KAYWAY INVESTMENTS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής:3078/13, 30/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A250 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Δ. Κίτσιου, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής:3078/13 KAYWAY INVESTMENTS LTD, από τα BVI Eνάγοντες v.
- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας από τη Λευκωσία'
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λευκωσία
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόμενοι ----------------- Ημερομηνία: 30.09.2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Α. Γρηγορίου για PHC Tsaggarides LLC Για Εναγόμενο 1: κα Ζ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Εναγόμενη 2: κα Α. Σάββα για Αλέκος Ευαγγέλου και Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ (για έξοδα) Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε, σε κλίμακα €500.000,00‑€2.000.000,00 το έτος 2013 (ως προκύπτει άλλωστε και από τον αριθμό της) με αιτίες αγωγής αμέλεια, άδικες πράξεις, παραλείψεις, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και άλλες συναφείς περιστάσεις και εν ολίγοις στη βάση κάθε παρανομίας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς, οι οποίες αποδίδονται στους Εναγόμενους 1 και 2, στη βάση του ότι υπήρξε απομείωση χρηματικού ποσού που οι Ενάγοντες διατηρούσαν σε τραπεζικό λογαριασμό στους Εναγόμενους 3 (εναντίον των Εναγομένων 3 απορρίφθηκε η αγωγή στο παρελθόν). Με την Έκθεση Απαίτησης διεκδικήθηκαν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις ύψους €448.059,87, πλέον διαφυγόντα κέρδη, καθώς και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Με ξεχωριστή Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν την απαίτηση των Εναγόντων, προβάλλοντας σωρεία ισχυρισμών, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής με έξοδα προς όφελος τους και εναντίον των Εναγόντων. Στις 21.09.2022 οι Ενάγοντες δήλωσαν, ενώπιον του Δικαστηρίου, την πρόθεση τους να αποσύρουν την αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, οι συνήγοροι των οποίων συμφώνησαν και ζήτησαν επιδίκαση εξόδων εναντίον των Εναγόντων και προς όφελος των πελατών τους, αίτημα με το οποίο διαφώνησε η συνήγορος των Εναγόντων. Η αγωγή παρέμεινε στις 28.09.2022, οπότε απορρίφθηκε στη βάση σχετικού αιτήματος και οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν για το θέμα των εξόδων. Στα γραπτά κείμενα αγόρευσης που παραδόθηκαν, εκ μέρους όλων των ευπαίδευτων συνηγόρων, αναπτύσσεται το σκεπτικό, στη βάση του οποίου, αφενός η συνήγορος των Εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να μην επιδικάσει έξοδα εναντίον των πελατών της, αφετέρου οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 ζήτησαν την επιδίκαση εξόδων προς όφελος των τελευταίων και εναντίον των Εναγόντων. Τα επιχειρήματα και οι θέσεις όλων των πλευρών έχουν αναγνωσθεί από το Δικαστήριο και διατηρούνται κατά νου. Η παράθεση τους εκ νέου στην παρούσα απόφαση δεν κρίνεται αναγκαία. Θα γίνει αναφορά σε αυτά στο βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο για σκοπούς αιτιολόγησης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το θέμα της επιδίκασης εξόδων ρυθμίζεται από το άρθρο 43 του Ν.14/1960 και από τη Διαταγή 59 Κ1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το περιεχόμενο των οποίων απολήγει στην αρχή ότι το ζήτημα των εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία βεβαίως θα πρέπει να ασκείται στη βάση κάποιας λογικής ή κανόνα ως προϊόν της νομολογιακής πρακτικής. Η νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων καθοδηγούμενη και από αγγλική νομολογία έχει καθορίσει τις παραμέτρους της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παραπέμπουμε ενδεικτικά στην υπόθεση Φιλίππου v. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ 890, όπου λέχθηκε πως: «παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκησή της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο». Στην υπόθεση Χάσικος κ. α. v. Xαραλαμπίδη
(1990), 1 Α.Α.Δ 389 υποδείχθηκε πως «Η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειά θεμελιωμένη είναι η αρχή αυτή στην αστική διαδικασία, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία) είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δε συνεπάγεται δαπάνη». Στην υπόθεση Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ 12 επισημάνθηκε πως «είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της Υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτελέσματα) αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία εξόδων». Στην υπόθεση Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ 477 αναφέρθηκε πως ο κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που από μόνος του «παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης, παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση, η οποία πρέπει να εκτίθεται». Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αφενός το περιεχόμενο των δικογράφων και η εμμονή των Εναγομένων 1 και 2 στις θέσεις τους μέχρι το τέλος, αφετέρου η απόσυρση της αγωγής εναντίον τους, καθιστούν τους Ενάγοντες αποτυχόντες διαδίκους και επιτυχόντες τους Εναγόμενους 1 και 2. Ό,τι απομένει να συνυπολογισθεί είναι το κατά πόσο τα ζητήματα της αγωγής είναι τέτοια και πρωτόγνωρα και αν αυτό το στοιχείο είναι ικανό να δικαιολογήσει την παρέκκλιση από τον κανόνα, ώστε να στερηθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 τα έξοδά τους. Οι συνήγοροι των διαδίκων δεν παρέπεμψαν σε νομολογία του Εφετείου για παρόμοια περίπτωση (απομείωσης καταθέσεων) ως προς τα επίδικα θέματα με την οποία να αποφασίστηκε το θέμα των εξόδων. Το Δικαστήριο παραπέμφθηκε βέβαια και από τις δύο πλευρές σε πρωτόδικες υποθέσεις με τις οποίες δόθηκαν αντίθετες αποφάσεις. Σεβαστές οι πρωτόδικες αποφάσεις, πλην όμως όχι δεσμευτικές. Ταυτόχρονα παρέχεται μέσα από αυτές επαρκές υπόβαθρο για καθοδήγηση. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία προκάλεσαν την ενέργεια των Εναγόντων να καταχωρήσουν αγωγή ήταν μεν πρωτόγνωρα, δεδομένου ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο στο παρελθόν στη χώρα μας. Η ύπαρξη καταθέσεων σε τράπεζα και η απομείωση του κατατεθειμένου ποσού αναμφίβολα ήταν αποτέλεσμα πρωτόγνωρης εξέλιξης για τα κυπριακά δεδομένα, ό,τι όμως θα ήταν ικανό στοιχείο προς προβληματισμό, ώστε να προκαλέσει παρέκκλιση από τον κανόνα είναι το κενοφανές των νομικών ζητημάτων και όχι των γεγονότων. Οι αιτίες αγωγής που προωθήθηκαν, και έχουν ήδη αναφερθεί, δεν ήταν πρωτοεμφανιζόμενες, στα Δικαστήρια. Αναμφίβολα ως είχαν δικαίωμα οι Ενάγοντες έκριναν ότι θα έπρεπε να στραφούν και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 όμως επιμένοντας στην αγωγή τους δημιούργησαν έξοδα για αυτούς. Επέλεξαν ωστόσο να μην προωθήσουν την αγωγή τους προφανώς αντιλαμβανόμενοι είτε ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας είτε στη βάση άλλης άγνωστης για το Δικαστήριο αιτίας, αυτό όμως δεν διαγράφει τα έξοδα που επωμίστηκαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, όταν ο λογαριασμός με τις καταθέσεις των Εναγόντων ήταν στους Εναγόμενους 3, για τους οποίους έχει ήδη αποσυρθεί προγενέστερα η αγωγή. Η μη ακρόαση της αγωγής, ώστε να ακουστούν γεγονότα καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την απόφαση για στέρηση των επιτυχόντων διαδίκων για τη δαπάνη που υπέστηκαν. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγόντων αναφέρθηκε και στην αναθεωρητική έφεση στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
(2013)3 Α.Α.Δ 427 με την οποία αποφασίστηκε να μην εκδοθεί διαταγή για έξοδα. Είναι σημαντικό να υποδειχθεί εκ μέρους του Δικαστηρίου σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Μιχαήλ v. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου
(1991)4 Α.Α.Δ 1756, όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκε ότι: «
(1)Ο κανόνας ο οποίος ισχύει στο πεδίο της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας ως προς τα έξοδα είναι τούτος: τα έξοδα αφίενται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Ο κανόνας που ισχύει στην αστική διαδικασία ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα δεν ισχύει.
(2)Η διαφορά μεταξύ των δύο διαδικασιών οφείλεται στο γεγονός ότι η αναθεωρητική δίκη έχει ως κύριο λόγο τον έλεγχο της νομιμότητας διοικητικών πράξεων και η διαδικασία διερεύνησης της νομιμότητας έχει εξεταστικό χαρακτήρα με αποτέλεσμα οι διάδικοι να διαδραματίζουν υποβοηθητικό ρόλο στην ανίχνευση των γεγονότων και διαπίστωση των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της νομιμότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση. Συνεπώς οι διάδικοι δεν διαδραματίζουν τον καθοριστικό ρόλο που ασκούν στην πολιτική δίκη.
(3)Πριν την επιθεώρηση των φακέλλων από τον αιτητή, η πρόβλεψη για την τύχη της προσφυγής από τον αιτητή δεν μπορεί παρά να είναι ελλειματική και επομένως δεν κρίνεται δίκαιο να επωμισθεί τα έξοδα Η κατάσταση μπορεί να αλλάξει μετά την αποκάλυψη των γεγονότων χωρίς να μεταβάλλεται ο γενικός κανόνας ότι τα έξοδα επαφίενται στην κρίση του Δικαστηρίου.
(4)Οποτεδήποτε η κρίση της νομιμότητας της επίδικης απόφασης συναρτάται με την δικαιϊκή της υπόσταση και η έκβαση της υπόθεσης με την ορθότητα των εκατέρωθεν νομικών θέσεων ο ερευνητικός ρόλος του δικαστηρίου συρρικνούται και το αποτέλεσμα συναρτάται με την αποδοχή των θέσεων της μίας ή της άλλης πλευράς. Γ αυτή την περίπτωση αυξάνεται η σημασία του αποτελέσματος ως καθοριστικού παράγοντα για τον διακανονισμό των εξόδων της δίκης». Συνάγεται από τα προλεγόμενα ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα σε πολιτική διαδικασία αποφασίζεται, σε διαφορετικό υπόβαθρο που η φύση της εν λόγω δικαιοδοσίας απαιτεί. Εν όψει όλων των πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει ότι ενώπιόν του δεν τέθηκαν στοιχεία ικανά για απόκλιση από τον κανόνα που υπαγορεύει ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα του, και ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα σε βάρος των Εναγόντων και προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΙΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο