T. P. M. H. L. ν. Γ. Ι. κ.α., Aρ. Αγωγής: 2357/19, 25/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A244 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2357/19 Μεταξύ: T. P. M. H. L. Εναγόντων και Γ. Ι. Ε. Κ. Εναγόμενων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25.7.2022 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25.10.2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 και 2 - αιτητές: κα Σ. Καρακατσιάνη, για ΑΡΓΕΝΤΟΥΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Γεωργίου, για GIORGOS LANDAS LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι βασικές αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €312.450,47, πλέον τόκοι και έξοδα καθώς και για την έκδοση διατάγματος εκποίησης με δημόσιο πλειστηριασμό, δυο ενυπόθηκων ακινήτων, ιδιοκτησίας και των δυο εναγόμενων, το ένα και του εναγόμενου, το άλλο. Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, σε συντομία είναι τα εξής: Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής « η Τράπεζα») - που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι πώλησε στους ενάγοντες τις πιστωτικές διευκολύνσεις, ανάμεσά τους και οι πιστωτικές διευκολύνσεις που είχε παραχωρήσει στους εναγόμενους -, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 8/2/2008 (στο εξής «επίδικη σύμβαση») παραχώρησε στους εναγόμενους δάνειο, ύψους €285.000 (στο εξής «επίδικο δάνειο»). Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων των εναγόμενων προς την Τράπεζα που απορρέουν από την επίδικη σύμβαση, οι εναγόμενοι, με την υποθήκη Υ4223/2010 υποθήκευσαν, όλο το μερίδιό τους (312/5017) επί ενός ακινήτου στην Π., ενώ ο εναγόμενος, με την υποθήκη Υ1420/2013 υποθήκευσε ακόμη ένα ακίνητό του στο Τ.. Στο εξής, οι εν λόγω υποθήκες θα καλούνται «επίδικες υποθήκες» και όπου είναι αναγκαίο «πρώτη επίδικη υποθήκη» και δεύτερη επίδικη υποθήκη», αντίστοιχα. Επειδή κατά παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης, ο λογαριασμός της παρουσίαζε συστηματικές και επανειλημμένες καθυστερήσεις, η Τράπεζα, σε διάφορες ημερομηνίες απέστειλε στους εναγόμενους επιστολές, με τις οποίες τους καλούσε να τακτοποιήσουν τις καθυστερήσεις και υπερβάσεις τους. Επειδή αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν, η Τράπεζα, ασκώντας τις εξουσίες που τις παρέχει η επίδικη σύμβαση και οι επίδικες υποθήκες, με την επιστολή της προς αυτούς, ημερομηνίας 26/9/2019 τερμάτισε το λογαριασμό της επίδικης σύμβασης και κάλεσε του εναγόμενους να πληρώσουν άμεσα, κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι τελευταίοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή καθώς και ανταπαίτηση εναντίον της Τράπεζας, με την οποία - μεταξύ άλλων - ζητούν τα ακόλουθα: Πρώτο, αναγνωριστική απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση και/ή οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες, λόγω δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης της Τράπεζας προς τους ίδιους και δεύτερο, αναγνωριστική απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση είναι άκυρη εξ υπαρχής, διότι συνάφθηκε παράνομα και/ή παράτυπα. Άνευ βλάβης των εν λόγω θεραπειών και/ή εάν ήθελε αποδειχθεί η σύναψη οποιωνδήποτε δανείων από την Τράπεζα, πρώτο, αναγνωριστική απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση, ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα και/ή έγκυρα, δεύτερο, αναγνωριστική απόφαση και/ή διάταγμα ότι οι ρήτρες επιτοκίου και/ή ρύθμισης επιτοκίου και/ή τρόπου υπολογισμού του τόκου και/ή αύξησης επιτοκίου που περιλαμβάνονται στην επίδικη σύμβαση και στις επίδικες υποθήκες συνιστούν καταχρηστικές ρήτρες τη εννοία του Νόμου και/ή των Ευρωπαϊκών Οδηγιών και/ή Κανονισμών και/ή είναι εξ υπαρχής άκυρες, τρίτο, αναγνωριστική απόφαση και/ή διάταγμα το οποίο να αποφασίζει ότι η Τράπεζα έχει χρεώσει παράνομα και/ή αντισυμβατικά τους λογαριασμούς των εναγόμενων, το ποσό που θα φανεί κατά την ακροαματική διαδικασία, τέταρτο, απόφαση με την οποία να διατάσσεται η Τράπεζα να διαγράψει από το λογαριασμό των εναγόμενων, οποιοδήποτε ποσό αποτελεί παράνομη και/ή αντισυμβατική χρέωση και/ή χρέωση του ισχυριζόμενου λογαριασμού, δυνάμει οποιασδήποτε καταχρηστικής και/ή άκυρης ρήτρας της ισχυριζόμενης επίδικης σύμβασης, ως ειδικές ζημιές και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, παράνομα και/ή αντισυμβατικά χρέωσε η Τράπεζα την ισχυριζόμενη επίδικη σύμβαση από την αρχή μέχρι σήμερα. Οι εναγόμενοι, στις 25/7/2022 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: πρώτο, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και/ή απαγορεύεται η διαδικασία πώλησης του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου, η οποία επιχειρείται με ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ», ημερομηνίας 14.6.2022, η οποία στάλθηκε στον εναγόμενο, δεύτερο, προσωρινό διάταγμα το οποίο να διατάζει τους εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους και/ή οποιοδήποτε ενεργεί εκ μέρους τους και/ή οποιοδήποτε επενδυτικό ταμείο και/ή τους ενάγοντες (T. P. M. H. L.) στους οποίους έχει εκχωρηθεί το επίδικο δάνειο και/ή οι υποθήκες και/ή δάνειο, όπως αναστείλουν και/ή σταματήσουν οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία πώλησης του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου, με οποιουσδήποτε δημόσιους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, στις 9/11/2022 και/ή οποιοδήποτε πλειστηριασμό σε μεταγενέστερη ημερομηνία και/ή με ιδιωτική πώληση και/ή οποιαδήποτε μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου σε οποιοδήποτε πρόσωπο, τρίτο, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται οι νομικές συνέπειες που επιφέρουν οι ειδοποιήσεις «Τύπου «ΙΑ» και/ή «Τύπου ΙΒ», ημερομηνίας 14/6/2022 ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 44Γ
(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε, για τον πλειστηριασμό του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου, τέταρτο, προσωρινό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει την οποιαδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και/ή μεταβίβαση και/ή διαδικασία πλειστηριασμού του βεβαρημένου με πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου και πέμπτο, προσωρινό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει την οποιαδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και/ή μεταβίβαση και/ή διαδικασία πλειστηριασμού του βεβαρημένου με τη δεύτερη επίδικη υποθήκη, ακινήτου. Το αίτημα των εναγόμενων είναι όπως τα αιτούμενα διατάγματα ισχύουν μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση - μεταξύ άλλων - βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9 και 22 μέχρι 34, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 - όπως τροποποιήθηκε -, άρθρα 34, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 44
(1), 44 Α-44Δ, 44Γ
(1)-
(3)και 51
(1), στα Άρθρα 1Α, 23 και 179 του Συντάγματος, στην Οδηγία 93/13 ΕΟΚ, στη νομολογία του ΔΕΕ, στις ΣΛΕΕ ΚΑΙ ΣΕΕ, στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον περί Προστασίας Του Καταναλωτή Νόμο (Ν.112(Ι)/2021) και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου, στην οποία προέβη και κατ' εξουσιοδότηση της εναγόμενης συζύγου του. Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, διατάχθηκε η επίδοσή της στους ενάγοντες, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτήν ένσταση. Αποτελείται από 15 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των εναγόντων, Γ.Γ., ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 προβαίνει σ' αυτή κατ' εξουσιοδότηση των εναγόντων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τις πρώτες τρεις αιτούμενες θεραπείες είναι φανερό, ότι οι εναγόμενοι επιδιώκουν τη ματαίωση της πώλησης του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου, με πλειστηριασμό, ο οποίος τροχοδρομήθηκε από τους ενάγοντες δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «ο Νόμος»), ο οποίος διαλαμβάνει για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο, στις 21/7/2022 επέδωσαν στους εναγόμενους την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(2)του Νόμου, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου, με την οποία τους ειδοποιούν ότι το ενυπόθηκο χρέος τους δυνάμει της πρώτης επίδικης υποθήκης έχει καταστεί πληρωτέο από τις 26/9/2019 και γι' αυτό προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση του βεβαρημένου με την εν λόγω υποθήκη, ακινήτου, στις 9/11/2022 και ώρα 10:00 π.μ. σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Το εδάφιο 3 του άρθρου 44Γ του Νόμου, προνοεί ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και κάθε ενδιαφερόμενο μέρος, δύνανται, εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της παραπάνω ειδοποίησης, να καταχωρήσουν έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης και για το λόγο [υπό (δ)] ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Και ενώ η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία των 45 ημερών έχει προ πολλού εκπνεύσει, οι εναγόμενοι δεν έχουν καταχωρήσει την έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου. Καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, στις 25/7/2022, με την οποία - για να επαναλάβω -, με τις πρώτες τρεις αιτούμενες θεραπείες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν το διαλαμβανόμενο στο εδάφιο 3(δ) του άρθρου 44Γ του Νόμου, απαγορευτικό διάταγμα, προκειμένου να δημιουργήσουν νόμιμο λόγο παραμερισμού της εν λόγω ειδοποίησης. Στις 28/7/2022 που η αίτηση άχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά, το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από το παρόν) την κατέστησε δια κλήσεως και διέταξε την επίδοσή της, στις 11/8/
- Την ημέρα αυτή, η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 16/9/2022, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης, 3 μέρες προηγουμένως. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 13/9/2022 και όταν στις 16/9/2022 η αίτηση τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά, είναι φανερό, ότι η αποκλειστική προθεσμία των 45 ημερών για σκοπούς καταχώρησης έφεσης είχε ήδη εκπνεύσει. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι ακόμη και να πετύχουν οι εναγόμενοι την έκδοση των τριών πρώτων αιτούμενων διαταγμάτων, απώλεσαν το δικαίωμά τους να καταχωρήσουν έφεση και επικαλούμενοι την ύπαρξη των εν λόγω διαταγμάτων, να έχουν βάσιμο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ, δυνάμει του οποίου έχει προγραμματιστεί για τις 9/11/2022, ο πλειστηριασμός για πώληση του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου. Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή του δικαίου μας ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω μα ούτε και αναλώνουν το χρόνο τους σε ακαδημαϊκές ασκήσεις, οι οποίες δεν θα έχουν οποιοδήποτε όφελος για το διάδικο που επιδιώκει συγκεκριμένη θεραπεία, σε περίπτωση επιτυχίας του. Αντίθετη άποψη, θα κατέληγε σε σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου, χωρίς οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. CANTEEN LTD κ.ά. ν. CYPRUS AIRPORTS (F&B) LTD, Πολ. Έφ. Αρ. Ε192/2014, ημερ. 2/10/2015, DELINCYP COMPANY LIMITED ν. FIRST UKRANIAN DEVELOPMENT LIMITED, Πολ. Έφ. Αρ. 264/2012, ημερ. 14/3/2018, ΣΟΦΟΚΛΗ ΠΑΠΑΒΑΡΝΑΒΑ ν. ΕΛΕΑΝΑΣ ΠΑΣΤΕΛΛΑ, Έφ. Αρ. 32/2015, ημερ. 19/12/2017, ΜΑΡΙΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολ. Έφ. Αρ. 212/2011, ημερ. 20/7/2016, ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.ά. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μέσω ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ και ή ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΡΙΣΕΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ, Αναθ. Έφ. Αρ. 32/2014, ημερ. 30/1/2020 και WESTACRE INVESTMENTS INC ν. BEOGRADSKA BANKA DD, Πολ. Έφ. Αρ. 294/2014, ημερ. 19/7/
- Ακολουθεί ότι η αίτηση, σε σχέση με τις πρώτες τρεις αιτούμενες θεραπείες, απορρίπτεται. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση καθώς η πρώτη επίδικη υποθήκη υπογράφτηκε το 2010 και η δεύτερη, το 2013, ενώ η υπεράσπιση το 2020 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν το
- Όπως αναφέρει μεταξύ άλλων ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες στην υποστηρικτική της ένστασής τους στην υπό κρίση αίτηση, ένορκη δήλωσή του, συναφώς με αυτό το λόγο ένστασης, ο παράγων καθυστέρησης λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την εκδίκαση αιτήσεων για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και αποτελεί λόγο απόρριψης της αίτησης, ιδιαίτερα, λαμβανομένου υπόψη του ισοζυγίου της ευχέρειας και του ότι οι εναγόμενοι, για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια συνεργασίας τους με τους ενάγοντες, αποφάσισαν να ισχυριστούν ότι, οι αυτοβούλως υπογραμμένες μεταξύ των μερών, επίδικες συμβάσεις υποθήκης είναι παράνομες και/ή άκυρες. Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι από τη στιγμή που η υπό κρίση αίτηση, από μονομερής που είχε καταχωρηθεί κατέστη δια κλήσεως, δεν τίθεται πλέον θέμα εξέτασης επείγοντος ή κατ' επείγοντος, συναφώς με το χρόνο που επέλεξαν οι εναγόμενοι να την καταχωρήσουν. Στις τρεις, από τις πέντε συνολικά, εφετειακές αποφάσεις που επικαλούνται οι ενάγοντες, εις επίρρωση του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, αντικείμενο εξέτασης ήταν προσωρινά διατάγματα τα οποία είχαν εκδοθεί μονομερώς και όχι στο πλαίσιο δια κλήσεως αίτησης, ενώ στις άλλες δυο αποφάσεις, ο παράγοντας χρόνος εξετάστηκε σε συνάρτηση με το χρόνο που είχε επιλεγεί για σκοπούς καταχώρησης αίτησης τροποποίησης και όχι για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι προτού οι ενάγοντες τροχοδρομήσουν τη διαδικασία πώλησης του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, οι εναγόμενοι, ουδεμία ανάγκη είχαν να καταχωρήσουν αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πώλησης των επίδικων ακινήτων τους και τούτο, επειδή, πολύ απλά, εκτός και αν πετύχουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους, δεν υπάρχει νομική δυνατότητα εκ μέρους τους να προχωρήσουν σε εκποίηση των εν λόγω ακινήτων. Έπεται ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Και ο έβδομος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Είναι γεγονός, ότι οι ενάγοντες, δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, υπό προϋποθέσεις που θέτει το συγκεκριμένο μέρος του Νόμου, νομιμοποιούνται να προχωρήσουν στη διαδικασία πώλησης του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου και ενδεχομένως, το ίδιο δικαίωμα έχουν και για το βεβαρημένο με τη δεύτερη επίδικη υποθήκη, ακίνητο. Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι το συγκεκριμένο μέρος του Νόμου (άρθρο 44Α
(4)δεν αποκλείει το δικαίωμά τους να προχωρήσουν με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος πώλησης των εν λόγω ακινήτων. Ωστόσο, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), το ίδιο μέρος του Νόμου - υπό προϋποθέσεις και πάλι -, διαλαμβάνει και για το δικαίωμα των εναγόμενων να επιδιώξουν ματαίωση της επιχειρούμενης πώλησης των ακινήτων τους σύμφωνα με τις πρόνοιες του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου. Δεδομένου ότι οι πρώτες τρεις αιτούμενες θεραπείες έχουν ήδη απορριφθεί, οι όγδοος και ένατος, λόγοι ένστασης, που συναρτώνται με τις εν λόγω θεραπείες καθίστανται άνευ αντικειμένου. Και με δεδομένο επίσης, ότι με τις εναπομείνασες αιτούμενες θεραπείες επιδιώκεται απλώς η έκδοση προσωρινού διατάγματος, που ν' απαγορεύει την, με οποιοδήποτε τρόπο πώληση των βεβαρημένων με τις επίδικες υποθήκες, ακινήτων, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι η αίτηση, μεταξύ άλλων, βασίζεται και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 16/60 καθώς και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως εντελώς αβάσιμοι κρίνονται και οι δέκατος και εντέκατος, λόγοι ένστασης, με τους οποίους υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι προσφεύγουν σε λανθασμένο ένδικο μέσο για την ικανοποίηση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, καθώς η αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα, ως επίσης, ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ανυπόστατη και/ή ανεδαφική. Το δικαίωμα των εναγόντων να πωλούν τα βεβαρημένα με τις επίδικες υποθήκες, ακίνητα, δεν είναι αυθαίρετο. Τελεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στις εν λόγω υποθήκες καθώς και στο σχετικό, κατά περίπτωση, νόμο. Με αυτό απαντώ και στο σχετικό, δέκατο τρίτο λόγο ένστασης, που επίσης είναι αβάσιμος. Όσα ακολουθούν απαντούν και στο δέκατο πέμπτο λόγο ένστασης, που επίσης είναι αβάσιμος: έχοντας υπόψη ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή, αλλά και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούν αναγνωριστική απόφαση ότι τόσο η επίδικη σύμβαση όσο και οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες καθώς και απόφαση ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στους ενάγοντες και ενώ ακόμη να εκδικαστούν, η αγωγή και ανταπαίτηση, οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του Μέρους VIA του Νόμου, επιδιώκουν την πώληση του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου των εναγόμενων, έξω από το πλαίσιο της αγωγής και τέλος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση, μολονότι καταχωρήθηκε ως μονομερής κατέστη δια κλήσεως και ως τέτοια έχει εκδικαστεί, η θέση των εναγόντων ότι η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης είναι ανεδαφική. Το γεγονός δε ότι με αυτήν, οι εναγόμενοι επιδιώκουν να παρεμποδίσουν τη διεξαγωγή της σκοπούμενης πώλησης (άλλο θέμα εάν θα το κατορθώσουν μετά την απόρριψη των τριών πρώτων αιτούμενων θεραπειών) αποτελεί νόμιμο δικαίωμά τους, το οποίο τους παρέχει τόσο το Μέρος VIA του Νόμου όσο και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 16/60 καθώς το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Το πρώτο, για σκοπούς στοιχειοθέτησης νόμιμου λόγου παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΑ του Πρώτου Παραρτήματος του Νόμου, με την οποία ορίστηκε η ημερομηνία πώλησης του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου και τα άρθρα των άλλων δυο νόμων, ουσιαστικά, προκειμένου να μη χάσει η ανταπαίτησή τους, ένα από τα πλέον σημαντικά αντικείμενά της, που είναι η ακύρωση των επίδικων υποθηκών. Με τους εναπομείναντες λόγους ένστασης (1ος, 2ος, 3ος, 5ος, 6ος, 12ος και 14ος), ουσιαστικά υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως επίσης και ότι αυτά δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης ..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022. «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Στο ερώτημα, κατά πόσο οι εναγόμενοι απόδειξαν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της ανταπαίτησής τους, απαντώ καταφατικά. Ότι ικανοποιούνται οι δυο αυτές ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποδεικνύεται από τους ακόλουθους - μεταξύ άλλων - δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων - οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της υπεράσπισής τους στην εναντίον τους αγωγή και την ίδια ώρα θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόντων, δυνάμει της ανταπαίτησής τους, στην ίδια αγωγή -, οι οποίοι υποστηρίζονται και από ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας: Το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του ισχυριζόμενου επίδικου δανείου περιλάμβανε και/ή περιλαμβάνει παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα είναι αποτέλεσμα λανθασμένων υπολογισμών και/ή παράνομων και/ή αντισυμβατικών χρεώσεων και/ή αυθαίρετων και/ή μονομερών ενεργειών και/ή λανθασμένης και/ή παράνομης εφαρμογής καταχρηστικών και/ή άκυρων ρητρών και/ή παράνομων και/ή άκυρων ρητρών επιτοκίου επί του ισχυριζόμενου επίδικου δανείου και/ή η ισχυριζόμενη επίδικη σύμβαση είναι χωρίς καμιά νομική ισχύ. Η επίδικη σύμβαση και οι επίδικες υποθήκες είναι πλήρεις καταχρηστικών όρων, κατά παράβαση των προνοιών του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96, ως ακολούθως: οι ρήτρες των εν λόγω συμβάσεων περί τοκισμού και χρεώσεων, διατυπώνονται κατά τρόπο ασαφή και/ή δυσερμηνευόμενο και/ή μη κατανοητό. Οι εν λόγω συμβάσεις και οι ρήτρες τους και/ή συγκεκριμένα οι ρήτρες περί τοκισμού, δεν αποτελούσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης των εναγόμενων και/ή έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων σε στερεότυπα έντυπα των εναγόντων και εκ των πραγμάτων, οι εναγόμενοι δεν μπορούσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενό τους. Οι ρήτρες περί χρεώσεων και/ή τοκισμού του λογαριασμού των εναγόμενων δημιουργούν σε βάρος τους σημαντική ανισότητα υπέρ των δικαιωμάτων των εναγόντων, αφ' ενός και σε βάρος των υποχρεώσεων των εναγόμενων, αφ' εταίρου. Η επίδικη σύμβαση και οι επίδικες υποθήκες επιτρέπουν στους ενάγοντες να επιβάλλουν τόκους υπερημερίας, να καθορίζουν το επιτόκιο, να προβαίνουν σε χρεώσεις ανεξέλεγκτα και να προβαίνουν σε επίσχεση κεφαλαίων των εναγόμενων. Οι εν λόγω συμβάσεις είναι άκυρες αισχροκερδείς και/ή συνάφθηκαν καταχρηστικά και/ή κατά παράβαση της νομοθεσίας. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω, προσκρούουν στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, βάσει των οποίων επιβάλλεται στους ενάγοντες η υποχρέωση ενημέρωσης, διαφάνειας, προστασίας και περιορισμού της ζημιάς των εναγόμενων. Περαιτέρω είναι άκυρες, επειδή οι όροι τους και η οφειλή των εναγόμενων εναποτέθηκε στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, ως αποτέλεσμα της δεσπόζουσας θέσης τους, οι οποίοι υπόβαλλαν τους όρους τους κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και των συναλλακτικών ηθών και/ή επειδή οι όροι τους επιβλήθηκαν από τους ενάγοντες, ως προδιατυπωμένοι και/ή χωρίς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσής τους. Προστίθεται και ο ισχυρισμός των εναγόμενων της παραγράφου 21 της έκθεσης απαίτησης - τον οποίο προβάλλουν άνευ βλάβης των προηγούμενων ισχυρισμών τους -, ότι οι οποιαδήποτε απαίτηση των εναγόντων εναντίον τους δυνάμει της επίδικης σύμβασης και των επίδικων υποθηκών, οφείλεται αποκλειστικά στη συμπαιγνία και/ή δόλο και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση που διενήργησαν οι ενάγοντες σε βάρος τους, στη βάση των σχετικών λεπτομερειών που εκτίθενται στη συνέχεια στην ίδια παράγραφο. Απ' εκεί και πέρα, ο εναγόμενος, στην ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής: Σε σχέση με τον τρόπο που συνάφθηκε η επίδικη σύμβαση, τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη σύζυγός του υπόγραψαν τα έγγραφα που τους παρουσιάστηκαν από την Τράπεζα, χωρίς να είναι σε θέση, αλλά και χωρίς να τους επιτραπεί να διαπραγματευτούν τους όρους του επίδικου δανείου, ενώ δεν τους δόθηκε ο απαιτούμενος χρόνος να μελετήσουν τα εν λόγω έγγραφα και να λάβουν νομική ή άλλη συμβουλή προτού τα υπογράψουν. Συγκεκριμένα, μετά την αγορά του οικοπέδου, και αφότου προσκόμισαν όλα τα απαιτούμενα από την Τράπεζα έγγραφα κλήθηκαν να μεταβούν στα γραφεία της για να υπογράψουν, αναφέροντάς τους ότι είναι τυπικές διαδικασίες στις οποίες θα πρέπει να συμμορφωθούν και δεν υπάρχει περιθώριο να αλλάξει οτιδήποτε στο δάνειο, παρουσιάζοντάς τους μια "take or leave it" τακτική. Επειδή είχαν ανάγκη τα χρήματα ώστε να ξεκινήσουν την κατοικία τους και αντιλαμβανόμενοι το εύρος της καταχρηστικής και παράνομης συμπεριφοράς της Τράπεζας υπόγραψαν τις συμφωνίες. Τα ίδια ισχύουν και για τις επίδικες υποθήκες. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας σύναψης των εν λόγω συμβάσεων, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, οι ρήτρες αυτές που περιλήφθηκαν στις εν λόγω συμβάσεις είναι καταχρηστικές και ως τέτοιες θεωρούνται ως παντελώς και εξ υπαρχής άκυρες, τόσο με βάση την κυπριακή νομοθεσία όσο και με βάση την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 93/13ΕΟΚ, αλλά και με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόλις τους επιδόθηκε η αγωγή ζήτησαν προσωπικά και μέσω των χρηματοοικονομικών τους συμβούλων άμεσα να τους αποσταλούν καταστάσεις λογαριασμών της επίδικης σύμβασης ώστε να προβούν σε ανάλυσή τους στη βάση των σωστών και νόμιμων επιτοκίων. Κατά την ανάλυση των εν λόγω καταστάσεων, ως τους ενημερώνει ο χρηματοοικονομικός τους σύμβουλος διαπιστώθηκαν παράνομες χρεώσεις στη βάση καταχρηστικών ρητρών και/ή κατά παράβαση των ευρωπαϊκών οδηγιών και της νομοθεσίας. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι στη σχετική έκθεση των χρηματοοικονομικών συμβούλων των εναγόμενων (τεκμ. 8 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου), μεταξύ άλλων αναφέρεται αυτούσιος ο κατ' ισχυρισμό «καταχρηστικός» όρος που αφορά τη μεταβολή του επιτοκίου του λογαριασμού της επίδικης σύμβασης κατά την κρίση της Τράπεζας, συνεπεία του οποίου, οι εναγόμενοι υπέστησαν πραγματική ζημιά, ύψους €94.155,03, η οποία - όπως αναφέρεται - πηγάζει κυρίως από τη χρήση διαφορετικών επιτοκίων από τα προβλεπόμενα. Στην ίδια ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων, επισυνάπτεται και αριθμός αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις οποίες επιβεβαιώνονται αρκετές από τις νομικές θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος στην ίδια ένορκη δήλωση - όπως αναφέρει -, κατόπιν ενημέρωσης ή συμβουλής των δικηγόρων του. Όλα τα παραπάνω και σωρεία άλλων που αναφέρει ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωσή του, αποκαλύπτουν στον αναγκαίο βαθμό την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Και με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι, με την ανταπαίτησή τους - για να επαναλάβω -, μεταξύ άλλων ζητούν αναγνωριστική απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση και οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες καθώς και απόφαση ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό στους ενάγοντες, όλα όσα αναφέρει ο εναγόμενος, σε περίπτωση απόδειξής τους κατά τη δίκη καθιστούν την πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησής τους, κάτι περισσότερο από πιθανή. Ότι οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται να αξιώνουν εναντίον των εναγόντων όλα τα παραπάνω και το Δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να ικανοποιήσει τις εν λόγω αιτούμενες θεραπείες σε περίπτωση βέβαια που ήθελε αποφασίσει επί του πραγματικού καθεστώτος της υπόθεσης, σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων, αποδεικνύεται από τα εξής, μεταξύ άλλων: Ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος 112
(1)/2021 - με τον οποίο καταργήθηκαν διάφοροι νόμοι, ανάμεσά τους και ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος 93(I)/1996 -, όπως αναφέρεται στο προοίμιό του, ψηφίστηκε για σκοπούς - μεταξύ άλλων - (α) ενοποίησης, εκσυγχρονισμού και κωδικοποίησης ορισμένων Νόμων που ρυθμίζουν θέματα προστασίας του καταναλωτή, β) εφαρμογής της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2017 σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών και (γ) εναρμόνισης με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο: Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές. Το άρθρο 63 του Νόμου 112
(1)/2021 (ανωτέρω) νομιμοποιεί καταναλωτή του οποίου τα οικονομικά συμφέρονται έχουν θιγεί συνεπεία οποιασδήποτε παράβασης των διατάξεων του εν λόγω νόμου, να καταχωρήσει αγωγή για καταβολή αποζημίωσης και/ή για υπαναχώρηση από τη σύμβαση. Το ίδιο άρθρο παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο που δικάζει τέτοια αγωγή, μεταξύ άλλων, να κηρύξει άκυρη τη σύμβαση και να καταβάλει στον ενάγοντα τέτοιο χρηματικό ποσό το οποίο ήθελε θεωρήσει ως εύλογη αποζημίωση. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 3
- της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (στο εξής «Οδηγία»), ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης - υπό την προϋπόθεση που αναφέρεται στην ίδια παράγραφο - , θεωρείται καταχρηστική. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο
- του ίδιου άρθρου, θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν o καταναλωτής εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως. Το γεγονός, προστίθεται, ότι για ορισμένα στοιχεία κάποιας ρήτρας ή για μια μεμονωμένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, δεν αποκλείει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου στο υπόλοιπο μιας σύμβασης, εάν η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, παρ' όλα αυτά, πρόκειται για σύμβαση προσχώρησης. Τέλος, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια παράγραφο, εάν o επαγγελματίας ισχυρίζεται ότι για μια τυποποιημένη ρήτρα υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση, φέρει το βάρος της απόδειξης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες. Τέλος, το άρθρο 7
- της Οδηγίας διαλαμβάνει για την υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από ένα επαγγελματία με καταναλωτές. Σύμφωνα με την παράγραφο
- του ίδιου άρθρου, Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες, που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών. Καθ' όλα σχετικό με τα προηγούμενα είναι το Μέρος VII του Νόμου 112
(1)2021 (ανωτέρω) (άρθρα 48 - 52). Στην υπόθεση C-415/11, Mohamed Aziz v. Caixa d' Estalvis de Catalunya, C-415/11, ημερ. 14/3/2013, σκέψεις 60 μέχρι 64, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρατηρεί τα εξής: «Πράγματι, όπως επίσης επισήμανε η γενική εισαγγελέας με το σημείο 50 των προτάσεών της, σε κάθε περίπτωση όπως εκείνη της υποθέσεως της κύριας δίκης, όπου η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου πραγματοποιήθηκε πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας που αναγνώρισε τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η υποθήκη και, ως εκ τούτου, την ακυρότητα της διαδικασίας εκτελέσεως, η απόφαση αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον οικείο καταναλωτή ένδικη προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, η οποία θα συνιστούσε ελλιπές και ανεπαρκές μέτρο και δεν θα αποτελούσε ούτε κατάλληλο ούτε αποτελεσματικό μέσο παύσεως της χρήσεως της εν λόγω ρήτρας, αντιθέτως προς όσα προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περιπτώσεις όπως η υπόθεση της κύριας δίκης, όπου το ακίνητο επί του οποίου έχει συσταθεί υποθήκη είναι η κατοικία του θιγόμενου καταναλωτή και της οικογένειάς του, καθόσον αυτός ο μηχανισμός προστασίας των καταναλωτών που περιορίζεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως δεν αποτρέπει την οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια του εν λόγω ακινήτου. Όπως επίσης επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, η εκ μέρους των επαγγελματιών κίνηση, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, διαδικασίας εκτελέσεως υποθήκης αρκεί για να στερήσουν, κατ' ουσίαν, από τους καταναλωτές το προνόμιο της προστασίας που επιδιώκει η οδηγία, περίπτωση που επίσης αντίκειται προς τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία τα ειδικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ένδικης διαδικασίας η οποία διεξάγεται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν μπορούν να αποτελούν στοιχείο δυνάμενο να θίξει την έννομη προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας αυτής (βλ., επ' αυτού, προαναφερθείσα απόφαση Banco Espa?ol de Cr?dito, σκέψη 55). Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ισπανική κανονιστική ρύθμιση δεν συνάδει με την αρχή της αποτελεσματικότητας, καθόσον καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή, στο πλαίσιο διαδικασιών που κινούνται από επαγγελματίες κατά καταναλωτών, τη διασφάλιση της προστασίας που παρέχει στους τελευταίους η οδηγία. Κατόπιν των εκτιμήσεων αυτών, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει μια κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της αποφάσεώς του.» Απ' όσα προηγήθηκαν και ιδιαίτερα από τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόμενων σε συνδυασμό και με τις περί αντιθέτου θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων είναι σαφές, ότι ανακύπτουν μερικά πολύ σοβαρά επίδικα θέματα - τόσο νομικά όσο και γεγονότων - τα οποία, ούτε απλό μα ούτε και επιτρεπτό είναι να επιλυθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (βλ. τις Γρηγορίου ZONDRVAN GROUP LTD και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS (ανωτέρω) Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, στη γραπτή αγόρευσή του αποκαλεί δικονομικά ανεπίτρεπτο το γεγονός ότι ο εναγόμενος, στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωσή του παραπέμπει σε νομολογία, γεγονός το οποίο καταδεικνύει την κακοπιστία της αίτησης, αλλά και την προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων, παρατηρώ τα εξής: καταρχήν δεν υπάρχει τέτοιος λόγος ένστασης. Έπειτα, και να υπήρχε, εάν όντως στην εν λόγω ένορκη δήλωση περιέχεται οτιδήποτε που είναι είτε σκανδαλώδες είτε άσχετο, η ορθή διαδικασία απάλειψης τέτοιου είδους αναφορών είναι η προβλεπόμενη στη Δ.39 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την οποία οι ενάγοντες παρέλειψαν να ακολουθήσουν. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι δεν έχω πειστεί ότι οι επί του προκειμένου αναφορές του εναγόμενου στην ένορκη δήλωσή του (στις οποίες - όπως αναφέρει - προβαίνει κατόπιν ενημέρωσης και συμβουλών των δικηγόρων του -), οι οποίες, εν πάση περιπτώσει περιέχονται και στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρου των εναγόμενων είναι δικονομικά ανεπίτρεπτες. Υπεισέρχομαι τώρα και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, που επίσης θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί. Ακολουθεί το σκεπτικό: Με μόνο λόγο ότι το ένα από τα δυο βεβαρημένα με τις επίδικες υποθήκες, ακίνητα αποτελεί την οικογενειακή κατοικία των εναγόμενων, στην οποία διαμένουν μαζί με τα παιδιά τους, αλλά και για τα δυο ενυπόθηκα ακίνητά τους, υπό το φως όσων αναφέρονται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπόθεση C-415/11, Mohamed Aziz (ανωτέρω), και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι εκτός και αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, εκκρεμούσης της αγωγής, στην οποία οι εναγόμενοι με την ανταπαίτησή τους, μεταξύ άλλων ζητούν και την ακύρωση της επίδικης σύμβασης και των επίδικων υποθηκών, οι ενάγοντες, σε λίγες μέρες, θα προχωρήσουν σε πώληση της κατοικίας των εναγόμενων και ανά πάσα στιγμή είναι δυνατό να τροχοδρομήσουν τη διαδικασία πώλησης του άλλου ενυπόθηκου ακίνητου του εναγόμενου, δυνάμει και πάλι του Μέρους VIA του Νόμου, με αποτέλεσμα, συν τοις άλλοις, η ανταπαίτηση των εναγόμενων να χάσει ένα από τα πλέον σημαντικά αντικείμενά της, είναι σαφές, ότι σε τέτοια περίπτωση, θα είναι χωρίς νόημα η όποια αποζημίωση θα τύχουν οι εναγόμενοι, σε περίπτωση που πετύχει η ανταπαίτησή τους, αφού και τα δυο ενυπόθηκα ακίνητά τους, θα έχουν ήδη απωλεσθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, το όλο θέμα δεν αποτελεί και δεν μπορεί να ανάγεται σε απλό ζήτημα καταβολής αποζημιώσεων. Όμως και να αποτελούσε θέμα αποζημιώσεων είναι και το γεγονός, ότι ο ισχυρισμός του εναγόμενου τής παραγράφου 96 της ένορκης δήλωσής του, ότι οι ενάγοντες που αποτελούν επενδυτικό ταμείο δεν αποτελούν φερέγγυο πρόσωπο το οποίο θα μπορέσει να τους αποζημιώσει, εφόσον δεν γνωρίζουν ούτε την προέλευσή του μα ούτε και έχουν τα ελάχιστα εχέγγυα ενός τραπεζικού ιδρύματος ώστε να υπάρχει διασφάλιση των δικαιωμάτων τους, προφανώς δεν απαντάται από τις διάφορες γενικότητες που περικλείονται - υπό μορφή απάντησης - στην παράγραφο 53 της ένορκης δήλωσης του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες και ειδικά, από τον ισχυρισμό του, ότι, δεδομένου ότι η πώληση του βεβαρημένου με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακινήτου, προωθείται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και της εν λόγω υποθήκης, στο πλαίσιο ικανοποίησης χρέους για την εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η εν λόγω υποθήκη, ουδεμία ζημιά θα υποστούν οι εναγόμενοι. Εκτός του ότι οι ενάγοντες εκλαμβάνουν από αυτό το στάδιο, ως επιλυμένο σύμφωνα με την εκδοχή τους, το νομικό και πραγματικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο, αφού αυτό θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο της ουσίας της αγωγής και ανταπαίτησης, αντίστοιχα, το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν αρνούνται τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι οι ίδιοι δεν αποτελούν τράπεζα, στην περίπτωσή τους, καθιστά ανεφάρμοστα τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Hellenic Bank Puplic Company v. Panareti Puplic Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 1235, στην οποία με παραπέμπει ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους και το ίδιο ισχύει και για την πρωτόδικη απόφαση R.L.G. Georgiades (Holdings) Ltd κ.ά. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, στην οποία επίσης με παραπέμπει ο ευαπαίδευτος δικηγόρος τους στη γραπτή αγόρευσή του. Τέλος, επειδή ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσής του αρνείται και τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι το βεβαρημένο με την πρώτη επίδικη υποθήκη, ακίνητο, αποτελεί την οικογενειακή του στέγη, στην οποία διαμένει με τη σύζυγό και τα δυο τέκνα του, αποκαλώντας τον εν λόγω ισχυρισμό, ως εκ των υστέρων σκέψεις με απώτερο σκοπό τον αποπροσανατολισμό του Δικαστηρίου και επειδή όπως αναφέρει στη συνέχεια, στην ίδια παράγραφο για τον ίδιο ισχυρισμό, αυτός καταρρίπτεται λόγω παντελούς ανυπαρξίας οποιασδήποτε μαρτυρίας και ως ψευδής, περιορίζουμε να πω τα εξής: έχοντας υπόψη το ορθό επίπεδο απόδειξης και του εν λόγω ισχυρισμού των εναγόμενων - δεδομένης της φύσης της υπό κρίση αίτησης, υπό το φως και των σχετικών νομολογιακών αρχών που διέπουν το θέμα, οι οποίες εκτίθενται σε άλλο σημείο πιο πάνω -, ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί την οικογενειακή κατοικία των εναγόμενων, αποδεικνύεται από την ειδοποίηση Τύπου ΙΑ - την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο και ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες - με την οποία, οι τελευταίοι έχουν προγραμματίσει την πώληση του εν λόγω ακινήτου με πλειστηριασμό, στις 9/11/2022. Όπως αναφέρεται ρητά στην εν λόγω ειδοποίηση, το προς πώληση ακίνητο αποτελεί διώροφη κατοικία είναι ιδιοκτησίας των εναγόμενων και βρίσκεται σε συγκεκριμένη διεύθυνση στην Παλόδεια Λεμεσού. Η ίδια ακριβώς διεύθυνση είναι η αναγραφείσα διεύθυνση στην οποία οι ενάγοντες απευθύνουν την εν λόγω ειδοποίηση στον εναγόμενο. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο αυτά είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149.» Όπως υποδεικνύεται συναφώς με τα παραπάνω στην Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω), το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του ΄status quo ante bellum'. Δηλαδή, της κατάστασης πραγμάτων που υπήρχε αμέσως πριν από την καταχώρηση της αγωγής. Βλέπε και την υπόθεση ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ν. ΣΟΥΛΗ, Πολ. ΄Εφ. Αρ. Ε75/2015, ημερ. 7/12/2018. Στο ερώτημα λοιπόν κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα απαντώ καταφατικά. Από την έκδοσή τους δεν διαταράσσεται καθ' όλου το «status quo ante bellum», σε σχέση με τα δυο βεβαρημένα με τις επίδικες υποθήκες, ακίνητα των εναγόμενων, υπό την έννοια ότι αυτά θα εξακολουθούν να είναι υποθηκευμένα και να αποτελούν εμπράγματη εξασφάλιση προς όφελος των εναγόντων - για το σκοπό που έχουν υποθηκευτεί - οι οποίοι, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, θα μπορούν να προχωρήσουν σε πώλησή τους με πλειστηριασμό, δυνάμει σχετικού δικαστικού διατάγματος, όπως εξάλλου είναι και οι σχετικές αξιώσεις τους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Με άλλα λόγια, σε τέτοια περίπτωση, ό,τι διαφοροποιεί τη θέση των εναγόντων είναι ο χρόνος πώλησης των εν λόγω ακινήτων, ο οποίος, απλώς μετατίθεται μέχρι και το πέρας της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η ανταπαίτηση των εναγόμενων, θα χάσει εν μέρει το αντικείμενό της καθώς με αυτή, μεταξύ άλλων ζητούν και αναγνωριστική απόφαση ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες και προτού αυτό κριθεί από το Δικαστήριο της ουσίας, οι ενάγοντες σε λίγες μέρες θα προχωρήσουν σε πώληση του κατοικίας τους, δυνάμει της εν εξελίξει διαδικασίας που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου, κάτι το οποίο, κάποια στιγμή, θα μπορούν να επιδιώξουν και για το άλλο ακίνητο του εναγόμενου, με την ίδια διαδικασία. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης προέχει η διατήρηση του σημερινού status quo των επίδικων ακινήτων, το οποίο, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα ανατραπεί δραματικά σε βάρος των εναγόμενων, σε βαθμό που θα είναι πραγματικά δύσκολο και ενδεχομένως αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων, είναι σαφές, ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι - οπότε απορρίπτονται -, ενώ η αίτηση, στην έκταση που αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω, επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι 4 και 5 της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα, δεδομένης της μερικής επιτυχίας της αίτησης, αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται κατά το ήμισυ υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) ................. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο