Κοινοπραξία AS & EK Property Developers Ltd & Μ. Κ. κ.α. ν. Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης, Αρ. Αγωγής: 374/14, 24/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 374/14 Μεταξύ:
- Κοινοπραξία AS & EK Property Developers Ltd & Μ. Κ.
- AS & EK Property Developers Ltd, εκ Λεμεσού
- Μ. Κ., εκ Λεμεσού Εναγόντων-Καθ΄ων η Αίτηση - και - Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης, εκ Λευκωσίας Εναγομένων/Αιτητών Αίτηση ημερομηνίας 15.11.2021 Ημερομηνία: 24.10.2022 Για Εναγόμενους, Eξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες/Αιτητές: κα Μ. Κουππάρη για Κάκκουρας και Παναγίδης ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες, Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους/ Καθ' ών η Αίτηση: κα Φ. Βερεσιέ για Georgios E. Konnaris & Co. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν (A) δηλωτική απόφαση ότι η συμφωνία, ημερομηνίας 17.03.2011, μεταξύ αυτών και των Εναγομένων, αφορώσα σε ανέγερση κτηρίων συνολικού κόστους σε €4.302.816,00, πλέον Φ.Π.Α, (Β) ποσό €1.380.353,00 ως διαφυγόν κέρδος (Γ) γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, (Δ) νόμιμο τόκο και (Ε) έξοδα. Οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους, καταχωρηθείσα την 13.11.2014, αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων και εγείρουν Ανταπαίτηση ζητώντας (A) δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ανέγερση δύο πολυκατοικιών 17 διαμερισμάτων εκάστη, στο κτήμα των Εναγόντων, στην Αγία Φύλα ματαιώθηκε στις 29.05.2013 λόγω εξωτερικού και αναπάντεχου γεγονότος με βάση το αξίωμα και/ή την αρχή της ματαίωσης (frustration) και η περαιτέρω εφαρμογή της κατέστη αδύνατη. Ειδικότερα, είναι η θέση των Εναγομένων ότι δεν υπήρξε συμφωνημένος τελικός υπολογισμός των τετραγωνικών μέτρων κλειστού χώρου και καλυμμένων βεραντών, ούτε και συμφωνημένο συνολικό κόστος του έργου, πλην του κόστους ανά τετραγωνικό μέτρο και η αξία της γης. Το θέμα που ήγειραν οι Ενάγοντες με επιστολή τους, ημερομηνίας 30.05.2012, παρέμεινε άλυτο και αυτό γιατί δεν κατέστη δυνατό όπως οι διάδικοι καταλήξουν σε συμφωνία. Οι Εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται πως ουδέποτε υπήρξε εκ μέρους τους πρόταση για σύναψη συμφωνίας, αλλά μόνο πρόσκληση για διαπραγμάτευση. Κατ' επέκταση οι Ενάγοντες τερμάτισαν με επιστολή τους, ημερομηνίας 07.01.2014, μη υπάρχουσα και έγκυρη συμφωνία και/ή συμφωνία η οποία είχε ματαιωθεί. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πως οι αιτούμενες από τους Ενάγοντες αποζημιώσεις είναι αδικαιολόγητες ή/και υπερβολικές ή/και εξωπραγματικές. Ανεξάρτητα των προαναφερόμενων, αν τελικά θεωρηθεί ότι υπήρξε δεσμευτική για τους Εναγόμενους συμφωνία, η εν λόγω συμφωνία ματαιώθηκε καθ' ότι έλαβε χώρα εξωτερικό και αναπάντεχο γεγονός που κατέστησε την περαιτέρω εφαρμογή της συμφωνίας αδύνατη ή ουσιαστικά αδύνατη χωρίς να υπάρχει υπαιτιότητα των διαδίκων. Το αναπάντεχο γεγονός είναι η υπογραφή από την Κυπριακή Δημοκρατία του Μνημονίου Συναντίληψης, το οποίο οδήγησε το Υπουργικό Συμβούλιο στις 29.05.2013 στην έγκριση Στρατηγικού Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής 2014‑2016, δυνάμει του οποίου όλα τα έργα των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων, είτε αφορούν τακτικές, είτε αναπτυξιακές δαπάνες, τέθηκαν σε μηδενική βάση. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αρνούνται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων, καθώς και την Ανταπαίτηση τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η μη τήρηση των συμφωνηθέντων οφείλεται στην πλημμελή συμπεριφορά των Εναγομένων, και δίδονται σχετικές λεπτομέρειες της εν λόγω πλημμελούς συμπεριφοράς. Μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων δόθηκαν οδηγίες στη βάση της Δ.30 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οπότε καταχωρίστηκαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και από τις δύο πλευρές. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες, πλην όμως δεν άρχισε ακόμα για λόγους που αφορούν στην έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου, αλλά και σε αιτήματα των συνηγόρων των διαδίκων, καθώς και λόγω προσπαθειών για διευθέτηση της υπόθεσης. Στις 18.01.2019 μεσολάβησε η αλλαγή των δικηγόρων των Εναγομένων. Τελευταία δικάσιμος που ορίστηκε η αγωγή για ακρόαση ήταν η 13.12.
- Στις 15.11.2021 ωστόσο οι Εναγόμενοι‑στο εξής οι Αιτητές‑ καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης τους‑στο εξής η Αίτηση‑ ζητώντας τα ακόλουθα διατάγματα: A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση των παραγράφων της 'Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων ως ακολούθως:
- Με την προσθήκη των κάτωθι 2 παραγράφων υπό στοιχεία I και ΙΙ αντίστοιχα υπό τον τίτλο «Προδικαστικές Ενστάσεις», στην αρχή του κειμένου της 'Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και πριν από τις υφιστάμενες αριθμημένες παραγράφους, ως ακολούθως: «Προδικαστικές Ενστάσεις I) Οι Εναγόμενοι εγείρουν 1η προδικαστική ένσταση, αιτούμενοι την απόρριψη της παρούσας αγωγής, καθ' ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί των ζητημάτων, που εγείρονται με αυτήν. Ο εν λόγω ισχυρισμός εδράζεται στο γεγονός ότι οι διάδικοι δεν υπέγραψαν συμβόλαιο και ως εκ τούτου η όποια σχέση δημιουργήθηκε μεταξύ τους ανάγεται στη σφαίρα του Δημοσίου Δικαίου. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι κοινοποίησαν στους Ενάγοντες δια της επιστολής τους ημερομηνίας 25/2/2011 αντιπρόταση στους όρους της προσφοράς των Εναγόντων, την οποία οι τελευταίοι αποδέχθηκαν δια της επιστολής τους ημερομηνίας 17/03/2011, δεν διαφοροποίησε την νομική υπόσταση της σχέσης τους. H κατακύρωση δημόσιου διαγωνισμού στους Ενάγοντες και η πρόσκλησή τους να υπογράψουν συμβόλαιο δεν δημιούργησε οιανδήποτε σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ των διαδίκων. Σύμβαση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ των μερών Θα συνετελείτο εάν και όταν υπεγράφετο το σχετικό συμβόλαιο, οπότε θα ξέφευγε από το πεδίο του Δημοσίου Δικαίου. Κατ' επέκταση δεν συντελέσθηκε καμία σύμβαση του Ιδιωτικού Δικαίου και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και η υπό κρίσιν Αγωγή εναντίον των Εναγόμενων Θα πρέπει να τερματιστεί και/ή ακυρωθεί και/ή απορριφθεί. ΙΙ) Περαιτέρω οι Εναγόμενοι εγείρουν 2n προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται εκ της προηγούμενης συμπεριφοράς τους να ισχυρίζονται όσα σήμερα αξιώνουν, καθώς οι Ενάγοντες γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν έχει καταρτιστεί έγκυρη συμφωνία μεταξύ τους, διότι και σε προηγούμενο διαγωνισμό που είχε διενεργηθεί στο παρελθόν, παρά το γεγονός ότι το έργο είχε κατακυρωθεί στους Ενάγοντες, δεν υπήρξε δεσμευτική συμφωνία μεταξύ τους, επειδή δεν προέβησαν στην υπογραφή τελικού δεσμευτικού Συμβολαίου. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να δώσουν λεπτομέρειες, προσκομίζοντας σχετικά έγγραφα και αλληλογραφία.» 2.Επί της παραγράφου 1 στην αρχή προστίθενται οι λέξεις «Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων» ούτως ώστε η παράγραφο 1 να αρχίζει ως ακολούθως: «Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους και ένα έκαστο τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που εκτίθενται στην 'Εκθεση Απαίτησης..» 3.Το περιεχόμενο της παραγράφου 9 διαγράφεται και αντικαθίσταται με την κάτωθι παράγραφο: «Αναφορικά με την παράγραφο 14 της 'Εκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι με την κατακύρωση της προσφοράς έγινε πρόσκληση ή/και πρόταση για διαπραγμάτευση με ενδεχόμενο να συναφθεί συμφωνία και συνεπώς ουδέποτε υπήρξε εκ μέρους των Εναγομένων δεσμευτική αποδοχή σύναψης έγκυρης συμφωνίας.» 4.Επί της παραγράφου 12 αμέσως μετά την αναφορά «την παράγραφο 16 της 'Εκθεσης Απαίτησης και» να αντικαθίσταται η λέξη «ισχυρίζονται» από τη λέξη «επαναλαμβάνουν» και στην επόμενη γραμμή στην ίδια πρόταση αμέσως μετά τις λέξεις «για σύναψη» να προστίθενται οι λέξεις «τελικής δεσμευτικής», ούτως ώστε η πρώτη πρόταση της παραγράφου 12 να τροποποιείται ως ακολούθως: «Οι Εναγόμενοι αρνούνται τη παράγραφο 16 της 'Εκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνουν ότι ουδέποτε υπήρξε εκ μέρους τους πρόσκληση για σύναψη τελικής δεσμευτικής συμφωνίας.» 5.Επί της παραγράφου 14 αμέσως μετά την αναφορά «αυτή ετερμάτισε μη υπάρχουσα έγκυρη συμφωνία» διαγράφονται οι λέξεις «ή/και συμφωνία που ήδη είχε ματαιωθεί» ούτως ώστε η πρώτη πρόταση της παραγράφου 14 να τροποποιείται ως ακολούθως: «Οι Εναγόμενοι παραδέχονται την αποστολή της επιστολής των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 7/1/2014, που αναφέρεται στην παράγραφο 20 της 'Εκθεσης Απαίτησης, πλην όμως ισχυρίζονται ότι αυτή ετερμάτισε μη υπάρχουσα έγκυρη συμφωνία.»
- Επί της Ανταπαίτησης να τροποποιείται στην αρχή η παράγραφος αμέσως μετά τις λέξεις «Οι Εναγόμενοι», δια της προσθήκης της ακόλουθης πρότασης «,άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων,» και αμέσως μετά στην ίδια πρόταση μετά τις λέξεις «τα όσα αναφέρουν» διαγράφονται οι λέξεις « στις παραγράφους 18,19 και 20 της 'Εκθεσης Υπεράσπισης» και αντικαθίστανται από «στην 'Εκθεση Υπεράσπισης» και στη συνέχεια αμέσως μετά τις λέξεις «και Ανταπαιτητικώς αξιούν:» να προστίθενται οι λέξεις «Αναγνωριστική Απόφαση ότι δεν υπήρξε έγκυρη δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Εναλλακτικά αξιούν:» και στην επόμενη παράγραφο υπό στοιχείο A μετά τις λέξεις «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι» να διαγράφεται το άρθρο « η» και να προστίθενται οι λέξεις «εάν τελικά Θεωρηθεί ότι υπήρξε» και τέλος μετά τις λέξεις «στην Αγία Φύλα Λεμεσού,» να προστίθεται η λέξη «αυτή» ούτως ώστε η παράγραφος της Ανταπαίτησης να τροποποιείται ως ακολούθως: «Οι Εναγόμενοι, άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρουν στην 'Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαιτητικώς αξιούν: Αναγνωριστική Απόφαση ότι δεν υπήρξε έγκυρη δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Εναλλακτικά αξιούν: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι εάν τελικά Θεωρηθεί ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων για την ανέγερση δυο Πολυκατοικιών 17 διαμερισμάτων εκάστη στο κτήμα των Εναγόντων αριθμός τεμαχίου [ ], Φ/Σχ.[ ] στην Αγία Φύλα Λεμεσού, αυτή ματαιώθηκε στις 29/5/2013 λόγω εξωτερικού και αναπάντεχου γεγονότος με βάση το αξίωμα ή/και την αρχή της ματαίωσης (frustration) και η περαιτέρω εφαρμογή της κατέστη αδύνατη. B. 'Εξοδα πλέον Φ.Π.A.» B. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι /Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες— Αιτητές, όπως καταχωρήσουν τροποποιημένη 'Εκθεση Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης ως το Α πιο πάνω, εντός 15 ημερών από την σύνταξη του αιτούμενου διατάγματος. Γ. Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή απόφαση το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της A. Λάμπρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι όπως την ενημέρωσαν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, κατά τη μελέτη, για σκοπούς προετοιμασίας για τη δίκη διαπιστώθηκαν «ελλείψεις» στο δικόγραφο των Αιτητών, το οποίο καταχωρίστηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους τους και έτσι χρήζει τροποποίησης, καθ' ότι δεν έχουν συμπεριληφθεί ουσιώδεις νομικοί και πραγματικοί ισχυρισμοί. Λόγω καλόπιστου λάθους δεν αναφέρθηκε ο ισχυρισμός‑ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα αγωγή, λόγω προηγούμενης αντίθετης συμπεριφοράς, καθ' ότι πριν τον επίδικο διαγωνισμό οι Αιτητές, είχαν διενεργήσει, το 2008, και άλλο διαγωνισμό ζητώντας και τότε προσφορά για την προμήθεια κατοικιών/διαμερισμάτων με τη μέθοδο του σχεδιασμού της ανέγερσης και της προσφοράς γης. Οι Ενάγοντες είχαν καταβάλει και τότε προσφορά για το ίδιο έργο και παρά το γεγονός ότι είχε κατακυρωθεί σε αυτούς, δεν υπήρξε δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, επειδή δεν προέβηκαν σε υπογραφή τελικού δεσμευτικού συμβολαίου. Δηλώνεται επίσης ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την καλύτερη παρουσίαση της υπόθεσης των Αιτητών, έτσι ώστε το δικόγραφο τους να περιέχει όλες τις λεπτομέρειες των ισχυρισμών τους. Ενάντια στην Αίτηση οι Ενάγοντες‑στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση‑ καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας έντεκα
(11)λόγους ένστασης οι οποίοι, συνοψιζόμενοι, συνίστανται στο ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αντίθετη με τη νομολογία και/ή τη δικαστική πρακτική, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενική, ελλιπής και αόριστη, υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι θα παραβιαστούν συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση, δημιουργείται δε νέα βάση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ότι η Αίτηση αποσκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου, και τέλος, πως αν εγκριθεί η Αίτηση ενδέχεται να επέλθει ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του M. Κ., Ενάγοντα 3, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους Ενάγοντες, για να προβεί στην εν λόγω δήλωση. Μεταξύ άλλων, υποδεικνύει, με αναφορά σε γεγονότα, το χρόνο που παρήλθε από την καταχώρηση της Υπεράσπισης, αλλά και της αλλαγής δικηγόρου των Εναγομένων-Αιτητών μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης. Επιπλέον όμως προβαίνει και σε επιχειρήματα, τα οποία θα πρέπει να προωθούνται από τους συνηγόρους και όχι τους μάρτυρες (βλ. Δ.39 Κ.1) καθώς επίσης παραθέτει εκ νέου και αχρείαστα τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών, τις θέσεις και τα επιχειρήματα των οποίων το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου, η δε λεπτομερής παράθεση τους στο παρόν στάδιο κρίνεται αχρείαστη, πλην όμως το Δικαστήριο θα αναφερθεί σ' αυτά σε κατοπινό στάδιο, στο βαθμό που επιβάλλεται να εξηγηθεί το σκεπτικό και η αιτιολογία των συμπερασμάτων του, αλλά και το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έθιξαν κυρίως τα ζητήματα της καθυστέρησης, αλλά και της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ή μη βλάβης στα δικαιώματα των διαδίκων. Έντονη θέση των Καθ' ων η Αίτηση παραμένει πως οι συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τέτοιες που θα προκληθεί βλάβη στα δικαιώματα τους, η οποία βλάβη και ταλαιπωρία δεν αποζημιώνεται με χρήμα. Από την αντίπερα όχθη η θέση των Αιτητών αν και αποδέχονται ότι υπάρχει καθυστέρηση, και ότι θα προκύψει κάποια ταλαιπωρία στους Καθ' ων η Αίτηση, είναι πως αυτή είναι δυνατό να καλυφθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα. Νομική πτυχή: Κύρια νομική βάση της επίδικης Αίτησης αποτελεί η Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.25, προβλέπουσα την τροποποίηση των δικογράφων ως ισχύει για τις αγωγές που έχουν καταχωριστεί πριν το 2015 (βλέπε Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2014), έχει τύχει ερμηνείας από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, σε βαθμό που θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει τη θέση ότι υπάρχει εξαντλητική νομολογία για κάθε περίπτωση τροποποίησης δικογράφου. Συνοψίζοντας τις αρχές που καθιερώθηκαν μέσα από τη σχετική νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή της Δ.25, (Βλ. ενδεικτικά
(1)Saba & Co. (T.M.P) v. T.M.P Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426,
(2)Gaber Alian Ali Al Somrani v. The Cyprus Ship "Poseidonia"
(1990)1 A.A.Δ. 990,
(3)Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704,
(4)Alexandra Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ., 11) προκύπτουν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές:
- Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επιβάλλεται, ως θεμελιακή αρχή, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
- Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα καθυστέρηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε, ως καθοριστικούς στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
- Το Δικαστήριο δεν θα δώσει άδεια για τροποποίηση μόνο με τη διαπίστωση για το επανορθώσιμο της ζημιάς που επιφέρει στον αντίδικο, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλους τους παράγοντες της υπόθεσης όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία.
- Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Έχοντας μελετήσει τους λόγους ένστασης, χωρίς να υποβαθμίζεται οποιοσδήποτε από αυτούς, προκύπτει, από τα νομολογηθέντα, πως τα καίρια ερωτήματα που πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο, είναι κατά πόσο υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη στους Καθ΄ ων η Αίτηση ή αν η Αίτηση των Αιτητών διαπνέεται εμφανώς από κακή πίστη ή αν η όποια βλάβη στους Καθ΄ ων η Αίτηση μπορεί ή όχι να αποζημιωθεί χρηματικά. Επιπρόσθετα επισημαίνεται και η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η Αίτηση αποσκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005, το Εφετείο απεφάνθη πως, όπου δεν προκαλείται ζημιά, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει το δικαίωμα διαδίκου από του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους ώστε να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Ακόμη, αναφέρθηκε πως το γεγονός ότι το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, και ότι δεν θα προκαλούνταν μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα, με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση. Ταυτόχρονα παρατηρείται πως στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γεωργιάδης & Συνεταίροι κ.α
(2012)1ΑΑΔ 817 επιβεβαιώθηκε πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση τροποποίησης Έκθεσης Απαίτησης, η οποία υποβλήθηκε 4 μέρες πριν την έναρξη της ακρόασης της αγωγής ενώ η αγωγή εκκρεμούσε για επτά και πλέον χρόνια, γεγονός που ήγειρε σοβαρά ερωτηματικά για τις πραγματικές προθέσεις του Εφεσείοντα. Λήφθηκε υπόψη βέβαια και το γεγονός ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν δικογραφημένες σε άλλη αγωγή. Όπως αναφέρθηκε «Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του προβάλλει ανάγλυφη μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν το θέμα. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για επτά και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν είναι απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 13/1/2009, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του εφεσείοντα συνιστά το γεγονός ότι ενώ η υπεράσπιση των εφεσιβλήτων καταχωρήθηκε το Μάρτιο του 2003, η απάντηση στην υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 21/5/2004, όπως και το γεγονός ότι για ένα και πλέον χρόνο ο εφεσείων, για λόγους που δεν έχουν αποκαλυφθεί, παρέμενε άπρακτος. Δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του, ειμή μόνο τέσσερις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησής του». Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης, ειδικότερα, αναφορικά με τη θέση και το σχετικό λόγο ένστασης αρ. 8, περί του ότι η Αίτηση αποσκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου, θέση που αντανακλά σε ισχυρισμό για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και απορρίπτεται. Η ενάσκηση δικονομικού δικαιώματος από μόνη της, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να συνοδεύεται από άλλες ενέργειες ή παράλληλα διαβήματα προς την επίτευξη αλλότριων, προς τη δικαστική διαδικασία, σκοπών, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, ούτε μπορεί να θεωρηθεί, από τα δεδομένα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι επιχειρείται παράκαμψη προβλεπόμενης διαδικασίας. Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, προκύπτει άλλωστε από το φάκελο της υπόθεσης, πως η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν έχει αρχίσει εδώ και 8 χρόνια μετά την καταχώρησή της. Το γεγονός αυτό καθιστά δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου ιδιαίτερα προς την έγκριση του αιτήματος. Δόθηκε βέβαια εξήγηση πως το 2019 άλλαξαν οι δικηγόροι των Αιτητών, παρ' ότι από τότε μέχρι σήμερα δεν παρέχεται επαρκής αιτιολόγηση, γιατί η Αίτηση δεν καταχωρίστηκε νωρίτερα. Το ερώτημα που γεννιέται είναι αν πρόκειται για υπέρμετρη και ανεξήγητη καθυστέρηση. Η απάντηση είναι οριακά αρνητική, υπό την έννοια ότι μετά την Ειδοποίηση Αλλαγής δικηγόρου μεσολάβησαν, ως προκύπτει από πρακτικά του Δικαστηρίου, προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός αυτό είναι συνυφασμένο και με την καθοδήγηση που δίδεται μέσα από τη νομολογία ότι κατά τη δίκη είναι επιθυμητό να τίθενται όλα τα επίδικα θέματα και αυτά να αποφασίζονται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας, ώστε να μην χρειάζεται να εκδικάζονται πολλαπλές διαδικασίες. Δεδομένων όλων των προλεγόμενων, ό,τι απομένει ως καίριο ερώτημα είναι, να απαντηθεί, αν είναι η κατάλληλη περίπτωση ώστε αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, δεν θα επέλθει ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση. Δεν χωρεί αμφιβολία πως αν εγκριθεί η τροποποίηση θα απαιτηθεί η καταχώρηση νέων τροποποιημένων δικογράφων και άρα καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής. Πρόκειται βέβαια για πολύ μικρό χρονικό διάστημα εν συγκρίσει με το χρόνο που η παρούσα αγωγή εκκρεμεί χωρίς να έχει αρχίσει η ακρόασή της με κάποιο ποσοστό ευθύνης και της πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση, αφού και αυτοί ζητούσαν αναβολές. Συνοψίζοντας, στην ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, λαμβάνονται υπόψη και συνυπολογίζονται τα ακόλουθα: 1. Η ακρόαση της αγωγής δεν άρχισε. 2. Η καθυστέρηση, σχετικά εξηγούμενη, στην καταχώρηση της επίδικης Αίτησης δεν είναι ικανή να δημιουργήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ΄ων η Αίτηση, δεδομένου ότι δεν ακούστηκε μαρτυρία οπόταν θα επηρεάζονταν δικονομικά ή ουσιαστικού δικαίου δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση. Η πρόκληση ζημιάς ως προς την καθυστέρηση που θα επέλθει με την αναγκαιότητα για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων είναι δυνατόν να αποζημιωθεί χρηματικά. 3. Απουσιάζουν στοιχεία ικανά προς στοιχειοθέτηση κακής πίστης, άλλωστε δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ένστασης, αν και γίνεται αναφορά περί μη καλόπιστης Αίτησης στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση. 4. Η φύση και το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι τέτοιο που ενδεχομένως, οι Αιτητές να κωλύονται να τα εγείρουν με ξεχωριστή αγωγή ή άλλη διαδικασία, συνεπώς προέχει η ανάγκη να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη δίκη όλες οι διαφορές των διαδίκων. Εν όψει όλων όσων έχουν εξηγηθεί πιο πάνω κρίνεται πως, παρά την καθυστέρηση που υπήρξε στην καταχώρηση της Αίτησης ουδείς λόγος ένστασης στοιχειοθετείται, είναι δε ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν το αίτημα των Αιτητών για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους και Ανταπαίτησης, αυτό να εγκριθεί, ώστε να βρίσκονται κατά τη δίκη όλες οι διαφορές των διαδίκων προς επίλυση, στο πλαίσιο μίας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι η όποια ζημιά των Καθ' ων η Αίτηση δύναται να καλυφθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα, με όλα τα προαναφερόμενα η Αίτηση εγκρίνεται, εκδίδονται διατάγματα ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα, Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας καταχώρησης τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Για τυχόν περαιτέρω δικόγραφα να τηρηθούν οι προθεσμίες των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, καθώς και αυτά που θα απωλεσθούν εξαιτίας της τροποποίησης, αυτά επιδικάζονται, ως κρίνεται δίκαιο, προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ΙΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο