← Κύπρος

F. H. Y. V. ν. H. Z., Αρ. Αγωγής: 492/2021, 14/12/2022

F. H. Y. V. ν. H. Z., Αρ. Αγωγής: 492/2021, 14/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A258 Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 492/2021 Μεταξύ: F. H. Y. V., από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγουσα - και - H. Z., από τη Λεμεσό Εναγόμενος Ημερομηνία: 14.12.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: Κωνσταντίνος Καμπανέλλας Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: Ιωάννα Μακρή Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 1.7.21 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων ηλεκτρονικά κατόπιν λήψης της γραπτής συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα] Στις 23.3.21, η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο με το οποίο αξιώνει από τον Εναγόμενο διάταγμα να της παραδώσει την ελεύθερη κατοχή διαμερίσματος το οποίο ισχυρίζεται ότι της ανήκει, να της καταβάλει ποσό €16,000 ως δεδουλευμένα ενοίκια συγκεκριμένης περιόδου, να της καταβάλει ενδιάμεσα οφέλη καθώς και το ποσό των €1,508.75 ως τέλη και πληρωμές, αλλά και νόμιμους τόκους και έξοδα. Στις 20.4.21, ο Εναγόμενος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης δια δικηγόρου και την 1.7.21, πριν την καταχώριση Υπεράσπισης, η Ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση. Η Ενάγουσα βασιζόμενη στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.18, θεσμό 1 - 9, Δ.48 θεσμοί 1, 2, 3 και 4 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, αιτείται όπως εκδοθεί υπέρ της συνοπτική απόφαση ως η αξίωσή της στο Κλητήριο. Την Αίτησή στήριξε με ένορκη δήλωση άτομο που ισχυρίζεται ότι είναι πληρεξούσιος της Ενάγουσας στην Κύπρο. Συνοπτικά ο ομνύοντας αναφέρει ότι: η Ενάγουσα διαμένει στην Αγγλία και εκείνος είναι πληρεξούσιος της αλλά και το άτομο που ενδιαφέρεται για τα συμφέροντα της. Είναι επίσης στενά συνδεδεμένος μαζί της, αλλά και εξουσιοδοτημένος από την ίδια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος (Τεκμήριο 1) και το εκμίσθωσε στον Εναγόμενο στις 28.2.19 για 2 χρόνια (Τεκμήριο 2). Το παρόν Δικαστήριο, κατά τον ομνύοντα, είναι αρμόδιο, καθότι το επίδικο ακίνητο δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του

  1. Επειδή ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει ενοίκια για μήνες εντός του έτους 2020, ο ομνύοντας έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να αποστείλει επιστολή (Τεκμήριο 4). Στις 30.7.20, καταχωρήθηκε άλλη Αγωγή δηλαδή η υπ' αριθμό 1536/20 που αφορούσε μόνον διεκδίκηση των συγκεκριμένων οφειλόμενων ενοικίων και απλήρωτων λογαριασμών (Τεκμήριο 5). Σε εκείνη την Αγωγή, ο Εναγόμενος καταχώρισε Υπεράσπιση (Τεκμήριο 6) και η πλευρά της Ενάγουσας Απάντηση (Τεκμήριο 7). Είναι θέση του ομνύοντα ότι ο Εναγόμενος δεν έχει Υπεράσπιση στην παρούσα Αγωγή και ότι μέχρι, και την ημέρα καταχώρισης της Αίτησης, τα καθυστερημένα ενοίκια ανέρχονταν σε €22,
  2. Η Ενάγουσα πλήρωσε επίσης εκ μέρους του λογαριασμούς ύψους €1,508.75 (Τεκμήριο 8). Στις 16.11.20, μέσω του δικηγόρου τους, η Ενάγουσα «ακύρωσε» το ενοικιαστήριο (Τεκμήριο 9) και έθεσε όρους με τους οποίους ο Εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε και εξακολουθεί να κατακρατά το ακίνητο παράνομα. Με σχετική ειδοποίηση βασιζόμενη στις Διαταγές 18, θεσμούς 1-9 και 48, θεσμούς 1-4, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, στο άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ο Εναγόμενος ενίσταται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης και αμφισβητεί τα τυπικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά της Αίτησης, τα κίνητρα για την καταχώρησή της και το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται. Αναφέρει δε ότι ο ίδιος έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην Αγωγή, αλλά και Ανταπαίτηση. Επίσης η Αγωγή και η Αίτηση είναι καταχρηστικές επειδή απαιτούνται οι ίδιες θεραπείες με την Αγωγή 1536/
  3. Προς υποστήριξη της Ένστασης, ορκίζεται ο ίδιος ο Εναγόμενος. Περιληπτικά, αναφέρει ότι η Ενάγουσα προσπαθεί με καταχρηστικό τρόπο να τον εξώσει από το επίδικο ακίνητο. Εξ αρχής ισχυρίζεται ότι ο ενόρκως δηλών στη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση δεν έχει ιδία γνώση των γεγονότων και βασίζει τον ισχυρισμό του σε ασάφειες και ασυμφωνίες μεταξύ των όσων αναφέρονται στην Αγωγή 1536/20 και στην παρούσα. Ούτε παρουσιάζεται οτιδήποτε που να καταδεικνύει την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας προς τον ενόρκως δηλούνται, ούτε επεξηγείται για πιο λόγο δεν ορκίζεται την ένορκη δήλωση η Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος επικαλείται συνεχείς συζητήσεις μεταξύ του και της Ενάγουσας προσωπικά, πράγμα που επίσης καταμαρτυρεί, κατά τον ίδιο ότι ο ομνύοντας για την πλευρά της Ενάγουσας δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Επί της ουσίας, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι εν μέσω της πανδημίας συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως τα οφειλόμενα ενοίκια πληρώνονται σταδιακά, αλλά εκείνη παρά τη συμφωνία προσπαθούσε να διακόψει την παροχή ρεύματος και επενέβαινε στην ειρηνική απόλαυση του ακινήτου. Επισυνάπτει 3 επιστολές, μία από τους δικηγόρους της Ενάγουσας ημερομηνίας 2.3.21, το Τεκμήριο 1 ένστασης, επιστολή των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας ημερομηνίας 12.3.21, το Τεκμήριο 2 ένστασης και δεύτερη επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας προς τους δικηγόρους του Εναγόμενου ημερομηνίας 11.5.21, το Τεκμήριο 3 ένστασης. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με το Τεκμήριο 4 ένστασης, καταμαρτυρείται το γεγονός της προσπάθειας της Ενάγουσας να διακόψει την παροχή ρεύματος στο ακίνητο και συνεπώς «διέκοψε την ειρηνική απόλαυση του ακινήτου», ζήτημα το οποίο του δίδει το δικαίωμα να εγείρει ανταπαίτηση και συνεπώς θα πρέπει να καταχωρίσει ανταπαίτηση προκειμένου να μπορέσει να καταχωρίσει ανταπαίτηση. Το γεγονός ότι ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των €7000 προς την Ενάγουσα, ως ένδειξη καλής θέλησης, καταμαρτυρεί αφενός ότι ο ίδιος επέδειξε καλή πρόθεση, αλλά αφετέρου και ότι ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που στήριξε την Αίτηση δεν γνωρίζει τα γεγονότα καθότι δεν το ανέφερε καθόλου. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν αγορεύοντας τις θέσεις των πελατών τους με αναφορές στη Νομολογία. Από τη μία, η πλευρά του Ενάγοντος θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της σχετικής Διάταξης 18 και ότι ο Εναγόμενος δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει υπεράσπιση και απ' την άλλη, η δικηγόρος της Εναγόμενης, διαφωνεί και αναφέρει ότι η υπόθεση της Ενάγουσας δεν είναι ξεκάθαρη και ότι δεν πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η Διαταγή 18

(1)(α) προνοεί: «1. (a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, κρίνεται ιδιαίτερα διαφωτιστικό ως προς την προσέγγιση του ζητήματος: «Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: [.] "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts v. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ.1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων». Επίσης, η εμβέλεια, ο σκοπός και η εφαρμογή της Διαταγής 18 ερμηνεύθηκαν και σε σωρεία άλλων αποφάσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτηριστικά αναφέρει ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου [...]»[1]. «[...] (Ε)φόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη [...][2]». Ενώ, πιο πρόσφατα αναφέρθηκε ότι: «[.]«Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης»[3]. Προκύπτει ότι τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιηθούν από τον αιτούντα Ενάγοντα και τα οποία η Νομολογία καθιέρωσε ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη σχετική δικονομική πρόνοια είναι ότι: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, (β) ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και (γ) η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης πρέπει να γίνεται από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και του βάσιμου της αξίωσης, καθώς και να δηλώνει ρητά ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση σε αυτή. Εφαρμόζοντας τις σχετικές νομολογιακές αρχές επί των ζητημάτων της υπό κρίσης αίτησης, διαφαίνεται ότι, πρώτον η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρισε ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αλλά και δεύτερον, ότι ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. Επίσης, εκ της παραγράφου 27 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση, ο ομνύοντας δηλώνει ότι πιστεύει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει Υπεράσπιση στην Αγωγή. Προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 18, απομένει να διαπιστωθεί κατά πόσο το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση προς στήριξη της Αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα και το βάσιμο της αξίωσης, μια και δεν πρόκειται για την ίδια την Ενάγουσα. Για το ζήτημα γίνεται ειδική αναφορά στην Ένσταση αλλά πραγματεύονται αυτό αμφότεροι δικηγόροι των διαδίκων. Αφενός ο δικηγόρος της Ενάγουσας στις παραγράφους 27 - 30 της γραπτής του αγόρευσης και αφετέρου, η δικηγόρος του Εναγόμενου, στις σελίδες 16 - 19 της δικής της. Προτού προβώ σε περαιτέρω ανάλυση, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω επιπρόσθετα αποσπάσματα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω), αναφορικά με την δήλωση προσώπου άλλου από τον ενάγοντα: «Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos v. Grunwaldt [1910] 1 K.B. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: [.] "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.
  1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: [.] "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθησή του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." [.] Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Εκ της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την Αίτηση και έχοντας κατά νου τα όσα ανέφερα πιο πάνω κατά την σύνοψη της ένορκης δήλωσής του, ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, εξουσιοδοτημένος από την ίδια να προβεί εκ μέρους της στην ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει πλήρως όλα τα γεγονότα και μπορεί να ορκιστεί θετικά για κάθε λεπτομέρεια που αφορά την υπόθεση. Εκείνος, συνεχίζει, είναι που ενημέρωσε το δικηγόρο να αναλάβει την υπόθεση και βοηθά την Ενάγουσα, η οποία κατοικεί στην Αγγλία, όπως βοηθούσε στο παρελθόν και τους γονείς της, για τα περιουσιακά της στοιχεία στην Κύπρο. Γνωρίζει και τα γεγονότα, καλύτερα από την Ενάγουσα, που στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο και η ενοικίαση του δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ο ίδιος δε, αναφέρει, ήταν που βρήκε τον Εναγόμενο, μέσω κτηματομεσιτικού γραφείου και ο ίδιος κατείχε προηγουμένως και τα κλειδιά του ακινήτου και το όνομά του καταγράφεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο ως «contact person» και είναι και μάρτυρας. Εξετάζοντας τα πιο πάνω υπό το φως των Νομολογιακών αρχών, διαπιστώνω πρώτιστα ότι προς στήριξη του ισχυρισμού περί πληρεξουσιότητας του ομνύοντος από την Ενάγουσα δεν παρατίθεται οποιοδήποτε έγγραφο. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι, αυστηρά ομιλούντες, η προσκόμιση άλλης μαρτυρίας δεν είναι κατά κανόνα αναγκαία για τους σκοπούς της Διαταγής 18, πρέπει να πω ότι ο απλός ισχυρισμός του ομνύοντος αναφορικά με την ιδιότητά του τούτη, δεν δίδει την ευκαιρία στο Δικαστήριο να εξετάσει με πιο πολλή λεπτομέρεια τη κατ' ισχυρισμό σχέση μεταξύ του και της Ενάγουσας και να διαλευκάνει εν γένει το περιεχόμενο της κατ' ισχυρισμό πληρεξουσιότητάς του. Η γενική αναφορά ότι είναι το άτομο που ενδιαφέρεται για τα συμφέροντα της Ενάγουσας, αλλά και η συμπερίληψή του ως «contact person» στο ενοικιαστήριο συμβόλαιο, δεν δίδουν οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με την πραγματική εμπλοκή του στα επίδικα ζητήματα της παρούσας, δηλαδή τα ζητήματα που αφορούν την κατ' ισχυρισμό μη καταβολή ενοικίων από τον Εναγόμενο. Επιπρόσθετα, δεν επεξηγείται για ποιο λόγο η ίδια η Ενάγουσα δεν προβαίνει στην ένορκη δήλωση που στήριξε την Αίτηση και αντ' αυτής προβαίνει ο κατ' ισχυρισμό πληρεξούσιός της, μια και η Αγωγή κινείται, εξ όσων φαίνεται, στο όνομά της, ενώ εκ των Τεκμηρίων 1, 4, 8 και 9 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση, φαίνεται ότι όλα τα ζητήματα και γεγονότα που προβάλλονται σχετίζονται με την Ενάγουσα χωρίς να αναφέρεται οπουδήποτε ο ίδιος ο ομνύοντας. Έστω και για χάρη επιχειρήματος να γίνουν δεχτές οι θέσεις του ομνύοντος ότι ο ίδιος γνωρίζει τα περί του κατά πόσο το ακίνητο εμπίπτει ή όχι στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 και ότι ο ίδιος μεσολάβησε προκειμένου το ακίνητο να ενοικιαστεί από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο, ακόμη και ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο για να εγείρει Αγωγές, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε με το οποίο να καταδεικνύεται με ποιο τρόπο ο ομνύοντας γνωρίζει και μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με το θέμα των κατ' ισχυρισμό οφειλόμενων ενοικίων και άλλων ποσών και συγκεκριμένα από που αντλεί γνώση για την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του Εναγόμενου να τα καταβάλει. Δεν διαφαίνεται δηλαδή με ποιο τρόπο ο ομνύοντας είναι σε θέση να γνωρίζει εάν τα ενοίκια και τα λοιπά απαιτούμενα ποσά καταβάλλονταν ή όχι. Όπως ήδη ανέφερα, με βάση το ίδιο το Κλητήριο Ένταλμα, η απαίτηση της Ενάγουσας εδράζεται ακριβώς στην μη καταβολή ενοικίων και άλλων ποσών από τον Εναγόμενο και προκύπτει λογικώς ότι πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά αναφορικά με το κεφαλαιώδες για την Αγωγή και Αίτηση ζήτημα, άλλο από την ίδια την Ενάγουσα, θα έπρεπε να καταδεικνύει με ποιο τρόπο έχει ιδία γνώση του γεγονότος αυτού. Εν προκειμένω, ο ομνύοντας, ενώ επιμελώς αναφέρει την κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του με την ενοικίαση του ακινήτου από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο, ουδέν αναφέρει ως προς την πηγή της γνώσης του ή την εμπλοκή του για το θέμα της καταβολής ή μη των ενοικίων και άλλων ποσών. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό μη καταβολής ενοικίων και άλλων ποσών καταγράφεται στις παραγράφους 24 και 30 της ένορκης δήλωσης που στήριξε την Αίτηση ως απλό γεγονός. Δεδομένου ότι ο ομνύοντας δεν είναι ο ίδιος ενάγοντας και δεδομένου ότι δεν επεξηγείται η σχέση και εμπλοκή του ομνύοντος με το ζήτημα της τήρησης ή μη των όρων του ενοικιαστηρίου συμβολαίου και των σχετικών πληρωμών, η απλή αναφορά σε παράβαση των όρων της επίδικης ενοικίασης, κρίνω ότι δεν ικανοποιεί την ανάγκη για επεξήγηση και στοιχειοθέτηση θετικής γνώσης του ομνύοντας περί τούτου. Εκ των πιο πάνω θεωρώ ότι, αναφορικά με το κύριο ζήτημα της κατ' ισχυρισμό παράβασης σύμβασης εκ μέρους του Εναγόμενου δια της παράλειψης συμμόρφωσης με οικονομικές υποχρεώσεις, δεν μπορεί να διαπιστωθεί εάν τα γεγονότα τα οποία παραθέτει ο ομνύοντας πηγάζουν από δική του προσωπική γνώση ή από πληροφόρηση που έχει από την Ενάγουσα ή άλλο πρόσωπο ή εν πάση περιπτώσει από που πηγάζουν. Καταλήγω συνεπώς ότι το πρόσωπο το οποίο προέβη στην ένορκη δήλωση δεν έχει καταδείξει επαρκώς ότι είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και το βάσιμο της αξίωσης και συνεπώς κρίνω ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν ικανοποίησε την τρίτη προϋπόθεση της Διαταγής
  2. Εν όψει τούτου, η ενασχόλησή μου με το κατά πόσο η πλευρά του Εναγόμενου κατάφερε να καταδείξει δικάσιμο θέμα, παρέλκει, μια και η ικανοποίηση των σχετικών προϋποθέσεων ανάγεται σε δικαιοδοτικό ζήτημα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται και δίδεται άδεια στην Εναγόμενη να καταχώρισει Υπεράσπιση εντός 15 ημερών από σήμερα. Έπειτα να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζω αυτά υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................... Π. Αγαπητός, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [2] Βλ. L.C.A Domiki Limited v. Ice Developers Ltd, Πολ. Έφεση 473/2011, απόφαση ημερομηνίας 28ης Σεπτεμβρίου 2017 [3] Βλ. BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Πολ. Έφεση 504/2012, απόφαση ημερομηνίας 17ης Μαΐου 2018 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.