ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΜΑΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 632/2020, 22/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A295 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 632/2020 Μεταξύ ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων και
- ΜΑΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΕΙΔΙΑ Εναγόμενοι Αίτηση Εναγόμενης 1/Αιτήτριας ημερομηνίας 18.2.2022 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης 22 Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κ. Ν. Καλλής Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: κα Στυλιανού δια Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, παραθέτω σε συντομία τα όσα προηγήθηκαν της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 7.5.2020 και στις 25.11.2020 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1 συνεπεία της παράλειψης της να εμφανιστεί στη διαδικασία. Στις 26.4.2021, η Εναγόμενη 1 καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της. Τα γεγονότα που επικαλείται περιλαμβάνουν το ότι δεν έγινε νομότυπη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος γιατί κατά τον χρόνο επίδοσης η ίδια διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό, ενώ η επίδοση της αγωγής έγινε προς τη μητέρα της στην Κύπρο. Για τη μητέρα της αναφέρει ότι είναι υπερήλικας και δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη φύση των εγγράφων που παρέλαβε ώστε να την ενημερώσει κατάλληλα. Παράλληλα υποστηρίζει ότι το ποσό της απόφασης περιλαμβάνει έκδηλες υπερχρεώσεις. Οι Ενάγοντες έχουν εγείρει ένσταση σε εκείνη την αίτηση. Στους λόγους ένστασης, επικαλούνται μεταξύ άλλων ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη θέση της ότι διέμενε μόνιμα στο εξωτερικό και απουσίαζε από την Κύπρο κατά τον χρόνο επίδοσης. Επίσης, επικαλούνται ότι η Εναγόμενη 1 δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με το πότε και πως πληροφορήθηκε για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της. Η αίτηση παραμερισμού εκκρεμεί προς εκδίκαση. Έκτοτε, μεσολάβησε αίτηση της Εναγόμενης 1 για άδεια αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, που αποσύρθηκε στην πορεία. Παράλληλα, η Εναγόμενη 1 καταχώρησε και την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού. Σύμφωνα με το σώμα της αίτησης, η επιδίωξη είναι μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης να παρουσιαστεί μαρτυρία «σχετικά με το πότε έλαβε γνώση για πρώτη φορά για την έκδοση της επίδικης απόφασης και για να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία για τη διαμονή της στην Ελλάδα και πόσες φορές επεσκέφθη τη Δημοκρατία.» Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 «εκ παραδρομής στην [αρχική ένορκη δήλωση] δεν αναφέρει οτιδήποτε για το πώς και πότε πληροφορήθηκε για την εναντίον της εκδοθείσα επίδικη απόφαση. Είναι στοιχεία τα οποία πρέπει να παραθέσει με κάθε σαφήνεια για να μπορεί η αίτηση της να έχει πιθανότητα επιτυχίας αλλά παράλληλα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα ώστε να δικαιολογήσει την οποιαδήποτε καθυστέρηση παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της αίτησης της. Επίσης επιβάλλεται να προσκομίσει έγγραφα που να αποδεικνύει τη μόνιμη διαμονή της στην Ελλάδα και ότι αυτό το διάστημα των 3 ετών που παρήλθε επεσκέφθη την Κύπρο μόνο 3 φορές, ουσιαστικό επίσης στοιχείο για τον καθορισμό της τύχης της αίτησης της.» Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση διαφωνούν να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Στην ένσταση τους υποστηρίζουν ότι τα όσα επικαλείται η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια, δεν συνιστούν καλό λόγο ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας και ότι η αίτηση προωθείται καταχρηστικά. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κατά την εκδίκαση αιτήσεων εδράζεται στη Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων.» Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί εκτενώς στη νομολογία, από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[1]. Άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να δοθεί μόνο εάν καταδειχθεί «καλός λόγος» από την πλευρά του αιτητή. Το τι συνιστά «καλό λόγο» για τους σκοπούς της Δ.48 θ4
(2), δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο αλλά εξαρτάται από τη φύση της κυρίως αίτησης, από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και από την αιτιολόγηση που προβάλλεται. Επανέρχομαι στην προκειμένη περίπτωση. Όπως προανέφερα, μέσω της κυρίως αίτησης Εναγόμενη 1/Αιτήτρια επιδιώκει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε ερμήμην της στην αγωγή. Καθοριστικής σημασίας, επομένως, είναι κατά πόσο εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της κυρίως αίτησης με το να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι σε συνάρτηση με αυτή την παράμετρο που εξετάζω εάν η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια έχει καταδείξει την ύπαρξη «καλού λόγου» ώστε να δοθεί η αιτούμενη άδεια για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης[2]. Η πλευρά της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας επιδιώκει μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης να παρουσιάσει στοιχεία προς υποστήριξη της αναφοράς στην αρχική ένορκη δήλωση ότι ήταν μόνιμη κάτοικος εξωτερικού και βρισκόταν εκτός Κύπρου κατά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Επιδιώκει επίσης να παραθέσει μαρτυρά για το πως και πότε είχε ενημερωθεί για την έκδοση της απόφασης εναντίον της, ένα θέμα για το οποίο καμία αναφορά γίνεται στην αρχική ένορκη δήλωση. Δεν διαφωνώ με τη εισήγηση των Εναγόντων/Καθ΄ων η Αίτηση ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να εισαχθεί μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα μπορούσε και, ενδεχομένως, θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση. Αναμένεται από οποιονδήποτε αιτητή να παραθέτει με την πρώτη ευκαιρία ενώπιον του Δικαστηρίου όλη τη μαρτυρία που είναι σχετική με το αίτημα που προωθεί και όχι να συμπληρώνει στην πορεία, αποσπασματικά, τη μαρτυρία αυτή. Από την άλλη, διαφαίνεται ότι τα στοιχεία που επιδιώκεται να παρουσιαστούν μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφορούν άμεσα την ουσία της κυρίως αίτησης και μπορεί να είναι σημαντικά ως προς το αποτέλεσμα της. Σταθμίζοντας επομένως τα πιο πάνω, κρίνω ότι εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με το να δοθεί η ευκαιρία στην Εναγόμενη 1/Αιτήτρια να παρουσιάσει την επιπρόσθετη αυτή μαρτυρία παρά με το να αποκλειστεί η μαρτυρία αυτή από τη διαδικασία. Αυτό, θεωρώ, συνιστά καλό λόγο για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών επισημαίνει στην ένσταση της ότι η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια δεν επισυνάπτει προσχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που έχει πρόθεση να καταχωρήσει. Δεν θεωρώ ότι αυτό είναι μοιραίο. Πρόκειται για κάτι που συνηθίζεται, σαν θέμα πρακτικής, χωρίς όμως να συνιστά επιτακτικό κανόνα. Το σημαντικό είναι ότι μέσω του αιτητικού της υπό κρίσης αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, συνάγεται το περιεχόμενο της επιπρόσθετης μαρτυρίας που θα εισαχθεί. Επίσης, θέση των Εναγόντων/Αιτητών είναι ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί προωθείται καταχρηστικά. Δεν διακρίνω να συμβαίνει αυτό. Συμφωνώ ότι συνεπεία της καταχώρησης της αίτησης έχει προκληθεί καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της κυρίως αίτησης όμως δεν έχω ενδείξεις ότι η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια ενεργεί με κακή πίστη και πρόθεση στρέβλωσης της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να έχει η πλευρά της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία που κρίνει ότι θα είναι βοηθητική στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Τέλος, σημειώνω και το εξής. Προς διασφάλισης της δίκαιης διαχείρισης της κυρίως αίτησης, κρίνω ορθό να επιτραπεί και στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την πλευρά τους, εάν το επιθυμούν, προς απάντηση θέσεων που τυχόν θα προβληθούν μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της άλλης πλευράς. Συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί μέχρι 10.1.2023. Εάν η πλευρά των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση επιθυμεί, μπορεί να καταχωρήσει απαντητική/συμπληρωματική ένορκη δήλωση μέχρι τις 20.1.2023. Για το θέμα των εξόδων της αίτησης, θεωρώ ορθό να αποκλίνω από το γενικό κανόνα. Καθοριστικό είναι το ότι η μαρτυρία που θα παρουσιάσει η Εναγόμενη1/Αιτήτρια μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι μαρτυρία που θα μπορούσε να παρουσιαστεί και μέσω της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Όπως παραδέχεται, κάποια σημεία της μαρτυρίας δεν είχαν περιληφθεί αρχικά «εκ παραδρομής» ενώ για άλλα δεν προσφέρεται εξήγηση για την παράληψη να συμπεριληφθούν στην αρχική ένορκη δήλωση. Ενόψει αυτών των δεδομένων, θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιβραβευθεί η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια με τα έξοδα της αίτησης, παρά το ότι δόθηκε η αιτούμενη άδεια. Συνεπώς τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης, όμως δεν θα είναι εις βάρος των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 [2] Σχετική και η Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011, ημερομηνίας 17.7.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο