← Κύπρος

T. P. M. LIMITED κ.α. ν. Μ. Γ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2524/20, 20/10/2022

T. P. M. LIMITED κ.α. ν. Μ. Γ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2524/20, 20/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χ-Μ. Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2524/20 Μεταξύ: T. P. M. LIMITED, από τη Λευκωσία Ενάγοντες και

  1. Μ. Γ., από τη Λεμεσό
  2. Μ. Ζ., από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------------- (Αίτηση ημ. 17/05/2022 των Εναγόντων/Αιτητών για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Υπεράσπισης των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση) Ημερομηνία: 20/10/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτήτες: κ.κ. Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ.κ. Α. Σαουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή- Η Αίτηση και η Ένσταση: Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ποσό εκ €54.887,16 ως συνολικό οφειλόμενο λογαριασμού δανείου του Εναγόμενου 1, το οποίο εγγυήθηκε η Εναγόμενη 2, πλέον τόκους, καθώς και διάταγμα εκποίησης υποθήκης επί ακινήτου που παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν διάφορούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν, εκτός από όσους σχετίζονται με το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες παραγράφων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η Κλήση για Οδηγίες Εναγόντων/Αιτητών καταχωρήθηκε στις 20/09/21 στο Παράρτημα της οποίας υπό αίτημα 1 («Λεπτομέρειες») ζητούνται περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ως το περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 17/09/21, αντίγραφο της οποίας και επισυνάπτουν. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν τις παραγράφους 3, 4, 5 και 8 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ειδικότερα ζητούνται λεπτομέρειες ως προς ποια ήταν τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό δεν παρέθεσαν και απέκρυψαν οι Ενάγοντες από τους Εναγόμενους με σκοπό τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, καθώς και ποιο ή ποια ήταν τα πρόσωπα που ενήργησαν με τον τρόπο αυτό εκ μέρους των Εναγόντων και πότε. Περαιτέρω, αναφορικά με τις ίδιες παραγράφους, ζητούνται να παρατεθούν οι ισχυρισμοί γεγονότων στους οποίους στηρίζονται οι Εναγόμενοι προβάλλοντας ότι η συμφωνία δανείου και/ή οι τροποποιητικές συμφωνίες αποτελούν προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή αθέμιτης πίεσης των Εναγόντων και/ή ότι οι Ενάγοντες ανάγκασαν και/ή πίεσαν και/ή επέβαλαν στους Εναγόμενους να προβούν στην επίδικη συμφωνία, καθώς και να παραθέσουν ποιο ή ποια πρόσωπα ενήργησαν με τον τρόπο αυτό και/ή αμελώς και/ή δόλια και/ή ποιο ή ποια πρόσωπα προέβησαν σε παραπλανητικές και/ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των Εναγόντων και πότε. Ως προς την παράγραφο 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ζητούνται λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς γεγονότων που στηρίζονται οι Εναγόμενοι ότι οι επίδικες υποθήκες είναι επαχθείς και/ή άδικες και/ή καταχρηστικές και/ή άκυρες και/ή ακυρώσιμες και/ή αντινομικές και/ή παραβιάζουν τις πρόνοιες του περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου και/ή κανονισμών, καθώς και να αναφέρουν τους κανονισμούς και τις πρόνοιες του περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου για τους οποίους υπάρχει ισχυρισμός ότι παραβιάστηκαν. Ως προς την παράγραφο 21 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ζητούνται λεπτομέρειες αναφορικά με το σε τι συνίστανται οι παράνομες και/ή αυθαίρετες και/ή καταχρηστικές και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις τόκου και/ή τόκου υπερημερίας και/ή επιβαρύνσεις και/ή ανατοκισμός και/ή ο παράνομος και/ή αυθαίρετος υπολογισμός τόκου, καθώς και ποια είναι τα ποσά και/ή χρεώσεις που αμφισβητούν οι Εναγόμενοι και σε ποιο ποσό συμποσούνται. Ως προς την παράγραφο 22 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ζητούνται λεπτομέρειες αναφορικά με τα γεγονότα στα οποία βασίζεται ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε αντισυμβατικές και/ή παράνομες και/ή καταχρηστικές και/ή ετσιθελικές ενέργειες κατά παράβαση των νόμων και/ή των κανονισμών και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και σε ποιους νόμους και/ή κανονισμούς και/ή οδηγίες αναφέρονται οι Εναγόμενοι και ποιες διατάξεις αυτοί ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν. Σε άλλα αιτητικά της υπό κρίση αίτησης οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν διάταγμα για αυτόματη διαγραφή (strike out) της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 ή του μέρους της που σχετίζεται με τις αιτούμενες λεπτομέρειες αν οι αυτοί δεν συμμορφωθούν με τυχόν διάταγμα του Δικαστηρίου και διαζευκτικά Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα εμποδίζονται και δεν θα μπορούν να προσκομίσουν μαρτυρία και/ή να προωθήσουν κατά την ακροαματική διαδικασία αναφορικά με οποιαδήποτε από τα γεγονότα ή ισχυρισμούς στις οποίες οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν. H υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων στις Δ.19 Θ. 4, Θ. 6, Θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του δικηγόρου Ι. Μ. («Ι.Μ.»). Όπως προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση Ι.Μ. οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέφυγαν να συγκεκριμενοποιήσουν τους ισχυρισμούς τους στις παραγράφους για τις οποίες ζητούνται οι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα αυτοί να παραμένουν αόριστοι, γενικοί και ασαφείς, κάτι που τους ανάγκασε να ζητήσουν από τους Εναγόμενους με επιστολή ημερ. 17/09/21 τις λεπτομέρειες αυτές, κάτι που έπραξαν και με στο Παράρτημα της Κλήσης Οδηγιών ημερ. 20/09/21, οι οποίες όμως δεν τους δόθηκαν. Όπως κρίνουν οι Ενάγοντες/Αιτητές, τα όσα προβάλλουν οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση στις παραγράφους της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους θα πρέπει να διευκρινιστούν, ώστε να γνωρίζουν οι Ενάγοντες/Αιτητές τι έχουν να αντιμετωπίσουν κατά την ακροαματική διαδικασία, σε αντίθετη περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταληφθούν εξ απήνης, αφού δεν μπορούν να γνωρίζουν για ποιες χρεώσεις, ποια ουσιώδη γεγονότα ή ισχυρισμούς γεγονότων βασίζουν τις θέσεις τους οι Εναγόμενοι. Αυτό δεν αποτελεί αλίευση μαρτυρίας σύμφωνα με τον Ι.Μ. Τα ίδια ισχύουν αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας, ακυρότητας και παρανομίας για τις επίδικες υποθήκες, όπως και αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί απόκρυψης γεγονότων, άσκησης αθέμιτης πίεσης και οικονομικού εξαναγκασμού. Σε αντίθετη περίπτωση που δεν δοθούν οι αιτούμενες λεπτομέρειες η θέση των Εναγόντων/Αιτητών θα επηρεαστεί δυσμενώς και ανεπανόρθωτα. Στον αντίποδα, στην Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασης, η πλευρά των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση προβάλλει τρείς λόγους ένστασης για τους οποίους η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ο πρώτος είναι γενικής φύσεως, ήτοι ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης, με τον δεύτερο προβάλλεται ότι η υπό κρίση αίτηση είναι πρόωρη, αφού γίνεται πριν οι Ενάγοντες προβούν σε αποκάλυψη εγγράφων και οι Εναγόμενοι επιθεωρήσουν αυτά και με τον τρίτο λόγο ένστασης εγείρεται ζήτημα καταχρηστικότητας και προώθησης αλλότριων σκοπών όπως η αλίευση μαρτυρίας. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση, ο Εναγόμενος 1 προβάλλει ότι στόχος της υπό κρίση αίτησης είναι η αλίευση μαρτυρίας και πως η Υπεράσπιση εμπεριέχει όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες. Προβάλει δε, ότι σε σχέση με το ζήτημα του τόκου οι λεπτομέρειες παρανομίας και καταχρηστικότητος εμπεριέχονται σε άλλη παράγραφο της Υπεράσπισης, όπως επίσης και οι λεπτομέρειες και το υπόβαθρο της ακυρότητας των επίδικων υποθηκών, ενώ θεωρεί ότι με τα όσα έχουν δικογραφηθεί στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση γίνεται ικανοποιητική αναφορά στις ουσιώδεις θέσεις των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, ώστε οι Ενάγοντες/Αιτητές να γνωρίζουν το τι θα υποστηριχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Όπως υποστηρίζει ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση, η μη αναφορά των ονομάτων προσώπων δεν θα θέσει προ εκπλήξεως τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση κατά την δίκη. Το Δικαστήριο εκ καθηκόντως θα εξετάσει το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της υπό κρίση αίτησης, όπως και όσους λόγους ένστασης τυγχάνουν εξειδίκευσης στην ένσταση των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση συμφώνως των κείμενων νομολογιακών αρχών (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη,

(2011)1 Α.Α.Δ. 825, Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92). Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο αρκετά υποβοηθητικές γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες όμως δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ειδικώς. Νομική πτυχή και ευρήματα Δικαστηρίου: Σύμφωνα με την Δ.19, Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, «Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνο, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που καταχωρεί το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα θα πρέπει να υπογράφονται από τον δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή αν υπερασπίζεται προσωπικά.». Συμφώνως με την Δ.19, Θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, "a further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just.", ενώ σύμφωνα με την Δ.19, Θ. 7, "Before applying for an order for particulars a party may apply for them by letter. The costs of the letter and of any particulars delivered pursuant thereto shall be allowed on taxation. In dealing with the costs of any application for an order for particulars, the provisions of this Rule shall be taken into consideration by the Court or Judge.". Σκοπός των αιτήσεων για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών είναι η αποκάλυψη από την άλλη πλευρά της υπόθεσής της, ώστε να παρουσιαστούν όσο το δυνατόν περισσότερα γεγονότα σε σχέση με το τι θα υποστηρίξει κατά την ακρόαση της υπόθεσης και με αυτό τον τρόπο θα δεσμευτεί αναφορικά με την εκδοχή που προτίθεται να προβάλει (βλ. Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12th edition, σελ. 112). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Δίας ν. Χατζηκώστα,
(1990)1 Α.Α.Δ. 244: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μία τέτοια διασάφηση γεγονότων υπαγορεύεται από διαφόρους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς για τη φύση της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της εκπλήξεως κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξης ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά». Σύμφωνα με το Annual Practice 1970, σελ. 260, ο σκοπός των λεπτομερειών είναι να πληροφορηθεί η άλλη πλευρά αναφορικά με την φύση της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει κατ' αντιδιαστολή με τον τρόπο που αυτή η υπόθεση θα αποδειχθεί. Όπως έχει νομολογηθεί, η μαρτυρία δεν αποτελεί αντικείμενο των έγγραφων προτάσεων και αν οι λεπτομέρειες που επιχειρείται να δοθούν σκοπό έχουν να γίνει αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα τις υποστηρίζει δεν θα είναι παραδεκτό να δοθούν (βλ. Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992), 1 Α.Α.Δ. 1146). Όμως όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 461: "But where the information asked is clearly necessary to enable the applicant properly to prepare for trial, on in other respects the application is a proper one, the information must be given, even though it discloses some portion of the evidence on which the other party proposes to rely at the trial." Όπως παρατίθεται στο σύγγραμμα Bullen and Leake (βλ. ανωτέρω), στην σελ. 114: "Such application should ordinarily be made on, and not before the summons for directions or by notice under such summons.". Περαιτέρω, όπως εξηγείται στο Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 30, par. 63, "Before applying for particulars by summons or notice a party should apply for them by letter. Failure to apply by letter may result in an order for payment of costs of an application for them by summons.". Τέτοια υποχρέωση για παροχή λεπτομερειών δεν υφίσταται όταν το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος το φέρει η πλευρά, η οποία αναζητά τις λεπτομέρειες, καθότι δεν αποτελεί υποχρέωση της άλλης πλευράς να δώσει στοιχεία για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς αυτής που τις αναζητά και φέρει το βάρος απόδειξής τους (βλ. Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991), 1 Α.Α.Δ., 793). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κρις (Χρίστος) Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ., 721: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Tα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο.». Στο Annual Practice 1958, σελ. 446 υπό το σχετικό τίτλο «Facts, not Law», αναφέρεται ότι στα δικόγραφα πρέπει να γίνονται ισχυρισμοί γεγονότων τα οποία ο διάδικος θεωρεί ουσιώδη για την υπόθεσή του και όχι νομοθεσία ή μαρτυρία προς απόδειξη γεγονότων. Εν σχέση με την διάκριση μεταξύ νομικής επιχειρηματολογίας και πραγματικών ισχυρισμών που πρέπει να παρατίθενται στα δικόγραφα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστρατίου (άλλως Τάκη) Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ., 669: «Η άποψη του πρωτόδικου δικαστή, πως ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι δηλαδή η συμφωνία ήτο εξ υπαρχής άκυρη, είναι νομικό ζήτημα, είναι εσφαλμένη. Έχουμε τη γνώμη πως όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικογράφημα ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικογράφημα. Είναι επιβεβλημένο λ.χ. να αναφέρονται τα γεγονότα βάσει των οποίων προβάλλεται ισχυρισμός πως οι προϋποθέσεις του νόμου για τον έγκυρο καταρτισμό μιας διαθήκης δεν έχουν τηρηθεί. Συνεπώς, και στην υπόθεσή μας, εφόσον προτείνεται πως η σύμβαση ήταν εξ υπαρχής άκυρη, είναι αναγκαία η αναφορά στα πραγματικά γεγονότα που, κατά τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου επέφεραν αυτό το νομικό αποτέλεσμα. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικογραφήματα, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικογραφήματα. Ότι είπαμε αμέσως πιο πάνω εφαρμόζεται και στο διαζευκτικό ισχυρισμό της 3ης παραγράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης "και/ή ακυρώθη εκ των υστέρων.". Αναφορικά με την 4η παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, είναι έκδηλο πως οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν σε γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζει η εφεσείουσα για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεσή της στο Δικαστήριο με μαρτυρία, αν έχει, για να τα απαντήσει. Η έφεση γίνεται αποδεκτή. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται.». Αναφορικά με την αποκάλυψη ονομάτων των μαρτύρων στον σχετικό τίτλο του Annual Practice 1958, σελ. 461 αναφέρεται ότι αν ο μοναδικός σκοπός της κλήσης είναι η εξασφάλιση των ονομάτων μαρτύρων ή κάποιο άλλο στοιχείο της μαρτυρίας του άλλου μέρους θα απορριφθεί, όμως αν η πληροφορία που ζητείται είναι απαραίτητη ώστε να καταστήσει τον αιτητή ικανό να προετοιμαστεί για τη δίκη ή κατά τα άλλα η αίτηση είναι κατάλληλη, η πληροφορία πρέπει να δίδεται παρά το ότι αποκαλύπτει κάποιο μέρος της μαρτυρίας στην οποία το άλλο μέρος προτίθεται να στηριχθεί. Όπως ενδεικτικά αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 460-462 υπό τον τίτλο "Facts within Applicant's own Knowledge"-, "It is sometimes urged as an objection to an application for particulars that the applicant must know the true facts of the case better than his opponent.But each party is entitled to know the outline to the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars therefore will be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.". Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd κ.α. ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 αναφέρθηκαν τα εξής: «Πράγματι ένας διάδικος μπορεί να προβάλει ως λόγο ένστασης σε αίτηση για λεπτομέρειες ότι ο αιτητής γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης καλύτερα από τον αντίδικο του (βλ. Harbord v. Monk, 38 L.T. 411, Keogh v. Incorporated Dental Hospital of Ireland
(1910)2 Ir. R. 166 C.A. και Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ. (Αρ. 2) 1
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146). Ωστόσο, όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice 1960, σελ. 461 "ο κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που θα παρουσιάσει ο αντίδικος του εναντίον του και να τον δεσμεύσει οριστικά. Επομένως θα διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών όπου το δικαστήριο ικανοποιείται ότι χωρίς αυτά ο αιτητής δε θα γνωρίζει τί θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του ο αντίδικος του στη δίκη". Στην κρινόμενη περίπτωση από μια απλή ανάγνωση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι εφεσείοντες στο δικόγραφο τους προκύπτει ότι εισάγουν γεγονότα τα οποία δεν φαίνεται να είναι σε γνώση των εφεσιβλήτων-εναγόντων. Πρόσθετα οι τελευταίοι δικαιούνται να γνωρίζουν το περίγραμμα της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσουν. Έπεται πως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο διέταξε την παροχή λεπτομερειών. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι το πρώτο σκέλος του επίδικου διατάγματος αναφέρεται σε παροχή λεπτομερειών για τη "δεύτερη συμφωνία". ΄Οπως υποδεικνύεται στο Annual Practice (πιο πάνω) σελ. 451, σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των μερών της συμφωνίας, και κατά πόσο ήταν προφορική ή γραπτή. Εφόσον οι εφεσείοντες έκαμαν ρητή αναφορά σε συμφωνία το επίδικο διάταγμα για παροχή λεπτομερειών ήταν πλήρως δικαιολογημένο και θέματα που σχετίζονται με το βάρος απόδειξης δεν διαδραματίζουν οποιοδήποτε ρόλο. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί.». Επίσης, χρήσιμη είναι η αναφορά που γίνεται στην σελίδα των Bullen & Leake (βλ. ανωτέρω) σελ. 427 και 428 αναφορικά με το ζήτημα των λεπτομερειών που πρέπει να δικογραφούνται σε περίπτωση δόλου και ψευδούς παράστασης: "Particulars. Full particulars of any misrepresentation relied on must be given in the pleading (R.S.C., ord. 18, r.12
(1)(a. Any charge of fraud or misrepresentation must be pleaded with the utmost particularity (Garden Neptune v. Occidental, above). The statement of claim must show the nature and extent of each alleged misrepresentation (Newport Dry Dock & Engineering Co v. Paynter
(1886)34 Ch. D. 88) and contain particulars showing by whom and to whom it was made, and whether orally or in writing and if in writing, identifying the relevant document (Seligmann v. Young
(1884)W.N. 93)". Αναφορικά με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η υπό κρίση αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που αναφέρονται πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα στον Bullen and Leake, προκύπτει ότι αυτή καταχωρήθηκε σε κατάλληλο στάδιο και όχι πρόωρα. Επίσης, απορριπτέα κρίνεται η θέση που ουσιαστικά εισηγείται ότι έπρεπε πρώτα να προηγηθεί αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, καθότι η αποκάλυψη εγγράφων δεν υποκαθιστά την ανάγκη δικογράφησης ισχυρισμών ή παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω αρχές προχωρώ τώρα στην εξέταση των αιτούμενων διαταγμάτων προς παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. I. Αναφορικά με τις αιτούμενες λεπτομέρειες των παραγράφων 3, 4, 5 και 8: Σε σχέση με το υπό α. του αιτητικού Α
(1)της υπό κρίση αίτησης, ήτοι την παράθεση γεγονότων τα οποία κατ' ισχυρισμό δεν παρέθεσαν και/ή απέκρυψαν οι Ενάγοντες από τους Εναγόμενους με σκοπό την διαστρέβλωση της πραγματικότητας παρατηρώ ότι αυτός αναφέρεται στην παράγραφο 3 (α) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και όχι σε σχέση με τις υπόλοιπες παραγράφους για τις οποίες ζητούνται. Ενόψει των κείμενων νομολογιακών αρχών η παράθεση τέτοιων λεπτομερειών κρίνεται επιβεβλημένη, ώστε να γνωρίζουν οι Ενάγοντες/Αιτητές τί τους καταλογίζει η πλευρά των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση και ότι τέτοιες λεπτομέρειες είναι ουσιώδεις για την προετοιμασία αυτών για την ακροαματική διαδικασία. Η παράθεση τέτοιων λεπτομερειών σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μαρτυρία η οποία θα προσαχθεί στην δίκη από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση. Η παράθεση των λεπτομερειών αναφορικά με το ποιο ή ποια πρόσωπα ενήργησαν με τον τρόπο αυτό εκ μέρους των Εναγόντων δεν έχει να κάνει με την αποκάλυψη μαρτυρίας αναφορικά με την ταυτότητα των μαρτύρων οι οποίοι θα παρουσιαστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Άλλωστε η ετοιμασία καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη στην περίπτωση της αγωγής της κλίμακας της παρούσας και της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει ενόψει των προνοιών της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το αίτημα για την συγκεκριμένη παράθεση των προσώπων έχει να κάνει περισσότερο με το ποιοι εκ μέρους των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση προέβηκαν στις ενέργειες ή παραλείψεις για τις οποίες ζητούνται λεπτομέρειες. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η παράθεση των λεπτομερειών αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό δεν παρατέθηκαν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν με σκοπό την διαστρέβλωση της πραγματικότητας θα είναι αρκετή για να μην καταλάβει εξ απήνης τους Ενάγοντες/Αιτητές κατά την ακροαματική διαδικασία και ότι με αυτή την αποκάλυψη θα είναι αρκετό για τους Ενάγοντες/Αιτητές αναζητήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους σε περίπτωση που κρίνουν σκόπιμο να τους φέρουν να μαρτυρήσουν κατά την ακροαματική διαδικασία ή έστω να προετοιμαστούν δεόντως για αυτή. Ούτε ο χρόνος κρίνεται ως ουσιώδης λεπτομέρεια, αφού χρονικά η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αναφέρεται στο προ των επίδικων συμφωνιών χρονικό διάστημα. Συνεπώς το αιτητικό υπό Α
(1)(α) εγκρίνεται μόνο αναφορικά με την πρώτη του πρόταση και απορρίπτεται αναφορικά με τις ζητούμενες στην δεύτερη πρόταση αυτού λεπτομέρειες. Οι όσες λεπτομέρειες ζητούνται με το αιτητικό υπό Α
(1)(β) της υπό κρίση αίτησης αφορά τις παραγράφους 4 και 8 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις οποίες προβάλλονται ισχυρισμοί περί επίδικων συμφωνιών ως προϊόντων οικονομικού εξαναγκασμού, αθέμιτης πίεσης και επιβολής στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο των παραγράφων αυτών, αλλά και των υπόλοιπων παραγράφων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και κρίνω ότι τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν τις περιστάσεις οικονομικού εξαναγκασμού, αθέμιτης πίεσης και επιβολής δεν δικογραφούνται, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια να γνωρίζουν οι Ενάγοντες/Αιτητές τι ακριβώς τους καταλογίζουν οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση. Οι λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλουν οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση στις υπόλοιπες παραγράφους της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αναφέρονται κυρίως σε κατ' ισχυρισμό παραλείψεις, παραβάσεις νομικών υποχρεώσεων, ψευδείς παραστάσεις, δόλου και απάτης των Εναγόντων/Αιτητών. Άλλωστε, δεν έχω παραπεμφθεί από την πλευρά των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση σε κάποιο σημείο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που να αντικρούει την διαπίστωσή μου αυτή. Κατά συνέπεια οι αιτούμενες περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες όπως ζητούνται στην πρώτη πρόταση του υπό Α
(1)(β) αιτητικού της υπό κρίση αίτησης εγκρίνονται. Αναφορικά με τις αιτούμενες λεπτομέρειες στην δεύτερη πρόταση του αιτητικού υπό Α
(1)(β) για τους λόγους που έχω επεξηγήσει απορρίπτοντας τις ζητούμενες λεπτομέρειες της δεύτερης πρότασης του αιτητικού υπό Α
(1)(α) απορρίπτονται. II. Αναφορικά με τις αιτούμενες λεπτομέρειες της παραγράφου 12: Σε σχέση με τις ζητούμενες λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση περί επαχθών, άδικων, καταχρηστικών, άκυρων, ακυρώσιμων, αντινομικών, παραβιαζουσών τον περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο και κανονισμών, παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι όλα αυτά επεξηγούνται στις παραγράφους 13, 14, 15 και 16 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Εκ του λεκτικού της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης διαπιστώνω ότι γίνονται αναφορές σε ισχυρισμούς ότι οι επίδικες υποθήκες βασίζονται σε εκτιμήσεις που έγιναν δολίως, αμελώς, κατά τρόπο παραπλανητικό με την παράγραφο 13 να άρχεται δια της φράσης «άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης» που προβάλλεται στην παράγραφο 12 για την οποία ζητούνται οι λεπτομέρειες γεγονότων. Επίσης, διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί των παραγράφων 14, 15 και 16 είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τα όσα προβάλλονται στην παράγραφο 14. Συνεπώς, κρίνω ότι αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς γεγονότων οι οποίοι θα πρέπει να παρασχεθούν στην πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών τα όσα τους καταλογίζονται περί επαχθών, άδικων, άκυρων, ακυρώσιμων, αντινομικών επίδικων υποθηκών, όπως επίσης και να θέσουν το υπόβαθρο ισχυρισμών γεγονότων που οδηγούν σε παραβίαση των νομικών υποχρεώσεων σύμφωνα με τον περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο και κανονισμών από τους Ενάγοντες/Αιτητές. Σχετικά με την ανάγκη για δικογράφηση των ουσιωδών γεγονότων, τα οποία επιφέρουν ένα νομικό αποτέλεσμα παραπέμπω στα όσα έχουν νομολογηθεί στην υπόθεση Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστρατίου (άλλως Τάκη) Οικονομίδη (βλ. ανωτέρω), ενώ αναφορικά με την δεύτερη πρόταση των αιτούμενων λεπτομερειών στο αιτητικό υπό Α
(2)(α) κρίνω ότι και αυτή θα πρέπει να εγκριθεί, καθότι η επίκληση του περί Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου και κανονισμών αποτελεί υπερασπιστικό όπλο των Εναγόμενων/Αιτητών, κάτι που το ανάγει σε ουσιώδη ισχυρισμό για το οποίο η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών δικαιούται σε παροχή λεπτομερειών. III. Αναφορικά με τις αιτούμενες λεπτομέρειες της παραγράφου 21: Σε σχέση με τις αιτούμενες λεπτομέρειες για κατ' ισχυρισμό παράνομες, αυθαίρετες, καταχρηστικές, αντισυμβατικές χρεώσεις τόκου ή τόκου υπερημερίας και επιβαρύνσεις, ανατοκισμών και παρανομίας και αυθαιρεσίας στον υπολογισμό του, αλλά και το αίτημα για παράθεση των ποσών και χρεώσεων που αμφισβητούνται παρατηρώ καθ' υπόδειξη των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 ότι γίνεται κάποια αναφορά σε χρεώσεις τόκου, βασικού επιτοκίου, επιπρόσθετων τόκων, τόκων υπερημερίας και άλλων χρεώσεων ως ισχυρισμών περί ακυρότητας όρων των επίδικων συμφωνιών στην παράγραφο 17 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Εκ του λεκτικού της παραγράφου 17 σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στον τόκο κρίνονται αόριστα και ασαφή και δεν παρέχουν στην πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών εκείνο το απαραίτητο νομολογιακά υπόβαθρο γεγονότων, ώστε να μπορούν να αντιτάξουν την δική τους θέση στην ακροαματική διαδικασία. Το ίδιο ισχύει αναφορικά με τους υπόλοιπους δικογραφημένους ισχυρισμούς της παραγράφου 21 της Απάντησης στην Υπεράσπιση για τους οποίους ζητούνται λεπτομέρειες με την πρώτη πρόταση της παραγράφου Α
(3)(α) της υπό κρίση αίτησης. Αναφορικά με τις αιτούμενες λεπτομέρειες της δεύτερης πρότασης του αιτητικού υπό 1
(3)(α), ήτοι για παράθεση των ποσών και χρεώσεων που αμφισβητούνται και σε πόσα αυτά συμποσούνται κρίνω ότι για να προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους γνωρίζουν ήδη το τι τους έχει κατ' ισχυρισμό χρεωθεί παρανόμως και αυθαιρέτως, το οποίο και αμφισβητούν. Συνεπώς, ενόψει της νομολογιακής αρχής ότι στα δικόγραφα θα πρέπει να παρατίθενται σε λογική έκταση λεπτομέρειες των ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων δεν κρίνω ότι το να δοθούν λεπτομέρεις των αμφισβητούμενων χρεώσεων εκλαμβάνεται ως αλίευση μαρτυρίας, αλλά ουσιώδης ισχυρισμός σε λογική έκταση, που δεν θα προκαλέσει την οποιαδήποτε βλάβη στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, αλλά από την άλλη θα καταστήσει την πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών ικανή να αντιμετωπίσει κατά την ακροαματική διαδικασία τα όσα της καταλογίζονται για το ζήτημα αυτό. Ως εκ τούτου το αιτητικό υπό Α
(3)(α) εγκρίνεται στην ολότητά του. IV. Αναφορικά με τις αιτούμενες λεπτομέρειες της παραγράφου 22: Σε σχέση με τις αιτούμενες λεπτομέρειες για καθ' ισχυρισμό αντισυμβατικές, παράνομες, καταχρηστικές, ετσιθελικές ενέργειες κατά παράβαση νόμων, κανονισμών και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας κρίνω ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που υποστηρίζουν ως υπόβαθρο γεγονότων που απολήγουν στις κατ' ισχυρισμό έννομες συνέπειες αυτές ελλείπουν από την παράγραφο αυτή και πως θα πρέπει να παρασχεθούν στους Ενάγοντες/Αιτητές, ώστε αυτοί να γνωρίζουν το τι έχουν να αντιμετωπίσουν στην ακροαματική διαδικασία. Επίσης κρίνω ότι η επίκληση των νόμων, κανονισμών και οδηγιών που παρέχουν την βάση της υπεράσπισης των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ανάγεται σε ουσιώδες υπερασπιστικό όπλο, ήτοι η πηγή της υπερασπιστικής γραμμής, για το οποίο θα πρέπει να παρασχεθούν λεπτομέρειες στην πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών, ώστε αυτοί να γνωρίζουν τί έχουν να αντιμετωπίσουν κατά την ακροαματική διαδικασία. Τα όσα αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων/Αιτητών ως προς το ότι δεν έχουν επεξηγηθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η αναγκαιότητα για παροχή λεπτομερειών ως προς το υπό Α
(4)(α) δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, καθότι στην ένορκη δήλωση του Ι.Μ. γίνεται ευρύτερη αναφορά σε ζητούμενες λεπτομέρειες σύμφωνα με τα όσα περιγράφονται στο υπό Α της υπό κρίση αίτησης, κάτι που υποστηρίζει και το συγκεκριμένο αιτητικό. Κατάληξη: Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω ανωτέρω εκδίδονται διατάγματα ως υπό το Α
(1)(α) πρώτη πρόταση, Α
(1)(β) πρώτη πρόταση, Α
(2)(α), Α
(3)(α) και Α
(4)(α). Οι λεπτομέρειες να παρασχεθούν εντός 45 ημερών από σήμερα. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως το υπό Γ της υπό κρίση αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης ενόψει του ότι προκύπτει πως οι ζητούμενες λεπτομέρειες είχαν ζητηθεί προηγουμένως με επιστολή ημερ. 17/09/21, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, εξετάζοντας το σύνολο των περιστάσεων και ειδικότερα ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση ήγειραν ένσταση επί όλων των ζητηθεισών λεπτομερειών, θεωρώ ότι δεν θα αποκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα μιας δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον των Εναγόμενων/Καθ' ων στο ποσό των €1,050- πλέον Φ.Π.Α. πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (υπ.).............. Χ.Μ. Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.