← Κύπρος

Κώστα Χριστοδουλίδη κ.α. ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 1939/2022, 16/12/2022

Κώστα Χριστοδουλίδη κ.α. ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 1939/2022, 16/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A292 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1939/2022 i Justice Μεταξύ: 1. Κώστα Χριστοδουλίδη 2. Ευαγγελίας Βόλου 3. Ε. Volou Estates Ltd Εναγόντων -και- 1. Gordian Holdings Limited 2. Περικλή Μάρκαρη Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση Εναγόντων ημερ. 30.11.2022 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση oι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγομένη 1 και ή στους αντιπροσώπους της (
  2. i)να προβούν σε εκποίηση και ή πώληση μέσω δημόσιου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ο οποίος είναι προγραμματισμένος για τις 16.12.22 και ή πώληση με άλλο τρόπο δυνάμει του Ν.9/65 του ακινήτου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη Υ1554/09 και (
  3. ii)να προβούν εκποίηση και ή πώληση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού και ή πώληση με άλλο τρόπο δυνάμει του Ν.9/65 του εν λόγω ακινήτου το οποίο βαρύνεται με τις υποθήκες Υ1554/09 και Υ1555/09. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, ο οποίος βασικά περιγράφει το ιστορικό των γεγονότων μέχρι και την έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της υποθήκης Υ1554/09, ισχυριζόμενος ότι οι απαιτήσεις της Εναγομένης 1 έχουν βασικά εξοφληθεί και ή παραγραφεί. Επιπλέον επικαλείται συνωμοσία, δόλο και βαριά αμέλεια της Εναγομένης 1 και του Εναγομένου 2, εκτιμητή ακινήτων, στην εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Τέλος, ισχυρίζεται ότι λόγω της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, αυτό εμπίπτει εντός της περιόδου αναστολής του Ν.9/65 μέχρι τις 31.12.22, καθιστώντας τη διαδικασία του πλειστηριασμού άκυρη. Σημειώνεται ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, όμως το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η ένσταση βασίζεται σε διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η καταχρηστικότητα της Αίτησης, η εφαρμογή του δεδικασμένου, η μη κλήτευση όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η μη τήρηση των προϋποθέσεων για την έγκριση της Αίτησης και η καθυστέρηση στην καταχώριση αυτής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ΜΑ, ο οποίος από τις 2.1.20 εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Εναγομένης 1 ενώ προηγουμένως ασκούσε τα ίδια καθήκοντα στην Τράπεζα Κύπρου. Ο ΜΑ απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και προβάλλει τις θέσεις της Εναγομένης 1, επαναλαμβάνοντας και αναλύοντας τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, εγείρονται αξιώσεις ως προς την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Εναγομένης 1 έναντι του Ενάγοντος σχετικά με δύο δάνεια δυνάμει συμφωνιών δανείου ημ. 22.4.08 και 4.6.08 και συνακόλουθα ως προς την αδυναμία εκτέλεσης των υποθηκών Υ1554/09 και Υ1555/
  1. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση πως οι εκτιμήσεις του ενυπόθηκου ακινήτου του Ενάγοντος είναι το αποτέλεσμα δόλου, απάτης και ή ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων 1 και 2 και παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω αυτών. Αξιώνουν επίσης διάταγμα ακύρωσης του πλειστηριασμού για τις 16.12.22 καθότι το ενυπόθηκο ακίνητο εμπίπτει εντός της περιόδου αναστολής με βάση τον Ν.9/
  2. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τουλάχιστον η φύση των αξιώσεων περί δόλου και ψευδών παραστάσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και γενικότερα γνωστών στον Νόμο βάσεων αγωγής. Ταυτόχρονα εγείρεται και ζήτημα παρανομίας της διαδικασίας πώλησης ενόψει του ισχυρισμού ότι αυτά τυγχάνουν προστασίας λόγω της αναστολής της εφαρμογής του Ν.9/
  3. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αυτή θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών και των εκατέρωθεν ισχυρισμών, πάντοτε στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών, το ακόλουθο ιστορικό γεγονότων είναι κοινώς αποδεκτό: 1) Στις 29.9.20 το Δικαστήριο εξέδωσε τελική απόφαση στις συνενωμένες Αγωγές 5345/11 και 4897/11 οι οποίες ηγέρθησαν αρχικώς από την Τράπεζα Κύπρου, η οποία αντικαταστάθηκε από τη Gordian, εναντίον των εδώ Εναγόντων, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του ΜΑ. 2) Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η Αγωγή 5345/11 προωθήθηκε μόνο εναντίον των εκεί εναγομένων 2 και 3 καθότι το κλητήριο είχε εκπνεύσει για τον εκεί εναγόμενο 1, εδώ Ενάγοντα
  4. 3) Σύμφωνα με την απόφαση, οι Αγωγές αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τις προαναφερόμενες συμφωνίες δανείου ημ. 22.4.08 και 4.6.08, η μεν πρώτη για την παροχή δανείου προς τους εκεί εναγόμενους 1 και 2 και η δεύτερη για την παροχή δανείου προς την εναγομένη
  5. 4) Για τις προαναφερόμενες συμφωνίες, ως εξασφάλιση, παραχωρήθηκαν, μεταξύ άλλων, οι προαναφερόμενες υποθήκες, Α υποθήκη Υ1554/09 για το ποσό των €660.000 πλέον τόκο και έξοδα και Β υποθήκη Υ1555/09 για το ποσό των €234.078 πλέον τόκο και έξοδα, επί του ίδιου ακινήτου του εδώ Ενάγοντος
  6. 5) Αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι η εκεί ενάγουσα απέδειξε την απαίτηση της και στις δύο Αγωγές εναντίον των εναγομένων, αποσυνένωσε αυτές και στην Αγωγή 5345/11 εξέδωσε απόφαση εναντίον των εναγομένων 2 και 3 για το ποσό των €2.119.925,30 πλέον τόκους από τις 24.10.19 και στην Αγωγή 4897/11 εξέδωσε απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €20.972,77 πλέον τόκους από τις 24.10.19 και διάταγμα εκποίησης, μεταξύ άλλων, εναντίον του εκεί εναγομένου 1 των υποθηκών Υ1554/09 και Υ1555/
  7. 6) Μετά την έκδοση της απόφασης, ο εδώ Ενάγων 1 εξόφλησε το ποσό της απόφασης στην Αγωγή 4897/
  8. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων ότι με την εξόφληση του ποσού της απόφασης στην Αγωγή 4897/11, δεν καθίσταται πλέον αναγκαία η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου προς εξασφάλιση του λαβείν της εδώ Εναγομένης 1 και πως το αγώγιμο δικαίωμα της τελευταίας δυνάμει των εν λόγω υποθηκών για τα ποσά της απόφασης στην Αγωγή 5345/11 έχει παραγραφεί, με αποτέλεσμα η διαδικασία εκποίησης του με πλειστηριασμό να είναι άκυρη. Εξ ου και ο Ενάγων 1 ισχυρίζεται ότι όλες οι απαιτήσεις της Εναγομένης 1 εναντίον του έχουν ικανοποιηθεί είτε λόγω εξόφλησης είτε λόγω παραγραφής. Ο Ενάγων 1 προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό περί εφαρμογής του δεδικασμένου εναντίον του ούτως ώστε η Εναγομένη 1 να κωλύεται να προωθεί διαδικασία εκποίησης του εν λόγω ακινήτου. Ο ΜΑ προβάλλει αντίθετο ισχυρισμό, ήτοι πως η τύχη της Αγωγής 5345/11 εναντίον του εδώ Ενάγοντος 1 και συνακόλουθα η μη έκδοση διατάγματος εκποίησης των υποθηκών εναντίον του, δεν διαγράφουν ούτε το χρέος, ούτε το αγώγιμο δικαίωμα της εδώ Εναγομένης 1 εναντίον του δυνάμει των συμφωνιών δανείου και ή των υποθηκών ούτε και τη δυνατότητα εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας προς είσπραξη του λαβείν της. Περαιτέρω αρνείται την εφαρμογή του δεδικασμένου στη βάση του ότι η Αγωγή 5345/11 δεν προωθήθηκε εναντίον του εκεί εναγομένου 1 και επομένως δεν αποφασίστηκε επί της ουσίας της. Χωρίς το Δικαστήριο να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα, για σκοπούς της παρούσας, διαφαίνεται κατ' αρχάς πως οι δύο συμφωνίες δανείου, αντικείμενο της Αγωγής 5345/11, υπεγράφησαν από την εκεί εναγομένη 2, εδώ Ενάγουσα 2, εναντίον της οποίας έχει εκδοθεί απόφαση για τα εν λόγω ποσά ως πρωτοφειλέτιδας, ανεξαρτήτως του ότι η πρώτη συμφωνία συνήφθη και με τον εδώ Ενάγοντα 1 ως συνοφειλέτη. Ως εκ τούτου, και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν την έκδοση απόφασης εναντίον πρωτοφειλέτιδας και την ύπαρξη της οφειλής του ποσού της εν λόγω απόφασης, η οποία σύμφωνα με τον ΜΑ, υπερβαίνει το €1εκ. Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, οι δύο υποθήκες δόθηκαν ως εξασφάλιση για τις επίδικες συμφωνίες δανείου και εξακολουθούν να υφίστανται, εφόσον δεν έχει διαφανεί ότι έγιναν οποιαδήποτε διαβήματα ακύρωσης ή διαγραφής τους. Διαφαίνεται επίσης πως η εκποίηση ζητείται για την εξόφληση αυτής της οφειλής και δεν σχετίζεται με την Αγωγή 4897/11 στην οποία κάνει αναφορά ο Ενάγων
  9. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Ν.66(Ι)/12, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να μετρά από την 1.1.
  10. Το άρθρο 5 προνοεί πως καμιά αγωγή σε σχέση με υποθήκη δεν εγείρεται μετά πάροδο δώδεκα ετών από τη μέρα συμπλήρωσης της βάσης αγωγής και πως οποιαδήποτε διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας θεωρείται αγωγή. Επομένως, διαφαίνεται πως το δικαίωμα της εδώ Εναγομένης 1 να προχωρήσει με εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει της υποθήκης Υ1554/09 προς εξασφάλιση εξ αποφάσεως χρέους εναντίον πρωτοφειλέτιδας, δεν έχει ακόμα παραγραφεί. Για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: · Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. · Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. · Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια. · Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Theori v. Djoni
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105 και Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684. Αναφορικά με το κατά πόσο τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην παρούσα έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Level Tachexcaus Ltd. (Αρ.2) (ανωτέρω). Σε αυτή αναφέρθηκε ότι αποτελεί κλασσική περίπτωση ύπαρξης κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα όταν ήδη εκδόθηκε απόφαση η οποία εμπεριέχει ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν σε νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Διαφωτιστική ανάλυση των αρχών που διέπουν το ζήτημα προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C. 239 και Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R. 897. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, η διαπίστωση του Δικαστηρίου στην απόφαση ημ. 29.9.20 πως το κλητήριο εξέπνευσε για τον εκεί εναγόμενο 1 δεν διαφαίνεται να δημιουργεί δεδικασμένο, εφόσον η απαίτηση εναντίον του δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης πόσω μάλλον απόφασης από το εκδικάσαν Δικαστήριο. Στο σημείο κρίνεται επίσης χρήσιμο να λεχθεί πως ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, τότε διαφαίνεται πως η απαίτηση έκδοσης διατάγματος εκποίησης μέσω αγωγής και η προώθηση της διαδικασίας πώλησης μέσω πλειστηριασμού δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65 διαχωρίζονται από τον ίδιο τον Νόμο ο οποίος επιτρέπει την παράλληλη προώθηση των δύο αυτών διαδικασιών - βλ. άρθρο 44Α
(4). Οι Ενάγοντες επικαλούνται επίσης δόλο, απάτη και συνωμοσία ως προς την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Επί τούτου ο Ενάγων 1 περιορίστηκε σε ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό (με αναφορά σε διάφορες εκτιμήσεις που διενεργήθηκαν, Τεκμήρια 16-18) και με παραπομπή σε εκτίμηση του Κτηματολογίου την οποία ο ίδιος παρουσιάζει ως Τεκμήριο 19 και η οποία καταδεικνύει την αξία του ακινήτου πέραν του €1εκ. κατά τις ημερομηνίες 1.1.18 και 1.1.22. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να παρουσιάζουν στοιχεία τα οποία να τείνουν να υποστηρίξουν τη θέση τους επί τούτου και επομένως δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας ούτε αυτού του σκέλους της απαίτησης τους. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημερ. 16.7.19. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος 1 περί μη δικαιώματος έναρξης και προώθησης της διαδικασίας εκποίησης λόγω αναστολής της ισχύος του Ν.9/65 δεν φαίνεται βάσιμος. Είναι γεγονός ότι με τον τροποποιητικό Ν. 147(Ι)/22 και το άρθρο 62
(1), ο Ν.9/65 αναστέλλεται μέχρι τις 31.10.22. Σύμφωνα με το άρθρο 61 η αναστολή ισχύει στην περίπτωση κύριας κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης του χρεώστη, όπως ερμηνεύονται στο εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου. Επί τούτου, ο Ενάγων 1 αρκέστηκε σε ένα γενικό ισχυρισμό πως το ενυπόθηκο ακίνητο περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του που δεν ξεπερνά τις €350.000 και την επαγγελματική του στέγη με ετήσιο κύκλο εργασιών που δεν ξεπερνά τις €750.
  1. Σύμφωνα με τον Αιτητή, επί του εν λόγω ακινήτου υπάρχει η κατοικία και άλλες οικοδομές οι οποίες περιλαμβάνουν την επαγγελματική του στέγη και καταστήματα τα οποία ενοικιάζονται σε τρίτα πρόσωπα. Στη Βεβαίωση του Κοινοτάρχη την οποία παρουσιάζει ως Τεκμήριο 9, αναφέρεται πως οι Ενάγοντες 1 και 2 διαμένουν στη διεύθυνση του ενυπόθηκου ακινήτου, πλην όμως δεν αποκαλύπτεται η αξία αυτού. Η εκτίμηση της κατοικίας την οποία παρουσιάζει ως Τεκμήριο 10, αφορά μόνο εκείνο το μέρος του μεριδίου του ενυπόθηκου ακινήτου του Ενάγοντος 1 στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω οικοδομή-κατοικία, ενώ η ηλεκτρονική έρευνα του Εφόρου Εταιρειών την οποία παρουσιάζει ως Τεκμήριο 11, καταδεικνύει μόνο την έδρα της εταιρείας χωρίς περαιτέρω στοιχεία που να τη συνδέει με το ακίνητο. Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τις συμβάσεις και έγγραφα των υποθηκών, Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του ΜΑ, το ενυπόθηκο ακίνητο αφορά στο ½ μερίδιο εγγεγραμμένο στο όνομα του Ενάγοντος 1 το οποίο περιγράφεται ως ισόγεια κατοικία και άλλα κτίρια. Ο ΜΑ αναφέρει πως για σκοπούς εκτίμησης της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, αυτό δεν μπορεί να διαχωριστεί και να εκτιμάται η αξία του αυτοτελώς και ξεχωριστά για κάθε οικοδομή επί αυτού, και πως από τη στιγμή που αυτό υποθηκεύτηκε ως ½ μερίδιο, τότε αυτό μπορεί να εκτιμηθεί ως το ½ και όχι αποσπασματικά για κάθε οικοδομή που βρίσκεται επί αυτού. Επιπλέον ο ΜΑ παραπέμπει στον ισχυρισμό του Ενάγοντος 1 αφενός στην Αίτηση-Έφεση 62/22 όπου αναγράφεται άλλη διεύθυνση διαμονής του και αφετέρου στο πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου το οποίο και πάλι δείχνει άλλη, διαφορετική από την προηγούμενη, διεύθυνση διαμονής του. Εκτός του ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι ικανά να καταδείξουν την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου για το ½ μερίδιο που κατέχει ο Ενάγων 1, η τεθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο από τον ίδιο όσο και από τους Εναγόμενους τείνει να καταδείξει πως εν πάση περιπτώσει η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου ξεπερνά τις αξίες που καθορίζει το άρθρο
  2. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, οι Ενάγοντες δεν κατάφεραν να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης τους αναφορικά με τις προβαλλόμενες αξιώσεις τους. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθορίζει και την πορεία της Αίτησης χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης ή ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.