← Κύπρος

CAC CORAL LIMITED (ως αντικαταστάσης/υποκαταστάτης της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ) ν. ΑΒΡΑΑΜ ΑΝΔΡΕΑ ΑΒΡΑΑΜ, Αριθμός αγωγής: 2934/2013, 30/6

CAC CORAL LIMITED (ως αντικαταστάσης/υποκαταστάτης της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ) ν. ΑΒΡΑΑΜ ΑΝΔΡΕΑ ΑΒΡΑΑΜ, Αριθμός αγωγής: 2934/2013, 30/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2022:A267 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 2934/2013 Μεταξύ: CAC CORAL LIMITED (ως αντικαταστάσης/υποκαταστάτης της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ) Ενάγοντες και ΑΒΡΑΑΜ ΑΝΔΡΕΑ ΑΒΡΑΑΜ Εναγόμενος 30 Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Αρμεύτη με κα Λουγκρίδου δια Chrysses Demetriades & Co LLC Για Εναγόμενο: κ. Γαβριηλίδης και κα Παναγή δια Γαβριηλίδης & Τιμοθέου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου ποσό €23.832,58 πλέον τόκο που ισχυρίζονται ότι συνιστά χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού με όριο που είχε χορηγήσει στον Εναγόμενο η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα»). Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για τον τερματισμό του λογαριασμού του. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο λογαριασμός τερματίστηκε καταχρηστικά και εκδικητικά λόγω άλλων διαφορών μεταξύ του ιδίου και της Τράπεζας. Σε αυτή τη βάση, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προς απόδειξη της απαίτησης των Εναγόντων η μοναδική μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν η κα Μ. Κασιούρη, λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd που ενεργεί ως αποσπασθείσα στην CAC Coral Ltd (ME1) (σχετικό το Τεκμήριο 1). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της, η ΜΕ1 ανέφερε ότι η Ενάγουσα είναι αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για να λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (σχετικό το Τεκμήριο 2). Απέκτησε τα δικαιώματα που αφορούν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό μέσω της διαδικασίας που προβλέπεται στον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο 169(Ι)/2015 και έχει υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει την τράπεζα σε σχέση με αυτά τα δικαιώματα (σχετικά τα Τεκμήρια 3, 4 και 5). Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, η ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Ενάγομενος ήταν υπάλληλος της Τράπεζας από τον Μάιο 1985 μέχρι τις 15.3.2012 οπόταν με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου της Τράπεζας τερματίστηκε η απασχόληση του (σχετικά τα Τεκμήρια 6, 7 και 9). Η σύμβαση πίστωσης στη βάση της οποίας ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό 531/465005-11 υπεγράφη στις 15.10.1986 (στο εξής η «Σύμβαση Πίστωσης» και ο «Λογαριασμός Α») και αντίγραφο της σύμβασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο

  1. Στις 30.11.1988 ο Εναγόμενος μετατέθηκε από το υποκατάστημα της Τράπεζας στο Παραλίμνι, σε υποκατάστημα στη Λεμεσό. Με την μετακίνηση αυτή ο Λογαριασμός Α έκλεισε και άνοιξε νέος λογαριασμός με αριθμό [ ] (στο εξής ο «Λογαριασμός Α») στον οποίο μεταφέρθηκε το υπόλοιπο του Λογαριασμού Α και εξακολουθούσε να λειτουργεί με τους ίδιους όρους. Η ΜΕ1 συνέχισε αναφέροντας ότι η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πίστωση και να τερματίσει τον λογαριασμό σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του Εναγόμενου. Με την απόλυση του Εναγόμενου, η Τράπεζα εξάσκησε το δικαίωμα και τερμάτισε τη Σύμβαση Πίστωσης με επιστολή ημερομηνίας 19.4.2012 που απέστειλε στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 9). Η επιστολή Τεκμήριο 9 στάλθηκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο τη διεύθυνση κατοικίας του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, κατά την ημερομηνία τερματισμού της Σύμβασης Πίστωσης το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Β ανερχόταν σε €23.832,
  2. Έναντι του ποσού αυτού, πιστώθηκε το ποσό των €4.000 μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, στις 23.12.
  3. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στις 11.4.2013 η Τράπεζα άλλαξε το μηχανογραφικό της σύστημα και στο Λογαριασμό Β δόθηκε ο διακριτικός αριθμός [ ]. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η μάρτυρας παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμού με τις δοσοληψίες του Λογαριασμού Β για την περίοδο μέχρι τον τερματισμό μαζί με το προβλεπόμενο από το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου πιστοποιητικό (δέσμη, Τεκμήριο 10). Αναφορικά με τις δοσοληψίες που αφορούν τον Λογαριασμό Α, η ΜΕ1 ανέφερε ότι «παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας κατέστη αδύνατο να εντοπιστούν οι καταστάσεις λογαριασμού για την χρονική περίοδο από το άνοιγμα του λογαριασμού, δηλαδή από την 15/10/1986 μέχρι την 14/02/
  4. Σχετικά αναφέρω ότι δεν αποθηκεύονται ηλεκτρονικά οι καταστάσεις λογαριασμού για το διάστημα πριν το 1999 και όλες οι αντίστοιχες καταστάσεις λογαριασμού ήταν έντυπες και φυλάσσονταν στα υποστατικά της Εθνικής Τράπεζας. Στις 15/2/1999 έγινε αλλαγή στο μηχανογραφικό σύστημα της Εθνικής Τράπεζας και ως εκ τούτου η πρώτη καταχώρηση που φαίνεται στο ηλεκτρονικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό έγινε στις 15/02/
  5. Σε σχέση δε με την έντυπη μορφή των καταστάσεων λογαριασμού, η Εθνική Τράπεζα αποθήκευε τις καταστάσεις λογαριασμών σε διάφορες αποθήκες ανά διαστήματα και κατά τη μεταφορά τους κάποιες από αυτές καταστράφηκαν και κάποιες άλλες χάθηκαν. Ως εκ τούτου και παρά τις προσπάθειες του προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν στην έντυπη μορφή τους οι καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο που προηγείται της 15/02/1999.» Η μάρτυρας ανέφερε ότι κατάσταση λογαριασμού αποστελλόταν ταχυδρομικώς κάθε μήνα προς τον Εναγόμενο από την σύναψη της Σύμβασης Πίστωσης, χωρίς ο Εναγόμενος να έχει αμφισβητήσει οποιαδήποτε από αυτές. Ανέφερε επίσης ότι στις 6.3.2009, στα πλαίσια αίτησης του Εναγόμενου για παραχώρηση δανείου από την Τράπεζα, στο κατάστημα της οποία ήταν ο ίδιος διευθυντής, αναγνώρισε ενυπογράφως το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Β που υπήρχε εκείνη την ημερομηνία. Παρουσίασε την εν λόγω αίτηση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Πρόσθεσε ότι, παρομοίως, στις 26.11.2010, στο πλαίσιο αίτησης του Εναγόμενου για παραχώρησης δανείου για αγορά αυτοκινήτου, ο Εναγόμενος αναγνώρισε ενυπογράφως το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Β κατά την ημερομηνία εκείνη. Παρουσίασε την αίτηση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  7. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι το συμβατικό επιτόκιο ήταν 7%. Στην πορεία, κατόπιν συμφωνιών του Συνδέσμου Τραπεζών με συντεχνίες υπαλλήλων της Τράπεζας, ο Εναγόμενος ως υπάλληλος επωφελήθηκε χαμηλότερων επιτοκίων από το συμβατικό (σχετικά τα Τεκμήρια 15 και 16). Με την αγωγή της, η Τράπεζα αξιώνει τόκο προς 14% με κεφαλαιοποίηση 2 φορές κατ' έτος. Εξηγώντας το ποσοστό αυτό, η ΜΕ1 παρέπεμψε στην επιστολή τερματισμού Τεκμήριο 9 και ανέφερε ότι «κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, ο Εναγόμενος δεν ήταν πλέον υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας και ως εκ τούτου έπαψαν να ισχύουν τα ευνοϊκά επιτόκια που παρείχε προς τους υπαλλήλους της η Εθνική Τράπεζα σύμφωνα με τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις.» Συνέχισε λέγοντας ότι το βασικό επιτόκιο που ίσχυε κατά τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης ήταν 6,25% στο οποίο η Τράπεζα πρόσθεσε «πρόσθετο επιτόκιο» 7,75%. Η ΜΕ1 στη συνέχεια ανέφερε ότι «δεδομένου ότι το νέο μηχανογραφικό σύστημα που εγκατέστησε η Εθνική Τράπεζα το Μάρτη του 2013 δεν προβαίνει σε κεφαλαιοποίηση τόκων δύο φορές το χρόνο, έχω ετοιμάσει αναδομημένη κατάσταση με βάση τις καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό βιβλίο που τηρούσε η Εθνική Τράπεζα και στη συνέχεια οι Ενάγοντες μεταφέροντας κάθε πίστωση στο λογαριασμό από τον τερματισμό μέχρι και την ημερομηνία κεφαλαιοποίησης των τόκων που έπεται της τελευταίας ημερομηνίας κατάθεσης που είναι η 23.12.2020 και υπολογίζοντας τους τόκους με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο.» Σε αυτή την αναδομημένη κατάσταση, ο τόκος χρεωνόταν σε ποσοστό 14% (Τεκμήριο 11). Η ΜΕ1 παρουσίασε επίσης δεύτερη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού κατά τον ίδιο τρόπο ως πιο πάνω αλλά με ποσοστό τόκου 7% που είναι το επιτόκιο που προνοούσε η Σύμβαση Πίστωσης (Τεκμήριο 12). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της η ΜΕ1 εξήγησε τα ποσά που καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού και τον τρόπο με τον οποίο διενήργησε τους υπολογισμούς της. Κατά την αντεξέταση της, η ΜΕ1 ανέφερε ότι ο λόγος που είχε τερματιστεί η Σύμβαση Πίστωσης ήταν η απόλυση του Εναγόμενου, παραπέμποντας στην παράγραφο 3 της Σύμβασης Πίστωσης. Πρόσθεσε ότι προηγουμένως, ο λογαριασμός λειτουργούσε εντός του πλαισίου της Σύμβασης Πίστωσης. Η ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν έχει ίδια γνώση των γεγονότων αλλά η γνώση της προέρχεται από το φάκελο της υπόθεσης. Διαφώνησε όμως ότι η Σύμβαση Πίστωσης είχε τερματιστεί εκδικητικά ένεκα των γεγονότων που είχαν οδηγήσει στην απόλυση του Εναγόμενου. Αυτή ήταν η μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά των Εναγόντων. Προς υπεράσπιση στην αγωγή, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι μέχρι την ημερομηνία απόλυσης του από την Τράπεζα ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσε χωρίς οποιαδήποτε παράβαση των όρων της Σύμβασης Πίστωσης από μέρους του. Συνεχίζει λέγοντας ότι «ενόψει του λόγου της απόλυσης μου και των διαφορών που προέκυψαν εξ αυτού μεταξύ εμένα και των Εναγόντων, ενήργησαν εντελώς εκδικητικά και αποφάσισαν τον μονομερή τερματισμό της συμφωνίας, κλείνοντας τον λογαριασμό μου και μεταφέροντας αυτόν στις οριστικές καθυστερήσεις, χωρίς να υπάρξει καμία προηγούμενη ειδοποίηση. Η μεταφορά στις οριστικές καθυστερήσεις ήταν εντελώς καταχρηστική καθότι πρόκειται για πρακτική που ακολουθείται σε περιπτώσεις μη ικανοποιητικής λειτουργίας λογαριασμών ή σε περιπτώσεις καθυστερήσεων στην εξόφληση των δόσεων, δηλαδή για λόγους που δεν υφίσταντο στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω, ουδεμία ειδοποίηση, γραπτή ή προφορική υπήρξε προγενέστερη του τερματισμού, ως όφειλαν οι Ενάγοντες, καθιστώντας τον εν λόγω τερματισμό καθόλα αντισυμβατικό και παράνομο. Επιπλέον οι Ενάγοντες χωρίς καμία ειδοποίηση προχώρησαν στην ακύρωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και των πιστωτικών μου καρτών.» Κατά την αντεξέταση, ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στα καθήκοντα του ως υπεύθυνος/διευθυντής καταστήματος της Τράπεζας. Ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός τηρείτο σε κατάστημα στο οποίο ο ίδιος ήταν προηγουμένως αναπληρωτής διευθυντής και είχε, μέχρι την απόλυση του, πρόσβαση σε αυτόν μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος της Τράπεζας. Σε σχέση με τη Σύμβαση Πίστωσης, δέχτηκε ότι την είχε υπογράψει προσθέτοντας ότι «υπάρχουν πιο ας το πούμε μοντέρνες συμβάσεις που υπογράφτηκαν μετά διότι άλλαξαν πάρα πολλά πάνω στις νομοθεσίες και τούτη είναι μια σύμβαση που έγινε το '
  8. Μετά μπορεί να αλλάχθηκε και τρεις-τέσσερεις φορές ο αριθμός του λογαριασμού μου και νομίζω κάθε φορά που άλλαζε ο λογαριασμός έπρεπε να υπογραφτεί και καινούργια σύμβαση.» Πρόσθεσε ότι δεν έχει κάποια άλλη σύμβαση στην κατοχή του «αλλά ξέρω ότι υπάρχει σίγουρα.» Σε μεταγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι «κάθε φορά που ο υπάλληλος άλλαζε υποκατάστημα υπέγραφε την καινούργια σύμβαση. Διότι άλλαζε ο αριθμός του λογαριασμού. Δεν έμενε η παλιά η σύμβαση. Κάθε φορά που πήγαινε ο υπάλληλος σε καινούργιο κατάστημα υπέγραφε την καινούργια σύμβαση εκτός από την τελευταία μετακίνηση, η οποία απλώς επειδή είχε αλλάξει το μηχανογραφικό της τράπεζας δεν υπήρχε λόγος να αλλάζει και κατάστημα ο λογαριασμός του υπαλλήλου.» Συμφώνησε ότι υπάρχει πρόνοια στη Σύμβαση Πίστωσης ότι η Τράπεζα δικαιούται να την τερματίσει σε περίπτωση αποχώρησης του υπαλλήλου αλλά υποστήριξε ότι σε τέτοια περίπτωση η Τράπεζα έπρεπε «να πάρει το λαβείν της από το Ταμείο Προνοίας του υπαλλήλου». Συμφώνησε ότι ο λόγος που είχε τερματιστεί η Σύμβαση Πίστωσης στην περίπτωση του ήταν ένεκα της απόλυσης του προσθέτοντας ότι «ο τρόπος που διακόπηκε είναι που διαφωνώ [.] Ήταν αυθαίρετος. Ήταν μονομερής, Δεν μου δόθηκε καμία γραπτή ειδοποίηση ότι θα κλείσει ο λογαριασμός. Παρόλο ότι [.] έγιναν πάρα πολλές διαβουλεύσεις κατ' ιδίαν.» Οι διαβουλεύσεις αυτές διευκρίνισε ότι έγιναν μετά τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης και της καταχώρησης της αγωγής σε προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης της παρούσας και άλλων διαφορών μεταξύ του ιδίου και της Τράπεζας. Αναφορικά με την επιστολή Τεκμήριο 9, ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν την είχε λάβει. Συμφώνησε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται στην επιστολή είναι ορθή Αναφορικά με τη θέση του κατά την κυρίως εξέταση ότι ταυτόχρονα με την απόλυση του είχε παγοποιηθεί ο λογαριασμός του, κατά την αντεξέταση συμφώνησε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10 δείχνουν ότι υπήρχαν συναλλαγές και μετά από την ημερομηνία απόλυσης του. Επέμενε όμως ότι το γεγονός ότι του είχε επιτραπεί να προβεί σε κάποιες αναλήψεις δεν σημαίνει ότι ο λογαριασμός λειτουργούσε. Υποστήριξε ότι οι πράξεις που έγιναν μετά την απόλυση του ήταν κατόπιν ειδικής έγκρισης του διευθύνοντος συμβούλου της Τράπεζας. Αυτό ήταν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους σε γραπτές τελικές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Έχω εξετάσει το περιεχόμενο της μαρτυρίας με γνώμονα τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία και σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσιάστηκαν. Ξεκινώ από τη μαρτυρία της ΜΕ
  9. Η μάρτυρας δεν είχα άμεση γνώση των επίδικων γεγονότων. Η ουσία της μαρτυρίας της εστιαζόταν στα έγγραφα που είχε στην κατοχή της και παρουσίασε καθώς και στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε. Η γενική εικόνα της μάρτυρος ήταν θετική. Η μαρτυρία της είχε εσωτερική συνοχή και οι αναφορές της στα γεγονότα συνάδουν με το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και ήταν σταθερή στις θέσεις της. Δεν υπήρχαν αντιφάσεις ή ασυνέπειες στη μαρτυρία της. Η μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια τον ρόλο και καθήκοντα της στην υπηρεσία των Εναγόντων. Εξήγησε πως έχει στην κατοχή της τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης από τον οποίο προήλθαν τα έγγραφα που παρουσίασε και εξήγησε ποια ήταν η άμεση εμπλοκή της. Εξήγησε επίσης πως ενήργησε σε σχέση με την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήρια 11 και
  10. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστη και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Στρέφομαι στον Εναγόμενο ο οποίος, δημιούργησε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει. Διέκρινα ότι δεν απαντούσε με αμεσότητα αλλά επιχειρούσε με τις απαντήσεις του να περιπλέξει. Σε διάφορες ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση, απέφευγε να δώσει ευθέως την απάντηση του και προχωρούσε με σχολιασμό άλλων θεμάτων σε μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού. Αναφορές του σε άλλες συμφωνίες, που ισχυρίστηκε ότι υπογράφηκαν σε αντικατάσταση της Σύμβασης Πίστωσης, ήταν γενικές, αόριστες και παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Σημειώνω ότι η ύπαρξη άλλων συμφωνιών δεν δικογραφείται. Προσπάθησε να δικαιολογήσει τη θέση του περί εκδικητικού και καταχρηστικού τερματισμού της πίστωσης και του τρεχούμενου λογαριασμού από μέρους της Τράπεζας, με αναφορά σε μεταγενέστερα γεγονότα, δηλαδή γεγονότα που ακολούθησαν τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης και την καταχώρηση της αγωγής και που αφορούσαν προσπάθειες διευθέτησης των ευρύτερων διαφορών του με την Τράπεζα. Αυτός ο συλλογισμός είναι άστοχος. Θέση περί εκδικητικής και καταχρηστικής αντιμετώπισης μόνο με γεγονότα που είχαν προηγηθεί του τερματισμού θα μπορούσε να είχε στοιχειοθετηθεί. Ως αποτέλεσμα αυτής της στάσης, η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική. Σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα της αγωγής θα κριθεί, κατά κύριο λόγο, από το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν παρουσιαστεί. Επί της ουσίας, δεν έχει αμφισβητηθεί και συνιστά εύρημα ότι η Τράπεζα και ο Εναγόμενος υπέγραψαν τη Σύμβαση Πίστωσης (Τεκμήριο 8), καθώς και ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τις αιτήσεις Τεκμήρια 13 και
  11. Συνιστά επίσης εύρημα ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές Τεκμήρια 4 και 9 στις διευθύνσεις και κατά τις ημερομηνίες που καταγράφονται σε αυτές. Ορθές θεωρώ και τις πληροφορίες αναφορικά με τις μεταβολές επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  12. Δέχομαι επίσης ότι έγιναν οι δημοσιεύσεις του Τεκμηρίου 17, καθώς και ότι υπογράφηκε η συμφωνία μεταξύ του Κυπριακού Εργοδοτικού Συνδέσμου Τραπεζών και της ΕΤΥΚ ως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 15 καθώς και ότι τα Τεκμήρια 1, 2, 3, 5, 6 και 7 είναι αντίγραφα των πρωτότυπων εγγράφων με το ίδιο περιεχόμενο. Τέλος, δέχομαι ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10 αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας για σκοπούς του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 καθώς και ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 11 και 12 ετοιμάστηκαν από την ΜΕ1 κατά τον τρόπο που εξήγησε και που αναφέρω πιο πάνω στη συνοπτική μου αναφορά στη μαρτυρίας της. Είναι επίσης εύρημα ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της Σύμβασης Πίστωσης ο Εναγόμενος ήταν εργοδοτούμενος της Τράπεζας και ότι στα πλαίσια της υπηρεσίας του, μεταξύ άλλων, κατείχε τις θέσεις που αναφέρω πιο πάνω στη συνοπτική μου αναφορά στη μαρτυρία. Δέχομαι επίσης ότι υπήρξαν οι αλλαγές στον αριθμό του επίδικου λογαριασμού ως η ΜΕ1 ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας της. Σημειώνω ότι είναι παραδεκτό εκ των δικογράφων ότι η Τράπεζα εξασκούσε τραπεζικές εργασίας κατά τον επίδικο χρόνο δυνάμει σχετικής άδειας, ότι είχε παραχωρήσει στον Εναγόμενο πιστωτικό όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό δυνάμει της Σύμβασης Πίστωσης. Είναι επίσης παραδεκτό εκ των δικογράφων ότι η εργοδότηση του Εναγόμενου τερματίστηκε με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου της Τράπεζας στις 15.3.
  13. Παραμένει να εξεταστεί εάν τα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στοιχειοθετούν τις αξιώσεις των Εναγόντων. Ξεκινώντας σημειώνω ότι οι Ενάγοντες, μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται στο Ν.169(Ι)/2015, κατέστησαν δικαιούχοι των δικαιωμάτων της Τράπεζας σε σχέση με την πιστωτική διευκόλυνση που προκύπτει από την Σύμβαση Πίστωσης (σχετικά τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5) Είναι παραδεκτή και μέρος των ευρημάτων η υπογραφή της Σύμβασης Πίστωσης, Τεκμήριο
  14. μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγόμενου. Δεν αμφισβητήθηκε ότι σε συνέχεια της υπογραφής της συμφωνίας αυτής, ανοίχθηκε τρεχούμενος λογαριασμός με πιστωτικό όριο. Οι αλλαγές στον αριθμό του λογαριασμού που ακολούθησαν στην πορεία, επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί και ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν εις γνώση του. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί ότι ο Εναγόμενος χρησιμοποιούσε τον επίδικο λογαριασμό και το πιστωτικό όριο που είχε παραχωρηθεί στη διενέργεια των καθημερινών συναλλαγών του. Προχωρώ στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο
  15. Σύμφωνα με την, αναντίλεκτη, μαρτυρία της ΜΕ1 και το πιστοποιητικό που συνοδεύει τις καταστάσεις λογαριασμού, (α) οι καταχωρήσεις και χρεοπιστώσεις που εκεί παρουσιάζονται γίνονταν στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, και (β) κατά τον χρόνο έκαστης καταχώρησης το ηλεκτρονικό σύστημα ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, και (γ) το ηλεκτρονικό αυτό σύστημα βρισκόταν και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας, και (δ) έχουν συγκριθεί τα αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού που παρουσιάστηκαν με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπιστώθηκε η ορθότητα τους. Ενόψει αυτών, κρίνω ότι συνιστούν αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου των Εναγόντων[1]. Συνεπώς, το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήριο 10, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της ορθότητας των καταχωρήσεων που παρουσιάζουν. Μαρτυρία που να αμφισβητεί την ορθότητα των καταχωρήσεων ώστε να ανατρέπει αυτό το μαχητό τεκμήριο δεν έχει παρουσιαστεί[2]. Παράλληλα, ο Εναγόμενος, ενυπογράφως επιβεβαιώνει ουσιαστικά τη συμφωνία του με τα αντίστοιχα χρεωστικά υπόλοιπο του λογαριασμού στις αιτήσεις που είχε υποβάλει για παραχώρηση άλλων διευκολύνσεων (Τεκμήρια 13 και 14) κατά τις 6.3.2009 και 26.11.
  16. Ως εκ των πιο πάνω, καταλήγω ότι το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήριο 10, αποτυπώνει τις διάφορες χρεωπιστώσεις που γίνονταν στον επίδικο λογαριασμό κατά τις ημερομηνίες και ως εκεί αναγράφονται καθώς και το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού. Μια από τις θέσεις του Εναγόμενου είναι ότι δεν υπήρξε νομότυπος τερματισμός της Σύμβασης Πίστωσης. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 της Σύμβαση Πίστωσης: «Η πίστωσης αυτή θα είναι αορίστου χρονικής διαρκείας, θα δικαιούται όμως «η Τράπεζα» να ανακαλή την πίστωσιν ταύτην και να κλείη «τον λογαριασμό» εις περίπτωση κατά την οποίαν «ο οφειλέτης» απωλέση, καθ' οιονδήποτε τρόπον, την ιδιότητα του Υπαλλήλου αυτής. Εις ασφάλειαν της πληρωμής του άνω ποσού «ο οφειλέτης» εξουσιοδοτεί ανεκκλήτως «την Τράπεζαν» όπως αποκόπτη ή/και αφαιρή παν ως άνω πληρωτέον και απαιτητόν ποσόν πλέον τους σχετικούς τόκους εκ οιουδήποτε ποσού που θα οφείλεται υπό «της Τραπέζης» εις «τον οφειλέτην» και/ή εισπράξη τούτο παρά της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων «της Τράπεζης» εκ του πληρωθησομένου εις «τον οφειλέτην» ποσού εκ του ρηθέντος Ταμείου επί τη αποχωρήσει ή απολύσει αυτού.» Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος απολύθηκε από την Τράπεζα στις 15.3.2012 (Τεκμήριο 9). Η απόλυση του Εναγόμενου εμπίπτει στην έννοια της «απώλειας καθ' οιονδήποτε τρόπο» της ιδιότητας του υπαλλήλου της Τράπεζας, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της Σύμβασης Πίστωσης. Αυτό, έδωσε το δικαίωμα στην Τράπεζα «να ανακαλέσει την πίστωση και να κλείσει το λογαριασμό». Πρόνοια όπως δοθεί προηγούμενη προειδοποίηση για αυτή την πρόθεση δεν υπάρχει στη Σύμβαση Πίστωσης. Η Τράπεζα εξάσκησε αυτό το δικαίωμα αποστέλλοντας στον Εναγόμενο επιστολή ημερομηνίας 19.4.2012 (Τεκμήριο 9), όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι: «Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή των συμβατικών δικαιωμάτων της Τράπεζας σας πληροφορούμε ότι η Τράπεζα τερματίζει την πιο πάνω Σύμβαση και τη λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού μεταφέροντας το υπόλοιπο του στις Οριστικές Καθυστερήσεις με νέο αριθμό [.]. Ενόψει των πιο πάνω με την παρούσα καλείστε όπως εντός επτά

(7)ημερών προβείτε σε εξόφληση των υποχρεώσεων σας προς την Τράπεζα.» Η προθεσμία των 7 μερών παρήλθε χωρίς ο Εναγόμενος να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, αφού όπως φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10 δεν έγινε οποιαδήποτε σχετική πίστωση. Η θέση που εξέφρασε ο Εναγόμενος ότι η Τράπεζα όφειλε όπως εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού από τα ποσά του Ταμείου Προνοίας του, δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Προκύπτει από το λεκτικό της παραγράφου 3 της Σύμβασης Πίστωσης ότι αυτό ήταν ένα δικαίωμα που είχε η Τράπεζα και όχι υποχρέωση. Η επιστολή ημερομηνίας 19.4.2012 (Τεκμήριο 9) που στάλθηκε προς τον Εναγόμενο, είχε αποσταλεί ταχυδρομικώς στη διεύθυνση διαμονής του. Ο ίδιος ο Εναγόμενος στη μαρτυρία του δέχτηκε ότι η διεύθυνση που αναγράφεται ήταν η διεύθυνση διαμονής του. Παρά το ότι ο Εναγόμενος δεν θυμόταν κατά πόσο είχε παραλάβει την επιστολή, δεν αμφισβήτησε στα πλαίσια της μαρτυρίας του ότι γνώριζε ότι η συμφωνία είχε τερματιστεί και ο επίδικος λογαριασμός είχε κλείσει. Αντίθετα, υποστήριξε ότι από εκείνη την ημερομηνία ο λογαριασμός είχε «παγοποιηθεί», ότι είχε ληφθεί ειδική έγκριση από τον διευθύνοντα σύμβουλο για κάποιες αναλήψεις και πράξεις και ότι δεν είχε πλέον πρόσβαση στο πιστωτικό όριο του λογαριασμού. Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Εναγόμενος είχε ειδοποιηθεί δεόντως για τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης και το κλείσιμο του λογαριασμού. Με τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης και της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατέστη απαιτητό και πληρωτέο. Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήριο 10 είναι κατά τεκμήριο (που δεν έχει ανατραπεί) ορθό. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, κατά την ημερομηνία τερματισμού της Σύμβασης Πίστωσης, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €23.832,
  1. Έναντι του ποσού αυτού, είναι κοινώς αποδεκτό ότι έγινε από τον Εναγόμενο μια πληρωμή ποσού €4.000 στις 23.12.
  2. Το ύψος του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν κατά καιρούς το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού πριν από τον τερματισμό δεν έχει αμφισβητηθεί και δεν είναι επίδικο θέμα. Η μαρτυρία της ΜΕ1, που δεν αμφισβητήθηκε επί αυτού του σημείου είναι ότι με το άνοιγμα του λογαριασμού το χρεωστικό υπόλοιπο χρεωνόταν με το συμβατικό επιτόκιο. Στη πορεία ο Εναγόμενος επωφελήθηκε από τις πρόνοιες συμβάσεων μεταξύ της τράπεζας και συντεχνιών τραπεζικών υπαλλήλων με αποτέλεσμα να χρεώνεται το υπόλοιπο του με προνομοιούχα, χαμηλότερα του συμβατικού επιτόκια. Παραμένει προς απόφαση όμως το ύψος του επιτοκίου που διεκδικούν οι Ενάγοντες από τον τερματισμό και εντεύθεν. Στην επιστολή τερματισμού Τεκμήριο 9 αναφέρεται ότι το χρεωστικό υπόλοιπο: «επιβαρύνεται από σήμερα με αυξημένο επιτόκιο, ως ακολούθως:
  3. Με βασικό επιτόκιο προς 6,25% (έξη και 0,25 τοις εκατό) το χρόνο
  4. Με πρόσθετο επιτόκιο προς 7,75% (επτά και 0,75 τοις εκατό) το χρόνο
  5. Σύνολο επιτοκίου 14% (δεκατέσσερα τοις εκατό) το χρόνο κεφαλαιοποιούμενο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου εκτός εάν άλλως σας γνωστοποιηθεί από την Τράπεζα.» Όμως, η Σύμβαση Πίστωσης, Τεκμήριο 8, δεν παρέχει δικαίωμα στην Τράπεζα για μονομερή ή μέσω ειδοποίησης ή δημοσίευσης μεταβολή του επιτοκίου. Ούτε παρέχει στην Τράπεζα δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Δεν προνοεί επίσης δικαίωμα χρέωσης τόκου υπερημερίας ούτε «πρόσθετου επιτοκίου» σε περίπτωση καθυστέρησης εξόφλησης του χρεωστικού υπόλοιπου του λογαριασμού ή σε περίπτωση υπέρβασης του πιστωτικού ορίου. Η μοναδική πρόνοια που αφορά τον τόκο περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2 της Σύμβασης Πίστωσης, σύμφωνα με την οποία: «Οιονδήποτε χρεωστικόν υπόλοιπον «του Λογαριασμού» θα αποφέρη τόκον προς όφελος «της Τραπέζης» προς 7% (επτά τοις εκατόν) ετησίως, καταλογιζόμενον εις «τον οφειλέτην» ή καταβαλλόμενον υπ' αυτού εκάστην 15ην Ιουνίου και 15ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους.» Συνεπώς, οποιαδήποτε διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο επιτρέπεται μόνο με τη συμφωνία και των αντισυμβαλλόμενων. Όπως έχω σημειώσει πιο πάνω, μεταβολές στο επιτόκιο πριν τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης έγιναν κατόπιν κοινής συναίνεσης και ο εφαρμοζόμενος τόκος αυξομειωνόταν γιατί ο Εναγόμενος επωφελείτο ευνοϊκά επιτόκια με βάση της Συλλογικές Συμβάσεις της Διεύθυνσης των Εναγόντων και των συντεχνιών των υπαλλήλων. Τα επιτόκια αυτά ήταν χαμηλότερα από το συμβατικό. Κατά τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης στις 19.4.2012, ο Εναγόμενος δεν ήταν τραπεζικός υπάλληλος αφού είχε προηγηθεί η απόλυση του στις 15.3.
  6. Συνεπώς, με την απόλυση του, ο Εναγόμενος έχασε το όφελος της ευνοϊκής ρύθμισης που αφορούσε τραπεζικούς υπάλληλους. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι η Τράπεζα δικαιούται να αποφασίσει μονομερώς το επιτόκιο που θα εφάρμοζε, κατά το δοκού. Αντίθετα, κρίνω ότι όφειλε να επανέλθει στην χρέωση του συμβατικού επιτοκίου του 7%. Το ποσοστό τόκου προς 14% ετησίως που διεκδικούν οι Ενάγοντες δεν έχει έρεισμα στη Σύμβαση Πίστωσης και δεν μπορεί να αποδοθεί. Το επιτόκιο που δικαιούτο η Τράπεζα να χρεώνει ήταν το συμβατικό ως καθορίζεται στην παράγραφο 2 της Σύμβασης Πίστωσης. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, το επιτόκιο αυτό ισχύει ενόσω παραμένει χρεωστικό υπόλοιπο. Η ΜΕ1 παρουσίασε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 12 αναφέροντας ότι αφορά χρεώσεις τόκου προς 7% μετά τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης. Κρίνω όμως ότι δεν μπορώ να τη δεχτώ ως ορθή. Αυτή η κατάσταση λογαριασμού περιλαμβάνει κεφαλαιοποίηση τόκου την 30η Ιούνιο και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, κάτι που δεν προνοείται από τη Σύμβαση Πίστωσης. Η παράγραφος 2 της Σύμβασης Πίστωσης προβλέπει «καταλογισμό» τόκου την 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου κάθε έτους, όχι όμως για κεφαλαιοποίηση του τόκου. Συνεπώς για τους λόγους που εξήγησα, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει τη βάση αγωγής που επικαλούνται. Έχουν επίσης αποδείξει ότι κατά τον τερματισμό της Σύμβασης Πίστωσης, το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν €23.832,58 και ότι δικαιούτούται τόκο επί του ποσού αυτού προς 7% ετησίως. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη και να αφαιρεθεί από το αξιούμενο ποσό η πληρωμή €4.000 από τον Εναγόμενο στις 23.12.
  7. Καταληκτικά, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €19.832,
  8. Επιδικάζεται επίσης υπέρ των Εναγόντων τόκος προς 7% ετησίως επί ποσού €23.832,58 από 19.4.2012 μέχρι 22.12.2020 και επί ποσού €19.832,58 από 23.12.2020 μέχρι εξόφλησης. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 22, περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  9. [2] Ιωαννίδης ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 1491, Vourna Limited κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ, Πολιτική έφερη 295/2013, ημερομηνίας 1.6.2020. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.