← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αριθμός αγωγής: 1919/2013, 10/6/2022

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αριθμός αγωγής: 1919/2013, 10/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1919/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων Και

  1. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ
  2. ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
  3. ΑΝΔΡΙΑΝΗΣ ΖΑΡΤΙΛΑ Εναγόμενων 10 Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Δημητρίου με κα Πέτρου δια Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενες 2 και 3: κ. Χριστοφόρου δια Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή/δικογραφημένες θέσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες στις 14.8.2006 συνήψαν συμφωνία στεγαστικού δανείου με τους Εναγόμενους 1 & 2 για το ποσό των ΛΚ50.000 (€85.430,07) (στο εξής η «Συμφωνία Δανείου» και το «Δάνειο»). Ισχυρίζονται ότι προς εξασφάλιση του Δανείου, η Εναγόμενη 2 παραχώρησε στους Ενάγοντες δύο υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας της (Υ6845/2006 και Υ7887/2006) ενώ η Εναγόμενη 3 παρείχε προσωπική εγγύηση υπογράφοντας συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 14.8.2006 (στο εξής η «Συμφωνία Εγγύησης»). Είναι η θέση των Εναγόντων ότι τερμάτισαν τη Συμφωνία Δανείου ένεκα παραβάσεων των Εναγόμενων 1 & 2 και ότι παραμένει προς αυτούς οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Αξιώνουν επίσης διατάγματα για εκποίηση των Υποθηκών. Το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε ποτέ στον Εναγόμενο 1 και η αγωγή προχώρησε μόνο εναντίον των Εναγόμενων 2 και
  4. Οι Εναγόμενες 2 και 3 στην Υπεράσπιση τους παραδέχονται την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου και της Συμφωνίας Εγγύησης. Ισχυρίζονται όμως ότι οι παράγραφοι 6, 7, 8 και 11 της Συμφωνίας Δανείου είναι καταχρηστικοί. Το ίδιο ισχυρίζονται και για τους γενικούς όρους της Συμφωνίας Δανείου, καθώς και ότι η υποθήκη Υ6845/2006 έχει εγγραφεί παράνομα και είναι καταχρηστική. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν τη δεσπόζουσα θέση τους και εξανάγκασαν τις Εναγόμενες 2 και 3 να υπογράψουν τις εξασφαλίσεις που παρείχαν. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι δεν τερματίστηκε νόμιμα η Συμφωνία Δανείου. Αμφισβητούν το αξιούμενο με την αγωγή ποσό υποστηρίζοντας ότι περιλαμβάνει παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις και ανατοκισμούς. Εγείρουν Ανταπαίτηση με την οποία ζητούν αναγνωριστικές αποφάσεις ότι η Συμφωνία Δανείου και οι γενικοί όροι που τη συνοδεύουν καθώς και ότι η Συμφωνία Εγγύησης και οι υποθήκες περιέχουν πρόνοιες καταχρηστικές, άνευ νομικού αποτελέσματος και είναι εξ υπαρχής άκυρες. Διεκδικούν επίσης αποζημιώσεις ίσες προς οποιοδήποτε ποσό φανεί ότι χρέωσαν και/ή εισέπραξαν οι Ενάγοντες παράνομα, αντισυμβατικά ή καταχρηστικά καθώς και αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό και γενικές αποζημιώσεις για καταχρηστική συμπεριφορά. Οι Ενάγοντες αρνούνται τις αξιώσεις που εγείρουν ανταπαιτητικά οι Εναγόμενες 2 &
  5. Στα πλαίσια της ακρόασης η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο πρόσωπα, ο λειτουργός των Εναγόντων κ. Ετμοντ Πλέιπελ (ΜΕ1) και η λειτουργός του Κτηματολογίου κα Έλενα Μιχαηλίδου (ΜΕ2). Για την πλευρά των Εναγόμενων 2 και 3, έδωσε μαρτυρία ο λογιστής/ελεγκτής Αντρέας Μιχαηλίδης (ΜΥ1). Θα παραθέσω μια σύνοψη της μαρτυρίας των προσώπων αυτών. Επικεντρώνομαι στα σημεία της μαρτυρίας που έκρινα σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης και για τη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Να προσθέσω ότι κατά τη διάρκεια της ακρόασης παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα. Ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται κατωτέρω. ΜΕ
  6. Ξεκινώ από τον κ. Έτμοντ Πλέιπελ (ΜΕ1), ο οποίος στα πλαίσια της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε. Ανέφερε στην αρχή της μαρτυρίας του ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και είναι ένας από τους λειτουργούς που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Συνέχισε λέγοντας ότι στις 14.8.2006 οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 & 2 υπέγραψαν συμφωνία στεγαστικού δανείου για ποσό ΛΚ 50.000, την οποία παρουσίασε μαζί με συνημμένο Παράρτημα και Γενικούς όρους (δέσμη, Τεκμήριο 2, στο εξής η «Συμφωνία Δανείου», το «Παράρτημα» και οι «Γενικοί Όροι»). Στις πρόνοιες της Συμφωνίας Δανείου θα αναφερθώ στην πορεία. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε σταδιακά. Ποσό ΛΚ 10.000 εκταμιεύθηκε σε μετρητά στις 25.8.2006, ποσό ΛΚ 39.534,50 πιστώθηκε στον λογαριασμό υπ΄ αριθμό [ ] των Εναγόμενων 1 & 2 στις 28.8.2006 και ποσό ΛΚ 465,50 που αφορούσε έξοδα διευθέτησης, ετοιμασίας εγγράφων και χαρτοσήμανσης, εκταμιεύθηκε στις 17.8.
  7. Ο ΜΕ1 παρουσίασε αντίγραφα σχετικών παραστατικών (δέσμη, Τεκμήριο 3). Συνεχίζοντας ανέφερε ότι στις 14.8.2006 η Εναγόμενη 3 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης (στο εξής η «Συμφωνία Εγγύησης»), την οποία παρουσίασε (Τεκμήριο 4). Στις πρόνοιες της Συμφωνίας Εγγύησης θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ο ΜΕ1 παρουσίασε επίσης επιστολή των Εναγόντων προς την Εναγόμενη 3 ημερομηνίας 8.8.2006 (Τεκμήριο 5) με την οποία την ενημέρωναν ότι δικαιούται να μελετήσει τα έγγραφα εγγύησης είτε προσωπικά είτε με τη βοήθεια του δικηγόρου της πριν τα υπογράψει. Παρουσίασε ακολούθως επιστολή από τον δικηγόρο Χρίστο Χατζηλοϊζου ημερομηνίας 10.8.2006 προς τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 6) στην οποία αυτός ανέφερε ότι «εξήγησα πλήρως στην [Εναγόμενη 3] τις συνέπειες και τους κινδύνους οι οποίοι δυνατόν να προκύψουν από την υπογραφή της πιο πάνω εγγύησης». Η επιστολή αυτή, σύμφωνα με τον ΜΕ1, ακολουθήθηκε από επιστολή της Εναγόμενης 3 προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 14.8.2006 (Τεκμήριο 7) σύμφωνα με την οποία «η εγγύηση την οποία δίδω σήμερα 14 Αυγ. 2006 προς [τους Ενάγοντες] για το σύζυγο μου [Εναγόμενο 1] δυνάμει εγγυητήριου εγγράφου ημερ. 14 Αυγ. 2006 τη δίδω ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε. Αντιλαμβάνομαι πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την εγγύηση την οποία δίδω.» Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι περαιτέρω εξασφάλιση για το Δάνειο ήταν δύο υποθήκες προς όφελος των Εναγόντων που η Εναγόμενη 2 παραχώρησε επί ακίνητης περιουσίας της. Παρουσίασε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αριθμό Υ 6845/2006 ημερομηνίας 14.7.2006 (Τεκμήριο 8) και τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αριθμό Υ 7887/2006 ημερομηνίας 11.8.2006 (Τεκμήριο 9). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ένεκα καθυστερήσεων που υπήρχαν στην καταβολή δόσεων του Δανείου, οι Ενάγοντες απέστειλαν προς του Εναγόμενους 1-3 επιστολές ημερομηνίας 24.1.2012 (δέσμη Τεκμήριο 10). Με τις επιστολές αυτές ενημέρωναν για την ύπαρξη των καθυστερήσεων. Στην περίπτωση των Εναγόμενων 1 και 2, οι Ενάγοντες τους ζητούσαν να επικοινωνήσουν για να εξευρεθεί τρόπος διευθέτησης της εκκρεμότητας και ότι επί των καθυστερημένων οφειλόμενων θα χρεωνόταν επιπρόσθετος τόκος υπερημερίας προς 6%. Στην περίπτωση της Εναγόμενης 3, την ενημέρωναν για τις καθυστερήσεις και την χρέωση του τόκου υπερημερίας. Επειδή, σύμφωνα με τον ΜΕ1, δεν υπήρξε ανταπόκριση από τους Εναγόμενους, στις 6.3.2012 οι Ενάγοντες απέστειλαν νέες επιστολές προς τους Εναγόμενους 1-3 (δέσμη Τεκμήριο 11). Με αυτές ζητούσαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες οφειλές εντός 21 ημερών διαφορετικά θα τερμάτιζαν τη Συμφωνία Δανείου και θα ζητούσαν άμεση εξόφληση όλου του υπόλοιπου. Ενημέρωναν σχετικά την Εναγόμενη 3 και της ζητούσαν επίσης την εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων εντός 21 ημερών. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε ο ΜΕ1, στάλθηκε προς τους Εναγόμενους 1 & 2 επιστολή ημερομηνίας 3.4.
  8. Με αυτή ενημέρωναν τους Εναγόμενους 1 & 2 ότι τερμάτιζαν τη Συμφωνία Δανείου και ζητούσαν εξόφληση του χρεωστικού υπόλοιπου. Ενημέρωναν επίσης την Εναγόμενη 3 με επιστολή ημερομηνίας 5.4.2012 ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του Δανείου είχε καταστεί πληρωτέο και της ζητούσαν να το εξοφλήσει δυνάμει της εγγύησης που παρείχε. Οι δύο επιστολές κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο
  9. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, εκ των καθηκόντων του γνωρίζει ότι οι Ενάγοντες αποστέλλουν επιστολές σε πελάτες με συνηθισμένο ταχυδρομείο και σε περίπτωση που επιστολές επιστραφούν από το ταχυδρομείο τότε τοποθετούνται στο φάκελο της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση, από έρευνα του φακέλου στην οποία προέβη, δεν εντόπισε να είχε επιστραφεί οποιαδήποτε από τις πιο πάνω επιστολές, τις οποίες οι Ενάγοντες είχαν αποστείλει στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων 1-
  10. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 παρουσίασε δέσμη που περίγραψε ως τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου μαζί με πιστοποιητικό σύμφωνα με το άρθρο 35

(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (δέσμη, Τεκμήριο 13). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, στις καταστάσεις λογαριασμού του Τεκμηρίου 13 καταγράφονται αναλυτικά όλες οι πράξεις που αφορούν το επίδικο Δάνειο από 14.8.2006 μέχρι 30.6.
  1. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 παρουσίασε επίσης δέσμη αντιγράφων διαφόρων δημοσιεύσεων στον τύπο που αφορούσαν μεταβολές επιτοκίου (δέσμη, Τεκμήριο 15). Στη συνέχεια, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι «λαμβάνοντας υπόψη τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που έχω καταθέσει ως τεκμήριο και το πιστοποιητικό [.] έχω ετοιμάσει εγώ ο ίδιος αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος του στις 14.8.2006 μέχρι και τις 30.6.
  2. Σε αυτές τις αναδομημένες καταστάσεις τις οποίες έχω ετοιμάσει, σημειώνω και τονίζω ότι από το άνοιγμα του λογαριασμού, δηλαδή από 14.8.2006 μέχρι και τις 3.4.2012, δεν χρεώνεται κανένα ποσό ή ποσοστό τόκου υπερημερίας παρά το ότι η τράπεζα είχε δικαίωμα να χρεώσει τόκο υπερημερίας λόγω της καθυστέρησης των πληρωμών των δόσεων του δανείου. Αναφέρω ότι οι εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού δανείου έχουν ετοιμαστεί από εμένα και έχω αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα τα οποία η Τράπεζα δεν αξιώνει. Στις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις, τόκος υπερημερίας χρεώνεται μόνο από την ημερομηνία τερματισμού και μετά και μόνο με βάση το μειωμένο ποσοστό που ανέρχεται στο 2%.» Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, το υπόλοιπο του επίδικου Δανείου ανέρχεται σε €108.502 πλέον τόκο προς 5.5% επί του ποσού αυτού από 1.7.2021, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες. Με δήλωση του ΜΕ1, οι Ενάγοντες περιόρισαν την αξίωση τους στο χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Πριν προχωρήσω σε μια σύνοψη της αντεξέτασης, θα παραθέσω επίσης αυτούσια την παράγραφο 6 της Συμφωνίας Δανείου στην οποία παρέπεμπε κατά τις απαντήσεις του ο ΜΕ1: «
  4. ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
  5. Ποσό Παραχωρηθείσας Πίστωσης: 50.000,00
  6. Περίοδος Συμφωνίας: μήνες
  7. Αριθμός δόσεων αποπληρωμής: 180
  8. Ποσό έκαστης δόσης:* 408,99
  9. Συνολικό Πληρωτέο Ποσό: 73.618,09
  10. Κόστος Πίστωσης:* 23.908,09
  11. Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης: (νοουμένου ότι τούτο δεν έχει διαφοροποιηθεί από την ημερομηνία εκτύπωσης/ετοιμασίας της συμφωνίας). Το ποσοστό αυτό δεν λαμβάνει υπόψη αυξομειώσεις επιτοκίου κατά τη διάρκεια της ζωής της διευκόλυνσης. Το Σ.Ε.Π.Ε. μπορεί να τροποποιηθεί σε περίπτωση τροποποίησης του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας, της προσαύξησης, του χρόνου αποπληρωμής, της συχνότητας ή του ύψους των μηνιαίων δόσεων και της τυχόν διαφοροποίησης και/ή επιβολής επιβαρύνσεων.
  12. Επίδραση στο ποσό της δόσης από 1% μεταβολή στο επιτόκιο κατά το πρώτο έτος:** 4,09 * Όπως υπολογίζεται κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας. ** Αυτό είναι το ποσό με το οποίο η δόση αποπληρωμής θα μεταβληθεί σε περίπτωση αύξησης ή μείωσης κατά 1% του επιτοκίου πάνω στο οποίο βασίζονται οι πιο πάνω υπολογισμοί.
  13. ΤΟΚΟΣ Η διευκόλυνση θα χρεώνεται: Με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,500% ετησίως που θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας είναι 4,250%, προσαυξημένο κατά 1,250%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.» Κατά την αντεξέταση, τέθηκε στον ΜΕ1 ότι σύμφωνα με το κείμενο της παραγράφου 5 της Συμφωνίας Δανείου, το Δάνειο θα αποπληρωνόταν με 180 μηνιαίες δόσεις ποσού €408,99 η κάθε μια. Ο ΜΕ1 διαφώνησε. Η δική του θέση ήταν ότι το Δάνειο χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο και ότι το ποσό των δόσεων εξαρτάτο από τις διακυμάνσεις του επιτοκίου. Σε σχέση με την παράγραφο 5 της Συμφωνίας Δανείου, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι εκεί καταγράφεται ενδεικτικό ποσό δόσης του Δανείου, συνολικό κόστος πίστωσης και άλλες πληροφορίες που η τράπεζα είχε υπολογίσει «βάσει του κυμαινόμενου επιτοκίου που υπήρχε τη δεδομένη στιγμή». Μέρος της αντεξέτασης του ΜΕ1 επικεντρώθηκε στον τρόπο που χειρίστηκαν οι Ενάγοντες τις χρεώσεις τόκων στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο
  14. Όμως, όπως ανέφερα πιο πάνω, οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στα ποσά που αναγράφονται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο
  15. Κρίνω ότι δεν δικαιολογείται ανάλωση χρόνου σε αξιώσεις που έχουν, ουσιαστικά, εγκαταλειφθεί. Συνεπώς, το μέρος εκείνο της αντεξέτασης δεν θα απασχολήσει περαιτέρω. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο υπολογισμός του τόκου τόσο στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 13) όσο και στις αναδομημένες (Τεκμήριο 14) έγιναν στη βάση ημερολογιακού έτους 360 ημερών και παρέπεμψε σχετικά στις πρόνοιες των Γενικών Όρων της Συμφωνίας Δανείου. Πρόσθεσε ότι γινόταν επίσης κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές κατ' έτος παραπέμποντας ξανά στους Γενικούς Όρους και στη Συμφωνία Δανείου. Διευκρίνισε ότι για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού έλαβε υπόψη το αρχικό ποσό χορήγησης του δανείου, ΛΚ 50.000 και όχι το συνολικό κόστος πίστωσης ή τα άλλα ποσά που αναγράφονται στην παράγραφο 5 της Συμφωνίας Δανείου. Σε σχέση με τις δύο υποθήκες, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι οι υποθήκες είναι μια εκ των εξασφαλίσεων του Δανείου και ότι οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα εκποίησης τους. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη συνομολόγηση και υπογραφή των εγγράφων υποθήκης, ούτε κατά την κατάθεση τους στο Κτηματολόγιο. Αυτή ήταν, συνοπτικά, η μαρτυρία του ΜΕ
  16. ΜΕ
  17. Δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα Έλενα Μιχαηλίδου, λειτουργός στον Κλάδο Μεταβιβάσεων και Υποθηκών του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (ΜΕ2). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν είχε άμεση εμπλοκή με τις επίδικες υποθήκες. Εξήγησε τη διαδικασία εγγραφής υποθήκης που ίσχυε στο Κτηματολόγιο κατά τον επίδικο χρόνο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι προσκομίζονταν τα έγγραφα, ελέγχονταν από λειτουργό του Κτηματολογίου, παρουσιαζόταν ο ενυπόθηκος οφειλέτης και γινόταν επιβεβαίωση της ταυτότητας του. Ακολούθως, στην παρουσία του ενυπόθηκου οφειλέτη διαβάζονταν τα έγγραφα και ο λειτουργός ζητούσε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη να δηλώσει εάν συμφωνεί. Αφού λάμβανε θετική απάντηση τότε προχωρούσε με την αποδοχή των εγγράφων και εγγραφή των υποθηκών. Ανέφερε ότι τα έγγραφα υποθήκης υπογράφονταν σε τρία πρωτότυπα, ένα εκ των οποίων παρέμενε στο Κτηματολόγιο. Τα πρωτότυπα έγγραφα της υποθήκης Υ6845/2006 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16 και τα πρωτότυπα έγγραφα της υποθήκης Υ7887/2006 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  18. Η ΜΕ2 πρόσθεσε ότι οι δύο υποθήκες υφίστανται μέχρι σήμερα στο μητρώο του Κτηματολογίου. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ2 εξήγησε διάφορες μονογραφές, υπογραφές και χειρόγραφες σημειώσεις που υπάρχουν επί των εγγράφων υποθήκης, Τεκμήρια 16 και 17, αναφέροντας ότι έγιναν από λειτουργούς του Κτηματολογίου κατά τη διαδικασία ελέγχου και αποδοχής των εγγράφων και εγγραφής των υποθηκών. Αναφορικά με την υποθήκη Υ6845/2006, τέθηκε στην ΜΕ2 ότι το πρόσωπο που φαίνεται να υπογράφει στη θέση του ενυπόθηκου οφειλέτη δεν είναι η Εναγόμενη
  19. Η ΜΕ2 επέμενε στη θέση ότι ο λειτουργός του Κτηματολογίου έλεγχε την ταυτότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η αποδοχή των εγγράφων γινόταν μετά τη ρητή συγκατάθεση του και στην παρουσία του. Διαφώνησε ότι τα έγγραφα υποθήκης είχαν παραποιηθεί εν αγνοία της Εναγόμενης
  20. Ίδια ήταν η θέση της και σε αντίστοιχές ερωτήσεις που της τέθηκαν σε σχέση με την υποθήκη Υ7887/
  21. Υποστήριξε επίσης ότι το πρόσωπο που υπογράφει εκ μέρους των Εναγόντων τα έγγραφα υποθηκών ήταν, κατά τον χρόνο εκείνο, εξουσιοδοτημένο να υπογράφει εκ μέρους τους. Αυτή ήταν, συνοπτικά, η μαρτυρία της ΜΕ2 και το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσίασε η πλευρά των Εναγόντων. ΜΥ
  22. Για την πλευρά των Εναγόμενων 2 & 3, μοναδικός μάρτυρας ήταν ο κ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εγκεκριμένος λογιστής και ελεγκτής, κάτοχος Master in Business Administration και στη νομική (ΜΥ1). Για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι του είχε ανατεθεί να εξετάσει τη Συμφωνία Δανείου και τις καταστάσεις λογαριασμού που είχε παρουσιάσει η πλευρά των Εναγόντων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου, οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει στη χορήγηση στεγαστικού δανείου ύψους ΛΚ 50.000 προς τους Εναγόμενους 2 &
  23. Πρόσθεσε ότι το συνολικό ποσό της χορήγησης είχε καθοριστεί στις ΛΚ 73.618,09 και ότι το ποσό αυτό θα πληρωνόταν με 180 μηνιαίες δόσεις ποσού ΛΚ 408 έκαστη. Πρόσθεσε ότι σε κάθε δόση «συμπεριλαμβάνονταν και το κεφάλαιο και ο ανάλογος τόκος». O MY1 ετοίμασε και παρουσίασε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  24. Σε σχέση με αυτή ανέφερε τα εξής: «Εγώ για την ετοιμασία των αναδομημένων λογαριασμών, όφειλα, από τη δουλειά μου, το επάγγελμα μου, να λάβω υπόψη μου παραμέτρους που έχουν σχέση με το ύψος του επιτοκίου, το οποίο ύψος επιτοκίου με την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με απόφαση νομισματικής αρχής της Κεντρικής Τράπεζας στις 10 Δεκεμβρίου του 2007 απόφαση, η οποία έλεγε ότι από την 1/1/2008 τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα ισχύουν και στην Κύπρο από την 1/1/
  25. Εγώ αφού υπάρχει αυτή η οδηγία και η εγκύκλιος από την Κεντρική Τράπεζα και όφειλε ο καθένας να συμμορφωθεί, βρήκα και τον πίνακα των επιτοκίων που ενέκρινε πάντοτε κατά τακτά χρονικά διαστήματα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και αυτά τα επιτόκια, τα οποία αναφέρονται σ' αυτόν τον πίνακα εγώ τα έχω χρησιμοποιήσει για ετοιμασία αναδομημένων λογαριασμών.» Πρόσθεσε ότι από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων, Τεκμήριο 14, έλαβε υπόψη για σκοπούς της δικής του αναδομημένης κατάστασης «την έκδοση δανείου. Έχω λάβει τις δόσεις, τις οποίες πλήρωνε ο δανειολήπτης, έχω λάβει υπόψη μου τους τόκους, τους οποίους χρέωνε και με τους οποίους διαφωνώ.» Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο το επίδικο δάνειο είναι «χρεολύσιο» ή «τοκοχρεολύσιο» ο ΜΥ1 απάντησε ότι είναι χρεολύσιο γιατί «επειδή έχουν προκαθοριστεί ισόποσες δόσεις που αφορά την πίστωση, πίστωση, η οποία συμπεριλαμβάνει κεφάλαιο και τόκους που καλείται ο δανειολήπτης να εξοφλήσει και στη συγκεκριμένη περίπτωση προσδιορίζει εξ υπαρχής. [.] Και στη συγκεκριμένη περίπτωση προσδιορίζει το κεφάλαιο 50.000 λίρες Κύπρου και τους τόκους 23.
  26. Αυτή η σύμβαση, αυτή η δέσμευση του δανειολήπτη προς την τράπεζα και η τράπεζα προς τον δανειολήπτη είναι σε χρεολύσιο, δεν είναι τοκοχρεολύσιο[...] Είναι μεγάλη η διαφορά το έχω πει το χρεολύσιο. Από την ώρα που έχει μια σύμβαση μεταξύ δανειολήπτου και του δανειστή και προσδιορίζει εξ υπαρχής το κεφάλαιο πλέον τους τόκους και το αποτέλεσμα αυτού διαιρείται για συγκεκριμένη περίπτωση δια 180 δόσεις, αυτό το πράγμα είναι χρεολύσιο, δεν είναι τοκοχρεολύσιο.» Συνέχισε λέγοντας ότι η αναδομημένη κατάσταση των Εναγόντων, Τεκμήριο 14, έχει ετοιμαστεί βάσει τοκοχρεωλύσιου δανείου. Εξηγώντας πως ενήργησε ετοιμάζοντας τη δική του αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Εγώ έχω πει εξ υπαρχής ότι το δάνειο έχει συγκεκριμένους τόκους. Συγκεκριμένους τόκους. Από την αρχή το ποσό των τόκων ήταν 23.908,
  27. Για να καταλήξω πράγμα που παραμένει αυτό οποιαδήποτε αλλαγή αυτής της σύμβασης οποιαδήποτε αλλαγή είτε της αύξησης της δόσης είτε μείωση ή άλλως πως όφειλαν να ειδοποιήσουν τον δανειολήπτη. Εγώ θεωρώ αυθαίρετα η τράπεζα προέβηκε σ' αυτούς τους λογαριασμούς και τοκίζει ημερήσια. Οι τόκοι ήταν εξ υπαρχής 23.000 δια 180 δόσεις. Το αποτέλεσμα αυτής της πράξης ήταν το ποσό του τόκου.» Διαφώνησε με τις μετατροπές που γίνονταν σε αυξομειώσεις του επιτοκίου από την πλευρά των Εναγόντων, αναφέροντας ότι «η μετατροπή αυτή του επιτοκίου μπορεί να έχει αποτέλεσμα να πρέπει να αυξηθεί η δόση και οποιοδήποτε να. και αυξάνεται και η δόση έναντι του συμβολαίου ή αν μειώνεται το επιτόκιο είναι ανάποδα. Αλλά αυτό το πράγμα να ξανατονίσω από την ώρα που δεσμεύτηκε ο δανειολήπτης ότι θα διά συγκεκριμένη δόση, συγκεκριμένους τόκους, όφειλε η τράπεζα αν τροποποιούσε τους τόκους ουσιαστικά τροποποιούσε και τη συμφωνία μεταξύ των να ενημερώσει τον δανειολήπτη. [.] είναι χρεολύσιο είναι καθαρά 'κύριε σου δίνω 50.000' οι τόκου των οποίων λογαριάζω εγώ ως δανειστής για 180 δόσεις βάσει του επιτοκίου, το οποίο αναφέρεται στη σύμβαση είναι συγκεκριμένη. Προστίθενται και τα δύο και γίνονται οι δόσεις. Εκ των υστέρων να μεταβάλω τους τόκους το επιτόκιο κατά την άποψη μου έπρεπε να αποδεχθεί και ο δανειολήπτης.» Ο ΜΥ1 διαφώνησε και με τις μειώσεις των επιτοκίων που παρουσιάζονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων, Τεκμήριο
  28. Ανέφερε σχετικά ότι «Φαίνεται ότι προβαίνει σε μείωση των επιτοκίων της, αλλά δεν εφαρμόζει τα επιτόκια ως και η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας τον Δεκέμβρη του 2007 ότι από την 1/1/2008 θα εφαρμοζόντουσαν τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Και εδώ έχει περιόδους που ήταν μηδέν το επιτόκιο ή 0,40 ή 0,
  29. Αυτό το πράγμα είναι απόφαση της νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας αυτό το πράγμα.» Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΜΥ1, οι Εναγόμενοι όφειλαν ποσό €84.430,26 κατά τις 30.6.
  30. Όταν του ζητήθηκε από το συνήγορο των Εναγόμενων να εξηγήσει γιατί, κατά την άποψη του, είναι λανθασμένη η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων, ο ΜΥ1 απάντησε «γιατί από την 1/1/2008 η τράπεζα στις δικές της καταστάσεις χρησιμοποιά επιτόκιο ύψους 5.25 και συνεχίζει και διαφοροποιείται σε 4, σε 0,5 σε 5 και ούτω καθεξής και αυτά τα επιτόκια, τα οποία χρησιμοποιά η τράπεζα δεν έχουν καμία σχέση, είναι πολύ διαφορετικά με τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. [.] Εγώ κρίνω ότι δεν είναι σωστό το τεκμήριο της τράπεζας γιατί χρησιμοποίησε επιτόκια λανθασμένα και όχι αυτά τα οποία έπρεπε να χρησιμοποιηθούν.» Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τα τελευταία πέντε χρόνια, «αποτάθηκαν πάρα πολλοί κοντά μου και πελάτες και μη πελάτες μου στο γραφείο μου» και του ζήτησαν να μελετήσει τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού. Του ζητήθηκε να εξηγήσει τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού που παρουσίασε (Τεκμήριο 18) και απάντησε ότι «αυτή η περίπτωση ίσως ήταν από τις πιο εύκολες. Εύκολες γιατί υπήρχε μια σύμβαση ενός δανείου που προσδιόριζε και τη δόση για 180 δόσεις, αν θυμούμαι καλά, δόση, η οποία συμπεριλάμβανε κεφάλαιο και τόκο, ενός δανείου του οποίου η τράπεζα λέει τερμάτισα και το άλλο πράγμα που ήταν, έπρεπε να γίνουν οι τόκοι βάσει της νομοθεσίας οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών.» Είπε ότι βασίστηκε στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 14 και στο αντίγραφο της Συμφωνίας Δανείου Τεκμήριο 2 καθώς και «χρησιμοποίησα και νομοθεσίες που έχουν σχέση με το ύψος του επιτοκίου, το οποίο καλείτο ο δανειστής να εφαρμόζει ως και οι αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας τον Οκτώβρη του 2007 νομίζω οι οποίες προνοούσαν ότι από τον 1/1/2008 το επιτόκιο θα ήταν αυτό, το οποίο καθόριζε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα». Για την περίοδο πριν την 1.1.2008 ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε χρησιμοποιήσει «το επιτόκιο που καθόριζε η Κεντρική Τράπεζα η νομισματική αρχή του τόπου» και όχι το επιτόκιο που καθόριζε η Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο
  31. Το έπραξε αυτό διότι έκρινε ότι από τη στιγμή που η Συμφωνία Δανείου είχε τερματιστεί οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού έπρεπε να ετοιμαστούν «βάσει του επιτοκίου, το οποίο υφίστατο τη συγκεκριμένη ώρα και ημερομηνία», ενώ «από την 1/1/2008 εφάρμοσα το επιτόκιο που είχε η Κεντρική Τράπεζα αφού οι όροι της συμφωνίας οι ίδιοι την έχετε τερματίσει τη συμφωνία.» Κατέληξε λέγοντας ότι «στους αναδομημένους λογαριασμούς, τους οποίους έχω ετοιμάσει έχω βασιστεί στα επιτόκια της Κεντρικής και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.» Τέθηκαν ακολούθως ενώπιον του ΜΥ1 η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων (Τεκμήριο 14) και η δική του αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 18) και ερωτήθηκε επί του περιεχομένου αυτών. Οι ερωτήσεις επικεντρώθηκαν στο επιτόκιο που εφάρμοζε εκείνος στη δική του κατάσταση λογαριασμού. Επί αυτού, παραθέτω πιο κάτω κάποια αποσπάσματα από την αντεξέταση για να μεταφέρω αυτούσιες τις θέσεις και απαντήσεις του μάρτυρα. Συμφώνησε ότι μέχρι 14.10.2008 τόσο οι Ενάγοντες όσο και εκείνος είχαν χρησιμοποιήσει τα ίδια επιτόκια. Ακολούθως, συμφώνησε ότι στις 14.10.2008 οι Ενάγοντες εφάρμοσαν επιτόκιο 6,25% και, παρομοίως, εκείνος στις 15.10.2008 ξεκίνησε να εφαρμόζει επιτόκιο 6,25%. Εξηγώντας ανέφερε ότι «συμφωνώ γι' αυτό εγώ επιμένω και λέω χρησιμοποιώ τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Δεν γνωρίζω η τράπεζα που βασίστηκε και αν είναι λιγότερο. Εγώ δεν ήθελα να κάνω το χατίρι κανενός.» Ζητήθηκε από το μάρτυρα να υποδείξει, με αναφορά στα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από που προκύπτει το ποσοστό επιτοκίου 6,25% που εφάρμοζε. Ο ΜΥ1 απάντησε «Μάλιστα. Τώρα που έχω και τα επιτόκια μπροστά μου υπάρχει το επιτόκιο και το περιθώριο κέρδους που χρέωνε η τράπεζα. Γι' αυτό επέμενα εγώ. Χρησιμοποίησα εγώ ότι εγώ έβλεπα μπροστά μου. Τα επιτόκια όλα όσα έχουν χρησιμοποιηθεί συμπεριλαμβάνουν και το όφελος της τράπεζας». Ανέφερε αρχικά ότι στην παρούσα περίπτωση η Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο 2 προνοούσε περιθώριο 2% και γι' αυτό το συνολικό ποσοστό επιτοκίου που χρησιμοποίησε διαμορφώθηκε σε 6,25%. Στη συνέχεια συμφώνησε ότι η Συμφωνία Δανείου προνοούσε για περιθώριο 1,25%. Τέθηκε ακολούθως στον ΜΥ1 ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε μειώσει το επιτόκιο της σε 3.75% με ισχύ από 15.10.2008 (σχετική η 5η σελίδα του Τεκμηρίου 15) και, συνεπώς, εκείνος λανθασμένα είχε χρησιμοποιήσει επιτόκιο 4.25% πλέον 2% περιθώριο όπως είχε αρχικά αναφέρει. Ο ΜΥ1 διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι είχε έλαβε υπόψη τις διακυμάνσεις του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συμφώνησε ότι στις 12.11.2008 ο ίδιος είχε εφαρμόσει επιτόκιο 5,75% ενώ οι Ενάγοντες την αντίστοιχη περίοδο εφάρμοζαν επιτόκιο 4,5%. Ο ΜΥ1 είπε ότι είχε ενεργήσει «βάσει του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον με περιθώριο κέρδους. Είναι σαφέστατη η θέση μου.» Δέχτηκε όμως ότι σύμφωνα με σχετικές ανακοινώσεις (Τεκμήριο 15) με ισχύ από 12.11.2008 το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μειώθηκε από 3,75% σε 3,25%. Θα παραθέσω στη συνέχεια αυτούσιο απόσπασμα από την αντεξέταση του αναφορικά με μεταβολές στο επιτόκιο που ακολούθησαν: «Ε: Στις 12/11/2008 στη δική σας κατάσταση κ. Μιχαηλίδη χρεώνετε με 5,75%. Σωστά; Α: Μάλιστα. Ε: Και στην αντίστοιχη περίοδο η τράπεζα 12/11/2008 με 4,
  32. Δηλαδή πάλι πολύ μικρότερο ποσοστό επιτοκίου από το δικό σας. Α: Εγώ δεν εξετάζω— Ε: Πέστε μου που βασιστήκατε για να γίνει 5,75; Α: Βάσει του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πλέον με περιθώριο κέρδους. Είναι σαφέστατη τη πρόθεση μου. [.] Ε: Στο Τεκμήριο 15 θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 12 Νοεμβρίου 2008 από 3,75% μειώθηκε σε 3,25% με ισχύ από 12/11/2008; Διαβάζω καλά κύριε Μιχαηλίδη; Α: Βεβαίως. Ε: Επομένως, εσείς 12/11/2008 δεν ήρθετε να χρεώσετε ως προνοείτο το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή 3,25 συν το περιθώριο που λέτε 1,25 δηλαδή 4,50 όπως πολύ σωστά έπραξαν οι Ενάγοντες και ήρθατε και χρεώσατε 5,
  33. Α: Μάλιστα. Ε: Άρα και εδώ αποδεικνύεται ότι ούτε καν λάβατε υπόψη τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Α: Τα έλαβα. Ε: Και αντ' αυτού χρεώνατε τον λογαριασμό του πελάτη σας με πολύ περισσότερα με πολύ μεγαλύτερα επιτόκια από αυτά που χρέωναν οι Ενάγοντες, οι οποίοι βασίζονταν πάντοτε στις διάφορες διακυμάνσεις του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Α: Μάλιστα. Εγώ έχω χρησιμοποιήσει το επιτόκιο αυτό που αναφέρεται γιατί από τη μέρα που αποφασίζεται η διαφοποποίηση ενός επιτοκίου η εφαρμογή του είναι μετέπειτα, δεν μπορεί όποια τράπεζα να αποφασίσει τη νύχτα το συμβούλιο να κάνει αναθεώρηση και το περιθώριο κέρδους. Ε: Επίσης, κύριε Μιχαηλίδη, στις 21 του Γενάρη το 2009 που επίσης έγινε αλλαγή του επιτοκίου αλλά προφανώς δεν το έχετε λάβει καθόλου υπόψη σας, χρεώνετε τον λογαριασμό του πελάτη σας με 4,50 και στην αντίστοιχη ακριβώς περίοδο στο Τεκμήριο 14 στη σελίδα 4 οι Ενάγοντες χρεώνουν με 3,
  34. Α: Μάλιστα. Ε: Η εξήγηση είναι αυτή που μας δώσατε τις προηγούμενες φορές; Α: Η απόφαση, η ετοιμασία των δικών μου λογαριασμών είναι αυτή. Ε: Σας υποβάλλω ότι λανθασμένα και πάλι δεν λάβατε καθόλου υπόψη τις αυξομειώσεις του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και γι' αυτό το οποιοδήποτε συμπέρασμα σας ή πόρισμα σας βάσει των αναδομημένων είναι εντελώς λανθασμένο. Α: [.] Εγώ εφάρμοζα το επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας μαζί με το περιθώριο κέρδους της τράπεζας. Ε: Επίσης κύριε Μιχαηλίδη στην ίδια σελίδα στις 11 Μαρτίου του 2009 έρχεστε και χρεώνετε τον λογαριασμό με 4% και στην ίδια περίοδο οι Ενάγοντες χρεώνουν με 2,75%. Α: Δικαίωμα τους. Ε: Δικαίωμα τους. Λοιπόν πάμε παρακάτω. Στις 7/4/2009, 8/4/2009 έρχεστε και χρεώνετε τον λογαριασμό με 3,75% ενώ την αντίστοιχη περίοδο στο Τεκμήριο 14 στη σελίδα 4 στις 7/4/2009 οι Ενάγοντες χρεώνουν με επιτόκιο 2,
  35. Να υποθέσουμε ότι δεν λάβατε καθόλου υπόψη σας τις αυξομειώσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κύριε Μιχαηλίδη γι' αυτό όλα αυτά τα λάθη στις αυξομειώσεις των επιτοκίων; Α: Λέω ότι χρησιμοποίησα το επιτόκιο πλέον το περιθώριο κέρδους. Έκανα χατίρι της τράπεζας εγώ.» Σύμφωνα με τον ΜΥ1 κατά την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου, με τους δικούς του υπολογισμούς και ως παρουσιάζεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε (Τεκμήριο 18), το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €66.270,
  36. Συμφώνησε ότι την ίδια ημερομηνία, το οφειλόμενο σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων (Τεκμήριο 14) ήταν €65.582,
  37. Τέθηκε στον ΜΥ1 ότι οι Ενάγοντες, μετά τον τερματισμό ορθά ξεκίνησαν να τοκίζουν το χρεωστικό υπόλοιπο με το επιτόκιο που ίσχυε κατά την ημερομηνία τερματισμού ήτοι 3,50% πλέον 2% τόκο υπερημερίας, δηλαδή συνολικό επιτόκιο 5,5%. Αντίθετα, ήταν η θέση της συνηγόρου των Εναγόντων, ότι εκείνος συνέχιζε να αυξομειώνει το επιτόκιο στη δική του αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Ο ΜΥ1 διαφώνησε ότι ο δικός του χειρισμός ήταν λανθασμένος. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «η τράπεζα στις αναδομημένες καταστάσεις που έχει κάνει ζητά από τον πελάτη μου 108.502 ως οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού της τράπεζας. Εγώ είμαι υποχρεωμένος να εφαρμόσω και ξανατονίζω. Το επιτόκιο, το οποίο εφάρμοζε η Κεντρική Τράπεζα έστω και αν τερματίστηκε η σύμβαση δεν σημαίνει ότι καθένας κάνει κατά το δοκούν εκτός που αν, απολογούμαι αν το λέω, υπήρχε μια δικαστική απόφαση που λέει ότι ορίζει το επιτόκιο κατά 10%, 9% ή 5% εδώ και επειδή τερματίστηκε η σύμβαση δικαιούται η τράπεζα να χρησιμοποιά τέτοιο επιτόκιο που είναι διαφορετικό από τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Που το λέει αυτό το πράγμα; Ότι αν τερματιστεί μια σύμβαση προτού εκδοθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση γι΄ αυτές τις οφειλές που θα καθοριστεί και το επιτόκιο δικαιούται ο καθένας να πράττει κατά το δοκούν; Και ξαναλέω, οι δικές μου αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού προσδιορίζουν οφειλόμενο ποσό στις 84.000 ενώ της τράπεζας στις
  38. Άρα λοιπόν και το έχω τονίσει, δεν ήθελα να κάνω οτιδήποτε, το οποίο να χαρακτηρίζετουν εσκεμμένο προς όφελος οποιουδήποτε. Εγώ έλαβα τα δεδομένα όλα, έκανα τους αναδομημένους λογαριασμούς σύμφωνα με τη νομοθεσία των επιτοκίων και τα κατέθεσα.» Αυτή ήταν η μαρτυρία του ΜΥ
  39. Τελικές αγορεύσεις. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους σε γραπτές τελικές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Πολύ συνοπτικά, η θέση των συνηγόρων των Εναγόντων είναι ότι η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί στοιχειοθετεί τη βάση αγωγής τους και τα ποσά που αξιώνουν και ζητούν την έκδοση απόφασης υπέρ τους. Αντίθετα, ο συνήγορος των Εναγόμενων 2 &3 εισηγήθηκε ότι η Συμφωνία Δανείου, οι Γενικοί Όροι, η Συμφωνία Εγγύησης και οι Υποθήκες περιλαμβάνουν όρους καταχρηστικούς που τις καθιστούν άκυρες. Υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται στις αξιώσεις που εγείρουν. Υποστηρίζει επίσης ότι οι Εναγόμενες 2 & 3 δικαιούνται στις αξιώσεις που εγείρουν με την Ανταπαίτηση τους. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα επιχειρήματα που έχουν εγερθεί γίνεται κατωτέρω. Αξιολόγηση. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Έχω υπόψη μου τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οι οποίες συνιστούν οδηγό στον τρόπο που προσέγγισα τη μαρτυρία. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση επισημαίνω ότι άμεση μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφηκαν τα διάφορα έγγραφα δεν υπάρχει. Κανένας από τους υπογράφοντες των συμφωνιών, ή μάρτυρες των υπογραφών τους έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο. ΜΕ
  40. Ξεκινώ από τον ΜΕ
  41. Η σημασία της μαρτυρίας του αφορά στην παρουσίαση των διαφόρων εγγράφων από τα οποία προκύπτει και στα οποία βασίζεται η αξίωση των Εναγόντων. Πέραν από την πρόσβαση του στον φάκελο που οι Ενάγοντες διατηρούν για την παρούσα υπόθεση, η άμεση εμπλοκή του ουσιαστικά περιορίζεται στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο
  42. Εξήγησε με σαφήνεια τις δικές του ενέργειες. Παράλληλα εξήγησε την πηγή των πληροφοριών του για τα ζητήματα που δεν είχε άμεση γνώση ενώ ήταν σαφής εξηγώντας πως λειτούργησε στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο
  43. Κατά την αντεξέταση δεν διέκρινα οποιεσδήποτε ασυνέπειες, ούτε υπήρξαν αντιφάσεις στις απαντήσεις του. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη, τις πληροφορίες που έχει αντλήσει και τη δική του εμπλοκή και γνώση της υπόθεσης. Δέχομαι επίσης ότι τα έγγραφα που παρουσίασε περιήλθαν στην κατοχή του κατά τον τρόπο που περιέγραψε και ότι τα παρουσίασε στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλοίωση από μέρους του. ΜΕ
  44. Προχωρώντας στη ΜΕ2, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας ανεξάρτητη, χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον στην υπόθεση. Άμεση γνώση των συνθηκών υπογραφής των εγγράφων που παρουσίασε δεν είχε. Ούτε είχε εμπλοκή στο χειρισμό των υποθηκών, κατά τον επίδικο χρόνο, από πλευράς του Κτηματολογίου. Ήταν όμως σαφής στις απαντήσεις της, οι επεξηγήσεις που έδινε ήταν πειστικές, περιεκτικές και ξεκάθαρες και κρίνω ότι δεν είχε πρόθεση να παραποιήσει γεγονότα ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ούτε κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Στα πλαίσια της αντεξέτασης τέθηκαν διάφορες ερωτήσεις στην μάρτυρα που σκοπό είχαν να πλήξουν την εγκυρότητα ή γνησιότητα των δύο υποθηκών. Μεταξύ άλλων είχε τεθεί ότι η υπογράφουσα δεν ήταν η Εναγόμενη 2, ότι το πρόσωπο που υπέγραψε εκ μέρους των Εναγόντων δεν ήταν εξουσιοδοτημένο, ότι ήταν αντικανονική η διαδικασία ελέγχου και έγκρισης των εγγράφων από λειτουργούς του Κτηματολογίου, ότι τα έγγραφα τροποποιήθηκαν εν αγνοία και χωρίς της συγκατάθεση της ενυπόθηκου οφειλέτιδας. Αυτή η αμφισβήτηση, την οποία η ΜΕ2 αντέκρουσε, παρέμεινε σε θεωρητικό επίπεδο υποβολών και ερωτήσεων από πλευράς του συνηγόρου των Εναγόμενων 2 &
  45. Καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγόμενων που να τεκμηριώνει ή να προσδίδει κάποια βαρύτητα στις θέσεις αυτές. Ενόψει τούτου καμία σημασία μπορώ να τους αποδώσω, ούτε σαν θέσεις επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων ούτε σαν βάση για την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της μάρτυρας. Συνεπώς, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. ΜΥ
  46. Παραμένει η μαρτυρία του ΜΥ1, λογιστή / ελεγκτή. Η μαρτυρία του έχει προσφερθεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα για να δείξει, ουσιαστικά, ότι ο υπολογισμός του αξιούμενου ποσού από την πλευρά των Εναγόντων ήταν λανθασμένος. Η ιδιότητα του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων. Εξήγησε τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα καθώς και την εμπειρία του στη μελέτη καταστάσεων λογαριασμού που ετοιμάζονται από τραπεζικά ιδρύματα[1]. Δέχομαι ότι αυτά τα προσόντα και εμπειρία του παρέχουν πραγματογνωμοσύνη στο συγκριμένο αντικείμενο. Ο ρόλος και το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ορθότητας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία[2]. Στρέφομαι επομένως, στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΥ
  47. Έχω παραθέσει πιο πάνω κάποια εκτενή αποσπάσματα από τη μαρτυρία του. Τα αποσπάσματα αυτά, θεωρώ ότι, είναι αντιπροσωπευτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του. Το πρώτο σχόλιο σε σχέση με την αποδεικτική αξία της θέσης του είναι ότι ξεκινά τη μελέτη του σε λανθασμένη, ελλιπή βάση. Θεωρεί ότι το συνολικό κόστος της Συμφωνίας Δανείου είχε καθοριστεί σε ΛΚ 73.618,09, ήτοι χορήγηση ΛΚ 50.000 πλέον προκαθορισμένο συνολικό κόστος που προκύπτει από τόκους ύψους ΛΚ 23.908,
  48. Για τη θέση του αυτή βασίζεται αποκλειστικά στις παραγράφους 5
(1)-5
(6)της Συμφωνίας Δανείου. Είναι στη βάση αυτών των παραγράφων που βασίζει τον συλλογισμό και επιχείρημα του ότι το δάνειο είναι χρεολύσιο αντί τοκοχρεολύσιο και, άρα, ο τρόπος χρέωσης του τόκου από τους Ενάγοντες είναι λανθασμένος. Αγνοεί όμως ο ΜΥ1 το σύνολο της παραγράφου 5 (και ειδικά τις υποσημειώσεις αυτής όπου αναφέρεται ότι το ποσό των δόσεων και κόστος πίστωσης είναι «όπως υπολογίζονται κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας» καθώς και την επίδραση στη μηνιαία δόση σε περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου). Αγνοεί επίσης την παράγραφο 6 στης Συμφωνίας Δανείου που καθορίζει ότι το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και «θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας που κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας είναι 4,250, προσαυξημένο κατά 1,250%». Επομένως, ο ΜΥ1 έχει επιλεκτικά απομονώσει μέρη μιας πρόνοιας της Συμφωνίας Δανείου και αγνοήσει την υπόλοιπη συμφωνία. Η αποσπασματική αυτή αντιμετώπιση της Συμφωνίας Δανείου καθιστά επισφαλείς τους υπολογισμούς του και τα επιχειρήματα του. Παράλληλα, κρίνω ότι η εκδοχή του είναι, ουσιαστικά αντιφατική. Υποστήριξε ότι το συνολικό ποσό που θα ήταν πληρωτέο σε τόκους (το συνολικό κόστος πίστωσης) είχε καθοριστεί από την αρχή και δεν είχε το δικαίωμα η τράπεζα να το μεταβάλει. Ταυτόχρονα όμως, υποστήριξε ότι το ποσό του επιτοκίου θα έπρεπε να μεταβάλλεται από την τράπεζα σύμφωνα με τις αυξομειώσεις του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτές οι δύο αναφορές του μάρτυρα αλληλοσυγκρούονται αφού οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου (ακόμα και μεταβολή που ο ίδιος θεωρεί επιτρεπτή) ως λογικό αποτέλεσμα θα είχε ως συνέπεια την μεταβολή και του συνολικού κόστους της πίστωσης που θεωρεί σταθερό και προκαθορισμένο. Επιπρόσθετα, η μεθοδολογία που χρησιμοποίησε στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 18 είναι επισφαλής. Έχω παραθέσει πιο πάνω σχετικά αποσπάσματα από τη μαρτυρία του. Ενώ υποστήριξε ότι έπρεπε να ακολουθείται το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προκύπτει ότι ο ίδιος δεν εφαρμόζει με αυστηρότητα αυτό το επιτόκιο. Φάνηκε από τις απαντήσεις του ότι υπάρχει χρονική απόκλιση μεταξύ μεταβολών του επιτοκίου αυτού και των ημερομηνιών που ο ίδιος το εφαρμόζει. Υπολείπεται των εχέγγυων μιας μαρτυρίας πραγματογνωμοσύνης η «χαλαρή» αντιμετώπιση των χρονικών αποκλίσεων που επισημάνθηκαν κατά την αντεξέταση. Αναφορές όπως «έκανα χατίρι της Τράπεζας» δεν έχουν θέση στην τεκμηρίωση που αναμένεται από κάποιο εμπειρογνώμονα. Ούτε υπήρχε σαφήνεια σε σχέση με το περιθώριο τόκου που εφάρμοζε. Αναφέρθηκε σε περιθώριο κέρδους 2% που χρησιμοποίησε εκείνος όμως, παράλληλα, συμφώνησε ότι η Συμφωνία Δανείου καθορίζει το περιθώριο σε 1,25%. Το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του είναι αυτούσιο πιο πάνω. Αυτά τα χαρακτηριστικά της μαρτυρίας του έχουν επίπτωση στην αξιοπιστία του ΜΥ
  1. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν έχει τη σαφήνεια, αντικειμενικότητα και επιστημονική υφή που αναμένεται από μια μαρτυρία αυτού του είδους και φύσης ώστε να μπορεί να γίνει αποδεκτή ως έρεισμα για διαμόρφωση του αποτελέσματος μιας υπόθεσης όπως η παρούσα. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση. 1 Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία που εξασκεί τραπεζικές εργασίες, κατέχοντας τις προβλεπόμενες άδειες (σχετικό το Τεκμήριο 1). Ο ΜΕ1 είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεσης. 2 Στις 14.8.2006 οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1 & 2 υπέγραψαν τη Συμφωνία Δανείου για ποσό ΛΚ 50.000 και προσυπέγραψαν το Παράρτημα και Γενικούς Όρους που επισυνάπτονται σε αυτή, δέσμη Τεκμήριο
  2. 3 Το ποσό του Δανείου εκταμιεύθηκε κατά τον τρόπο που ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ΜΕ1, όπως καταγράφω πιο πάνω (σχετικό το Τεκμήριο 3). 4 Στις 14.8.2006 η Εναγόμενη 3 υπέγραψε τη Συμφωνία Εγγύησης Τεκμήριο
  3. Είχε προηγηθεί η επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 8.8.2006, Τεκμήριο
  4. Ακολούθησε η επιστολή από το δικηγόρο της Εναγόμενης 3 προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 10.8.2006, Τεκμήριο 6, καθώς και η επιστολή της Εναγόμενης 3 προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 14.8.2006, Τεκμήριο
  5. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών είναι όπως περιγράφω πιο πάνω. 5 Η Εναγόμενη 2 υπέγραψε τις συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκης με αριθμούς Υ6845/2006 ημερομηνίας 14.7.2006 (Τεκμήρια 8 και 16) και Υ7887/2006 ημερομηνίας 11.8.2006 (Τεκμήρια 9 και 17). Για τους Ενάγοντες, οι εν λόγω υποθήκες υπογράφηκαν από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Η διαδικασία εγγραφής υποθήκης στο Κτηματολογικό Μητρώο είναι ως την περίγραψε κατά τη μαρτυρία της η λειτουργός στον Κλάδο Μεταβιβάσεων & Υποθηκών του Κτηματολογίου Λεμεσού, ΜΕ2, και αναφέρω πιο πάνω. Οι εν λόγω υποθήκες είναι μέχρι σήμερα εγγεγραμμένες στο Κτηματολογικό Μητρώο. 6 Στις 24.1.2012 οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 1-3 τις επιστολές Τεκμήριο 10, με περιεχόμενο ως περιγράφω στην παρούσα απόφαση. 7 Στις 6.3.2012 οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 1-3 τις επιστολές Τεκμήριο 11, με περιεχόμενο ως περιγράφω στην παρούσα απόφαση. 8 Στις 3.4.2012 οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 1 & 2 και στις 5.4.2012 προς την Εναγόμενη 3, τις επιστολές της δέσμης Τεκμήριο 12, με περιεχόμενο ως περιγράφω στην παρούσα απόφαση. 9 Η δέσμη του Τεκμηρίου 13 αποτελεί μέρος του αρχείου των Εναγόντων και συνιστά τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου που τηρούνταν από τους Ενάγοντες για την περίοδο από τις 14.8.2006 μέχρι 30.6.
  6. Σε αυτές καταγράφονται αναλυτικά όλες οι πράξεις που αφορούν το επίδικο Δάνειο. 10 Οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 14 ετοιμάστηκαν από τον ΜΕ
  7. Αυτές βασίστηκαν στις καταχωρήσεις των καταστάσεων λογαριασμού του Τεκμηρίου
  8. Ο ΜΕ1 ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 14, κατά τον τρόπο που περίγραψε στη μαρτυρία του και αναφέρω πιο πάνω. Ο ΜΕ1 δεν χρέωσε τόκο υπερημερίας μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου ενώ από τον τερματισμό και μετέπειτα χρέωσε τόσο υπερημερίας σε ποσοστό 2%. 11 Η δέσμη Τεκμήριο 15 αφορά δημοσιεύσεις που έγιναν στον ημερήσιο τύπο από τους Ενάγοντες αναφορικά με μεταβολές επιτοκίου, ως σε έκαστο δημοσίευμα αναφέρεται. 12 Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 18 ετοιμάστηκε από τον λογιστή/ελεγκτή ΜΥ
  9. Ανάλυση. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η μαρτυρία και τα ευρήματα στοιχειοθετούν, στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή και την ανταπαίτηση, αντίστοιχα. Δικογραφικό πλαίσιο. Είμαι καλά γνωστό ότι μια δίκη διεξάγεται στη βάση των δικογράφων και τα θέματα επί των οποίων το Δικαστήριο οφείλει να δώσει την ετυμηγορία του είναι εκείνα που έχουν καταστεί επίδικα από τα δικόγραφα. Ακόμα και στην περίπτωση που κατά την ακρόαση ακουστεί μαρτυρία η οποία είναι εκτός του δικογραφικού πλαισίου τη υπόθεσης, η μαρτυρία αυτή δεν καθιστά επίδικο οποιοδήποτε περαιτέρω ζήτημα. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με ζητήματα που εγείρονται σε τελικές αγορεύσεις αλλά είναι εκτός δικογράφων. Η δίκη περιορίζεται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται και περιέχονται στα δικόγραφα[3]. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη διάρκεια της δίκης αλλά και στις τελικές αγορεύσεις, εγέρθηκαν από την πλευρά των Εναγόμενων 2 & 3 διάφορα ζητήματα που αφορούν σωρεία προνοιών της Συμφωνίας Δανείου και των άλλων επίδικων συμφωνιών. Σημειώνω όμως, ότι στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση, ο μόνος συγκεκριμένος ουσιαστικά ισχυρισμός που υπάρχει αφορά τις παραγράφους 6, 7, 8 και 11 της Συμφωνίας Δανείου. Οι δικογραφημένες θέσεις των Εναγόμενων 2 & 3 είναι αυτές που έχουν καθορίσει τα επίδικα θέματα της αγωγής και όχι οτιδήποτε άλλο έχει προβληθεί από πλευράς τους. Αγωγή. Όπως έχω σημειώσει κατά τη συνοπτική αναφορά μου στη μαρτυρία του ΜΕ1, οι Ενάγοντες έχουν περιορίσει την αξίωση τους σε σχέση με το ποσό που αξιώνουν με αναφορά στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  10. Θέση των Εναγόντων είναι ότι η Εναγόμενη 2 ήταν πρωτοφειλέτιδα, μαζί με τον Εναγόμενο 1, και παράλληλα είχε παραχωρήσει υποθήκη επί δύο ακινήτων της ως εξασφάλιση για το επίδικο Δάνειο. Η Εναγόμενη 3 είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και
  11. Ξεκινώ επομένως από την αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου. Σημειώνω ότι η υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 2) από την Εναγόμενη 2 καθώς και η χορήγηση του ποσού του Δανείου, δεν αμφισβητούνται. Επίσης, δεν έχουν προκύψει από τη μαρτυρία συνθήκες ικανές να καταστήσουν άκυρη ή ακυρώσιμη την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου από τα μέρη. Συνεπώς κρίνω ότι τα μέρη είχαν υπογράψει τη Συμφωνία Δανείου με ελεύθερη βούληση. Πριν προχωρήσω, να σημειώσω ότι οι Γενικοί Όροι και το Παράρτημα που επισυνάπτονται στη Συμφωνία Δανείου και αποτελούν μέρος της δέσμης, Τεκμήριο 2, είναι μέρος της Συμφωνίας Δανείου (σχετικές οι παράγραφοι 10 και 11(α) της Συμφωνίας Δανείου). Προχωρώ στις πρόνοιες της Συμφωνίας Δανείου που αφορούν τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 &
  12. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 της Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο 2: «ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ: Εκτός αν η Τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωθεί σε 180 μηνιαίες δόσεις, εκ ΛΚ408,99, η καθεμιά. Η πρώτη δόση θα είναι πληρωτέα την 4η Ιανουαρίου 2007 και έπειτα την 4η ημέρα κάθε εκάστοτε μήνα μέχρι την 04/12/
  13. Όλες οι δόσεις θα χρεώνονται στο λογαριασμό του Πελάτη με την Τράπεζα αρ. [ ] μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου. Σε περίπτωση που μεταβληθεί το επιτόκιο, η Τράπεζα θα μπορεί να αυξήσει ή μειώσει ανάλογα το ποσό της κάθε δόσης ή τον αριθμό των δόσεων και την ημερομηνία λήξης του δανείου κατά την κρίση της.» Από τις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 13, προκύπτει ότι δεν γίνονταν οι προβλεπόμενες πληρωμές κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες από τους Εναγόμενους 1 &
  14. Οι Ενάγοντες απέστειλαν σχετικές επιστολές Τεκμήρια 10 και 11 με τις οποίες ενημέρωναν και επισήμαναν τους Εναγόμενους 1 & 2 τις παραλήψεις αυτές και ζητούσαν συμμόρφωση. Σύμφωνα με την επιστολή Τεκμήριο 10: «Έχουμε παρατηρήσει ότι καθυστερείτε εδώ και 180 μέρες καταβολή του οφειλόμενου ποσού που φαίνεται πιο πάνω. Παρακαλούμε να επικοινωνήσετε το συντομότερο μαζί μας για συζήτηση του όλου θέματος και εξεύρεση τρόπου διευθέτησης τυχόν προβλημάτων που δημιουργούν την πιο πάνω εκκρεμότητα.» Σύμφωνα με την επιστολή Τεκμήριο 11: «Αναφορικά με το πιο πάνω δάνειο παρατηρούμε ότι καθυστερείτε την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού που συνολικά ανέρχεται σε €5.207,26 και τούτο συνιστά παράβαση της μεταξύ μας συμφωνίας. Με την παρούσα επιστολή σας καλούμε όπως μέσα σε είκοσι μια
(21)μέρες από τη λήψη της εξοφλήσετε το πιο πάνω καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό. [..] Παράλειψη σας να συμμορφωθείτε εντός της πιο πάνω προθεσμίας δεν θα μας αφήσει άλλη επιλογή από το να τερματίσουμε τη συμφωνία και να ζητήσουμε την άμεση εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπόλοιπου του δανείου.» Από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 13, δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε πληρωμή στο Δάνειο μετά τις 3.4.
  1. Η παράλειψη από μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 να συμμορφωθούν με τη συμβατική τους υποχρέωση για τακτική καταβολή δόσεων έναντι του δανείου, συνιστά παράβαση της Συμφωνίας Δανείου και έδινε δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίσουν τη Συμφωνία. Ο τερματισμός έγινε με την επιστολή ημερομηνίας 3.4.2012 προς τους Εναγόμενος 1 & 2, Τεκμήριο 12, όπου μεταξύ άλλων οι Ενάγοντες αναφέρουν τα εξής: «Με την επιστολή αυτή [.] τερματίζουμε τη λειτουργία του πιο πάνω δανείου, καθιστούμε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό του υπόλοιπο, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων και σας καλούμε να το εξοφλήσετε άμεσα.» Η αποστολή των επιστολών, Τεκμήρια 10, 11 και 12, από τους Ενάγοντες συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου. Η πλευρά των Εναγόμενων 2 και 3 αμφισβήτησε ότι οι επιστολές παραλήφθηκαν. Όμως, η αμφισβήτηση αυτή παρέμεινε στο επίπεδο των υποβολών από το συνήγορο των Εναγόμενων προς τον ΜΕ
  2. Καμία μαρτυρία έχει προσφερθεί από ή εκ μέρους των Εναγόμενων 2 και 3 ότι οι επιστολές πράγματι δεν παραλήφθηκαν[4]. Τα δεδομένα ενώπιον μου είναι ότι οι επιστολές απεστάλησαν στη διεύθυνση των Εναγόμενων 1 & 2 που αναγράφεται στη Συμφωνία Δανείου και δεν επιστράφηκαν από το ταχυδρομείο ως μη παραληφθείσες ή μη παραδοθείσες[5]. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι η πλευρά των Εναγόντων έχει αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι επιστολές που απέστειλε έχουν παραληφθεί από τους Εναγόμενους 1 &
  3. Εναντίον της Εναγόμενης 2, οι Ενάγοντες διεκδικούν την έκδοση απόφασης για το χρεωστικό υπόλοιπο του Δανείου. Έχοντας περιορίσει την αξίωση τους κατά την ακρόαση της υπόθεσης, βασίζουν το ποσό που απαιτούν σε αυτό που παρουσιάζεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 14, που ετοιμάστηκε από τον ΜΕ1 όπως πιο πάνω αναφέρεται. Κατά την εξέλιξη της ακρόασης, η πλευρά των Εναγόμενων 2 & 3 δεν αμφισβήτησε ότι έχουν γίνει οι πληρωμές στο Δάνειο των ποσών που πιστώνονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Παράλληλα, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να εισηγείται ότι είχαν γίνει οποιεσδήποτε περαιτέρω πληρωμές, πέραν αυτών που αναγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, που να μην έχουν πιστωθεί έναντι του Δανείου. Με εξαίρεση του ζητήματος που εγέρθηκε σε σχέση με το επιτόκιο του δανείου, που θα εξετάσω στη συνέχεια, καμία άλλη χρέωση ή πίστωση της αναδομημένης κατάσταση λογαριασμού έχει τύχει συγκεκριμένης αμφισβήτησης[6]. Αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ότι οι αρχικές καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 13, συνιστούν αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία. Όπως η βεβαίωση που συνοδεύει τις εν λόγω καταστάσεις και αποτελεί μέρους του Τεκμηρίου 13 ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  4. Ακολουθεί ότι τα όσα καταγράφονται σε εκείνες τις καταστάσεις λογαριασμού συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα εκεί. Όπως έχω ήδη σημειώσει, μαρτυρία που να αμφισβητεί την ορθότητα συγκεκριμένης καταχώρησης δεν έχει παρουσιαστεί. Επομένως, κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί η ορθότητα των όσων καταγράφονται εκεί[7]. Περαιτέρω, δεν διαπιστώνω να υπάρχει κάποια καταχώρηση αναφορικά με πληρωμή στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 14 που να μην συνάδει με αντίστοιχη καταχώρηση στην αρχική κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  5. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν στοιχειοθετήσει ότι το περιεχόμενο της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 14, συνάδει με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Δανείου, των πληρωμών που έγιναν από την εκταμίευσης του Δανείου και των χρεώσεων τόκου κατά τον τρόπο που περίγραψε ο ΜΕ
  6. Συνεπώς, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των Εναγόμενων 2 και 3 να αποδείξουν ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και τα όσα εκεί καταγράφονται είναι λανθασμένα[8]. Η πλευρά των Εναγόμενων 2 & 3 έχει ισχυριστεί στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση ότι «οι Ενάγοντες παράνομα και καταχρηστικά έθεσαν τον όρο 6 της Συμφωνίας του Στεγαστικού Δανείου σύμφωνα με τον οποία η διευκόλυνση θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,500% ετησίως που θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο των Εναγόντων που κατά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας είναι 4,250%, προσαυξημένο κατά 1,250%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους.» Υπάρχει επίσης ο ισχυρισμός στην παράγραφο 18 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης ότι «οι Ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομες υπερχρεώσεις και ανατοκισμό του δανείου των Εναγομένων 1 & 2 και ως εκ τούτου το υπόλοιπο οφειλόμενο τους ως παρουσιάζεται από τους Ενάγοντες είναι υπερβολικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.» Στην παράγραφο 19 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «οι Ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομο και αντισυμβατικό και αδικαιολόγητο ανατοκισμό του δανείου προξενώντας υπαίτιο και καταχρηστικό, ζημιά [sic] και/ή μέχρι σήμερα υπερχρέωσαν τους Εναγόμενους με παράνομους και αντισυμβατικούς τόκους πέραν των €15.000 και παράνομο ανατοκισμό πέραν των €15.000, ποσά τα οποία και ανταπαιτούν». Υπάρχει επίσης αναφορά στην παράγραφο 14 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης ότι: «οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι όροι των Γενικών Όρων της συμφωνίας δανείου θα πρέπει να ακυρωθούν ως παράνομοι και καταχρηστικοί. Περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το πλώρες [sic] κείμενο και με την ερμηνεία των όρων των Γενικών Όρων της συμφωνίας δανείου επιφυλάσσονται να δοθούν κατά τη δικάσιμο.» Αυτές είναι όλες οι δικογραφημένες αναφορές σε επιτόκιο στην Υπεράσπιση. Συνεπώς είναι σε αυτό το πλαίσιο που πρέπει να εξεταστεί η όποια αμφισβήτηση αναφορικά με τον τόκο. Νομοθετική πρόνοια στην οποία να προσκρούει η πρόνοια της παραγράφου 6 της Συμφωνίας Δανείου και ο καθορισμός του επιτοκίου του Δανείου κατ' αυτό τον τρόπο δεν εντοπίζεται, ούτε και έχει υποδειχθεί από την πλευρά των Εναγόμενων 2 και
  7. Είναι σαφής η επιλογή των συμβαλλομένων όπως το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο των Εναγόντων πλέον περιθώριο 1,25%. Από τη μαρτυρία του ΜΕ1, σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο των δημοσιεύσεων του Τεκμηρίου 15 αναφορικά με μεταβολές του επιτοκίου, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες χρέωναν το χρεωστικό υπόλοιπο του Δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο το ύψος του οποίου καθοριζόταν ως οι πρόνοιες της Συμφωνίας Δανείου. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 είχε τεθεί στον μάρτυρα ότι ο υπολογισμός τους τόκου με διαιρέτη τις 360 μέρες ήταν καταχρηστικός. Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος των Εναγόμενων αναφέρεται σε αυτό το ζήτημα και παραπέμπει στις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 1996 (Ν.93(Ι)/1996) και σε Κυπριακή και Ευρωπαϊκή νομολογία. Να σημειώσω ότι ο Ν. 93(Ι)/1996 έχει πλέον καταργηθεί με τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 (Ν. 112(Ι)/2021). Σε κάθε περίπτωση όμως, δικογραφημένος ισχυρισμός αναφορικά με αυτό το ζήτημα δεν υπάρχει. Καμία αναφορά υπάρχει στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση ως προς τον διαιρέτη που χρησιμοποιήθηκε στον υπολογισμό του τόκου του Δανείου. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, οι μόνες συγκεκριμένες αναφορές στην Υπεράσπιση αφορούν τις παραγράφους 6, 7, 8 και 11 της Συμφωνίας Δανείου. Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος των Εναγόμενων 2 & 3 εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση, αυτεπάγγελτα, να ελέγξει τις πρόνοιες των συμφωνιών για καταχρηστικότητα. Δεν διαφωνώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να ελέγχει αυτεπάγγελτα εάν μια σύμβαση είναι παράνομη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ελέγχει αυτεπάγγελτα την κάθε πρόνοια κάθε σύμβασης που τίθεται ενώπιον του, σε θεωρητική και ακαδημαϊκή βάση, για τυχόν καταχρηστικότητα που μπορεί να οδηγεί σε παρανομία. Το καθήκον του Δικαστηρίου είναι, θεωρώ, να διακριβώσει εάν η ουσία μιας συμφωνίας πάσχει λόγω παρανομίας. Όπου ένας διάδικος έχει πρόθεση να επικαλεστεί ότι συγκεκριμένος συμβατικός όρος είναι παράνομος, είτε γιατί είναι καταχρηστικός είτε για άλλο λόγο, τότε οφείλει να εγείρει το ζήτημα ρητά στο δικόγραφο του ώστε να το καταστήσει επίδικο. Στην προκείμενη περίπτωση, η Συμφωνία Δανείου στην όψη της φαίνεται να έγινε για νόμιμο σκοπό, για νόμιμη αντιπαροχή, μεταξύ μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, που ενήργησαν με ελεύθερη βούληση. Εκ πρώτης όψεως επομένως δεν προκύπτει ζήτημα παρανομίας της Συμφωνίας Δανείου. Εάν η πρόθεση των Εναγόμενων 2 & 3 ήταν ότι συγκεκριμένη πρόνοια των Γενικών Όρων που συνοδεύουν τη Σύμβαση Δανείου αναφορικά με τον διαιρέτη υπολογισμού και χρέωσης του τόκου ήταν καταχρηστική, τότε έπρεπε να την καταστήσουν επίδικη με την κατάλληλη δικογράφηση. Γενικές και αόριστες θέσεις όπως αυτές που περιλαμβάνονται στις παραγράφους της Υπεράσπισης που έχω παραθέσει αυτούσιες πιο πάνω δεν επαρκούν για να καταστήσουν επίδικο το συγκεκριμένο ζήτημα. Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι με αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, η πλευρά των Εναγόντων έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το αγώγιμο δικαίωμα που επικαλείται εναντίον της Εναγόμενης 2 καθώς και το ποσό που αξιώνει όπως το έχει περιορίσει με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 14 και τη μαρτυρία του ΜΕ
  8. Προχωρώ στην αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης
  9. Η αξίωση τους βασίζεται στην εγγύηση που είναι η θέση τους ότι παρείχε για τις υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 &
  10. Η υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης από την Εναγόμενη 3 δεν έχει αμφισβητηθεί. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να θέτει σε αμφισβήτηση ότι η υπογραφή που αποδίδεται στην Εναγόμενη 3, πράγματι της ανήκει. Στρέφομαι επομένως στο περιεχόμενο της Συμφωνίας Εγγύησης, Τεκμήριο 4, για να εξετάσω εάν επιτυγχάνει στη δημιουργία υποχρέωσης της Εναγόμενης 3 να καλύψει τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 που απορρέουν από τη Συμφωνία Δανείου. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της Συμφωνίας Εγγύησης, Τεκμήριο 4: «.με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη [που ορίζεται ως ο Εναγόμενος 1 και η Εναγόμενη 2] προς την Τράπεζα είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, πλέον τόκους (όσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που θα κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες, κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρόν μεταξύ του Πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή σύμφωνα με την συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση. Εννοείται πάντοτε και υπό τους όρους της παραγράφου 7 του παρόντος ότι το ποσό κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ 60.000 (εξήντα χιλιάδες και 00/100 Λίρες Κύπρου). Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα όπως περιγράφονται πιο πάνω.» Από την πιο πάνω πρόνοια του Τεκμηρίου 4, κρίνω ότι προκύπτει με σαφήνεια η πρόθεση της Εναγόμενης 3 να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 που απορρέουν από τη Συμφωνία Δανείου. Το δε ποσό κεφαλαίου που αφορούσε το επίδικο δάνειο δεν υπερέβαινε τις ΛΚ 60.000 αφού το Δάνειο ήταν για ποσό ΛΚ 50.
  11. Ειδική αναφορά στην Υπεράσπιση στη Συμφωνία Εγγύησης δεν υπάρχει. Ο μόνος ισχυρισμός που έμμεσα αφορά τη Συμφωνία Εγγύησης είναι στην παράγραφο 16 της Υπεράσπισης και αναφέρει ότι: «Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι των Εναγόντων εκμεταλλευόμενοι την θέση υπεροχής τους και/ή την δεσπόζουσα θέση τους, καθοδήγησαν τους Εναγόμενους 2 και 3 να υπογράψουν συμφωνίες και/ή έγγραφα τα οποία τους προσκόμισαν προκειμένου να λάβουν οικονομική εξασφάλιση οι Εναγόμενοι 1 και 2 χωρίς ωστόσο να επεξηγήσουν δεόντως στους Εναγόμενους 2 και 3 το περιεχόμενο των εγγράφων και/ή τις συνέπειες υπογραφής των εγγράφων που τους προσκόμισαν και/ή τους αποστέρησαν το δικαίωμα διαπραγμάτευσης των όρων της συμφωνίας που τους προσκόμισαν και/ή τους καθοδήγησαν να υπογράψουν. Περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με το πλήρες κείμενο και με την ερμηνεία των όρων της συμφωνίας εκχώρησης και/ή εγγύησης επιφυλάσσονται να δοθούν κατά τη δικάσιμο.» Μαρτυρία από ή εκ μέρους της Εναγόμενης 3 που να υποστηρίζει αυτή τη δικογραφημένη θέση της δεν έχει παρουσιαστεί. Έχουν όμως τεθεί ενώπιον μου οι επιστολές Τεκμήρια 5, 6 και
  12. Με βάσει το περιεχόμενο τους, είχε δοθεί η δυνατότητα στην Εναγόμενη 3 να εξετάσει τη Συμφωνία Εγγύησης και να λάβει συμβουλή πριν την υπογράψει (Τεκμήριο 5). Συγκεκριμένος δικηγόρος δηλώνει προς τους Ενάγοντες ότι «εξήγησα πλήρως στην εγγυήτρια τις συνέπειες και τους κινδύνους οι οποίοι δυνατό τα προκύψουν από την υπογραφή της πιο πάνω εγγύησης» (Τεκμήριο 6). Τέλος, υπάρχει η γραπτή διαβεβαίωση της Εναγόμενης 3 ότι «η εγγύηση η οποία δίδω [.] την δίδω ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε πίεση ή επίδραση από μέρους οποιουδήποτε. Αντιλαμβάνομαι πλήρως τις συνέπειες οι οποίες μπορεί να προκύψουν από την εγγύηση που δίδω.» Συνεπώς, η δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων 2 & 3 δεν στοιχειοθετείται. Πριν ολοκληρώσω σε σχέση με τη Συμφωνία Εγγύησης να σημειώσω ότι στην τελική αγόρευση του, ο συνήγορος των Εναγόμενων 2 & 3 εγείρει για πρώτη φορά ζήτημα ότι οι 19 από τους 20 όρους της Συμφωνίας Εγγύησης είναι καταχρηστικοί. Ο 20ο όρος αφορά την υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης. Όπως και στην περίπτωση της Συμφωνίας Δανείου που εξήγησα πιο πάνω, εάν η πρόθεση ήταν να αμφισβητηθούν ως παράνομοι αυτοί οι όροι της Συμφωνίας Εγγύησης τότε το ζήτημα έπρεπε να εγερθεί στο δικόγραφο ώστε το ζήτημα να καταστεί επίδικο. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η αξίωση που οι Ενάγοντες εγείρουν εναντίον της Εναγόμενης 3 έχει στοιχειοθετηθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Στρέφομαι στο μέρος της αξίωσης των Εναγόντων που αφορά διατάγματα εκποίησης των ακινήτων της Εναγόμενης 2 που βαρύνονται με τις υποθήκες Υ.7887/2006 (Τεκμήριο 9) και Υ.6845/2006 (Τεκμήριο 8). Πρέπει να σημειώσω ότι στην Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση οι ισχυρισμοί που δικογραφούνται αφορούν μόνο την υποθήκη Υ.6845/2006 και κανένας ισχυρισμός προβάλλεται σε σχέση με την υποθήκη Υ. 7887/
  13. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 15 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι η υποθήκη υπ' αριθμό Υ6845/2006 εγγράφηκε παράνομα και/ή καταχρηστικά καθότι η αξία των υποθηκευμένων ακινήτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την παραχωρηθείσα πίστωση και/ή η υποθήκη έχει λήξει και/ή είναι άκυρη. Περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το πλήρες κείμενο και με την ερμηνεία των όρων της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεων ακινήτου επιφυλάσσονται να δοθούν κατά τη δικάσιμο.» Παρά το ότι δικογραφική αναφορά στην υποθήκη Υ. 7887/2006 δεν υπάρχει, οι όροι και των δύο υποθηκών είναι, ουσιαστικά πανομοιότυποι. Συνεπώς, τα όσα αναφέρω πιο κάτω αφορούν και τις δύο υποθήκες. Κατά την ακρόαση δεν προωθήθηκε ο ισχυρισμός αναφορικά με την αξία των υποθηκευμένων ακινήτων σε συνάρτηση με την αξία της πίστωσης. Παραμένει η δικογραφημένη θέση ότι η υποθήκη έχει λήξει ή είναι άκυρη. Από το κείμενο των δύο εγγράφων υποθήκης προκύπτει με σαφήνεια ότι η Εναγόμενη 3 συμφωνεί ως εξής (παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 των εγγράφων υποθήκης): «
  14. Με το παρόν έγγραφο υποθηκεύω στην Τράπεζα τα πιο κάτω κτήματα μου μαζί με οποιοδήποτε υποστατικό (παρόν ή μελλοντικό) και/ή παράρτημα, προσαύξημα και/ή βελτίωση και/ή τροποποίηση συμπεριλαμβανομένων και οποιωνδήποτε κτιρίων που βρίσκονται ή θα εγερθούν σ'αυτά.
  15. Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, είτε αυτή έγινε ή πιθανό να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική του κάθε ενός αυτό αυτούς ή κοινή μεταξύ όλων ή οποιωνδήποτε από αυτούς ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο ή άλλα πρόσωπα.
  16. Η παρούσα υποθήκη είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση από οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η Τράπεζα έχει σήμερα ή δυνατό να έχει μελλοντικά από εμένα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα σχετικά με τις υποχρεώσεις τις οποίες αυτή εξασφαλίζει. [.]
  17. Η Τράπεζα δικαιούται από την 14 Αυγ. 2006 οπότε και είμαι υπόχρεος/η προσωπικά να πληρώσω το ποσό των ΛΚ 60.000 (εξήντα χιλιάδες λίρες Κύπρου) επιπλέον τόκους, προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα όπως αναγράφονται στην παράγραφο 12, να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ΄ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ ειδοποίησης, η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν αυτής της πώλησης για μερική ή πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη ή οποιαδήποτε ή οποιεσδήποτε εξ αυτών. [.]» Συνθήκες ή πρόνοιες των υποθηκών που να παραπέμπουν σε ακυρότητα των υποθηκών δεν διαπιστώνονται και δεν προέκυψαν από τη μαρτυρία. Ως προς τα ποσά που εξασφαλίζονται με τις υποθήκες και το πότε αυτές λήγουν, παραπέμπω στην παράγραφο 12 των εγγράφων υποθήκης όπου αναφέρεται ότι: «Το ανώτατο ποσό με το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο θα παραμείνει απλήρωτο κατά την ημέρα εκποίησης αυτής της υποθήκης σχετικά με τις υποχρεώσεις που για την εξασφάλιση τους γίνεται αυτή η υποθήκη με συνολικό ποσό κεφαλαίου που δεν ξεπερνά τις [ΛΚ 54.000 για την υποθήκη 6845/2006 και ΛΚ 60.000 για τν υποθήκη 7887/2006]. Επιπλέον ευθύνομαι για τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που, σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής τους, θα κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την παρούσα υποθήκη προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρό μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα.» Το ποσό του Δανείου δεν υπερβαίνει το μέγιστο ποσό κεφαλαίου που εξασφαλίζεται από έκαστη υποθήκη. Παράλληλα, εφόσον δεν υπάρχει «πλήρης και τελεία εξόφληση» των υποχρεώσεων που εξασφαλίζουν οι υποθήκες, ακολουθεί ότι αυτές δεν έχουν εκπνεύσει. Συνιστά επίσης εύρημα ότι οι δύο επίδικες υποθήκες συνεχίζουν να είναι εγγεγραμμένες στο Κτηματικό Μητρώο. Τόσο στην τελική του αγόρευση όσο και κατά την αντεξέταση της ΜΕ2, ο συνήγορος των Εναγόμενων 2 & 3 στάθηκε στο ότι οι υποθήκες προηγούνται στης Συμφωνίας Δανείου, υποστηρίζοντας ότι ενόψει αυτού δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εξασφαλίζουν το Δάνειο. Η ημερομηνία κατά την οποία συνομολογήθηκαν οι δύο υποθήκες και εγγράφηκαν στο κτηματικό μητρώο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα, το εύρος και τη φύση της εξασφάλισης που παρέχεται. Σύμφωνα με τις πρόνοιες των υποθηκών, αυτές συνιστούν εξασφάλισης για «κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα». Συνεπώς ρητά η υποθήκες εξασφαλίζουν και μελλοντικές, μεταγενέστερες υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Υποστήριξε επίσης ο συνήγορος των Εναγόμεννω 2 & 3 ότι η χρήση του ενικού «Πρωτοφειλέτης» στο κείμενο των υποθηκών δείχνει ότι οι υποθήκες δεν εξασφαλίζουν το Δάνειο αφού οφειλέτες στο δάνειο ήταν από κοινού η Εναγόμενη 2 και ο Εναγόμενος
  18. Ούτε με αυτό το επιχείρημα συμφωνώ. Από το κείμενο προκύπτει ότι ο όρος «Πρωτοφειλέτης» σημαίνει «μένα προσωπικά και/ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή πρόσωπα και/ή προς ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ». Δηλαδή η υποθήκη εξασφαλίζει υποχρεώσεις που η Εναγόμενη 2 έχει από κοινού με τον Εναγόμενο
  19. Η χρήση του ενικού «Πρωτοφειλέτης» αντί του πληθυντικού «πρωτοφειλέτες» καμία επίπτωση έχει. Οι ορισμοί σε μια συμφωνία έχουν μοναδικό σκοπό την ευκολία και οικονομία στην αναφορά. Παράλληλα, στο Παράρτημα της Συμφωνίας Δανείου ρητά αναφέρεται ότι οι δύο υποθήκες επί του συγκεκριμένου ακινήτου της Εναγόμενης 2, εξασφαλίζουν το Δάνειο. Το Παράρτημα υπογράφεται από την Εναγόμενη
  20. Συνεπώς, καταλήγω ότι οι δύο υποθήκες είναι έγκυρες και συνιστούν εξασφαλίσεις για το Δάνειο. Η πλευρά των Εναγόντων έχει στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις που εγείρει σε σχέση με τις δύο υποθήκες. Ανταπαίτηση. Στρέφομαι στην ανταπαίτηση των Εναγόμενων 2 και
  21. Οι θεραπείες που επιδιώκουν μέσω της Ανταπαίτησης ουσιαστικά βασίζονται στην επιτυχία των θέσεων που προβάλλουν για σκοπούς υπεράσπισης. Αφορούν αναγνωριστικά διατάγματα περί παρανομίας, καταχρηστικότητας και ακυρότητας των όρων 6, 7, 8 και 11 της Συμφωνίας Δανείου, των Γενικών Όρων και της Συμφωνίας Εγγύησης. Συνεπώς, στη βάση των όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι αυτές οι θεραπείες δεν μπορούν να επιτύχουν. Οι Εναγόμενες 2 & 3 ζητούν επίσης διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται οι Ενάγοντες να επιστρέψουν ποσά που εισέπραξαν ως αποτέλεσμα καταχρηστικότητας ή παρανομίας καθώς και γενικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ούτε αυτές οι θεραπείες έχουν στοιχειοθετηθεί, όπως έχω εξηγήσει. Κατάληξη. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ως εξής. Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 2 & 3, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό €65.582,60 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 5,5% ετησίως από 3.4.2012, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Εκδίδονται περαιτέρω τα διατάγματα των παραγράφων (γ) και (δ) του παρακλητικού της αγωγής. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Εκ ανταπαιτήσεως Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόμενων 2 & 3/Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων είναι πληρωτέο. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές οι R v Francis
(2013)EWCA Crim 123, Yaacoub ν Δημοκρατίας, ποινική έφεση 72/13 ημερομηνίας 19.3.2014, R v Atkins
(2010)2 Cr App R 117. [2] Σχετικές οι Davie v. Edinbοrough Magistrate
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1. [3] Ενδεικτικά Παναγιώτης Παναγιώτου Μαυρουδή ν Global Consolidated Resources Limited, Πολιτική έφεση 188/2010 ημερομηνίας 4.6.2015 [4] Ιωαννίδης ν Αστυνομία Ποινική Έφεση 137/2010 ημερομηνίας 23.10.2012 [5] Χρήστος Θεοδώρου ν Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059 [6] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Οικονόμου, Πολιτική έφεση 335/2009 ημερομηνίας 17.10.20114 [7] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 (Α)ΑΑΔ 479 [8] Παναγιώτης Ζαρβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική έφεση 340/2009, ημερομηνίας 21.11.2013 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.