← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. -, Αρ. Αίτησης: 62/2022, 9/11/2022

Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. -, Αρ. Αίτησης: 62/2022, 9/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A281 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 62/2022 Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Και Αναφορικά με την Aίτηση δυνάμει των άρθρων 21, 22, 23 των περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμων του 1996 και 2015 Ημερομηνία: 09.11.2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Δ. Κ., Αστυφ. [ ] Για Ενδιαφερόμενο Μέρος: κ. Νεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (στο εξής «Αιτητής») καταχώρησε στις 11.10.22 την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται «..την έκδοση διατάγματος που να εξουσιοδοτεί ή εγκρίνει στα πρόσωπα που αναφέρονται στο Μέρος I την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη όσων δεδομένων αποτελούν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας από την συσκευή που αναφέρεται πιο κάτω στο Μέρος ΙΙ και τα οποία έχουν σχέση με τη διερεύνηση των πιο κάτω ποινικών αδικημάτων, που διαπράχθηκαν μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 03/10/2022, στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ...». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 21, 22 και 23 του Ν.92(Ι)/96 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση αστυφύλακα που λαμβάνει μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης. Προτού παραθέσω συνοπτικά το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της αίτησης ένορκης δήλωσης, σημειώνω, ότι η αίτηση ορίσθηκε αυθημερόν από το Πρωτοκολλητείο για εξέταση. Κατά την εν λόγω ημερομηνία απουσίαζα σε εκπαιδευτικό σεμινάριο. Ως εκ τούτου επιλήφθηκα της αίτησης την επόμενη μέρα, ήτοι στις 12.10.22. Όταν επιλήφθηκα της αίτησης, εμφανίστηκε αυτοβούλως συνήγορος εκ μέρους ενός εκ των τριών προσώπων (στο εξής «ενδιαφερόμενο μέρος») σε σχέση με τα κινητά τηλέφωνα των οποίων ζητείται η έκδοση του επίδικου δικαστικού εντάλματος. Παρά το ότι το άρθρο 21

(1)του Ν.92(Ι)/96 προβλέπει για μονομερή υποβολή αιτήσεων αυτής της φύσης, εντούτοις, ενόψει της εμφάνισης ενώπιον μου συνηγόρου εκ μέρους του ενδιαφερόμενου μέρους, θεώρησα ορθό όπως, μέσα στα πλαίσια της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, παραχωρήσω στο ενδιαφερόμενο μέρος το δικαίωμα να ακουστεί. Προς τούτο, δόθηκε άδεια στο ενδιαφερόμενο μέρος, εάν το επιθυμούσε, να καταχωρήσει ένσταση. Επανέρχομαι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 03.10.22 τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση από μέλη της ΥΚΑΝ το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Το εν λόγω πρόσωπο είναι γνωστό στην ΥΚΑΝ, ως προς το ότι κατέχει ποσότητες ναρκωτικών και τις προμηθεύει σε άλλα πρόσωπα. Κατά την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία, το ενδιαφερόμενο μέρος συναντήθηκε με άλλα δύο πρόσωπα. Συγκεκριμένα, όχημα στο οποίο μετέβαιναν τα εν λόγω δύο πρόσωπα προσέγγισε τον χώρο στον οποίο τους ανέμενε το ενδιαφερόμενο μέρος. Ο τελευταίος κατευθύνθηκε προς τον συνοδηγό του οχήματος και του παρέδωσε μία πλαστική σακούλα χρώματος μπλε. Ακολούθως, όλα τα πιο πάνω πρόσωπα αποχώρησαν από τον χώρο συνάντησης. Τα μέλη της ΥΚΑΝ, αφού παρακολούθησαν τα δύο πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα, ανέκοψαν σε κάποια στιγμή το όχημα. Κατά την έρευνα που ακολούθησε στο όχημα εντοπίστηκε εντός αυτού ποσότητα ναρκωτικών, ήτοι πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης συνολικού βάρους περί τα 2 κιλά και 90 γραμμάρια. Περαιτέρω, κατά την έρευνα εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων, στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού ένα τσαντάκι ώμου εντός του οποίου περιέχονταν, ανάμεσα σε άλλα, τέσσερα κινητά τηλέφωνα. Επίσης, πάνω στο κάθισμα της θέσης του οδηγού βρέθηκε ακόμη ένα κινητό τηλέφωνο. Το ενδιαφερόμενο μέρος ανευρέθηκε σε συγκεκριμένο υποστατικό και μετά από έρευνα που του διενεργήθηκε εντοπίστηκε στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο. Έρευνα διενεργήθηκε και στο όχημα του ενδιαφερόμενου μέρους, από το οποίο παραλήφθηκε ακόμη ένα κινητό τηλέφωνο που βρισκόταν στη θέση του οδηγού. Όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα συνελήφθηκαν δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων. Τα δε κινητά τηλέφωνα που εντοπίστηκαν στην κατοχή τους παραλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων για να τύχουν των απαραίτητων επιστημονικών εξετάσεων σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου δικαστικού εντάλματος. Ο συνοδηγός του οχήματος στην ανακριτική κατάθεσή του ημερ.06.10.22 ανέφερε, ότι είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών και στο παρελθόν συνεργάστηκε ξανά με το ενδιαφερόμενο μέρος μεταφέροντας ναρκωτικά για λογαριασμό του με αντάλλαγμα τη δόση του. Στις 03.10.22 δέχθηκε τηλεφώνημα σε ένα από τα κινητά του τηλέφωνα από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Του ζήτησε να μεταβεί σε συγκεκριμένο σημείο για να του παραδώσει ναρκωτικά και ως αντάλλαγμα για τη μεταφορά θα του έδιδε λίγη κοκαΐνη. Τότε, ζήτησε από τον οδηγό του οχήματος να τον μεταφέρει στο συγκεκριμένο σημείο, όπου συναντήθηκε με το ενδιαφερόμενο μέρος και παρέλαβε από αυτόν τις ναρκωτικές ουσίες. Η έκδοση του αιτούμενου δικαστικού εντάλματος είναι ουσιαστικής σημασίας, καθώς, μπορεί να καταδείξει επικοινωνία μεταξύ των προαναφερόμενων προσώπων. Άλλωστε, ο συνοδηγός του οχήματος στην ανακριτική του κατάθεση δήλωσε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία κατά τον επίδικο χρόνο με το ενδιαφερόμενο μέρος. Το ενδιαφερόμενο μέρος καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης εγείροντας τους ακόλουθους δύο λόγους ένστασης: (α) Με την υπό κρίση αίτηση αποσκοπείται ουσιαστικά η συγκεκαλυμμένη πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, με διαφορετική νομική βάση από αυτήν του Ν.183(Ι)/2007, άρθρο 4. (β) Τυχόν έγκριση του αιτήματος για έκδοση διατάγματος για πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας, θα παραβίαζε τον σκοπό του Νόμου, αλλά και τη νομολογία. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί το ενδιαφερόμενο μέρος. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, διότι αποτελεί υπό κάλυψη αίτηση για έκδοση διατάγματος πρόσβασης σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, όπως αυτά ορίζονται στον Ν.183(Ι)/07. Οι πρόνοιες του Ν.183(Ι)/07, που αφορούν τα δεδομένα στα οποία επιθυμεί ο Αιτητής να αποκτήσει πρόσβαση μέσω των επίμαχων κινητών τηλεφώνων, κρίθηκαν ότι αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και για τον εξής λόγο. Ενώ στην αίτηση αναφέρεται ότι διερευνάται υπόθεση εναντίον και των τριών εμπλεκόμενων προσώπων, εντούτοις, ο οδηγός του οχήματος δεν κατηγορήθηκε μαζί με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και τον συνοδηγό του οχήματος. Παρά ταύτα, με την αίτηση ζητείται η έκδοση δικαστικού εντάλματος και σε σχέση με το κινητό τηλέφωνο που ανήκει στο εν λόγω πρόσωπο. Σε αυτό το σημείο ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω, ότι αποτελεί κοινή θέση μεταξύ του εκπροσώπου του Αιτητή και του συνηγόρου του ενδιαφερόμενου μέρους, ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του ενδιαφερόμενου μέρους και του συνοδηγού του οχήματος. Επανέρχομαι στα της παρούσας αίτησης, η ακρόαση της οποίας διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ο εκπρόσωπος του Αιτητή και ο συνήγορος του ενδιαφερόμενου μέρους, μέσω των αγορεύσεων τους, επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, όπως αναφέρθηκε, βασίζεται στα άρθρα 21 - 23 του Ν.96(Ι)/96. Στα άρθρα 21 και 22 προβλέπονται οι απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιούνται προς διασφάλιση του νομότυπου της αίτησης. Στο δε άρθρο 23 παρατίθενται οι προϋποθέσεις έκδοσης δικαστικού εντάλματος αυτής της φύσης. Παραθέτω τις σχετικές προϋποθέσεις, ως αυτές εκτίθενται στο άρθρο 23
(1): «23.
(1)Ο Δικαστής δύναται να εκδώσει το αναφερόμενο στα άρθρα 21 και 22 δικαστικό ένταλμα, όπως αυτό ζητήθηκε με την αίτηση ή με τέτοιες τροποποιήσεις ή με τέτοιους όρους που ο ίδιος κρίνει αναγκαίους, εάν ικανοποιηθεί ότι, με βάση τα γεγονότα τα οποία υποβλήθηκαν από τον αιτητή- (α) Υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι πρόσωπο διέπραξε, διαπράττει ή αναμένεται να διαπράξει αδίκημα ή υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα να κινδυνεύει η ασφάλεια της Δημοκρατίας. (β) υπάρχει εύλογη υποψία ή πιθανότητα ότι συγκεκριμένη ιδιωτική επικοινωνία συνδέεται ή είναι συναφής με το αδίκημα ή με τον κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας. (γ) η έκδοση του δικαστικού εντάλματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Συμπεράσματα Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενδιαφερόμενου μέρους στήριξε την επιχειρηματολογία του στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Αίτηση αρ.97/2018 ημερ.27.10.21, Αναφορικά με την αίτηση του Χατζηιωάννου. Στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε, ότι τα άρθρα 3 και 6 - 10 του Ν.183(Ι)/07 αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία. Ο κ. Νεοφύτου, στην επιμελή αγόρευση του, τόνισε ότι με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται η συγκεκαλυμμένη πρόσβαση σε δεδομένα, ήτοι σε τηλεφωνικές επικοινωνίες, στα οποία, όμως, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση ενόψει της προαναφερόμενης απόφασης. Επισήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος, ότι το γεγονός ότι στην παρούσα αίτηση καταγράφεται ως νομική της βάση ο Ν.92(Ι)/96, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Μεταξύ του Ν.92(Ι)/96 και του Ν.183(Ι)/07 υπάρχει συνάφεια, καθώς ο πρώτος παραπέμπει στον δεύτερο. Προς τούτο ο κ. Νεοφύτου παρέπεμψε στο άρθρο 2 του Ν.92(Ι)/96 και στην ερμηνεία της έννοιας «περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας», όπου καταγράφεται ότι: «σημαίνει οτιδήποτε περιέχεται σε ιδιωτική επικοινωνία και δεν περιλαμβάνει τα δεδομένα ως αυτά ορίζονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 2 του περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με Σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου». Στην προκείμενη περίπτωση, τόνισε ο συνήγορος, ζητείται η πρόσβαση στις τηλεφωνικές επικοινωνίες η διατήρηση των οποίων ρυθμίζεται στο άρθρο 8 του Ν.183(Ι)/
  1. Επομένως, σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Νεοφύτου, το αιτούμενο δικαστικό ένταλμα δεν μπορεί να εκδοθεί χωρίς την εφαρμογή του άρθρου 8 του Ν.183(Ι)/
  2. Η θέση του εκπροσώπου του Αιτητή, ήταν αντίθετη. Επισήμανε, ότι αυτό το οποίο ζητείται είναι η έκδοση δικαστικού εντάλματος που να επιτρέπει την πρόσβαση σε περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που είναι καταγεγραμμένο σε ιδιωτικές συσκευές και όχι η εξασφάλιση δεδομένων από παροχέα υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, ο Ν.92(Ι)/96 δεν προσκρούει σε οποιαδήποτε συνταγματική ρύθμιση. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενδιαφερόμενου μέρους, η προσέγγισή του δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα όσα αποφασίσθηκαν στην Αναφορικά με την αίτηση του Χατζηιωάννου (ανωτέρω) άπτονται αποκλειστικά και μόνο των ρυθμίσεων που εξετάστηκαν στην εν λόγω υπόθεση και αφορούσαν τα άρθρα 3, 6 - 10 και 13 του Ν.183(Ι)/
  3. Το αντικείμενο, επομένως, της προαναφερόμενης απόφασης ήταν συγκεκριμένο και αποτυπώνεται στο πιο κάτω απόσπασμά της: «Παρόλο που η προστασία των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων δεν είναι απόλυτη, ο εθνικός νομοθέτης υποχρεούται να εφαρμόσει την Οδηγία κατά τρόπο που να είναι συμβατός με τον Χάρτη. Εν προκειμένω, τα άρθρα 3, 6 7, 8, 9 και 10 του Νόμου περιλαμβάνουν πρόνοιες για τη γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, με την έννοια ότι προβλέπεται η διατήρηση όλων των δεδομένων κινήσεως και των δεδομένων θέσεως όλων των συνδρομητών και των εγγεγραμμένων χρηστών που αφορούν τα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, με σκοπό τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων ώστε να εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο, η «καθολική» αυτή διατήρηση δεδομένων είναι συμβατή με την ενωσιακή νομοθεσία, όπως έχει ερμηνευθεί στη νομολογία του ΔΕΕ, και ειδικότερα με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο Χάρτη.» Επισημαίνω, ότι το άρθρο 3 του Ν.183(Ι)/07 επιβάλλει υποχρέωση σε κάθε παροχέα υπηρεσιών για τη διατήρηση των δεδομένων που εξειδικεύονται στα άρθρα 6 - 10 του εν λόγω Νόμου. Αυτή, η εκ του Νόμου γενική υποχρέωση διατήρησης δεδομένων από τους παρόχους υπηρεσιών, ήταν που κρίθηκε ότι αντιβαίνει στην ενωσιακή νομοθεσία και νομολογία. Από την άλλη, ο επίμαχος Νόμος, ήτοι ο Ν.92(Ι)/96, δεν επιβάλλει σε οποιοδήποτε πρόσωπο υποχρέωση διατήρησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Επομένως, στα πλαίσια εφαρμογής του υπό αναφορά Νόμου, δεν μπορεί να εγείρεται ζήτημα ελέγχου της νομιμότητας της διατήρησης των δεδομένων από οποιοδήποτε πρόσωπο. Αυτό το οποίο ρυθμίζει ο Ν.92(Ι)/96 δεν είναι τη διατήρηση δεδομένων από παρόχους υπηρεσιών, αλλά την νόμιμη πρόσβαση σε καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που μπορεί να βρίσκεται καταγεγραμμένο ή αποθηκευμένο σε οποιοδήποτε έγγραφο, συσκευή ή αντικείμενο. Σε αυτό το σημείο, επισημαίνω ότι το άρθρο 12 του Ν.183(Ι)/07, απαγορεύει τη διατήρηση δεδομένων που αφορούν το περιεχόμενο επικοινωνίας. Οι πρόνοιες του άρθρου 12 είναι ενδεικτικές των διαφορετικών ρυθμίσεων των δύο νομοθεσιών. Σε κάθε περίπτωση, η ξεχωριστή εφαρμογή των δύο νομοθεσιών και η διαφορετικότητα των θεμάτων που ρυθμίζει έκαστος Νόμος επισφραγίστηκε πολύ πρόσφατα στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση αρ.272/21 ημερ.13.10.22, Αναφορικά με την αίτηση του Ν.Τ. και Ρ.Ζ. προσωπικά και ως γενικού διευθυντή του ομίλου εταιρειών Giovani, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση του εντάλματος, δεν έστρεψε, καθόλου, την προσοχή του στις απαιτήσεις, ανωτέρω, του άρθρου 23
(1)του Ν.92(Ι)/1996. Η, προαναφερθείσα, παρατήρησή του, ότι «τα συγκεκριμένα δεδομένα συνδέονται ή είναι συναφή με σοβαρά ποινικά αδικήματα», απαντά στο άρθρο 4
(4)[3] του Ν.183(Ι)/2007, το οποίο παρέχει σε εκδίδον δικαστήριο εξουσία για την έκδοση διατάγματος πρόσβασης σε «δεδομένα», στη βάση αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1)(α) του ίδιου άρθρου. Οι πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου δεν μπορεί να αποτελέσουν τη νομική βάση αίτησης επί της οποίας να εκδοθεί δικαστικό ένταλμα το οποίο να εξουσιοδοτεί την πρόσβαση σε «καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας», όπως αναφέρεται στο άρθρο 21
(1)του Νόμου 92(I)/1996. Ο κάθε ένας, από τους δύο προαναφερθέντες Νόμους, ρυθμίζει διαφορετικά θέματα. Υποστήριξη, προς τούτο, παρέχεται στο άρθρο 22, του Ν.183
(1)/
  1. Σύμφωνα με αυτό, «Τίποτα στον παρόντα Νόμο δεν επηρεάζει ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την εφαρμογή των διατάξεων του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων) Νόμου». Η πρόνοια, ανωτέρω, εκφράζει τη θέληση του Νομοθέτη, όπως οι δύο Νόμοι εφαρμόζονται ξεχωριστά, ο ένας από τον άλλο.» Ως εκ των ανωτέρω δεν τίθεται, κατά την κρίση μου, ζήτημα συγκεκαλυμμένης πρόσβασης σε δεδομένα τα οποία ρυθμίζονται από τον Ν.183(Ι)/
  2. Άλλωστε, με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητείται και δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα πρόσβασης σε δεδομένα που διατηρούνται από παροχέα υπηρεσιών. Ο κ. Νεοφύτου προς υποστήριξη της θέσης του περί συγκεκαλυμμένης αίτησης παρέπεμψε και στη χρησιμοποίηση της λέξης «δεδομένων», η οποία έγινε τόσο στο αιτητικό, όσο και σε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ανακριτή της υπόθεσης. Καταρχάς, η αίτηση εξετάζεται στη βάση της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης στην οποία ρητά αναφέρεται, ότι αυτό το οποίο ζητείται είναι η πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και συγκεκριμένα ενδεχόμενης τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων. Η χρήση, τώρα, της λέξης «δεδομένων» στο αιτητικό δεν παραπέμπει στην έννοια «δεδομένα», όπως αυτή καθορίζεται στον Ν.183(Ι)/07, αλλά, προφανώς, στα στοιχεία που αποτελούν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας. Θα προχωρήσω, επομένως, στην εξέταση των άρθρων 21 - 23 του Ν.92(Ι)/96 επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση. Τα άρθρα 21 και 22 του Ν.92(Ι)/96 προβλέπουν τις απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για το νομότυπο της αίτησης (Αναφορικά με την αίτηση του Ν.Τ. και Ρ.Ζ. προσωπικά και ως γενικού διευθυντή του ομίλου εταιρειών Giovani, ανωτέρω). Εν προκειμένω, πληρούνται όλες οι σχετικές απαιτήσεις των άρθρων 21 και
  3. Συγκεκριμένα, η αίτηση αφορά την έκδοση δικαστικού εντάλματος που να εξουσιοδοτεί ή εγκρίνει την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας και υποβλήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε σχέση με συσκευές κινητών τηλεφώνων οι οποίες έχουν περιέλθει στην κατοχή της Αστυνομίας. Περαιτέρω, κατονομάζονται οι ανακριτές που θα έχουν πρόσβαση στο καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που θα εντοπιστεί στις συσκευές κινητών τηλεφώνων, οι οποίες, επίσης, περιγράφονται στην αίτηση. Ταυτόχρονα, στην αίτηση καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και της παράνομης προμήθειας σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β. Τα εν λόγω αδικήματα περιλαμβάνονται στο άρθρο 17.2.Β(γ) του Συντάγματος. Περαιτέρω, η αίτηση υπογράφεται από Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αστυφύλακα που λαμβάνει μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης. Σε αυτή δίδονται λεπτομέρειες των διαπραχθέντων αδικημάτων, περιγράφονται τα κινητά τηλέφωνα επί των οποίων βρίσκεται καταγεγραμμένο το περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και επεξηγείται πως αυτά περιήλθαν στην κατοχή της Αστυνομίας. Επιπρόσθετα, κατονομάζονται τα πρόσωπα που φέρεται να εμπλέκονται στη διάπραξη των αδικημάτων και στα οποία ανήκουν τα επίμαχα κινητά τηλέφωνα. Επίσης, αναφέρεται ότι αναμένεται το περιεχόμενο της ιδιωτικής επικοινωνίας να καταδείξει ότι υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων. Δηλώνονται τα πρόσωπα που θα διενεργήσουν την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη του καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας, με παραπομπή στο Μέρος Ι της αίτησης. Τέλος, στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι η εκτέλεση του αιτούμενου δικαστικού εντάλματος θα πραγματοποιηθεί εντός του απολύτως αναγκαίου χρονικού διαστήματος και σε κάθε περίπτωση εντός 30 ημερών. Έχοντας αποφασίσει, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε νομότυπα θα εξετάσω τις προϋποθέσεις του άρθρου 23
(1)του Ν. 92(Ι)/96. Από το περιεχόμενο της αίτησης και της συνοδευτικής ένορκης δήλωση, έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και ο συνοδηγός του οχήματος διέπραξαν, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Επίσης, έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο διέπραξε και το αδίκημα της παράνομης προμήθειας σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β. Τα προαναφερόμενα αδικήματα περιλαμβάνονται στα αδικήματα που καταγράφονται στο άρθρο 17.2.Β(γ) του Συντάγματος. Σε αυτό το σημείο και σε ό,τι αφορά τον οδηγό του οχήματος σημειώνω τα ακόλουθα. Στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου και λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη τη μη καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του, θεωρώ ότι δεν αποκαλύφθηκε εύλογη υποψία περί διάπραξης των υπό αναφορά αδικημάτων από τον τελευταίο. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η αίτηση σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στο καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας που βρίσκεται στο κινητό τηλέφωνο του οδηγού του οχήματος. Επανέρχομαι στα κριτήρια του άρθρου 23
(1)του Ν.92(Ι)/96 σε σχέση με το ενδιαφερόμενο μέρος και τον συνοδηγό του οχήματος. Θεωρώ, ότι αποκαλύπτεται εύλογη υποψία ότι η ιδιωτική επικοινωνία που είναι καταγεγραμμένη σε όλα ή σε ορισμένα από τα κινητά τηλέφωνα των εν λόγω προσώπων συνδέεται με τα υπό αναφορά αδικήματα. Σημειώνω, ότι ο συνοδηγός του οχήματος στην ανακριτική κατάθεσή του δήλωσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δέχθηκε τηλεφώνημα σε ένα από τα κινητά του τηλέφωνα (χωρίς να θυμάται σε ποιο) από άγνωστο του αριθμό και ότι σε αυτή την κλήση συνομίλησε με το ενδιαφερόμενο μέρος. Το εν λόγω πρόσωπο στη διάρκεια της εν λόγω κλήσης, του ζήτησε να μεταβεί στο μέρος όπου φέρεται να του παρέδωσε τις ναρκωτικές ουσίες. Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και η δήλωση του οδηγού του οχήματος στην ανακριτική του κατάθεση, ότι άκουσε το τηλεφώνημα που δέχθηκε ο συνοδηγός του οχήματος. Η μαρτυρία, τώρα, που αναμένεται να προκύψει από την πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη του καταγεγραμμένου περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας των κινητών τηλεφώνων του ενδιαφερόμενου μέρους και του συνοδηγού του οχήματος είναι πιθανόν να αποβεί ουσιαστικής σημασίας στην υπό εκδίκαση ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον τους. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι η έκδοση του αιτούμενου δικαστικού εντάλματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 23
(1)του Ν.92(Ι)/
  1. Κατά συνέπεια, εκδίδεται δικαστικό ένταλμα δυνάμει του οποίου εξουσιοδοτούνται και εγκρίνονται τα πρόσωπα που αναφέρονται στο Μέρος I πιο κάτω, ώστε να έχουν πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη όσων στοιχείων αποτελούν καταγεγραμμένο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας των συσκευών κινητών τηλεφώνων που περιγράφονται στο ΜΕΡΟΣ ΙΙ πιο κάτω και τα οποία έχουν σχέση με τη διερεύνηση των αδικημάτων:
  2. Παράνομης Κατοχής Ελεγχόμενού Φαρμάκου Τάξεως A' & B' με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. (Άρθρο 6
(3), Ν.29/77) και της 2. Παράνομης Προμήθειας σε άλλο πρόσωπο Ελεγχόμενού Φαρμάκου Τάξεως A' & Β', (Άρθρο 5
(1)(β), Ν.29/77). Μέρος Ι Αστυνομικοί Ανακριτές:
  1. [ ] (ΥΚΑΝ Λεμεσού - Ανακριτής)
  2. [ ] (ΥΚΑΝ Λεμεσού - Ανακριτής)
  3. [ ] (ΥΚΑΝ Λεμεσού - Ανακριτής)
  4. [ ] (ΔΕΗΔ - Δικανικός Αναλυτής)
  5. [ ] (ΔΕΗΔ - Δικανικός Αναλυτής)
  6. [ ] (ΔΕΗΔ - Δικανικός Αναλυτής)
  7. [ ] (ΔΕΗΔ - Δικανικός Αναλυτής)
  8. [ ] (ΔΕΗΔ - Δικανικός Αναλυτής)
  9. [ ] (ΔΕΗΔ - Δικανικός Αναλυτής) Μέρος ΙΙ
  10. Κινητό τηλέφωνο μάρκας ΜΥΡΗΟΝΕ με αρ. ΙΜΕΙ 1: [ ] και ΙΜΕΙ 2: [ ] και δύο κάρτες SIM με αρ 1: [ ] και 2: [ ].
  11. Κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με αρ. ΙΜΕΙ 1: [ ] και ΜΕΙ 2: [ ] και μια κάρτα SIM με αρ: [ ] Ανευρέθηκε μέσα σε τσαντάκι ώμου του Κ. Π., Δ.T.: [ ]
  12. Κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG με αρ ΙΜΕΙ: [ ] και μια κάρτα SIM με αρ.: [ ] Ανευρέθηκε μέσα σε τσαντάκι ώμου του Κ. Π., Δ.T.:[ ]
  13. Κινητό τηλέφωνο μάρκας ΝΟΚΙΑ με αρ ΙΜΕΙ 1: [ ] και ΙΜΕΙ 2: [ ] και μια κάρτα SIM με αρ.: [ ]. Ανευρέθηκε μέσα σε τσαντάκι ώμου τον Κ. Π., Δ.T.: [ ]
  14. Κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG με αρ ΙΜΕΙ 1: [ ] και ΙΜΕΙ 2: [ ] και μια κάρτα SIM με αρ.: [ ] Στην κατοχή του Λ. Χ., Δ.T.: [ ]
  15. Κινητό τηλέφωνο μάρκας REALME με αρ. ΙΜΕΙ: [ ] και ΙΜΕΙ 2: [ ] και μία κάρτα SIM με αρ.:[ ] Στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού του οχήματος με αρ. εγγρ. [ ] Η εκτέλεση του παρόντος Δικαστικού Εντάλματος θα πραγματοποιηθεί σε χρονικό διάστημα που είναι απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου του και εν πάση περιπτώσει εντός 30 ημερών. (Υπ.) .............................................. Μ. Αγιομαμίτης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.