HALIMEDA INTERNATIONAL LIMITED ν. MAPLE RIDGE LTD κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης 211/2020, 14/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A290 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης 211/2020 Αναφορικά με το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου 1987, Ν.101/87 Και Αναφορικά με τη διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο (London Court of International Arbitration) με αριθμό 204884 μεταξύ των: HALIMEDA INTERNATIONAL LIMITED, από την Κύπρο Αιτήτριας και MAPLE RIDGE LTD, από την Κύπρο Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- Και Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ των: HALIMEDA INTERNATIONAL LIMITED, από την Κύπρο Αιτήτριας και 1. MAPLE RIDGE LTD, από την Κύπρο 2. SMARTILICIOUS CONSULTING LTD (CYPRUS), από την Κύπρο 3. ENVIARTIA CONSULTING LTD (CYPRUS), από την Κύπρο Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------- Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Μ. Κωνσταντίνου για Α.Γ. Παφίτης & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3: κ. A. Λύτρας για Michael Kyprianou & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία: (
- i)να απαγορεύεται στις Καθ' ων 2 και 3 και ή στους αντιπροσώπους τους να εξασκήσουν τα δικαιώματα ψήφου που έχουν ως μέτοχοι της Ρωσικής δημόσιας εταιρείας Far-Eastern Shipping Company OJSC (Fesco) στην καθορισμένη για τις 30.9.20 Ετήσια Γενική Συνέλευση της εταιρείας στη Μόσχα και ή σε οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία αυτής, αναφορικά με την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου της, (
- ii)να απαγορεύεται στις Καθ' ων 2 και 3 και ή στους αντιπροσώπους τους να προβούν και ή προκαλέσουν και ή συγκατατεθούν σε οποιαδήποτε αλλαγή και ή τροποποίηση οποιωνδήποτε των όρων που σχετίζονται άμεσα και ή έμμεσα με τα δάνεια που παραχωρήθηκαν στην Καθ' ης 1 και ή που συμπεριλαμβάνονται στις συμφωνίες Master Loan Agreement ημ. 11.12.12 και Intercreditor Agreement 7.12.12, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αίτησης και ή της Διαιτησίας στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (LCIA) υπ' αρ. 204884 και ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΚΡ, διευθυντή της Κυπριακής εταιρείας Fesco Global Logistics Ltd η οποία με τη σειρά της είναι διευθύντρια στην Αιτήτρια εταιρεία. Σε αυτή ο ΚΡ αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στην έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας και αποδίδει στον πραγματικό τελικό δικαιούχο των Καθ' ων 2 και 3, τον ΖΜ, ένα δόλιο σχέδιο με στόχο την παράταση αποπληρωμής των δανείων που αποτελούν το αντικείμενο της διαιτητικής διαδικασίας και τελικώς την αδυναμία είσπραξης αυτών από την Αιτήτρια με καταστροφικές συνέπειες για την ίδια. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύνανται να εκδοθούν και ότι η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και ή καταχρηστικά. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΕΠ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τις Καθ΄ ων 2 και 3. Σε αυτή η ΕΠ βασικά αναφέρει ότι η διαιτησία είναι μέρος μιας συντονισμένης προσπάθειας για εχθρική εξαγορά της Fesco από τη Ρωσική εταιρεία Rosatom με απώτερο σκοπό την υφαρπαγή της ιδιοκτησίας και του ελέγχου της Fesco από τον ΖΜ. Η ΕΠ περιγράφει το ιστορικό των γεγονότων και προβάλλει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, με την καταχώριση της ως άνω Αίτησης η Αιτήτρια καταχώρισε και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση των ίδιων προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το πρώτο διάταγμα ενώ διέταξε την επίδοση της Αίτησης αναφορικά με το δεύτερο. Λόγω της μη εμφάνισης των Καθ' ων 2 και 3, το Δικαστήριο κατέστησε το εκδοθέν διάταγμα απόλυτο και εξέδωσε και το δεύτερο. Ακολούθησε αίτηση των Καθ' ων για παραμερισμό των διαταγμάτων, τα οποία και παραμερίστηκαν με απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 16.11.20. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να γίνει αρχικά μια παράθεση των βασικών ισχυρισμών και θέσεων της κάθε πλευράς, στη βάση των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ο ΚΡ βασικά αναφέρει ότι οι Καθ' ων 2 και 3 είναι οι αποκλειστικές έμμεσες θυγατρικές εταιρείες της Wiredfly Investments Ltd η οποία με τη σειρά της είναι 100% θυγατρική της Καθ' ης 1. Βεβαιώνει την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης 1 δυνάμει μιας κύριας συμφωνίας δανείου μεταξύ εταιρειών ομίλου (Master Loan Agreement) ημ. 11.12.12, η οποία συνήφθη μεταξύ συνολικά 16 μερών και την εκχώρηση των δικαιωμάτων αυτής (της συμφωνίας) προς όφελος της Κυπριακής εταιρείας Kalentio Trading Ltd και μετέπειτα προς όφελος της Αιτήτριας. Σύμφωνα με τον ΚΡ, οι Καθ' ων 2 και 3 είναι εταιρείες κέλυφος και κάτοχοι μετοχών της Far-Eastern Shipping Company OJSC (Fesco), και συμπεριφέρονται κατά τρόπο που καταδεικνύει σοβαρό κίνδυνο αδυναμίας εκτέλεσης τυχόν διαιτητικής απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας. Ο ΚΡ αναφέρει ότι η Αιτήτρια είναι 100% θυγατρική της Fesco και οι Καθ' ων 2 και 3 είναι οι κύριες μέτοχοι της Fesco εφόσον μαζί κατέχουν το 49.9998% των μετοχών της. Ο ΚΡ αναφέρεται επίσης και στη δομή του ομίλου των εταιρειών Fesco, περιγράφοντας μια σειρά θυγατρικών εταιρειών καταλήγοντας στον ZM. Σύμφωνα με τον ΚΡ, ο ΖΜ καταδικάστηκε στη Μόσχα για διάφορα ποινικά αδικήματα και αντιμετωπίζει πολυετή ποινή φυλάκισης. Όπως εξηγεί ο ΚΡ, ο τελικός δικαιούχος των Καθ' ων 1-3 είναι κατά 73.93% ο ΖΜ και κατά 26.07% ο TGP, πλην όμως φαίνεται ότι ο ΖΜ είναι το πρόσωπο που ελέγχει τις Καθ' ων και τις καθοδηγεί στις αποφάσεις τους. Ακολούθως ο ΚΡ αναφέρεται στη συμφωνία πώλησης της Fesco κατά 49.99% και 23.75% στις Summa Group και GHP Group αντίστοιχα, δυνάμει των δύο προαναφερόμενων συμφωνιών ημ. 11.12.12 και 7.12.12, τα δικαιώματα των οποίων τελικώς εκχωρήθηκαν προς όφελος της Αιτήτριας. Η Καθ' ης 1 υπέβαλε δύο αιτήματα δανειοδότησης δυνάμει της συμφωνίας δανείου τα οποία και ικανοποιήθηκαν και στις 31.12.17 η Καθ' ης 1 και η Kalentio υπέγραψαν δήλωση συμφιλίωσης (reconciliation statement) ως προς το ύψος του οφειλόμενου ποσού δυνάμει των δανείων. Ο ΚΡ αναφέρει περαιτέρω ότι λόγω των δυσκολιών αποπληρωμής αυτών από την Καθ' ης 1, στις 3.11.17 η Fesco υπέγραψε συμφωνία παροχής πίστωσης με Τράπεζα στη Ρωσία. Σύμφωνα πάντα με τον ΚΡ, στις 12.2.20 η Αιτήτρια απέστειλε στην Καθ' ης 1 επιστολή απαίτησης του οφειλόμενου ποσού δυνάμει των δανείων. Αυτό προκάλεσε διάφορα και πολύ πιεστικά αιτήματα από το διοικητικό συμβούλιο της Fesco για παράταση του χρόνου αποπληρωμής του. Ο ΚΡ αναφέρεται σε διάφορες δόλιες και παράνομες ενέργειες και σε έγγραφα διάφορων εταιρειών οι οποίες μαζί με τις Καθ΄ ων 2 και 3 δίδουν δύναμη ψήφου πλειοψηφίας στη Fesco κατά 59.5998%. Ο ΚΡ ισχυρίζεται επίσης ότι στην προγραμματισμένη για τις 30.9.20 Ετήσια Γενική Συνέλευση της Fesco, ένα από τα ζητήματα προς συζήτηση είναι η εκλογή διοικητικού συμβουλίου και ότι στόχος των Καθ' ων 2 και 3 είναι η εκλογή στο συμβούλιο προσώπων που σχετίζονται με τον ΖΜ, με αποτέλεσμα την έγκριση παράτασης της συμφωνίας δανείου και συνακόλουθα την απόσυρση της διαιτητικής διαδικασίας. Ο ΚΡ αναφέρει ότι αυτό θα προκαλέσει την αδυναμία της Αιτήτριας να εισπράξει το λαβείν της δυνάμει των εν λόγω δανείων και θα έχει καταστροφικές συνέπειες στην Αιτήτρια η οποία θα οδηγηθεί στη διάλυση. Στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η ΕΠ ισχυρίζεται αρχικά ότι η αιτούμενη θεραπεία για να εμποδιστεί η διεξαγωγή Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης μιας δημόσιας Ρωσικής εταιρείας δεν είναι διαθέσιμη στη Ρωσία. Η ΕΠ δέχεται ότι οι Καθ' ων 2 και 3 κατέχουν μαζί το 49.9997% των μετοχών της Fesco και περιγράφει την ευρύτερη μετοχική δομή της τελευταίας. Η ΕΠ επεξηγεί τον τρόπο εξαγοράς της Fesco κατά το 2012 και τις πηγές χρηματοδότησης αυτής της εξαγοράς, μεταξύ των οποίων είναι η προθεσμιακή δανειακή διευκόλυνση (Term Loan Facility) και η δεσμευτική προθεσμιακή δανειακή διευκόλυνση (Committed Term Loan Facility) ημ. 7.12.12. Την ίδια ημερομηνία συνήφθη επίσης και συμφωνία πιστωτών και ακολούθησε η κύρια συμφωνία δανείου ομίλου ημ. 11.12.12 μεταξύ 16 μερών με στόχο τη διευκόλυνση της ετοιμότητας ροής κεφαλαίων γύρω από τη νέα δομή του ομίλου Fesco. Η ΕΠ αναφέρει πως η ανοδική ροή κεφαλαίων προς την Καθ΄ ης 1 έλαβε χώρα στη συνέχεια μέσω αιτήσεων δανείων εντός Μαΐου του 2013 ενώ αργότερα, κατά τα έτη 2016 και 2017, έγιναν αναχρηματοδοτήσεις χρεών εντός του ομίλου Fesco. Η ΕΠ δέχεται την παραχώρηση των δύο δανείων και τη σύναψη της δήλωσης συμφιλίωσης ημ. 31.12.17 καθώς επίσης και τις συμφωνίες εκχώρησης των δικαιωμάτων της συμφωνίας, η πρώτη προς όφελος της Kalentio και ακολούθως η δεύτερη ημ. 13.12.18 προς όφελος της Αιτήτριας. Η ΕΠ ισχυρίζεται ότι η επιστολή απαίτησης ημ. 12.2.20 δεν ήταν στην ουσία «απαίτηση» αλλά η παροχή ενός εναλλακτικού σχεδίου αποπληρωμής, αναγνωρίζοντας έτσι την ανάγκη για περαιτέρω χρόνο για την αποπληρωμή των επίδικων δανείων της Καθ' ης. Η ΕΠ επισημαίνει πως στην εν λόγω επιστολή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι η επιβίωση της Αιτήτριας και ή της Fesco εξαρτάται από την άμεση αποπληρωμή των δανείων. Σύμφωνα πάντα με την ΕΠ, ο ΖΜ διώκεται στη Ρωσία για αλλότριους λόγους, οικονομικούς και πολιτικούς, και μετά τη σύλληψη του βασιζόταν σε μέλη της οικογένειας και έμπιστους συνεργάτες του για την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης του, συμπεριλαμβανομένης της ΜΖ η οποία ακολούθως συνεργάστηκε με τα εχθρικά μέρη και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συντονισμένη προσπάθεια κλοπής του ελέγχου της Fesco από τον ΖΜ. Η ΕΠ ισχυρίζεται ότι από τη σύλληψη του ΖΜ, καταβλήθηκαν προσπάθειες παρέμβασης στις μετοχές που αυτός κατέχει και στην αφαίρεση από αυτόν του ελέγχου του ομίλου Fesco. Η ΕΠ αναφέρει περαιτέρω ότι ένα από τα βασικά αποτελέσματα της συνομωσίας είναι να αποτραπεί η αναδιάρθρωση των χρεών του ομίλου Fesco και να αποτραπεί η Καθ' ης 1 να βάζει κεφάλαια τα οποία θα της επέτρεπαν να αποπληρώσει το χρέος της, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων δανείων. Η ΕΠ επεξηγεί ότι το σχέδιο συνωμοσίας περιλαμβάνει μια εντελώς τεχνητή κατάσταση στην οποία τα εχθρικά μέρη που ελέγχουν την Αιτήτρια επιδιώκουν να πάρουν και τον έλεγχο του ομίλου Fesco. Μέρος του σχεδίου είναι η έναρξη της διαιτησίας από την Αιτήτρια, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων στα πλαίσια της παρούσας και η απειλή των υποψηφίων για το διοικητικό συμβούλιο της Fesco οι οποίοι προτάθηκαν από τις Καθ' ων για να τους εμποδίσουν να αναλάβουν καθήκοντα. Η ΕΠ ισχυρίζεται ότι μετά από διάφορες αναχρηματοδοτήσεις της Fesco κατά τα έτη 2015 και 2017, περί τις αρχές του 2020 η επιτροπή στρατηγικής της Fesco ανέθεσε στην KPMG να διαμορφώσει ένα σχέδιο στρατηγικής για τη δομή του χρέους εντός του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων της Καθ' ης 1. Έτσι αναπτύχθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο με το όνομα Project Moonlight. Η επιτροπή στρατηγικής της Fesco πρότεινε την έγκριση του σχεδίου και τότε διεφάνη ότι ο ΖΜ καθυστερούσε την έγκριση του και έφερνε στο προσκήνιο άλλες εταιρείες για να εξαγοράσουν τη Fesco, όπως τη Rosatom και τη SGS. Σύμφωνα με την ΕΠ, στα πλαίσια των συζητήσεων για την εξαγορά της Fesco, διεφάνη πως η Rosatom χρησιμοποιούσε την επιρροή της σε διοικητικούς συμβούλους της Fesco να ασκήσει πίεση προς τη SGS για να εγκαταλείψει τη Fesco. Επίσης ήρθε στην επιφάνεια η πρόθεση της ΜΖ να συγκαλέσει Έκτακτη Γενική Συνέλευση με σκοπό την αντικατάσταση του προέδρου της Fesco με κάποιον υπέρ της Rosatom και να προκαλέσει την Αιτήτρια να εγείρει διαδικασίες και εναντίον της Καθ' ης 1 για τα οφειλόμενα, προκαλώντας έτσι την εγκατάλειψη του σχεδίου Project Moonlight. Στην εν λόγω συνέλευση του διοικητικού συμβουλίου της Fesco ημ. 3.9.20, λήφθηκαν αποφάσεις για αντικατάσταση του Προέδρου της Fesco και το σχέδιο εγκαταλείφθηκε καθ' ον χρόνο η τελευταία πλήρωνε κανονικά τις υποχρεώσεις της και είχε ρεκόρ εσόδων κατά τα έτη 2021 και 2022. Η ΕΠ αναφέρει επίσης ότι για την προγραμματισμένη για τις 30.9.20 Ετήσια Γενική Συνέλευση της Fesco, υπήρξε μια συντονισμένη προσπάθεια εκ μέρους της ΜΖ, πιθανώς για λογαριασμό των εχθρικών μερών, να ασκήσει παράνομη πίεση στα άτομα της SGS να αποσύρουν την υποψηφιότητα τους για το διοικητικό συμβούλιο της Fesco και περιγράφει τις ενέργειες και απειλές των εχθρικών μερών. Σύμφωνα με την ΕΠ, στις 28.9.20 εκδόθηκε το μονομερές προσωρινό διάταγμα το οποίο ουσιαστικά εμπόδισε τις Καθ' ων 2 και 3 να ψηφίσουν για την εκλογή των υποψηφίων της προτίμησης τους στο διοικητικό συμβούλιο της Fesco, παρά το ότι κατέχουν το 49,997%, παραδίδοντας έτσι τον έλεγχο της Fesco στα εχθρικά μέρη. H ΕΠ ισχυρίζεται ότι παρά τον παραμερισμό των διαταγμάτων, ο σκοπός της Αιτήτριας η οποία είναι προφανώς μέρος στη συνωμοσία, έχει επιτευχθεί και τα εχθρικά μέρη έχουν διορίσει τους δικούς τους διευθυντές, αντίθετους προς τα συμφέροντα του ΖΜ. Τέλος, η ΕΠ αναφέρεται στα γεγονότα που ακολούθησαν και, κατά την ίδια, επιβεβαιώνουν τα όσα αναφέρει ανωτέρω αναφορικά με τα κίνητρα της Αιτήτριας στην αντικατάσταση των αξιωματούχων της Fesco, στην εχθρική εξαγορά της ενάντια στα συμφέροντα της εταιρείας και στην αποτελεσματική επίλυση των ζητημάτων που αφορούν τη διάρθρωση του χρέους του ομίλου. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινά διατάγματα προς υποβοήθηση της αλλοδαπής διαιτητικής διαδικασίας η οποία έχει ξεκινήσει στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΚΡ, δυνάμει του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν σε τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν αποτελούν διάδικα μέρη στη διαιτητική διαδικασία, εφόσον αυτά απευθύνονται αποκλειστικά εναντίον των Καθ' ων 2 και 3. Τέτοια διατάγματα τύπου Chabra εκδίδονται για δέσμευση περιουσίας στις περιπτώσεις στις οποίες ο εναγόμενος δεν κατέχει μεν περιουσία στο όνομα του αλλά κάποια περιουσία του αν και κατέχεται από τρίτο πρόσωπο στην ουσία ανήκει και κατέχεται μέσω του τρίτου από τον εναγόμενο. Σχετική είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1(B) A.A.Δ. 926 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου (αρ. 101/87) προνοεί ότι, "Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ' αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας." Οι πιο πάνω διατάξεις μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται από ένα από τα δύο μέρη και δεν περιορίζονται οι προεκτάσεις του σε διατάγματα μόνο εναντίον του άλλου μέρους της διαιτησίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113, "It is now settled law that, although the Court has no jurisdiction to grant an interlocutory Mareva injunction in favour of a plaintiff who has no good arguable cause of action against a sole defendant, it has power to grant such an injunction against a co-defendant against whom no direct cause of action lies, provided that the claim for the injunction is ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against that co-defendant." ................................ Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην υπόθεση Τ.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%. Όπως σημειώθηκε στη σχετική απόφαση, "In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra." Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε λίγο αργότερα στην Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113, στην οποία τονίστηκε ότι, "Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant." Η επέκταση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων για να καλύψουν τις σύγχρονες εμπορικές αναγκαιότητες εξετάστηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Motorola Credit Corpn v. Uzan and Others [2004] 1 W.L.R. 113, στην οποία τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "The jurisdiction of national courts is primarily territorial, being ordinarily dependent on the presence of persons or assets within their jurisdiction. Commercial necessity resulting from the increasing globalisation of trade has encouraged the adoption of measures to enable national courts to provide assistance to one another, thereby overcoming difficulties occasioned by the territorial limits of their respective jurisdictions." Επιπρόσθετα στην υπόθεση Cetelem S.A. v. Roust Holdings Ltd [2005] 2 Lloyd's Rep. 494, τονίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι, "... Equally, there may be instances where a party seeks an order that will have an effect on a third party, which only the court could grant." και ότι, "... I can see no reason why "assets" should be limited to the defendant's assets."» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η πιο πρόσφατη υπόθεση DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. Ε166/19, ημ. 15.10.20, στην οποία οι αρχές που διέπουν την έκδοση διατάγματος τύπου Chabra συνοψίζονται ως εξής: «Προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και με την εκ συμφώνου τροποποίηση του διατάγματος που επιτεύχθηκε στις 13.12.2018 στη βάση αίτησης των εφεσειόντων, πως δεν ενέπιπτε εντός του σκοπού του διατάγματος η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της διαχειρίστριας εταιρείας (M.D. Limassol Waste Management Company Ltd) ή της Κοινοπραξίας που μετά την αποχώρηση των εφεσιβλήτων και της Miltiades Neophytou ονομάστηκε Medcon & DB Technologies J. V. Εκείνο που συνάγεται από το περιεχόμενο του Διατάγματος είναι ότι εμποδίζονται οι εφεσείοντες από του να δώσουν οδηγίες είτε στην Κοινοπραξία είτε στη διαχειρίστρια εταιρεία όπως αποξενώσει ποσά που προέρχονται από εισοδήματα του έργου και ανήκουν στους εφεσείοντες. Το τελευταίο είναι πλήρως συμβατό με το σκοπό του διατάγματος. Δεν πρόκειται εν προκειμένω, για εφαρμογή αρχών διαταγμάτων τύπου Chabra, διαταγμάτων που έλαβαν το όνομα τους από την Τ.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra
(1992)2 All E.R. 245. Στην υπόθεση Perlata Ltd κ. Nestoras Hotels Ltd, Πολ. εφ. Ε184/17, 6.6.2019, σε σχέση με τα πιο πάνω διατάγματα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Πρόκειται για τα διατάγματα που έγιναν γνωστά ως διατάγματα τύπου Chabra στη βάση της ως άνω υπόθεσης, στην προμετωπίδα της οποίας αναφέρονται τα εξής για τη φύση και το σκοπό τους: "That although the court had no jurisdiction to grant an interlocutory injunction in favour of a plaintiff who had no good arguable cause of action against a sole defendant, it had power to grant the injunction against a co-defendant, against whom nο cause of action lay, provided that the claim for the injunction was ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against the other co-defendant; and that, accordingly, since the injunction made against the first defendant alone was inadequate to protect the plaintiff, it was appropriate to grant the injunction against the second defendant in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against the first defendant". Διατάγματα τύπου Chabra μπορούν να εκδοθούν εφόσον καταδειχθεί - ενόρκως βεβαίως - πως πρωταρχικά ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του πρώτου εναγομένου. Περαιτέρω, για να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος εις βάρος της περιουσίας άλλου εναγομένου, εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η έκδοση του διατάγματος αυτού είναι βοηθητική στο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρώτου εναγομένου ο οποίος στερείται περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί η απαίτηση του ενάγοντα, κυρίως όταν πρόκειται στην ουσία για περιουσία του πρώτου εναγομένου, η οποία κατέχεται από το δεύτερο. Χρήσιμη αναφορά για τα διατάγματα αυτής της φύσεως γίνεται στο Σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίου & Π. Αρτέμη, Διατάγματα 2016 σελ. 218 κ.επ.: «Η αρχή που προκύπτει από την υπόθεση Chabra καλύπτει την περίπτωση όπου o κύριος εναγόμενος, είτε αυτός είναι φυσικό πρόσωπο, είτε νομικό, δεν έχει στο όνομα του πολλά περιουσιακά στοιχεία, αλλά υπάρχει μαρτυρία ότι αυτά κατέχονται από τρίτα πρόσωπα ή εταιρείες, π.χ. από συγγενικά πρόσωπα ή από εταιρείες που ελέγχει ο κύριος εναγόμενος. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα (αντί να διεκδικηθεί διάταγμα εναντίον μη διαδίκου) να συνενωθεί το τρίτο πρόσωπο ως συνεναγόμενος με τον κύριο εναγόμενο και να διεκδικηθεί εναντίον του διάταγμα μη αποξένωσης (Chabra Order), ανεξάρτητα αν αυστηρώς ομιλούντες δεν προσφέρει τη δυνατότητα να παγοποιηθούν περιουσιακά στοιχεία που ο εναγόμενος απέκρυψε, ώστε να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Στην Cardile v. LED Building Proprietary Ltd
(1999)HCA 18 Australian High Court, όπως σχολιάστηκε στη Yukos Caplital S.a.r.l v. OJSC Rosneft Oil Co. [2010] EWHC 784 (Comm), 2010 WL 1368769, κρίθηκαν σημαντικά τα εξής: "
- a)The court should be cautious in making any order extending to the property of persons who are not substantive defendants and cannot be shown to have frustrated the administration of justice.
- b)But the jurisdiction is not limited to circumstances where a third party holds property beneficially owned by a defendant.
- c)One guiding principle where restraint of third parties is sought is the existence of some process which may be available to the potential judgment creditor pursuant to which, whether by appointment of a liquidator or otherwise, the third party might be obliged to help satisfy the judgment". Σημειώνεται πάντως, ότι στη Chabra ανωτέρω, ο τρίτος κατέστη διάδικος, κάτι που εδώ δεν συμβαίνει. Στην υπό κρίση περίπτωση, το διάταγμα στρέφεται in persona μόνο κατά των εφεσειόντων και τους εμποδίζει από του να ενεργούν κατά παράβαση των προνοιών του. Ισχύουν αυτά που λέχθησαν στην Taylor ν. Van Dutch Marine Holdings Ltd and others [2017] EWHC 636(Ch): "Those views were not intended to deal with a situation where the disposer has his or her own rights which are being enforced and who does not do an act which falls to be viewed as a disposal by the defendant or a dissipation of the asset. Withdrawing money from a bank account is likely to involve a disposal of the money by the defendant, and it is therefore prohibited. A bank which allows it is participating in that disposal by the defendant. That is what banks must be wary of and should not facilitate or permit". To εν λόγω διάταγμα δεν στρέφεται άμεσα εναντίον της διαχειρίστριας εταιρείας ή της Κοινοπραξίας. Ακόμη όμως και να υπέθετε κάποιος ότι προκύπτει δέσμευση τρίτων προσώπων από το διάταγμα, όπως εισηγούνται οι εφεσείοντες, αυτό δεν σημαίνει ότι η βάση του είναι σαθρή. Ακριβώς η νομολογία αναγνωρίζει τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εναντίον των μη διαδίκων (βλ. SCF Finance Co. Ltd v. Mazri
(1985)2 All E.R. 747 και Global Cruises S.A. κ.ά. ν. METRO Shipping & Travel Ltd
(1989)1E A.A.Δ.607). Σωστό είναι αυτό που υποδείχθηκε και στην κρινόμενη περίπτωση, ότι δηλαδή δεν υπήρξε ένσταση των τρίτων.» Με βάση την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει χωρίς δυσκολία ότι η έκδοση διαταγμάτων τύπου Chabra αφορά μεν σε τρίτο πρόσωπο μη διάδικο, πλην όμως περιορίζεται στη δέσμευση περιουσίας η οποία κατέχεται από το τρίτο πρόσωπο αλλά στην ουσία ανήκει στον εναγόμενο. Τέτοια διατάγματα όμως αφορούν περιουσία και δεν επεκτείνονται σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια τρίτου προσώπου, όπως στην προκειμένη περίπτωση όπου ζητείται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται σε τρίτα (νομικά) πρόσωπα να προβούν σε ενέργειες, ήτοι στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου σε Ετήσια Γενική Συνέλευση άλλου τρίτου (και πάλι νομικού) προσώπου. Το γεγονός ότι τα πρόσωπα στα οποία αφορά το αιτούμενο διάταγμα είναι οι μέτοχοι εταιρείας η οποία με τη σειρά της είναι μέτοχος του διάδικου μέρους στη διαιτησία δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωση η οποία βρίσκει έρεισμα τόσο σε όλες τις υποθέσεις (Αγγλικές και μια Αυστραλίας) στις οποίες παραπέμπει η πλευρά της Αιτήτριας όσο και στην Αγγλική υπόθεση Lakatamia Shipping Company Ltd v. Su
(2014)EWCA Civ
- Στην τελευταία υπόθεση τονίζεται ότι διατάγματα τύπου Chabra πρέπει να εκδίδονται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις λόγω ακριβώς των συνεπειών που ενέχουν σε τρίτα πρόσωπα. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Further light is shed on this question by the judgment of Popplewell J in PJSC Vseukrainskyi Aktsionernyl Bank v Maksimov and others [2013] EWHC 422 (Comm), [2013] NLJR
- There Popplewell J had to consider what is usually called the Chabra jurisdiction, see TSB Private Bank International SK v Chabra [1992] 2 All ER 245, [1992] 1 WLR 231, pursuant to which a freezing order may be made against companies such as F3, F5 and IM3 Co against whom there is no substantive cause of action but in circumstances where there is good reason to suppose that their assets may in truth be the assets of the Defendant against whom a cause of action is asserted. Popplewell J summarised the jurisdiction thus: "7 ..................................
(1)The Chabra jurisdiction may be exercised where there is good reason to suppose that assets held in the name of a Defendant against whom the Claimant asserts no cause of action (the NCAD) would be amenable to some process, ultimately enforceable by the courts, by which the assets would be available to satisfy a judgment against a Defendant whom the Claimant asserts to be liable upon his substantive claim (the CAD).
(2)................................
(3)In such cases the jurisdiction will be exercised where it is just and convenient to do so. The jurisdiction is exceptional and should be exercised with caution, taking care that it should not operate oppressively to innocent third parties who are not substantive Defendants and have not acted to frustrate the administration of justice.
(4)A common example of assets falling within the Chabra jurisdiction is where there is good reason to suppose that the assets in the name of the NCAD are in truth the assets of the CAD. Such assets will be treated as in truth the assets of the CAD if they are held as nominee or trustee for the CAD as the ultimate beneficial owner.
(5)Substantial control by the CAD over the assets in the name of the NCAD is often a relevant consideration, but substantial control is not the test for the existence and exercise of the Chabra jurisdiction. Establishing such substantial control will not necessarily justify the freezing of the assets in the hands of the NCAD. Substantial control may be relevant in two ways. First, evidence that the CAD exercises substantial control over the assets may be evidence from which the court will infer that the assets are held as nominee or trustee for the NCAD as the ultimate beneficial owner. Secondly, such evidence may establish that there is a real risk of dissipation of the assets in the absence of a freezing order, which the Claimant will have to establish in order for it to be just and convenient to make the order. But the establishment of substantial control over the assets by the CAD will not necessarily be sufficient: a parent company may exercise substantial control over a wholly owned subsidiary, but the principles of separate corporate personality require the assets to be treated as those of the subsidiary not the parent. The ultimate test is always whether there is good reason to suppose that the assets would be amenable to execution of a judgment obtained against the CAD."» Ακόμα και η περικοπή από το σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions, 6η έκδοση, παρ. 13-010, στην οποία παραπέμπει η δικηγόρος της Αιτήτριας και αναφέρεται σε διάταγμα με το οποίο να απαγορεύονται σχέσεις ή συναλλαγές με περιουσία της εταιρείας, τρίτου προσώπου («an injunction restraining dealings with the company's assets, albeit that the company is a third party»), υποστηρίζει την ανωτέρω θέση του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει το πρώτο αιτούμενο διάταγμα. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση αυτού του διατάγματος, ζητείται η απαγόρευση άσκησης των δικαιωμάτων των Καθ' ων 2 και 3 ως μετόχων μιας τρίτης εταιρείας, της Fesco, η οποία μάλιστα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Ρωσική Ομοσπονδία και διέπεται από το Ρωσικό δίκαιο. Οι Καθ' ων είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο, πλην όμως τα δικαιώματα τους ως μέτοχοι της Fesco διέπονται από το αλλοδαπό δίκαιο και όχι από το Κυπριακό δίκαιο το οποίο ζητείται να εφαρμοστεί για σκοπούς της παρούσας. Με άλλα λόγια, εδώ ζητείται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται σε τρίτα πρόσωπα να προβούν σε ενέργειες σε σχέση με την άσκηση των δικαιωμάτων τους ως μέτοχοι σε μια τρίτη αλλοδαπή εταιρεία, και μάλιστα ενόσω αυτά τα δύο νομικά πρόσωπα από κοινού δεν κατέχουν την πλειοψηφία. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε βαθμό που να είναι δυνατή η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αυτή η διαπίστωση προδιαγράφει και την τύχη της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης ή θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων 2 και 3 και εναντίον της Αιτήτριας εταιρείας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο