνο στην αυχενική μοίρα της Σπονδυλικής Στήλης. · Κεφαλαλγία, ζάλη και ναυτία. · Αίσθηση περιτραυματικής αμνησίας και επεισόδια εμετού. · Πόνο στην αριστερή άκρα χείρα (μικρό δάκτυλο αριστερού χεριού). · Επώδυνη κινητικότητα της Αυχενικής Μοίρας στις ακραίες κινήσεις. · Διάστρεμμα Αυχένα. · Κάκωση κεφαλής-καρούμπαλο. · Εγκεφαλική διάσειση ελαφράς μορφής. · Χρήση αυχενικού κολλάρου για 1 μήνα. · Υποβολή σε ακτινογραφία, φυσιοθεραπεία λήψη φαρμακευτικής αγωγής. ΙΙ.
- Η προσαχθείσα μαρτυρία:- Συνολικά κατατέθηκαν από τους μάρτυρες 6 τεκμήρια ως ακολούθως: · Σχέδιο απεικόνισης της σκηνής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος που ετοίμασε ο Αστ. [ ] Κ. Α. υπογραμμένο από την Ενάγουσα και Εναγόμενη (τεκμήριο 1). · Απόσπασμα του ηλεκτρονικού ημερολογίου συμβάντων της Κυπριακής Αστυνομίας με ημερομηνίες καταχωρήσεων την 14/11/2013 και 28/11/2013 (τεκμήριο 2). · Ιατρικό Πιστοποιητικό Γ.Ν.Λ Δρ. Α. Χ. ημερομηνίας 28/11/2013 (τεκμήριο 3). · Ιατρικό Πιστοποιητικό Δρ. Χρ. Σ. ημερομηνίας 17/12/2013 (τεκμήριο 4). · Ιατρικό Πιστοποιητικό Δρ. Α. Θ. ημερομηνίας 27/12/2013 (τεκμήριο 5). · Κατάθεση που λήφθηκε από την Ενάγουσα με ημερομηνία λήψης την 20/11/2013, η οποία αρχικά κατατέθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση και στην συνέχεια κατέστη τεκμήριο
- · Σειρά φωτογραφιών του οχήματος [ ] της Ενάγουσας κατατέθηκαν ως τεκμήρια Β, Γ και Δ προς αναγνώριση, όμως δεν κατέστησαν τεκμήρια και δεν λήφθηκαν υπόψη. Επίσης κατατέθηκε ως τεκμήριο Ε προς αναγνώριση η ιατρική έκθεση του Δρ. Η. Γ., Ειδικού Ορθοπεδικού Χειρούργου ημερομηνίας 3/07/2014, η οποία δεν λήφθηκε υπόψη εκ του ότι δεν κατέστη τεκμήριο στη συνέχεια. Η μαρτυρία του Εξεταστή της υπόθεσης Αστυφύλακα [ ] Κ. Α. (ΜΕ1):- Ο ΜΕ1 στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης ανέφερε στο Δικαστήριο ότι υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Ατυχημάτων στην Αστυνομία Λεμεσού από το
- Αναφορικά με τα προσόντα του είπε ότι παρακολούθησε το «Traffic Course» στην Αστυνομική Ακαδημία. Αναφορικά με το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, το οποίο είπε ότι έγινε στις 14/11/2013 στις 15:00, ανέφερε ότι έφτασε στην σκηνή μετά την πάροδο 30', όπου βρήκε 2 αυτοκίνητα στις τελικές τους θέσεις και την οδηγό του οχήματος [ ], αφού, όπως πληροφορήθηκε, η οδηγός του οχήματος [ ] είχε μεταφερθεί στο ΓΝ Λεμεσού με ασθενοφόρο πριν την άφιξή του. Στην παρουσία της οδηγού του οχήματος [ ] επί της σκηνής έκανε πρόχειρο σχέδιο και της πήρε μια κατάθεση πως έγινε το δυστύχημα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε το πρόχειρο σχέδιο που όπως είπε φέρουν τις υπογραφές και των δύο οδηγών ως ορθό ως τεκμήριο
- Υπέδειξε επί του τεκμηρίου 1 το σημείο «Χ1» ως το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων και ανέφερε ότι το τοποθέτησε εκεί από τα ευρήματα του δρόμου και τα σπασμένα γυαλιά των αυτοκινήτων, τα οποία, όπως είπε, ευρίσκονταν στην πορεία της Β1 (τελική θέση οχήματος [ ] -Ενάγουσας). Ο ΜΕ1 υπέδειξε στο τεκμήριο 1 το σημείο «Χ», ως το σημείο πρόσκρουσης του οχήματος [ ] στην λίνια του πεζοδρομίου και περαιτέρω σχετικά ερωτώμενος ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης «Χ1» απέχει από την γραμμή του μέσου του δρόμου περίπου 30 εκατοστά. Υπέδειξε σχετικά ερωτώμενος ότι το σημείο «Χ» μέχρι την γραμμή του «αλτ» απέχει 8,60 μέτρα σε νοητή ευθεία, ενώ η απόσταση του σημείου «Χ1» μέχρι την γραμμή του «αλτ» 15,20 μέτρα. Περαιτέρω, υπέδειξε ερωτώμενος ως το σημείο «Α» την πορεία του οχήματος [ ] και ως σημείο «Α1» την τελική θέση του ίδιου οχήματος, ενώ ως το σημείο «Β» την πορεία του οχήματος [ ] και ως σημείο «Β1» την τελική θέση του ιδίου οχήματος. Αναφορικά με τις ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα είπε ότι η ζημιά στο όχημα [ ] υπήρχε στο μπροστινό δεξί φτερό, στη γωνιά του προφυλακτήρα, στο φανάρι, καθώς και ζημιά από την πρόσκρουση στον αριστερό μπροστινό τροχό και «ρίμς», ενώ η ζημιά στο όχημα [ ] υπήρχε στην πόρτα του οδηγού και στο πισινό δεξί φτερό. Διατυπώνοντας την γνώμη του για το πως έγινε το επίδικο δυστύχημα βάσει της πείρας του και των ζημιών στα εμπλεκόμενα οχήματα είπε ότι αρχικά η οδηγός του οχήματος [ ] κτύπησε στην λίνια του πεζοδρομίου, έχασε τον έλεγχο του οχήματος της και κινήθηκε δεξιά, όπου εμβόλισε την πόρτα του οχήματος [ ] και το δεξί του φτερό. Αναφορικά με την ορατότητα του οχήματος [ ] ανέφερε ότι από την γραμμή «αλτ» που φαίνεται στο στόμιο της οδού Δ. Χ. προς δυτικά υπάρχει ικανοποιητική ορατότητα, την οποία καθόρισε σε πάνω από 40 μέτρα. Αντεξεταζόμενος σχετικά ο ΜΕ1 ανέφερε ότι παρακολούθησε το «Traffic Course» το έτος 2004, το οποίο είχε ως αντικείμενο μία σκηνή δυστυχήματος επί της οποίας ειδικεύτηκε να ετοιμάζει πρόχειρο σχέδιο και να τοποθετεί σε αυτό τα διάφορα ευρήματα του δρόμου. Περαιτέρω αντεξεταζόμενος αν τελικά η εκπαίδευση αυτή ήταν απλά ο τρόπος καταγραφής σε μια σκηνή τροχαίου δυστυχήματος και όχι η διερεύνησή του απάντησε θετικά. Στην ερώτηση αν στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα έκανε και διερεύνηση ή απλά καταγραφή ευρημάτων στην σκηνή απάντησε ότι κατέγραψε το δυστύχημα, τις πορείες των εμπλεκόμενων οχημάτων, τις τελικές θέσεις, το σημείο σύγκρουσης και έλαβε τις δύο καταθέσεις. Στην υποβολή ότι δεν έψαξε και δεν μελέτησε την αιτία των ευρημάτων του, αλλά μόνο τα ευρήματα του απάντησε ότι βάσει αυτών έκανε το σχέδιο τεκμήριο
- Ερωτώμενος σχετικά ο ΜΕ1 ανέφερε ότι έγινε και καταγραφή στο ηλεκτρονικό ημερολόγιο και κατέθεσε το σχετικό απόσπασμα ως τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος αναφορικά με την εμπειρία του ανέφερε ότι από το 2004 ευρίσκεται στην Τροχαία Λεμεσού, εκτός από 3 με 4 μήνες που υπηρέτησε στο ΤΑΕ Λεμεσού. Τόνισε σχετικά ότι τα κύρια του καθήκοντα είναι η διερεύνηση δυστυχημάτων και ότι έχει πείρα αρκετών χρόνων. Όπως ανέφερε, παλαιότερα πήγαιναν σε περισσότερα τροχαία δυστυχήματα, ενώ τα τελευταία χρόνια μόνο σε αυτά που υπάρχουν τραυματισμοί, αναφέροντας ότι εξετάζει 10 με 15 κατά μέσο όρο την εβδομάδα. Απαντώντας στην ερώτηση αν είναι λογικό στρίβοντας η Εναγόμενη να κτυπήσει στην λίνια του πεζοδρομίου με τον αριστερό μπροστινό τροχό και αν είχε ξανά παρόμοιο περιστατικό είπε ότι είχε αρκετά και ότι είναι λογικό να κτυπήσει ο αριστερός τροχός. Συμφώνησε με την υπόδειξη ότι στο πρόχειρο σχέδιο τεκμήριο 1 το όχημα της Ενάγουσας του οποίου η τελική θέση καταγράφεται ως σημείο «Β1» καταλαμβάνει και μέρος της λωρίδας που χρησιμοποιείται από την Εναγόμενη, αλλά απάντησε αρνητικά στην ερώτηση αν αυτό θα μπορούσε να αποτελεί λόγο που η Εναγόμενη αναγκάστηκε να «πιάσει» πιο ανοικτά την στροφή (σ.σ. ερχόμενη από την Δ. Χ. και στρίβοντας δεξιά στην οδό Α.) και να κτυπήσει στην λίνια, διότι, όπως είπε, το σημείο σύγκρουσης «Χ1» απέχει από το «αλτ» 15,20 μέτρα που σημαίνει ότι η οδηγός του «Β1» (σ.σ. Ενάγουσα) ήταν πιο πίσω όταν η οδηγός του «Α1» (σ.σ. Εναγόμενη) κτυπούσε στην λίνια του πεζοδρομίου. Σε ερώτηση αν είναι λογικό η οδηγός του «Α1» όταν εισήλθε να είδε το όχημα της Εναγόμενης απέναντι της ώστε να εμποδίζει την πορεία της και να κινήθηκε αριστερότερα, επέμεινε ότι βάσει των ευρημάτων η οδηγός «Β1» κατευθυνόταν στην πορεία της και το σημείο σύγκρουσης (σ.σ. «Χ1») από το «αλτ» μέχρι εκεί υπάρχουν αρκετά μέτρα σημειώνοντας ότι εκ πείρας διαπιστώνει ότι όταν η οδηγός «Α1» έστριβε δεξιά (σ.σ. στην οδό Α.) κτύπησε αρχικά στην λίνια, έχασε τον έλεγχο του οχήματος της, πήγε πιο δεξιά και εισήλθε στην πορεία της οδηγού «Β1» και την κτύπησε. Σε ερώτηση προς τον ΜΕ1 αν αυτός ρώτησε την οδηγό «Α1» γιατί έπιασε ανοικτά την στροφή δεξιά, αυτός απάντησε ότι πάντα ρωτούν και πως η ίδια ισχυρίστηκε ότι ήταν κοντά στο «αλτ» (σ.σ. η οδηγός «Β1»), όμως αυτό δεν συνάδει με τα σημεία σύγκρουσης. Ο ΜΕ1 διαφώνησε στην υποβολή ότι όταν η οδηγός «Α1» εισήλθε στην πάροδο βρήκε την οδηγό «Β1» να καταλαμβάνει μέρος της λωρίδας του δρόμου που χρησιμοποιούσε και την εμπόδισε, λέγοντας ότι στο σημείο «Χ1» υπάρχουν σπασμένα γυαλιά φαναριού. Στην περαιτέρω υποβολή ότι η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας που χρησιμοποιούσε η οδηγός «Α1» ανέφερε ότι σύμφωνα με την πείρα και τα ευρήματα του τα τοποθέτησε στο σημείο εκεί (σ.σ. προφανώς το σημείο σύγκρουσης «Χ1» όπου βρέθηκαν τα σπασμένα γυαλιά) που συμφώνησε και η οδηγός του [ ] (σ.σ. η Εναγόμενη). Στην ερώτηση του πως εξηγεί ότι η τελική θέση του οχήματος [ ] καταλαμβάνει μέρος της λωρίδας στην οποία κινείτο η Εναγόμενη απάντησε ότι από το σημείο σύγκρουσης «Χ1» μέχρι την τελική θέση του «Β1» υπάρχουν περίπου 13 μέτρα, κάτι που σημαίνει ότι μετά την σύγκρουση η οδηγός το ακινητοποίησε εκεί που αυτός το βρήκε, λέγοντας ότι κανένα αυτοκίνητο εκεί που κτυπά δεν μένει στην ίδια πορεία και ότι ο κάθε οδηγός συμπεριφέρεται διαφορετικά στην περίπτωση αυτή. Την τελευταία άποψη εξέφρασε απαντώντας στην ερώτηση εάν έπρεπε το όχημα της Εναγόμενης να βρίσκεται αριστερότερα από εκεί που καταγράφηκε αφού κτυπήθηκε στην δεξιά της πλευρά. Όπως είπε, δεν ρώτησε που θα πήγαινε η Ενάγουσα και στην υποβολή ότι θα κατευθυνόταν νότια επί της οδού Α. (σ.σ. στρίβοντας δεξιά) απάντησε ότι δεν ήξερε. Ούτε και ήξερε αν το όχημα της Ενάγουσας ήταν το πρώτο όχημα με το οποίο ήλθε αντιμέτωπη η Εναγόμενη όταν επιχείρησε την είσοδο της στην οδό Δ. Χ.. Στην εκ νέου υποβολή ότι η αντίδραση της Εναγόμενης να «πιάσει» ανοικτά την στροφή ήταν το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η Ενάγουσα καταλάμβανε μέρος της λωρίδας της απάντησε ότι ένας συνετός οδηγός αν έρθει κανονικά δεξιά έστω και αν ο άλλος οδηγός καταλάμβανε λίγο την λωρίδα του δεν θα κτυπούσε στην λίνια του πεζοδρομίου. Δεν του αναφέρθηκαν οχήματα παρκαρισμένα δεξιά ή αριστερά του δρόμου και δεν είδε κάτι τέτοιο, αλλιώς θα τα έβαζε στο σχέδιο. Η Ενάγουσα, όπως υποστήριξε δεν είχε εμπόδια για να χρησιμοποιήσει την μέση του δρόμου. Δεν γνωρίζει αν η Ενάγουσα φορούσε ζώνη ασφαλείας, ενώ όπως ανέφερε, το εύρημα του αναφορικά με το σημείο «Χ1» το στήριξε στην ανεύρεση των σπασμένων γυαλιών και δεν εξέτασε κάτι άλλο προς τον σκοπό αυτό. Ο ΜΕ1 είπε ότι τα σπασμένα γυαλιά του αυτοκινήτου στην άσφαλτο που σημειώθηκαν στο τεκμήριο 1 με το σημείο «Γ» καταλάμβαναν το μέγιστο 1 μέτρο. Όπως είπε, χαρακτήρισε το τροχαίο ατύχημα ως ελαφρύ λόγω των τραυματισμών που υπήρχαν και την κατάθεση της Ενάγουσας την έλαβε μετά από πάροδο 6 ημερών από αυτό. Το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπως απάντησε σε σχετική ερώτηση, η Εναγόμενη το υπέγραψε στην σκηνή του δυστυχήματος, αφού της το εξήγησε, για να προσθέσει ότι αφού η Εναγόμενη το υπέγραψε και δεν του έδειξε άλλο σημείο σύγκρουσης σημαίνει ότι το είχε καταλάβει. Αστυνομική έκθεση δεν ζητήθηκε, αλλά ούτε και συντάχθηκε. Κανένας δεν καταγγέλθηκε για αμελή οδήγηση. Η μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ2):- Στην Γραπτή Δήλωση της ΜΕ2 που κατέθεσε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α' αναφέρει ότι στις 14/11/2013 γύρω στις 3 το απόγευμα οδηγούσε το όχημα της αρ. εγγραφής [ ] επί της οδού Δ. Χ. στη Λεμεσό προς την οδό Α. με ανατολική κατεύθυνση κρατώντας την αριστερή λωρίδα του δρόμου. Όπως αναφέρει πριν φτάσει στη συμβολή των δυο οδών είδε το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] να εξέρχεται από τα βόρεια της οδού Α. και να μπαίνει δεξιά στην οδό Δ. Χαραλάμπους και ξαφνικά, αφού πρώτα κτύπησε στην νοτιοδυτική γωνία της συμβολής των δύο οδών, μπήκε στην πλευρά της και συγκρούστηκε με την δεξιά πλευρά του οχήματός της. Όπως εξήγησε, όταν την κτύπησε ήταν 10 με 15 μέτρα πριν το «αλτ». Αποτέλεσμα της ξαφνικής σύγκρουσης, όπως ισχυρίζεται, ήταν να μην μπορέσει να αντιδράσει και να χάσει τον έλεγχο του οχήματός της, το οποίο ακινητοποιήθηκε λίγα μέτρα πιο μπροστά. Όπως στη συνέχεια αναφέρει, εκ του δυστυχήματος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γ.Ν. Λεμεσού όπου και παρέμεινε για 2 ημέρες. Παραθέτει εν συντομία λεπτομέρειες των τραυμάτων της όπως δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης και αναφέρει ότι ένεκα της επιδείνωσης της κατάστασης της επισκέφθηκε στις 18/11/2013 τον ορθοπεδικό Δρ. Σ., ο οποίος διαπίστωσε σοβαρό διάστρεμμα αυχένα, κάκωση αριστερού χεριού, κεφαλής και εγκεφαλική διάσειση συστήνοντας της να φέρει αυχενικό κολλάρο, να λαμβάνει φάρμακα και φυσιοθεραπείες. Ένιωθε σύγχυση, ζαλάδες και πονοκέφαλο και για τον λόγο αυτό επισκέφθηκε τον νευρολόγο Α. Θ., ο οποίος διέγνωσε εγκεφαλική διάσειση και ελαφρά κατάθλιψη. Φορούσε τον αυχενικό κολάρο, έπαιρνε παυσίπονα, έκανε 15 φυσιοθεραπείες και για 2-3 μήνες εξακολουθούσε να έχει πονοκεφάλους, ζαλάδες και πόνους στον αυχένα, όμως τα ενοχλήματα εξασθένισαν και σήμερα είναι καλά. Κατά την κυρίως της εξέταση κατέθεσε τα τεκμήρια 3, 4 και
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι κατά την ημερομηνία του επίδικου συμβάντος εργαζόταν ως νοσηλεύτρια σε ιδιωτική στέγη υπερηλίκων στην Αγία Ζώνη και ότι εξαιτίας του επίδικου δυστυχήματος για 1 μήνα σταμάτησε να εργάζεται γιατί δεν μπορούσε, έφερε αυχενικό κολλάρο και έκανε φυσιοθεραπείες. Δεν δήλωσε το συμβάν στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων γιατί ήταν ο πρώτος καιρός που εργαζόταν εκεί και δεν της πλήρωναν κοινωνικές ασφαλίσεις, αφού πριν ήταν δημόσιος υπάλληλος (σ.σ. στην επαναξέταση της ανέφερε ότι αφυπηρέτησε το έτος 2012, ήτοι 5 χρόνια νωρίτερα για να μην χάσει ωφελήματα). Περαιτέρω αντεξεταζόμενη ότι ο Δρ. Σ. δεν εισηγήθηκε αναρρωτική άδεια απάντησε αρνητικά αναφέροντας ότι χρειαζόταν άδεια γιατί φορούσε αυχενικό κολλάρο. Γνώριζε τον Δρ. Σ. από το Γ.Ν. Λεμεσού και πήγε σε αυτόν γιατί ο Δρ. Χ. της εισηγήθηκε να δει ορθοπεδικό και πως δεν ήθελε να δει ορθοπεδικό στο νοσοκομείο γιατί ήξερε τον Δρ. Σ., ο οποίος και την παρέπεμψε και σε νευρολόγο αφού την εξέτασε, έτσι επισκέφθηκε τον Δρ. Θ.. Αντεξεταζόμενη επί των συνθηκών του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος αναγνώρισε το τεκμήριο προς αναγνώριση Α' καθιστώντας αυτό ως το τεκμήριο
- Αυτό συμπεριλάμβανε την κατάθεση της που λήφθηκε στις 20/11/2013, δηλαδή 6 ημέρες μετά το τροχαίο όπου και αναφέρει τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό επισυνέβη. Σε αυτή αναφέρει ότι το όχημα της Εναγόμενης έστριψε δεξιά εισερχόμενη στην οδό Α., έπιασε πιο αριστερά την στροφή, κτύπησε στο πεζοδρόμιο και στη συνέχεια συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε στην πορεία της με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι κτύπησε το κεφάλι της πάνω στην πόρτα εκ του ξαφνικού γεγονότος. Στην υποβολή ότι στην κατάθεσή της ανέφερε ότι τραυματίστηκε λίγο στο κεφάλι, καθότι 6 ημέρες μετά ήταν καλά, απάντησε αρνητικά, επειδή, όπως ανέφερε, είχε κάκωση αυχένα και ότι αυτό που εννοούσε ήταν ότι δεν είχε τραυματισμό με αίματα, προσθέτοντας ότι το τράνταγμα ήταν πολύ δυνατό και ότι εξακολουθούσε να φέρει αυχενικό κολλάρο για 1 μήνα. Παραδέχθηκε ότι μετά τον 1 μήνα από το επίδικο τροχαίο δυστύχημα επέστρεψε στην εργασία της, ανέφερε όμως ότι τις πρωινές ώρες όταν σηκωνόταν είχε κάποιο πρόβλημα με τον αυχένα που δεν είχε προηγουμένως. Για τις οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις των αυχενικών σπονδύλων Α5 και Α6 απάντησε ότι μπορεί να το είχε παλιά, όμως με το τράνταγμα επιδεινώθηκαν. Στην θέση που της υποβλήθηκε ότι μελέτες έδειξαν ότι η έλλειψη εκγύμνασης είναι παράγοντες προβλημάτων στον αυχένα, κάτι που είχε παραδεχθεί ότι δεν έκανε προηγουμένως, απάντησε ότι η δουλεία της δεν είναι καθιστική. Πριν το επίδικο τροχαίο ατύχημα οδηγούσε για 34 χρόνια και είχε 1 με 2 μικροατυχήματα. Επανερχόμενος ο ευπαίδευτος συνήγορος στην αντεξέταση του στις συνθήκες του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και ερωτώντας την Ενάγουσα σχετικά, αυτή απάντησε ότι εντόπισε το όχημα της Εναγόμενης για πρώτη φορά στα 20 μέτρα ότι έστριψε δεξιά και ξαφνικά κτύπησε στο πεζοδρόμιο, στην συνέχεια συγκρούστηκε με το όχημά της στην δεξιά πλευρά και προχώρησε λίγο πιο κάτω στο «αλτ». Ο δρόμος, όπως υποστήριξε, ήταν καθαρός και δεν υπήρχε άλλο όχημα στην πλευρά της, όμως δεν θυμόταν αν είχε δεξιά ή αριστερά του δρόμου άλλα οχήματα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κινείτο στην μέση του δρόμου λέγοντας ότι ευρισκόταν στην πλευρά της και ότι ήθελε να πάει ανατολικά σε μια φίλη της, δηλαδή να στρίψει αριστερά και όχι δεξιά στο «αλτ». Στην υπόδειξη φωτογραφιών τεκμηρίων προς αναγνώριση Β', Γ' και Δ' αναγνώρισε το όχημα της μετά την σύγκρουση και πρόσθεσε ότι έτρεχε λίγο η Εναγόμενη. Όπως στην συνέχεια απάντησε σε άλλη υπόδειξη που της έγινε, μετά το κτύπημα έχασε τον έλεγχο πήγε δεξιά και στη συνέχεια αριστερά και για τον λόγο αυτό κατέλαβε και μέρος της λωρίδας της Εναγόμενης. Δεν είχε, όπως ανάφερε απαντώντας σε άλλη σχετική ερώτηση, πρόβλημα ορατότητας για να χρειαστεί να οδηγήσει στο κέντρο του δρόμου γιατί τα δέντρα στα αριστερά του δρόμου ήταν καλλωπιστικά (σ.σ. σε προηγουμένη ερώτηση δεν θυμόταν αν είχε δέντρα περιμετρικά του πεζοδρομίου). Σε υποβολή που της έγινε ότι από το σημείο σύγκρουσης «Χ1» μέχρι και την άκρη του πεζοδρομίου είχε επαρκή χώρο για να αποφύγει την σύγκρουση και ότι θα μπορούσε να περάσει χωρίς αυτή να γίνει, απάντησε ότι δεν θυμόταν και ότι κρατούσε την μεριά της. Στην ερώτηση γιατί αφού εντόπισε στα 20 μέτρα την Εναγόμενη δεν έκανε ελιγμό στα αριστερά, απάντησε ότι όλα έγιναν απότομα και σε άλλη υποβολή που της έγινε αρνήθηκε ότι δεν είχε κατάλληλη παρατηρητικότητα στο δρόμο. Όπως απάντησε στη συνέχεια της αντεξέτασης της, έλαβε ως φαρμακευτική αγωγή για 15 με 20 ημέρες «Diclofenac» και χαλαρωτικά από το νοσοκομείο που της υπέδειξαν οι Δρ. Σ. και Δρ. Θ. αντίστοιχα. Όπως είπε, μετά δεν τα χρειάστηκε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν έφερε ζώνη ασφαλείας αναφέροντας ότι αν δε φορούσε θα κτυπούσε μπροστά (σ.σ. εννοούσε προφανώς στο στήθος) και θα κτυπούσε στο κεφάλι περισσότερο. Δεν θυμόταν αν είχε δηλώσει το κατά πόσο φορούσε ζώνη ασφαλείας ή όχι. Όταν έχασε τον έλεγχο έβαλε το χέρι της στο τιμόνι, όπως εξήγησε και το κρατούσε με τα δύο χέρια. Η μαρτυρία του Δρ. Χρ. Σ. (ΜΕ3):- Τα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας του ΜΕ3 συνοψίζονται στα εξής: · Αναγνώρισε ως συντάκτης το ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 17/12/2013 και υιοθέτησε το περιεχόμενο του ως αληθινό. · Εξήγησε ότι το διάστρεμμα αυχένα είναι μια ακραία κίνηση του αυχένα, η οποία συμβαίνει πέραν των φυσιολογικών ορίων της κίνησης του. Όπως εξήγησε, μπορεί να προκαλέσει θλάσεις μυών που είναι γύρω-γύρω από την άρθρωση, διατάσεις των συνδέσμων που αποτελούν την άρθρωση μέχρι και κατάγματα οστών που συμμετέχουν στην άρθρωση και τα κλινικά της συμπτώματα είναι πόνος και δυσχρηστία της άρθρωσης. Όπως προέκυψε από την κλινική του εξέταση αυτά βίωνε η Ενάγουσα. · Η αριστερή άκρα χείρα ήταν επώδυνη για την Ενάγουσα στην ωλένια πλευρά της, δηλαδή στην πλευρά προς το μικρό δάκτυλο, με κλινικά ευρήματα τον πόνο, συμπίεση των μυών της περιοχής και στην κάμψη των δύο μικρών δαχτύλων του χεριού. · Η Ενάγουσα του ανέφερε ότι είχε μετωπιαία κεφαλαλγία, που είναι η πιο συχνή κεφαλαλγία, καθώς και πόνο στην δεξιά κροταφική χώρα όπου υπήρχε κεφαλαιμάτωμα, δηλαδή καρούμπαλο προφανώς από κτύπημα. · Αναφορικά με τις οστεοαρθρικές αλλοιώσεις στην σπονδυλική στήλη και την οπισθιολίσθηση Α5 πάνω στον Α6 που διαφάνηκαν στον ακτινολογικό έλεγχο, ανέφερε ότι οι οστεοαρθρικές αλλοιώσεις είναι αποτέλεσμα των χρόνων, οι οποίες όπως και η οπισθολίσθηση, προϋπήρχαν του ατυχήματος, όμως οποιοσδήποτε νέος τραυματισμός σε οποιαδήποτε αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης σε οποιαδήποτε ηλικία και αν είναι ο τραυματίας θα προκαλέσει επιδείνωση, η οποία δεν είναι γνωστό τι θα προκαλέσει στο μέλλον, καθότι εξαρτάται από το κάθε άτομο, αναφέροντας ότι στο 40% των ατόμων επιδεινώνεται κάπως η κλινική τους εικόνα τα επόμενα χρόνια της ζωής τους. · Η Ενάγουσα μέχρι την 6/12/2013 που την επανεξέτασε σίγουρα έφερε αυχενικό κολλάρο, ενώ την 16/12/2013 που την είδε για να ετοιμάσει το ιατρικό του πιστοποιητικό πιθανότατα να συνέχιζε να το φέρει, έτσι και αλλιώς η οδηγία στους τραυματίες είναι να το φέρουν γενικά σε καταστάσεις που αναγκάζονται να είναι ακίνητοι και το κεφάλι κάνει κάτι το στατικό, όπως όταν βλέπουν τηλεόραση ή ταξιδεύουν με το αυτοκίνητο. Επίσης πρέπει να αποφεύγεται η κόπωση της τραυματισμένης περιοχής μέχρι τουλάχιστον ο ασθενής να νιώσει ότι καλυτερεύει. Όπως υποστήριξε, η Ενάγουσα μέχρι την 16/12/2013 όταν την επανεξέτασε σίγουρα εξακολουθούσε να παρουσιάζει προβλήματα πόνου στον αυχένα σε καταστάσεις προσήλωσης κατά την διάρκεια της ημέρας, αλλά και κατά την διάρκεια του βραδινού ύπνου και είχε βάσιμη υποψία ότι θα μπορούσε να έχει ενοχλήματα για περισσότερο χρονικό διάστημα, εξ' ου και ανέφερε στο τέλος του τεκμηρίου 4 ότι πιθανόν να χρειαζόταν να γίνει επανεξέταση σε 6 μήνες. · Σχολίασε τα ευρήματα της εξέτασης του Δρ. Η. Γ. που αρχικά κατατέθηκε και σημειώθηκε εκ παραδρομής ως τεκμήριο Β' προς αναγνώριση για να διορθωθεί/αναριθμηθεί στη συνέχεια σε Ε' αναφέροντας ότι συμφωνεί με τα περισσότερα με τα δικά του ευρήματα, όμως επειδή εξέτασε την Ενάγουσα 6 μήνες μετά και δεν έχει καλύτερη εικόνα από τον ίδιο, όπως για παράδειγμα για το εάν υπήρξε εγκεφαλική διάσειση, για να επισημάνει ότι το γεγονός ότι η τραυματίας νοσηλεύτηκε για 2 ημέρες, έχοντας 22 χρόνια εμπειρίας στα νοσοκομεία δεν νοσηλεύεται κάποιος ο οποίος δεν έχει σοβαρές κακώσεις και ότι στην περίπτωση της Ενάγουσας το ότι νοσηλεύτηκε σε Χειρουργικό Θάλαμο σημαίνει ότι υπήρχε φόβος ότι η εγκεφαλική διάσειση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι χειρότερο. Όπως εξήγησε, ο εμετός, η κεφαλαλγία και το κεφαλαιμάτωμα υπονοούν εγκεφαλική διάσειση, όμως η Ενάγουσα ανάρρωσε αρκετά καλά. · Στο μέλλον σίγουρα αυτά τα οποία είχε η τραυματισθείσα θα επιδεινωθούν, χωρίς να είναι σίγουρο αν θα της προκαλέσουν κλινικές εικόνες. · Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε προηγούμενο ιστορικό τραυματισμών της Ενάγουσας, αν και αυτό δεν είναι κάτι που δεν το ρωτούν, όμως θεωρεί ότι στην περίπτωση ενός τραυματισμού προέχουν άλλα. · Επίσης ότι είναι λογικό η Ενάγουσα να μην εργάστηκε για 4 εβδομάδες μετά από τέτοιου είδους τραυματισμό που υπέστη και ίσως αυτό να είναι κάπως λίγο. · Δεν είχε άλλη επίσκεψη μετά τις 16/12/2013 από την Ενάγουσα, δεν σημαίνει όμως ότι δεν είχε επισκεφθεί άλλο γιατρό. · Το ότι την αποδέσμευσαν από το νοσοκομείο οι θεράποντες ιατροί ήταν ένδειξη ότι ήταν ασφαλές να το πράξουν, αφού φαίνεται ότι αυτό πίστευαν. · Η Ενάγουσα πιθανόν να μην εμπίπτει στο 40% των ατόμων που εμφανίζουν κλινική εικόνα ένεκα του τραυματισμού. · Δεν ερωτά και δεν καταγράφει στα πιστοποιητικά του το εάν ο εξεταζόμενος φορούσε ζώνη ασφαλείας, διότι μπορεί να του πει ψέματα, όμως αν δεν φορά ζώνη ασφαλείας σε οποιανδήποτε σύγκρουση, δεν υπάρχει περίπτωση να μην τραυματιστεί η πρόσθια επιφάνεια του σώματος του. · Ενός μηνός ταλαιπωρία είναι αυτό που μπορούσε ο ίδιος να επιβεβαιώσει, όμως η ταλαιπωρία μπορεί να συνεχιστεί και μετά, καθότι μπορεί να υπάρχουν κεφαλαλγίες και αυχεναλγία, δεν είναι όπως εξήγησε «μαχαίρι» που κόβει και τελειώνουν όλα και γίνεται κάποιος όπως ήταν προηγουμένως. Ποτέ, όπως εξήγησε, δεν συμβαίνει αυτό, σίγουρα η ζωή του αλλάζει, διότι μπορεί ακόμη και σήμερα να έχει κεφαλαλγίες όταν έχει κόσμο ή όταν είναι σε ένταση και αυχεναλγίες όταν ξυπνά. Όπως εξήγησε, μια ασθενής μπορεί να είχε συμπτώματα ανεκτά και να μην ήθελε να επισκεφτεί γιατρό τότε που έπρεπε να πληρώσει. · Σε τελική απάντηση αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο 1 μήνας αφορά θεραπευτική ταλαιπωρία και τρεχάματα σε γιατρούς και τα συμπτώματα δεν εξαφανίζονται. Με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης και του τελευταίου μάρτυρα της Ενάγουσας οι δύο πλευρές προέβηκαν στην κατάθεση του Εγγράφου Β΄ από κοινού παραδεκτών γεγονότων και η πλευρά της Εναγόμενης επέλεξε να μην παρουσιάσει οποιουσδήποτε μάρτυρες στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τις δικογραφημένες της θέσεις. Στη συνέχεια τα μέρη παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις τελικές γραπτές τους αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας επί των θέσεων τους, όπως αυτές θεωρούν ότι έχουν καταδειχθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. III. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ:- Ο κανόνας για την αναγκαιότητα και τους λόγους για τους οποίους απαιτείται όπως οι ισχυρισμοί να δικογραφούνται καταλλήλως είναι γνωστοί και δεν χρήζει περαιτέρω αναφορά (βλ. Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Γνωστή είναι και η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695). Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το κατά πόσο οποιοδήποτε μέρος της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν έχει δεόντως δικογραφηθεί. Εκείνο στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο είναι ότι τα όσα έχουν παρατεθεί στη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 αφορούν ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα της Ενάγουσας, όπως και οι θέσεις που υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγομένης συνάδουν με τα όσα δικογραφεί στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενη. Το μόνο ζήτημα που προκύπτει ότι δεν έχει δικογραφηθεί και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν θα λάβει υπόψη του είναι το ζήτημα της όποιας αδυναμίας της Ενάγουσας να εργαστεί. IV. NOMIKEΣ ΑΡΧΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ:- Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παραγ. 5 - 22, καταδεικνύει το ζήτημα του βάρους απόδειξης στις υποθέσεις αμέλειας: "In an action for negligence, as in every other action, the burden of proof falls upon the plaintiff alleging it to establish each element of the tort. Hence it is for the plaintiff to give evidence of the facts, on which he bases his claim for damages. His evidence must consist of facts, either proved or admitted, and, after it is concluded, two questions arise,
(1)whether, on that evidence, negligence may be reasonably inferred and
(2)whether assuming it may be reasonably inferred, negligence is in fact inferred." Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014, ECLI:CY:AD:2014:A319). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον ΜΕ1, την ΜΕ2, όσο και από τον ΜΕ3. Επίσης το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). V. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ:- Ενόψει του γεγονότος ότι η πλευρά της Εναγόμενης επέλεξε να μην προσκομίσει την οποιαδήποτε μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία για να υποστηρίξει τα όσα έχει δικογραφήσει, αλλά και τις όποιες θέσεις υπέβαλε στους μάρτυρες των Εναγόντων, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην αξιολόγηση των μαρτύρων της Ενάγουσας, ενόψει του βάρους απόδειξης που αυτή φέρει, τόσο αναφορικά με το τι αυτοί παράθεσαν προφορικά και κατέθεσαν ως τεκμήρια σε συνδυασμό με ευρήματα ως προς το κατά πόσο οι θέσεις τους κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει κανόνας ότι ανεξάρτητα από το πόσο αναξιόπιστη φαίνεται να είναι μια μαρτυρία το Δικαστήριο οφείλει να τη δεχθεί εφόσον η άλλη πλευρά δεν προσκομίσει μαρτυρία πάνω στα σημεία που κάλυψε (βλ. Παναγιώτης Χαραλάμπους Μουζέ ν. Λουρέντζου Λαμπρή
(1994)- Α.Α.Δ. 216). Προχωρώ στην συνέχεια στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρα. V.
- Αξιολόγηση ΜΕ1: O ΜΕ1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο παρέχοντας αξιόπιστη και ανεξάρτητη μαρτυρία, απαντώντας σε κάθε ερώτηση που του υποβλήθηκε, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις και ανακολουθίες. Κατάθεσε ως τεκμήριο 1 το πρόχειρο σχεδιάγραμμά που ετοίμασε και δεν αμφισβητήθηκε επί σκηνής, το οποίο υπεγράφη και από τους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς. Το σχεδιαγράφημα της σκηνής ενός δυστυχήματος όπως ετοίμασε και επεξήγησε ο Μ.Ε.1 ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελεί πραγματική μαρτυρία (βλ. Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 218), εκτός από τις υποτιθέμενες πορείες των οδηγών των εμπλεκομένων οχημάτων, οι οποίες υποδεικνύονται από τους οδηγούς όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, όπως και το σημείο συγκρούσεως στο οποίο συμφώνησαν και οι δύο εμπλεκόμενοι οδηγοί (βλ. Κυριακίδου κ. ά. ν. Νικολάου,
(1993)1 ΑΑΔ 45). Αναφορικά με την πορεία του οχήματος της Εναγόμενης εξέφρασε την γνώμη ότι αυτή στρίβοντας δεξιά στην οδό Α. ερχόμενη από την οδό Δ. Χ. προσέκρουσε στην άκρη του πεζοδρομίου, κάτι που καταδεικνύει και η ζημιά στον αριστερό τροχό και «ριμς» του οχήματός της. Η πορεία αυτή της Εναγόμενης συνάδει και με την μαρτυρία της ΜΕ2 και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση τόσο του ΜΕ1 όσο και της ΜΕ2, αλλά ούτε και υποστηρίχθηκε διαφορετική θέση από οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία για να αξιολογηθεί στο Δικαστήριο. Επίσης είναι και η δικογραφημένη θέση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης. Στο τεκμήριο 1 υπέδειξε με το σημείο «Χ1» το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων με βάση τα ευρήματα του στην σκηνή και ειδικότερα τα σπασμένα γυαλιά, τα οποία ανευρέθηκαν όπως είπε 30 εκατοστά από την γραμμή του μέσου του δρόμου στην κατεύθυνση της Ενάγουσας καταλαμβάνοντας 1 περίπου μέτρο. Αυτό το εύρημα αν και αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, τονίζω ότι και οι δύο οδηγοί υπέγραψαν το τεκμήριο 1 ως αποτυπώνει την πραγματική εικόνα της σκηνής. Δεν μου διαφεύγει ότι δεν είναι αρμοδιότητα του ερευνώντος το δυστύχημα αστυνομικού να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης ως να ήταν κριτής και δικαστής της υπόθεσης, παρά μόνο να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία που παρατήρησε, ώστε το δικαστήριο να τα αξιολογήσει ανάλογα (Ευθυμίου Κώστας ν. Παρασκευά Γεωργίου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1280), κάτι που θα πράξω κατά την διατύπωση των ευρημάτων μου. Αναφορικά με τους λόγους πρόκλησης του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος ο ΜΕ1 απέκλεισε ως αιτία την όποια κίνηση του οχήματος της Ενάγουσας εντός μέρους της αντίθετης λωρίδας στηριζόμενος στην πραγματική μαρτυρία που παρέχει το σημείο σύγκρουσης «Χ1» και «Γ» όπου υπήρχαν τα σπασμένα γυαλιά εντός της λωρίδας πορείας της Ενάγουσας, προσθέτοντας ότι από το σημείο σύγκρουσης μέχρι την γραμμή του «αλτ» στην συμβολή των οδών Α. και Δ. Χ. απέχει 15,20 μέτρα. Τα σπασμένα γυαλιά αποτέλεσαν και το αντικειμενικό εύρημα προσδιοριστικό του σημείου σύγκρουσης (βλ. Κυριακίδου κ. ά. ν. Νικολάου,
(1993)1 ΑΑΔ 45). Σταθερή ήταν και η θέση του ΜΕ1 αναφορικά με το εύρημα του, όπως αποτυπώθηκε στο τεκμήριο 1 ότι το όχημα της Ενάγουσας βρέθηκε ακινητοποιημένο να καταλαμβάνει μέρος της λωρίδας στην οποία κινείτο το όχημα της Εναγόμενης απαντώντας ότι το σημείο σύγκρουσης «Χ1», όπως αυτός το καθόρισε μέχρι το σημείο «Β1» που βρέθηκε ακινητοποιημένο το όχημα της Ενάγουσας απέχει 13 μέτρα και ότι ο κάθε οδηγός αντιδρά με διαφορετικό τρόπο μετά από μια σύγκρουση, άρα ότι αυτό δεν έχει σχέση με το που ευρίσκετο το όχημα της Ενάγουσας πριν την σύγκρουση. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι η Εναγόμενη στην μαρτυρία της ανέφερε ότι μετά την σύγκρουση κινήθηκε δεξιά και αριστερά και ακολούθως ακινητοποίησε το όχημα της κάτι που είναι λογικό να μην έχει διατηρήσει σταθερή την πορεία του. Κατά συνέπεια δέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 στην ολότητα της. Τόσο κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, όσο και κατά την τελική αγόρευση της πλευράς της Εναγόμενης αμφισβητήθηκε η ικανότητα του ΜΕ1 για διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων υποβάλλοντας του χαρακτηριστικά ότι εκπαιδεύτηκε απλά να κάνει καταγραφή και όχι διερεύνηση. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση αυτή, καθότι ο ΜΕ1 πέραν του «Traffic Course» ανέφερε ότι είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Λεμεσού από το 2014 με ένα μικρό διάλειμμα και ότι έχει διερευνήσει εκατοντάδες τροχαία δυστυχήματα μέχρι σήμερα. Η πείρα αυτή που έχει αποκομίσει ο ΜΕ1 και με κανένα τρόπο δεν έχει αμφισβητηθεί κρίνω ότι του δίδει την ικανότητα διερεύνησης τροχαίων ατυχημάτων (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). V.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2:- Προχωρώντας στην αξιολόγηση της ΜΕ2 διαπιστώνω ότι αναφορικά με τις συνθήκες που επισυνέβη το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου συνάδουν με τα όσα εξήγησε ο ΜΕ
- Συγκεκριμένα ανέφερε ότι είδε το όχημα της Εναγόμενης να εισέρχεται από οδό Δ. Χ. στην οδό Α. ενώ αυτή ευρισκόταν 20 μέτρα πριν το «αλτ» της συμβολής των δύο οδών. Το περιθώριο αυτό συνάδει εκ της λογικής με το εύρημα στο οποίο προέβηκε ο ΜΕ αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης «Χ1» στα 15,20 μέτρα αν συνυπολογιστεί και ο χρόνος που χρειάστηκε για να λάβει χώρα η αλληλουχία των γεγονότων της πρόσκρουσης στην λίνια του πεζοδρομίου, την πορεία δεξιότερα και την σύγκρουση με το όχημα της Ενάγουσας, κατά την οποία το όχημα της Ενάγουσας εξακολουθούσε να διανύει απόσταση προς το «αλτ». Η μαρτυρία της ΜΕ2 συνάδει και με το σημείο πρόσκρουσης «Χ1», το οποίο αυτή καθόρισε περίπου στα 10 με 15 μέτρα. Ως προς τα όσα παράθεσε επί τούτου δέχομαι την μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Αναφορικά με το κατά πόσο η ΜΕ2 κινείτο σε μέρος της αντίθετης λωρίδας, κάτι που προβάλλεται από την πλευρά της Εναγόμενης ότι αποτέλεσε και την αιτία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, ανέφερε ότι κινείτο κανονικά στην λωρίδα κυκλοφορίας της και ότι δεν μπήκε στην αντίθετη λωρίδα, κάτι που συνάδει και με τα ευρήματα των σπασμένων γυαλιών που ανευρέθηκαν στην σκηνή του δυστυχήματος και καταγράφηκαν από τον ΜΕ
- Κατά συνέπεια, αναφορικά και με το γεγονός αυτό δέχομαι ως αξιόπιστη την μαρτυρία της ΜΕ
- Περαιτέρω, λογική ήταν θεωρώ η απάντηση που έδωσε η ΜΕ2 στην ερώτηση γιατί με δεδομένο ότι διέκρινε το όχημα της Ενάγουσας να εισέρχεται με κάποια ταχύτητα στην οδό Α. δεν έλαβε μέτρα αυτοπροστασίας με το να κινηθεί αριστερότερα για να αποφύγει την σύγκρουση, όταν ανέφερε ότι όλα έγιναν ξαφνικά και απότομα, κάτι που φαίνεται υπό τις περιστάσεις να είναι το φυσιολογικό. Λογική κρίνεται και η απάντηση της Ενάγουσας αναφορικά με την αντίδραση της μετά την σύγκρουση να κινηθεί δεξιά και αριστερά μέχρι να σταθεροποιηθεί το όχημα της στην τελική του θέση. Η μαρτυρία της ΜΕ2 συνάδει με την μαρτυρία του ΜΕ1 όσον αφορά το τρόπο που επήλθε η σύγκρουση των δύο οχημάτων, δηλαδή ότι μετά που το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη κτύπησε με την είσοδό της στην οδό Α. κινήθηκε προς το όχημα της Ενάγουσας με το οποίο συγκρούστηκε στην δεξιά του πλευρά, όπως διαπίστωσε και ο ΜΕ1 από τις ζημιές στην δεξιά πλευρά του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα και τις ζημιές που υπήρχαν στο δεξί μπροστινό φτερό, στη γωνιά του προφυλακτήρα και στο φανάρι του οχήματος που οδηγούσε η Εναγόμενη. Επίσης η μαρτυρία της ΜΕ2 συνάδει με την μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς την πολύ καλή ορατότητα της οδού Α.. Σε σχέση με το κατά πόσο έφερε ζώνη ασφαλείας ή όχι το Δικαστήριο αξιολογώντας την μαρτυρία της δέχεται ότι αυτή την έφερε. Άλλωστε δεν υπήρξε η οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία για αξιολογήσει το Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει τα κλινικά ευρήματα στην Ενάγουσα δεν υποδηλώνουν ότι δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, κάτι που επισήμανε και στην μαρτυρία του ο ΜΕ3, ο οποίος ανέφερε ότι σε διαφορετική περίπτωση θα έφερε τραύματα στο θώρακα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η μαρτυρία της ΜΕ2 συνάδει με τα λοιπά ευρήματα στη σκηνή και τη μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος Αστ. Κ. Α. (ΜΕ1) και έτσι την αποδέχομαι. Αναφορικά με τους τραυματισμούς της ΜΕ2 συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος η αξιολόγηση της μαρτυρίας της θα γίνει μόνο αναφορικά με την περίοδο που ενδεχομένως να συνέχισαν να υφίστανται, καθώς και για το είδος της φαρμακευτικής αγωγής που έλαβε και τον αριθμό των φυσιοθεραπειών που έκανε, καθότι αυτά δεν προκύπτουν από την δήλωση παραδεκτών γεγονότων Έγγραφο Β'. Συγκεκριμένα η ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι για 2-3 μήνες εξακολουθούσε να έχει πονοκεφάλους, ζαλάδες και πόνους στον αυχένα. Δεν αμφισβητώ, ενόψει και των όσων ανέφερε στην μαρτυρία του ο ΜΕ3, ότι η ταλαιπωρία της Ενάγουσας συνεχίστηκε για κάποια περίοδο μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Συνεπώς, κρίνω αξιόπιστη την μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με την συνέχιση των πονοκεφάλων, ζαλάδων και πόνων για κάποια περίοδο μετά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, καθώς και ότι έλαβε παυσίπονα και χαλαρωτικά φάρμακα για 15 ημέρες και υπεβλήθηκε σε 15 φυσιοθεραπείες για αποκατάσταση των τραυμάτων της. Επίσης δέχομαι την μαρτυρία της ΜΕ2, ότι για 1 περίπου μήνα η ταλαιπωρία ήταν εντονότερη κάτι που συνάδει και με την μαρτυρία του ΜΕ3 αναφορικά με την περίοδο θεραπευτικής ταλαιπωρίας όπως την εξήγησε. Στο μόνο σημείο που διέκρινα μια ασάφεια στην μαρτυρία της ΜΕ2 αφορούσε το ζήτημα του κατά πόσο υπήρχαν δεξιά ή αριστερά του δρόμου δέντρα αναφέροντας στην αρχή ότι δεν θυμάται και σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της ότι τα δέντρα που υπήρχαν δεν ήταν μεγάλα, αλλά καλλωπιστικά. Παρόλα αυτά, δεν κρίνω ότι αυτό ανατρέπει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της αναφορικά με το πως κινήθηκε η ίδια με το όχημα της πριν την σύγκρουση με το όχημα της Εναγόμενης και των όσων ανευρέθηκαν επί σκηνής. VI.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ3:- Παρά την υποβολή από κοινού παραδεκτών γεγονότων αναφορικά με τις σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία της Ενάγουσας με το Έγγραφο Β', το Δικαστήριο θα προχωρήσει σε σύντομη αξιολόγηση των ευρημάτων του ΜΕ3 προς τον σκοπό εξαγωγής συμπερασμάτων ως προς τον πόνο και ταλαιπωρία και την ενδεχόμενη διάρκεια που υπέστηκε η Ενάγουσα ως αποτέλεσμα του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος, ώστε να καθορίσει το ποσό αποζημίωσης που δικαιούται σε περίπτωση που καταλογίσει στην Εναγόμενη ευθύνη για αμέλεια πλήρη ή μερική ή και εν πάση περιπτώσει αν η Εναγόμενη δεν κριθεί ότι φέρει ευθύνη για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης. Ο ΜΕ3 έκανε θετικότατη εντύπωση στο Δικαστήριο με τις απαντήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο απαντώντας όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν χωρίς ασάφεια ειδικότερα κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Επεξήγησε ξεκάθαρα τις συνέπειες των τραυμάτων που προκλήθηκαν στην Ενάγουσα, αλλά και τις ενδεχόμενες συνέπειες που αυτά θα μπορούσαν να έχουν μελλοντικά. Στο θέμα αυτό γίνεται ιδιαίτερη αναφορά, καθότι στα παραδεκτά γεγονότα του Εγγράφου Β' γίνεται αναφορά στο είδος των τραυμάτων και όχι στην διάρκεια που αυτά ενδεχόμενα να ταλαιπώρησαν την Ενάγουσα, εκτός από την ανάγκη αυτή να φέρει αυχενικό κολλάρο για 1 μήνα. Στην αντεξέταση του ο ΜΕ3 κατόπιν επιμονής προς τον σκοπό διασάφησης του χρόνου πλήρους αποθεραπείας της Ενάγουσας από τον συνήγορο της Εναγόμενης υποβάλλοντας του ότι ο μέγιστος χρόνος ήταν ο 1 μήνας, εξήγησε ότι όταν υπάρξουν τραυματισμοί της φύσης που υπέστηκε η Ενάγουσα από το επίδικο τροχαίο δυστύχημα, τίποτα δεν γίνεται όπως ήταν πριν και ότι ο 1 μήνας ήταν ο μήνας θεραπείας και όχι κατά ανάγκη της πλήρους αποκατάστασης, καθότι οι συνέπειες μπορούν να συνεχίσουν και σε μεταγενέστερο χρόνο, κάτι που ισχυρίστηκε και η ίδια η Ενάγουσα ότι συνέχιζε να ταλαιπωρείται για 2 με 3 μήνες μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Όπως εξήγησε ο ΜΕ3, η Ενάγουσα πιθανόν να μην είναι στην κατηγορία των προσώπων των οποίων επιδεινώθηκε η κλινική τους εικόνα ένεκα των οστεοαρθρικών αλλοιώσεων στους αυχενικούς σπονδύλους, ενώ παραδέχθηκε ότι τα έντονα συμπτώματα πιθανόν να μην συνέχισαν εξαιτίας του ότι μετά τις 16/12/2013 δεν τον επισκέφθηκε ξανά η Ενάγουσα, αν και ανέφερε ότι μπορεί κάποιος ασθενής να μάθει να τα ανέχεται για περισσότερο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια όπως έχει ήδη αναφερθεί η μαρτυρία του ΜΕ3 αναφορικά με την μορφή των τραυμάτων και της έντασής τους στην Ενάγουσα γίνεται από το Δικαστήριο δεκτή στην ολότητά της στα πλαίσια βέβαια των παραμέτρων που καθόρισαν ως μόνα τέτοια τα παραδεκτά γεγονότα του Εγγράφου Β'. Εξ' άλλου στον ΜΕ3 δεν προβλήθηκε η οποιαδήποτε αντίθετη θέση περί της κλινικής του εξέτασης και ευρημάτων του ή παρατέθηκε η οποιαδήποτε άλλη αντίθετη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει. VI. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ:- Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος, με όσα αντικειμενικά σημειώθηκαν στο σχεδιαγράφημα της σκηνής-τεκμήριο 1, με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί και κυρίως σε σχέση με το σημείο συγκρούσεως και τις ζημιές που προκλήθηκαν μετά και την αξιολόγηση των μαρτύρων αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης, αλλά και ενόψει των όσων έχω κρίνει να έχουν συμβεί, καταδειχθεί, συνυπολογίζοντας τα κατατιθέμενα τεκμήρια και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα του Δικαστηρίου: · Στις 14/11/2013 και ώρα 15:00 η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] στην οδό Α. στην Λεμεσό με κατεύθυνση προς την οδό Δ. Χ.. · Περίπου 20 μέτρα πριν το όχημα [ ] φθάσει στο «αλτ» της συμβολής των δύο οδών, το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] με οδηγό την Εναγόμενη έστριψε δεξιά στην οδό Α. ερχόμενη από την οδό Δ. Χ. κτυπώντας στην λίνια του πεζοδρομίου της συμβολής των δύο οδών με τον αριστερό τροχό του οχήματός, έχασε τον έλεγχό του κινούμενη δεξιότερα προς την κατεύθυνση που κινείτο το όχημα [ ] στην λωρίδα κυκλοφορίας του, με αποτέλεσμα περίπου 15 μέτρα πριν το «αλτ» να συγκρουστεί με το μπροστινό δεξί μέρος του με την αριστερή πλευρά του οχήματος της Ενάγουσας. · Εκ της συγκρούσεως, το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] κινήθηκε δεξιά και αριστερά για ακόμη περίπου 13 μέτρα και ακινητοποιήθηκε, ενώ το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] ακινητοποιήθηκε διαγώνια στην λωρίδα κυκλοφορίας του οχήματος [ ] πίσω από το σημείο σύγκρουσης. · Εκ του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος το όχημα [ ] υπέστηκε ζημιές στο μπροστινό δεξί φτερό, στη γωνιά του προφυλακτήρα, στο φανάρι, καθώς και ζημιά από την πρόσκρουση στον αριστερό μπροστινό τροχό και «ρίμς», ενώ το όχημα [ ] υπέστηκε ζημιές στην πόρτα του οδηγού και στο πισινό δεξί φτερό. · Η Ενάγουσα έφερε ζώνη ασφαλείας. · Η Ενάγουσα συνεπεία του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γ.Ν. Λεμεσού. · Η εξέταση της Ενάγουσας έδειξε ήπια ευαισθησία αυχενική μοίρας σπονδυλικής στήλης, κεφαλαιμάτωμα τριχωτού κεφαλής διαμέτρου 3cm περίπου, δεν καταδείχθηκαν οστικές κακώσεις με τον ακτινολογικό έλεγχο, αλλά ούτε και παθολογικά ευρήματα στην αξονική τομογραφία του αυχένα. · Η Ενάγουσα εισήχθη στη Χειρουργική κλινική για παρακολούθηση με διάγνωση εγκεφαλικής διάσεισης, όπου και εκτιμήθηκε από Ορθοπεδικό για άλγος άνω άκρου και αυχένα, ενώ τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο. · Η μετατραυματική πορεία της Ενάγουσας ήταν ομαλή και έλαβε εξιτήριο στις 16/11/2013 με οδηγίες για παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία των ορθοπεδικών, συγκεκριμένα μετά από 36 ώρες. · Περαιτέρω, η Ενάγουσα υπέστηκε τους τραυματισμούς που περιγράφονται στην από κοινού δήλωση παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκε ως Έγγραφο Β', καθώς και ειδικές ζημιές εκ €2.162 που έγιναν αντικείμενο σχετικής δήλωσης στο Δικαστήριο, όπως αναφέρονται σε προηγούμενο μέρος της απόφασης. · Βρίσκω επίσης ότι η Ενάγουσα εξακολουθούσε να ταλαιπωρείται από πόνο στον αυχένα, κεφαλαλγία και ζαλάδες για χρονικό διάστημα περίπου 2 μηνών μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, ενώ τον πρώτο μήνα η θεραπευτική ταλαιπωρία που υπέστηκε ήταν εντονότερη. VII. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ:- Η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ 475. Όπως έχει χαρακτηριστικά νομολογηθεί στην Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ 420: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους. Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.». Στην Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ 345 λέχθηκαν τα κάτωθι χαρακτηριστικά αναφορικά με το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις όσων χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο (τονισμός φράσεων δικός μου): «Όπως διαφαίνεται από τις αποφάσεις στις οποίες έχει αναφερθεί ο δικηγόρος του εφεσείοντα και, γενικότερα, από τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό της αμέλειας, το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.». Στην Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ, ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12, απόφαση ημερομηνίας 27.6.2018 συνοψίστηκαν οι αρχές με τις οποίες κρίνονται οι υποθέσεις οδικής αμέλειας ως εξής (υπογραμμίσεις δικές μου): «Ως προς το ζήτημα της κατανομής της ευθύνης είναι γνωστό ότι η αμέλεια, νομική έννοια, στην πράξη εξαντλείται στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική και εμπειρία. Η αμέλεια δεν είναι μετρήσιμη με απόλυτους αριθμητικούς υπολογισμούς, αλλά είναι ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Όπως έχει λεχθεί, μεταξύ πολλών άλλων αποφάσεων, στην Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός με γνώμονα το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα συνετό οδηγό. Η επιμέλεια και η επίδειξη της δέουσας προσοχής κατά την οδήγηση εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του κινδύνου που δημιουργήθηκε. Και όπως ο οδηγός έχει υποχρέωση να ελέγχει και να οδηγεί κατά συνετό τρόπο το όχημα του, έτσι και ο άλλος οδηγός ή πεζός, κατά περίπτωση, υπέχει συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνει μέτρα προς αυτοπροστασία του με την επίδειξη ανάλογης επιμέλειας. Όπως έχει λεχθεί στη Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας. Δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποσείσει εκ προοιμίου το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας που φέρει ο εναγόμενος. Η κατανομή ευθύνης σύμφωνα επίσης με νομολογία, κρίνεται στη βάση της υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας των εμπλεκομένων με αναφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Η συμβολή εκάστου στην πρόκληση της ζημιάς συναρτάται με τη λογική πρόβλεψη των συνεπειών που ενδεχομένως να προκύψουν όταν υπάρχει απόκλιση από το καθήκον επιμέλειας που αναλογεί σε κάθε ένα από τα μέρη.». Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει παρουσιασθεί στο Δικαστήριο (βλ. Fabrery and Another v. Demetriou
(1976)1 C.L.R.1). Τέλος, τονίζεται ότι σε υποθέσεις αμέλειας, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια από μέρους του όποιου Εναγόμενου και σε περίπτωση που καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, τότε θα πρέπει να εξετάσει εάν ο Ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Στον καταμερισμό ευθύνης μεταξύ δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών, της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. Χαραλάμπους ν. Στυλιανού,
(1991)1 Α.Α.Δ. 284). VIII. ΚΡΙΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ:- Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος με οδηγούν στο εύρημα ότι υπήρξε αμέλεια από πλευράς της Εναγόμενης οδηγού του οχήματος [ ], η οποία δεν επίδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, καθότι την ημερομηνία και ώρα που επισυνέβηκε το επίδικο τροχαίο δυστύχημα ερχόμενη από την οδό Δ. Χ. στην Λεμεσό στρίβοντας δεξιά στην οδό Α., προφανώς μη εκτιμώντας ορθά την πορεία του οχήματός της έπιασε ανοικτότερα την στροφή με αποτέλεσμα να κτυπήσει στην λίνια του πεζοδρομίου στην συμβολή των δύο οδών με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος και να κινηθεί δεξιά και να συγκρουστεί στην δεξιά πλευρά του οχήματος [ ] της Ενάγουσας, η οποία κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της, κάτι που προκάλεσε τον τραυματισμό της, αλλά και υλικές ζημιές. Περαιτέρω, κρίνω ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η Ενάγουσα δεν έχει επιδείξει την οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια στο επίδικο τροχαίο ατύχημα για να καταμεριστεί το ποσοστό της ευθύνης με το να μην λάβει μέτρα αυτοπροστασίας, καθότι όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο από την στιγμή που η Ενάγουσα διαπίστωσε ότι η Εναγόμενη προσέκρουσε στην λίνια του πεζοδρομίου στην συμβολή των οδών Δ. Χ. και Α., με δεδομένο ότι η πορεία του οχήματός της [ ]ήταν προ του «αλτ» και του οχήματος [ ] ήταν αντίθετη με αυτή, αλλά και του ξαφνικού του συμβάντος, δεν κρίνω ότι υπήρχε αρκετός χρόνος αντίδρασης από πλευράς της για να αποφύγει την σύγκρουση, ώστε να της καταλογιστεί η οποιαδήποτε ευθύνη, την οποία καταλογίζω πλήρως στην Εναγόμενη οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ]. Τόσο οι ζημιές στο όχημα της Ενάγουσας, όσο και οι τραυματισμοί που αυτή υπέστηκε αποδίδονται στην αποκλειστική ευθύνη της Εναγόμενης εκ του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου προδιαγράφει και την επιτυχή κατάληξη της αγωγής της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης. Συνεπώς προχωρώ στον υπολογισμό των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων στην βάση τόσο των ευρημάτων μου, αλλά και των όσων έγιναν παραδεκτά με δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων. Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει τόσο να δικογραφούνται ειδικώς, όσο και να αποδεικνύονται αυστηρά (βλ. Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 6871). Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με την από κοινού δήλωση ειδικών ζημιών στις οποίες προέβηκαν οι δύο πλευρές γίνεται παραδεκτό ότι αυτές ανέρχονται στο ποσό των €2.162-, το οποίο και επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας. Αναφορικά με το θέμα των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται η Ενάγουσα για τον πόνο και ταλαιπωρία επισημαίνω ότι σύμφωνα με τις κείμενες νομολογιακές αρχές οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντος (βλ. Ioannou & Paraskevaides (Overseas) Ltd and Other v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 719) και πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές (βλ. Δ. Κουμπαρή κ.ά. ν. Δ. Χρίστου Φατρή
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 921), όμως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποπειράται να επιδικάσει αποζημιώσεις για το πλήρες ποσό ή να προβεί σε τέλεια χρηματική αποκατάσταση (βλ. Paraskevopoulos v. Georghiou
(1970)1 C.L.R. 118). Η τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας για τη χορήγηση αποζημιώσεων σε υποθέσεις πρόκλησης σωματικών βλαβών, δεν θα πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης για όλους τους διαδίκους αποζημίωσης (Αρετούλα Μερακλή κ.α. ν. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 ΑΑΔ 1148). Όπως έχει νομολογηθεί, προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο αλλά παρέχουν καθοδήγηση γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία, ενώ στα πλαίσια καθορισμού αυτών λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (βλ. G & L Calibers Ltd ν. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948). Περαιτέρω, στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του τραυματισθέντα χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Ανδρέου ν. Θεμιστοκλέους
(2004)1 Α.Α.Δ. 355). Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων καθίσταται περισσότερο άσκηση διακριτικής ευχέρειας παρά συνηθισμένη πράξη λήψης απόφασης (Ανδρέου v. Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1501). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με παρέπεμψαν στις τελικές τους αγορεύσεις σε κάποιες αποφάσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους αναφορικά με το ποσό των αποζημιώσεων που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει στην Ενάγουσα αν η αγωγή της είναι επιτυχής. Εκ της δηλώσεως των παραδεκτών γεγονότων Έγγραφο Β' η Ενάγουσα εκ του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος έχει υποστεί μόνο διάστρεμμα αυχένα, κάκωση της κεφαλής-καρούμπαλο, εγκεφαλική διάσειση ελαφράς μορφής, αίσθηση περιτραυματικής αμνησίας, είχε πόνο στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, πόνο στο μικρό δάκτυλο του αριστερού χεριού, η κινητικότητα της αυχενικής μοίρας στις ακραίες κινήσεις ήταν επώδυνη, είχε κεφαλαλγία, ζάλη, ναυτία, έκανε χρήση αυχενικού κολλάρου για 1 μήνα, έλαβε φαρμακευτική αγωγή παυσίπονων και χαλαρωτικών φαρμάκων για περίπου 15 ημέρες, υπεβλήθη σε ακτινογραφία, καθώς και σε 15 φυσιοθεραπείες. Επίσης ως το εύρημα του Δικαστηρίου οι ενοχλήσεις στον αυχένα, η κεφαλαλγία και η ζάλη αν και σε μικρότερη ένταση συνεχίστηκαν και μετά τον πρώτο μήνα από το επίδικο τροχαίο δυστύχημα για μια περίοδο ακόμη ενός μηνός περίπου. Η αποθεραπεία της Ενάγουσας ήταν ομαλή και πλήρης. Δεν παρατέθηκε στην προσκομισθείσα μαρτυρία η ηλικία της Ενάγουσας, εκτός από το ότι αφυπηρέτησε 5 έτη πριν από το όριο αφυπηρέτησης των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και από τα όσα μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει για αυτή εκ της φυσικής της παρουσίας στο εδώλιο του μάρτυρα. Προς τον σκοπό αυτό ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένες υποθέσεις με παρόμοιους πάνω κάτω τραυματισμούς επαναλαμβάνοντας ακόμη μια φορά την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και τις όσες νομικές αρχές υπολογισμού των αποζημιώσεων παρατέθηκαν πιο πάνω. Στην J. Harmsworth v. Salamis Glory κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1617 (Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Ναυτοδικείου: 79/02, 80/02, 81/02 και 82/02) το Ναυτοδικείο επιδίκασε στην Ενάγουσα στην αγωγή 81/02 ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των Λ.Κ.2.500,00 συνεπεία πτώσης στο κενό σε ανελκυστήρα κρουαζιερόπλοιου, όταν και υπέστηκε διάστρεμμα αυχένα και οσφύος, αιμάτωμα αριστερού μηρού και ευαισθησία στην κοιλιακή χώρα κατά την πίεση, με περιορισμένες και επώδυνες κινήσεις του αυχένα και της οσφύος και μυϊκό σπασμό. Η Ενάγουσα έφερε αυχενικό κολάρο και έλαβε αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ενώ υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία και παρακολουθείτο, καθότι ανέπτυξε μετατραυματικό άγχος. Στην υπόθεση Γρηγόρης Κεζαρίδης ν. Κώστα Κωνσταντίνου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1373 επιδικάσθηκαν στον Ενάγοντα ΛΚ6.000 ως γενικές αποζημιώσεις για σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση αν και χαρακτηρίστηκαν ως πλησιάζουσες στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντος όχι όμως σε βαθμό που να καθιστά την περίπτωση κατάλληλη για παρέμβαση του Εφετείου προς μείωσή τους. Στην υπόθεση Αρετούλλα Μερακλή και άλλος ν. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148, το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε το επιδικασθέν ποσό σε ΛΚ1.500 για θλάση αυχένα και μωλωπισμό του ώμου, όπου εξαιτίας προϋπαρχόντων οστεοαρθρωτικών αλλοιώσεων επιδεινώθηκαν οι επώδυνες κακώσεις των μαλακών μορίων. Στην περίπτωση αυτή ο εφεσίβλητος αποθεραπεύθηκε πλήρως σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη συνήθη περίοδο που χρειάζεται για αποθεραπεία παρόμοιων κακώσεων. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αβραάμ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441 ο Ενάγοντας υπέστηκε διάστρεμμα αυχένα και τραύμα στη κεφαλή που προκάλεσε εγκεφαλική διάσειση και ανάπτυξη μετατραυματικού συνδρόμου, καθώς και παροδική απώλεια συνειδήσεως. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που επιδικάσε το ποσό των ΛΚ2.500 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων παρατηρώντας ταυτόχρονα ότι η επιδίκαση του ποσού αυτού περιείχε στοιχεία γενναιοδωρίας. Στην υπόθεση Moustafa Ahmad Abdulkader v. Χρίστος Σωτηρίου, Πολ. Έφεση 187/11, απόφαση ημ. 30/03/2017, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στην τελική του αγόρευση, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το ποσό των €3,500- που το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε στον Ενάγοντα ως γενικές αποζημιώσεις για συμπτώματα εγκεφαλικής διάσεισης με ζάλη, ναυτία, κεφαλαλγία, εκχυμώσεις και εκδορές στον αριστερό ώμο, δεξιό αντιβραχίονα, δεξιά άκρα χείρα και δεξιό γόνατο, δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Υπέστη, περαιτέρω, πόνο και ταλαιπωρία συνεπεία των πιο πάνω τραυμάτων για δύο περίπου βδομάδες, περίοδο κατά την οποία έφερε κολάρο στον αυχένα και έλαβε αναρρωτική άδεια για 10 ημέρες. Επίσης είχε νοσηλευτεί στο νοσοκομείο για 2 ημέρες από 23.4.2003-25.4.
- Υπό το φως των πιο πάνω και στην βάση των ευρημάτων μου, αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση των τραυματισμών που έχει υποστεί η Ενάγουσα, τη χρονική έκταση του πόνου και της ταλαιπωρίας που έχει υποστεί, την ανοδική τάση στον υπολογισμό αποζημιώσεων, καθώς επίσης και τις προηγούμενες αποφάσεις από τις οποίες μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση και τη μείωση της αξίας του χρήματος, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των Ευρώ 4.500,00 θα ήταν λογικό και δίκαιο για να αποζημιώσει την Ενάγουσα για τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτή υπέστη συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Η επιδίκαση τόκου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστήριο είναι ξεκάθαρη επί του ζητήματος αυτού (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Λοΐζος Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ 1246), Ο τρόπος προώθησης μιας αγωγής προς εκδίκαση είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Ειδικότερα, ο χρόνος καταχώρισης της αγωγής σε σχέση με τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος λαμβάνεται υπόψιν, και τυχόν καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται Χρυσάνθου κ.α. v. Φραντζή
(2010)1 ΑΑΔ
- Στην παρούσα υπόθεση αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε στις 14/11/2013, ενώ το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 18/07/
- Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και εκ της μελέτης του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου δεν κρίνω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αγωγής. Συνεπώς, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος, ήτοι 14/11/
- Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως ακολούθως: (α) €4,500 ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από 14/11/2013 μέχρι εξόφλησης και, (β) €2.162 ως ειδικών αποζημιώσεων με νόμιμο τόκο από 14/11/2013 μέχρι εξόφλησης μειωμένου όμως κατά το ήμισυ. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.).......... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο